Μεταξύ προσδοκίας και νοσταλγίας

1400397_10207288948006813_2831776199836807173_o

Ι

Η νοσταλγία είναι αυτοτιμωρία επειδή ενώ τα ζούσαμε κοιτούσαμε αλλού.
Βέρα Ι. Φραντζή

Μίλαγα χτες με τον Φίλο μου· είμαστε 33 χρόνια φίλοι. Συζητάγαμε για τη ζωή, ως συνήθως. Τσακώσαμε μια γνωστή και κάπως τετριμμένη μεταφορά: η ζωή ως ανάβαση και ενίοτε ως αναρρίχηση.

Μου είπε ο φίλος μου ότι όταν αναρριχάσαι δεν είναι ούτε σκόπιμο ούτε εύκολο να σταματάς, παρά συνεχίζεις να σκαρφαλώνεις και προχωράς χωρίς να σταματάς να ανεβαίνεις. Όταν όμως βρεθείς σε κάποιο πλάτωμα, τότε μπορείς να σταματήσεις και να σταθείς. Να ακινητήσεις και να κοιτάξεις γύρω σου, να χαρείς όσα σου προσφέρει η αναπόδραστη αυθεντία της όρασης κι έτσι να ξαποστάσεις και ν’ ανασάνεις. Να αισθανθείς όσα φέρνει το αεράκι και να νιώσεις ότι ναι μεν είσαι ψηλά, πολύ ψηλά, αλλά ότι το έδαφος είναι ίσιο κάτω από τα πόδια σου. Μπορείς να σταθείς και να να χαρείς.

Κι εγώ σκέφτηκα ότι όταν βρεθείς στο πλάτωμα είναι κρίμα κι αμαρτία να σηκώνεις το βλέμμα χαμηλότερα από τον ουρανό με τ’ άστρα και ψηλότερα από ό,τι στέκεται απέναντί σου και γύρω σου ― μην πω για το ποιος και τι στέκεται δίπλα σου. Είναι κρίμα κι άδικο και σπατάλη της ζωής σου να προσηλώνεσαι σε ό,τι βρίσκεται σε κάποια κορυφή ή σε κάποιο πλάτωμα ψηλότερα από εκεί όπου βρίσκεσαι, να σε τρώει η επαγγελία του κάθε μέλλοντος αιώνος. Εκείνη την ώρα που τα πόδια σου πατούνε την terra firma με σιγουριά και σταθερότητα πρέπει να σταθείς και να κοιτάξεις είτε πολύ ψηλά, πέρα από το τα επόμενα ορόσημα που το μυαλό σου βάζει μπροστά σου, είτε κάτω και δίπλα σου.

ΙΙ

Κοίταγα το κενό στα σαράντα εκατοστά απέναντί μου το πρωί. Και σκεφτόμουν ότι le tendre et dangereux visage de l’amour είναι πράγματι εφήμερο. Όχι βεβαίως γιατί όλα φθείρονται κι όλα περνούν κι όλα σβήνουν ― ματαιότης, καπνός, ατμός και τέτοια. Όχι. Όχι. Nothing passes. Εκτός από τις ζωές μας, αλλά όταν συμβεί αυτό, τι σημασία έχει αν χαθούν κι όλα τα υπόλοιπα, αν επέρχεται ο θερμοδυναμικός θάνατος του σύμπαντος;

Ο λόγος που ο έρωτας είναι εφήμερος είναι επειδή πρόκειται για κατάσταση υψηλής ενέργειας που μόλις και μετα βίας ισορροπεί, ενώ διαρκώς ταλαντώνεται αγρίως και τείνει να μεταπέσει σε κάτι άλλο. Όχι να εκπέσει απαραίτητα, δεν λέω κάτι τέτοιο.

Ο έρωτας τείνει να μεταπέσει, να υποστεί μετάπτωση σε μια πιο σταθερή κατάσταση: σε απλή συντροφικότητα, σε ανόθευτη καύλα, σε αγάπη, σε μίσος, σε μια παλιά ιστορία με διδακτική και καθαρτική αξία ως αφήγηση και ως ανάμνηση αλλά τίποτε παραπέρα.

Ή πάλι μπορεί να συνεχίσει να τρέφεται από το άφθονο καύσιμο του εντός μας ζόφου και να μεταπηδήσει σε μια υψηλότερη ενεργειακή κατάσταση. Δεν μιλάω για εξιδανικεύσεις και πλατωνικές φρεναπάτες. Μιλάω για κάτι που μάλλον δεν έχουμε όρους να το περιγράψουμε.

Για να επαληθεύσω τις πρωινές αυτές σκέψεις μου άκουσα το Je crois entendre encore και το Gretchen am Spinnrade. Αυτό το δεύτερο ενδέχεται να είναι ένα από τα ομορφότερα ερωτικά τραγούδια που έχουνε ποτέ γραφτεί. Η επαλήθευση ήρθε ρητά κι αβίαστα.

ΙΙΙ

Υπάρχει ο θάνατος του χωρισμού, υπάρχει και η αυτοεξορία. Υπάρχει και το Ausgleich, όσο ψυχρό και αν ακούγεται, όσο και να μας θέλγουν σαν ιδέα κάθε λογής επικολυρικές καψούρες και οι αιώνιες φωτιές της Κόλασης που τάχα τις συνοδεύουν. Το ζητούμενο είναι όλα να γίνονται με τιμή, ακόμα και μέσα στον κλαμένο εξευτελισμό του πάθους, ακόμα και στην ασθμαίνουσα αποταγή της επιθυμίας. Με τιμή.

 

Η χαρά του έρωτα

49351207_325396214851635_3629325043898515456_n
Φωτογραφία του Antoine d’Agata

Έλεγα πριν λίγους μήνες:

Κάθε σκέψη και κάθε φαντασία λαγνική είναι κίνηση είτε προς ένα μέλλον επιθυμητό, είτε νοσταλγικά προς το παρελθόν. Ως γνωστόν στο γαμήσι, την ώρα εκείνη, δεν σκέφτεσαι ποσώς αλλά υπάρχεις μόνο και, αν σκέφτεσαι, σκέφτεσαι με τον τρόπο της μέθης και στον ρυθμό της περίπτυξης: είτε σε αντιχρονισμό με τον ρυθμό της περίπτυξης είτε με τρόπο σόλο τζαζ ή άριας αν δεν έχει έρθει ακόμα ή ώρα της περίπτυξης. Αλλά το ουσιώδες στο γαμήσι δεν μπορεί να είναι η όποια σκέψη, είναι ότι υπάρχεις. Καθαρή ύπαρξη, που λέμε.

Απόψε σκεφτόμουν για το ίχνος της χαράς που αφήνουν κάποιοι άνθρωπο στη ζωή μας. Τα τραγούδια μάς μαθαίνουν να θυμόμαστε τον πόνο και τον χωρισμό. Αναπόφευκτοι είναι. Εξίσου αναπόφευκτες είναι η στέρηση και η νοσταλγία. Τέλος, πιθανότατα θα ποθήσουμε λάθος ανθρώπους και οπωσδήποτε θα μας ποθήσουν λάθος άνθρωποι. Οι ζημιές και τα τραύματα είναι αναπόφευκτα. Δεν γίνεται όμως να αυτονομούνται όλα αυτά υπό μορφή καψούρας και να παραγνωρίζεται το ίχνος της χαράς. Γιατί κάποιοι άνθρωποι αφήνουν τελικά ίχνος χαράς μέσα μας· ακόμα κι αν έχει λήξει η σχέση τους μαζί μας, προσωρινά ή για πάντα.

Ελπίζοντας ότι ζούμε στην αρχή μιας εποχής στην οποία οι άνθρωποι θα προτιμούν και θα διεκδικούν την ερωτική μοναξιά από μια ανταλλακτική ερωτική σχέση (μέσα σε συμβίωση ή και όχι), νομίζω ότι σιγά σιγά πρέπει να απεκδυόμαστε τις εξιδανικεύσεις. Δεν λέω, πολλές εξιδανικεύσεις γύρω από τον έρωτα ερεθίζουν όπως σε ένα πιο χειροπιαστό επίπεδο ξεσηκώνουν κάποια εσώρουχα. Όμως ίσως πρέπει να μπορούμε να πάμε παραπέρα, να παραμερίσουμε τα στρινγκάκια, να ξεκουμπώσουμε τους κορσέδες, να βγάλουμε τις κάλτσες.

Από την εξιδανίκευση του έρωτα και την αποθέωσή του να προχωρήσουμε προς ένα πιο συναισθητικό τρόπο να λαγνουργούμε και να γαμιόμαστε, άλλωστε την καύλα την πολλαπλασιάζει η καύλα που προκαλούμε: δεν χρειάζεται να κάνεις χατήρια αλλά, άμα σου αρέσει ο άλφα ή ο βήτα τρόπος, είναι ωραίο να καυλώσεις περισσότερο καυλώνοντας τον άλλο ή την άλλη. Ίσως επίσης θα έπρεπε να αποσυνδέσουμε τον έρωτα από την αναζήτηση της αγάπης και της συμβίωσης. Είναι φενάκη η χρήση του έρωτα ως προϋπόθεσης της αγάπης: η αγάπη εμφανίζεται σαν τον κλέφτη μέσα στη νύχτα (που είπε κι ο Άλλος), ούτε καλλιεργείται ούτε ενθαρρύνεται λόγω συμβατότητας χαρακτήρων ή σεξουαλικής συμβατότητας ή δεν ξέρω τι άλλο μάς λένε τα σάιτ και τα περιοδικά και τα εγχειρίδια ευ ζην. Όπως είπε και ο Ίδιος, η αγάπη φυσάει όπου φυσάει και δεν ξέρεις από πού έρχεται και πού πηγαίνει. Η κατάχρηση της «αγάπης» ως ερμηνείας και η στανική προσδοκία της είναι αιτίες βαθειάς και στυγερής δυστυχίας.

Ίσως λοιπόν αν προσπαθούμε να είμαστε τσαχπίνηδες, εργατικοί κι ενσυναισθητικοί εραστές χωρίς να νιώθουμε ότι έχουμε αντίπαλο ή πελάτη από πάνω μας ή από κάτω μας ή σε όποια άλλη θέση και αν πάψουμε να θεωρούμε τον έρωτα ως προθάλαμο άλλων μεγάλων αφηγήσεων και τον ζούμε σαν ένα εκτεταμένο τώρα (όταν και εφόσον), ίσως έτσι να μπορούμε να μάθουμε να δεχόμαστε τη χαρά και να μένουμε σε αυτή. Ίσως έτσι να μπορούμε να αναγνωρίσουμε και να δεχτούμε την αγάπη, που έρχεται απροειδοποίητη φυσώντας προς όπου φυσάει.

Γιατί αν το ίχνος της χαράς από τους άλλους ανθρώπους είναι σαν σφραγίδα και σαν τατουάζ, το ίχνος της αγάπης είναι η ίδια η χαρά που ζει μέσα μας ακμαία ως η χαρά η ίδια, παρά ως ανάμνηση χαράς.

Υπέρ της πολυγαμικότητας

God, I’m fond of adultery. Aren’t you? […] The softness it brings to the hardness […] A world without adultery is unthinkable. The brutal inhumanity of those against it. […] To demand of human flesh fidelity. The cruelty of it, the mockery of it, is simply unspeakable.

Philip Roth — Sabbath’s Theater p. 336

Η πολυγαμικότητα δεν υπήρξε σχεδόν ποτέ ιδανικό ή αρετή· ακόμα και αν υπήρξε εύσημο και άθλημα για τους άντρες, πάντως ποτέ δεν ήταν αποδεκτή για τις «τίμιες» γυναίκες. Βεβαίως πολλές φορές η τέχνη έχει άλλη γνώμη για αυτά τα θέματα, όμως στο σφυρί της τέχνης ξέρουμε να αντιστεκόμαστε όταν δεν κάνουμε νιανιά όσα μας δείχνει ή όσα μας ξυπνάει.

Ας μιλήσουμε λοιπόν για την πολυγαμικότητα.

Ο έρωτας μάς δίνει διαφορετική χαρά, διαφορετικές χαρές και διαφορετικές χάριτες με διαφορετικούς ανθρώπους: με κάθε διαφορετικό άνθρωπο είναι αλλιώς η ερωτοπραξία. Αυτονόητο. Επίσης δεν υπάρχει ο ένας άνθρωπος με τον οποίο «όλα θα γίνουνε σωστά», ό,τι κι αν ισχυρίζεται η εποχή μας. Πολλώ μάλλον, ο ανθρώπινος πόθος δεν αποτελεί ένα οικονομίστικα δοσμένο κεφάλαιο το οποίο δεν πρέπει να σπαταλήσουμε δεξιά κι αριστερά παρά πρέπει να δαπανήσουμε «σωστά», όπως όταν αγοράζουμε σπίτι. Ο έρωτας είναι καινούργιος και ξεκινάει από την αρχή με κάθε καινούργια γνωριμία, ενώ αυτή η διαπίστωση καθόλου δεν συνεπάγεται ούτε εξιδανίκευση ούτε δαιμονοποίησή του.

Η μετά λόγου γνώσεως πολυγαμικότητα χορταίνει βαθιά την ψυχή και μιλάμε σαφώς για χορτασμό κι όχι για κορεσμό, μιλάμε για αποτέλεσμα πληρέστερο και οπωσδήποτε διαφορετικό από το να ξεκαυλώσεις απλώς.

Αυτός ο χορτασμός εν μέρει προέρχεται και από τις διαφορετικές λαγνικές εμπειρίες, αφού με κάθε διαφορετικό άνθρωπο ο έρωτας είναι διαφορετικός. Αυτό το εντελώς διαφορετικό που μας επιφυλάσσει κάθε καινούργιος εραστής και κάθε καινούργια ερωμένη δεν εξαρτάται σώνει και καλά από μαγικούς και μεταφυσικούς παράγοντες, παρά ξεκινάει από το ότι η καύλα βρίσκεται βεβαίως και στο μυαλό: είναι η επιθυμία για κάποιον, για κάποιον άλλο ή για κάτι. Αυτό το κάτι μπορεί να είναι μια ερωτική στάση, μια συγκεκριμένη κατάσταση-φάση ή σκηνοθεσία ή ένα συγκεκριμένο μέλος του σώματος κ.ο.κ.

Επίσης η πολυγαμικότητα μάς ποντίζει βαθιά  μέχρι τον βυθό των ανθρώπινων σχέσεων. Όταν τον κοιτάμε από την κατοπτρικά ακύμαντη επιφάνεια ο βυθός μοιάζει μια πάρα πολύ απλή εικόνα, εξόχως στατική. Όταν όμως ποντιστούμε μέσα του αλλάζει το πράγμα και οι κόσμοι του πλέον αποκαλύπτονται. Η πολυγαμικότητα μας αναγκάζει να ζήσουμε — όχι απαραιτήτως να αναστοχαστούμε — την αλήθεια ότι έχουμε διαφορετική ποιοτικά σχέση με κάθε διαφορετικό εραστή ή διαφορετική ερωμένη, όχι απλώς διαφορετικούς λαγνικούς συσχετισμούς.

Η εμπειρία της πολυγαμικότητας μας εξοικειώνει και με μία δεύτερη αλήθεια, ότι μετά το πέρας τους, διαφορετικές ερωτικές σχέσεις αφηνουνε δεσίματα διαφορετικής έντασης: από το μείον του μίσους μέχρι το μηδέν της αδιαφορίας και έως τη φιλία ή και την αγάπη. Επίσης μας αναγκαζει να αντιμετωπίσουμε και ότι διαφορετικές ερωτικές σχέσεις αφήνουνε πίσω τους δεσμούς διαφορετικής ποιότητας και διαφορετικού χαρακτήρα.

Η πολυγαμικότητα δεν είναι μόνον γαμήσια, λιγότερο περισσότερο αξιομνημόνευτα και αξιομακάριστα, χαρές και γλέντια. Η πολυγαμικότητα είναι και ένας τρόπος να ανεύρουμε άλλους, να μάθουμε τον άλλο, αλλά και να ανακαλύψουμε τον εαυτό μας. Μέσα από την πολλές φορές τυρβώδη πολυγαμικότητα μαθαίνουμε κυρίως τον εαυτό μας· τον σπουδάζουμε κοιτάζοντας τα βλέμματα των άλλων προς εμάς — όσο στρεβλά, τυραννικά, ζηλόφθονα ή φθονερά και αν είναι κάποτε. Επίσης μαθαίνουμε τον εαυτό μας μελετώντας τι βλέπουν οι εραστές κι οι ερωμένες όταν μας αντικρύζουν.

Σε γενικές γραμμές ισχύει πως η πολυγαμικότητα «μας εξασκεί στην ενσυναίσθηση αλλά και στα όρια, μας κάνει θαρραλέους και μας αναγκάζει να αναλάβουμε την ευθύνη του εαυτού μας».

Επαναλαμβάνω ότι προφανώς η πολυγαμικότητα μπορεί να γίνει τρομακτικά επώδυνη και σε αυτό μοιάζει με το πιοτό, την ψυχοθεραπεία, τη σωματική άσκηση και τη συστηματική μελέτη. Η εξάσκηση της πολυγαμικότητας είναι δύσκολη: απαιτεί λεπτότητα και βαθιά ευγένεια ώστε να μην καταντήσει χονδροειδής και ισοπεδωτική, αλλά να παραμείνει κάτι βαθιά ανθρώπινο κι εξανθρωπιστικό — πέρα από ιμερικό, μακάριο κι ιλαρό.

Εννοείται επίσης ότι η ταυτόχρονη ενασχόληση με διαφορετικούς ανθρώπους υπό διαφορετικούς όρους μπορεί να καταστεί από κυνική διαχείριση και ναρκισσιστική κούρσα μέχρι πρακτική μελέτη της ανθρώπινης κατάστασης και άσκηση στην ενσυναίσθηση.  Μαθαίνει κανείς, να συναναστρέφεται τους άλλους — ιδίως όταν οι συγκεκριμένοι άλλοι χύνουν μαζί του ή τον έχουνε δει να βογγάει αναλόγως.

Οπωσδήποτε η πολυγαμικότητα και η πολλαπλότητα των ρόλων που εισάγει μάς καθαίρουν: μας ασκούν στην απόταξη της φρεναπάτης πως μας ανήκει οποιοσδήποτε άνθρωπος ή πως θα γίνουμε ο θεός του — όσο τρελός κι αν είναι ο έρωτάς μας, όσο βαθιά κι αν είναι η αγάπη μας.

Ανθρώπινη και εξανθρωπιστική είναι τέλος και μία παραγνωρισμένη χρήση της πολυγαμικότητας: η αποσυμφόρηση των σχέσεων Παρά την αναπόφευκτη παρενέργεια της ζήλειας, η πολυγαμικότητα ως επιλογή σώζει σχέσεις, ιδίως μακροχρόνιες: αντί να εγκαταλείπεις τον άνθρωπό σου γιατί σου λείπει κάτι ή γιατί του λείπει κάτι, του αφοσιώνεσαι ή του παραμένεις αφοσιωμένος ανοίγοντας τον εαυτό σου.

Γυμνοί τόποι

Κανένας χώρος, είτε εξωτερικός είτε εσωτερικός, δεν αντέχει να μένει γυμνός. Δεν έχει σημασία αν είναι δωμάτιο, μπαλκόνι, δρόμος, μπαρ, πλατεία ή εξοχή: για να υπάρξει πραγματικά κάθε τόπος πρέπει να ντυθεί, να επιπλωθεί, να σαρκωθεί — πείτε το όπως θέλετε. Αλλά γυμνός τόπος είναι μη-τόπος.

Ένας τρόπος να ντύσεις έναν χώρο, ιδίως άμα είναι εσωτερικός, είναι η μουσική. Πήγα το Πάσχα στο Pirée, όπου παίζει μουσική ο Κώστας Παντιώρας. Εντυπωσιάστηκα από το πώς η μουσική μπορεί να καταστήσει έναν χώρο ενδαφέροντα και συναρπαστικό, και μάλιστα έναν χώρο γυμνό, που θα ήταν απλώς αδιάφορος ή και ασυνάρτητος αν απουσίαζε η μουσική. Χάρη στη μουσική του, η χιψτεροεκλεκτική διακόσμηση ενός κάπως ανοικονόμητου εσωτερικού χώρου έχανε κάτι από την ειρωνεία που κουβαλάει κάθε υπαινιγμός σε κάτι άλλο (στο μπουρδέλο, στην περίπτωσή μας): η μουσική μετέτρεπε τη διακόσμηση από πράγματα που προσπαθούν να στήσουν νόημα σε ρούχο ή και σάρκα, σε κάτι από το οποίο αποστασιοποιείσαι ενδεχομένως αλλά το οποίο είναι φορέας ομορφιάς (ως ρούχο) ή και ζωής (ως σάρκα).

Οι χώροι και οι τόποι μπορούνε να επενδυθούν βεβαίως και αλλιώς, όχι μόνον μουσικά. Αλίμονο. Και εννοείται ότι ο πιο καίριος και ο πιο δύσκολος τρόπος να ντύσεις έναν χώρο είναι οι αναμνήσεις. Είναι ο πιο καίριος γιατί είναι ο πιο σαφής: όταν ντύνονται με αναμνήσεις οι τόποι λειτουργούν ως σκηνικά πράξεων, ως το φόντο μπροστά στο οποίο στήθηκαν πρόσωπα ή σώματα, ως σκηνές γεμάτες αποτυπώματα διαθέσεων. Με την ανάμνηση ο τόπος παραπέμπει στο γεγονός ή στη διάθεση, όταν δεν είναι ο τόπος το ίδιο το γεγονός και η ίδια η διάθεση. Αυτή η επένδυση, αυτή η σάρκωση γυμνών τόπων είναι επίσης ευάλωτη στην αποστασιοποίηση· επιπλέον την υπονομεύει η ζαχαρόπηκτη υπερτροφία της νοστλαγίας και — το χειρότερο — ο σκώρος της λήθης που στο τέλος όλα θα τα φάει.

Πόρνη στο κρεβάτι αλλά, ε, χμ, εντάξει, όχι — εξαρτάται.

 

Στους περισσότερους άντρες η ερωτική επιδεξιότητα και η λαγνική προθυμία μιας γυναίκας προκαλούν αμηχανία και πολλές φορές καχυποψία.

Ο προφανής λόγος είναι ότι μια γυναίκα που «τα κάνει όλα» ενδεχομένως να έχει περάσει και καλύτερα απ’ ό,τι θα περάσει μαζί μας, ενώ σίγουρα είναι περπατημένη κι εξασκημένη. Με άλλα λόγια, αν κάνει κόλπα και «ανωμαλίες» και αν θέλει διάφορα δεν περιμένει από εμάς για να δει χαρά ενώ μάλλον έχει συμμετάσχει σε διάφορα έργα λαγνικά στα οποία ίσως δεν μπορούμε να αντεπεξέρθουμε.

Βεβαίως, αν δεν περιμένει από εμάς να της ανοίξουμε τα μάτια αλλά εντέλει επιλέγει εμάς, πάει να πει ότι εμάς θέλει κι ότι εμάς διάλεξε — και δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι κολακευτικότερο για τον λεγόμενο ανδρικό εγωισμό, που πολλοί λένε κι ανδρισμό.

Παρ’ όλα αυτά συγκαταλέγεται σε κοινοτοπίες επιπέδου σεξολόγου της τιβί και ποιότητας «γυναικείων» σάιτ η επισήμανση ότι μεγάλο μέρος της πατριαρχίας είναι οργανωμένο ακριβώς γύρω από το να μοιάζουν οι γυναίκες παρθενικές και πειθήνιες στην ερωτοπραξία, ώστε π.χ. να μην «ευνουχίζουν» τον άντρα.

(Επαναλαμβάνω ότι προσωπικά ποτέ δεν κατάλαβα γιατί μια γυναίκα που θα πέσει με τα μούτρα πάνω σου θα σε «ευνούχιζε», όμως εγώ είμαι ούφο.)

Ταυτόχρονα, οι άντρες θέλουμε πολύ να είναι ερωτικώς επιδέξια και λαγνικά πρόθυμη, κοινώς καυλιάρα, η γυναίκα· κατά πρότίμηση αφού την καβατζώσουμε και βεβαίως αποκλειστικά μαζί μας — εκτός εάν τρωγόμαστε για κανα τρίο οπότε και δεν πρέπει να φέρει πολλές αντιρρήσεις (σίγουρα να φέρει κάποιες, μην τυχόν και ψάχνεται ή μας βαρέθηκε) και δεν πρέπει να κάνει ζήλειες αν ασχοληθούμε λίγο παραπάνω με το τρίτο πρόσωπο.

Κανείς άντρας, εκτός από οριακά νεκρόφιλους, δεν θέλει να λαγνουργεί πάνω σε ένα κομοδίνο ή σε μια χαλκομανία. Μια τσαχπινιά τη χρειάζεται η γυναίκα, σωστά; Να κάνει διάφορα. Πολλά από τα ζητήματα που τόσα χρόνια έρχονται και μου εμπιστεύονται φίλοι και λιγότερο γνωστοί είναι της κατηγορίας «πώς να την κάνω να μου κάνει / πάρει / δώσει / βάλει Χ», όπου Χ το αρεσούμενο του αντρός.

Και πάλι είναι προφανές πόσο αντιφατική κι οξύμωρη είναι η κατάσταση: η γυναίκα οφείλει να θέλει τόσα όσα και όπως θα ήθελε ο άντρας — αλλά να μη φαίνεται ότι του κάνει και χατήρια. Και ξανά, είναι κουρασμένα προφανές να τονιστεί ότι η πατριαρχία αποσκοπεί στο να εξοπλίσει τις γυναίκες με ένα μιλομανάρειο κουμπί που θα ρυθμίζει ανά πάσα στιγμή την ένταση της καύλας τους αλλά και, στα πιο προχωρημένα μοντέλα, τον τύπο της επιθυμίας τους και τον τρόπο εκπλήρωσής της.

Ο άλλος, 2043

he dreamed, I now realize, the impossible date on that dollar bill

Πίσω στον χρόνο δεν θα ταξιδέψουμε ποτέ, τουλάχιστον όχι όπως θα θέλαμε. Αλλά όταν θα είμαι 70, το 2043 (ούτε το 2046, ούτε το 2049) θα επισκεφθώ τον 19χρονο εαυτό μου στο όνειρό του, με τον τρόπο του Χόρχε Λούις Μπόρχες, αφού τότε θα την έχουμε αναπτύξει αυτή την τεχνολογία βεβαίως.

Αντίθετα με τον 70χρονο Μπόρχες, δεν θα του αποκαλύψω το μέλλον του: η φρίκη ενός και μόνον ενός εφιάλτη στον οποίο συναντάει τον εβδομηντάχρονο εαυτό του, τον εαυτό μου, εμένα, θα αρκούσε να τον συντρίψει: τον ξέρω καλά και τον θυμάμαι καλύτερα,
 τον 19χρονο εαυτό μου και ξέρω ότι υπέστη όνειρα που τον στοιχειώναν μήνες. Δεν θα διακινδυνέψω λοιπόν το παρόν μου τώρα ως 44χρονος ούτε το παρόν μου τότε ως 70χρονος με άσκοπες αποκαλύψεις, με την τερατωδία ενός διαυγώς μαντικού ονείρου: ακόμα κι ο Θεός παχειές και ισχνές αγελάδες έστελνε, θα κάνω εγώ φιγούρα;

Ούτε καν συμβουλές υπό μορφή χρησμών δεν θα του δώσω, όπως έκανε ο Πετεφρής πριν κλείσω τα σαράντα.

Αυτός θα κάθεται στο πεζούλι της Ρωμαϊκής Αγοράς και θα περιμένει την Α. Θα παραβλέψω πόσο κακοντυμένος ήταν και ήμουν και θα καθήσω δίπλα του. Όπως ο εβδομηντάχρονος Μπόρχες, εγώ θα βρίσκομαι στα 2043 αλλά στο μπαλκόνι μου που βλέπει μισή Ακρόπολη αν παραμερίσεις τα φυτά που ξεκίνησε να φροντίζει η μάνα μου και αναγκαστικά θα έχω αναλάβει πολλά χρόνια πριν το ’43 (κανείς δεν θα λέει πια δύο χιλιάδες σαραντατρία). Θα του πω μόνον ένα πράγμα, αυτό που μου είπαν πριν λίγα χρόνια, δηλαδή πριν πολλά χρόνια τότε στο 2043:

Είσαι πολύ καλύτερος από όσο νομίζεις. Κι αν δεν είσαι, όσο φοβάσαι τόσο σκαρτεύεις. Κάνε μου τη χάρη και κοίτα να φοβάσαι λιγότερο.

Γιατί ελπίζω ότι μέχρι τότε θα έχω τελειοποιήσει την τάχα ατημέλητη επιγραμματικότητα.

Για την (ελληνική) οικογένεια

Μέσα σε ένα ασθενοφόρο που τρέχοντας ανέβαινε τη Συγγρού, στις 21:38 της 1ης Ιουλίου κράταγα το χέρι της μητέρας μου, που προσπαθούσε να καταλάβει πού βρίσκεται και τι της συμβαίνει. Εκείνη τη ώρα αναρωτήθηκα:

Είναι η οικογένεια ο προνομιακός χώρος της αγάπης;

Η απάντηση είναι βεβαίως ναι. Η οικογένεια είναι προνομιακός χώρος της αγάπης. Όμως αυτή η παραδοχή ισχύει με τον τρόπο που η τροπική ζούγκλα είναι προνομιακό οικοσύστημα για πεταλούδες: όχι πάντοτε, όχι ολόκληρη και όχι για όλα τα είδη πεταλούδας.

Μπορεί κανείς να σταματήσει να διαβάζει εδώ.

Συνεχίζω εγώ.

Θέλω να μιλήσω για την οικογένεια κατά μέρος τις εξιδανικεύσεις για τη συζυγία, που τάχα εκπορεύεται από την αγάπη, την οποία τάχα γεννά ο έρωτας, ο οποίος είναι ή θα έπρεπε να είναι απαύγασμα ερωτικού πάθους. Μιλώντας για «οικογένεια» θέλω να ασχοληθώ με αυτό που πονάει, αυτό που δεν θέλουμε να αγγίξουμε — πολλώ μάλλον να αποδομήσουμε: τη σχέση γονέων και παιδιών.

Η γονική αγάπη

Η γονική αγάπη, όπως η ερωτική αγάπη, θεμελιώνεται σε σωματικότατα και βιολογικότατα θεμέλια. Από αυτή την άποψη είναι πολύ γερά θεμελιωμένη.

Ωστόσο, δεν πρέπει συμπεραίνουμε αυτομάτως ότι όπου υπάρχει γέννα και σεξ, το δυνάμει θεμέλιο, υπάρχει και οικοδομή, δηλαδή η γονική και η ερωτική αγάπη αντιστοίχως. Αυτή η διάκριση είναι πια λίγο-πολύ κατανοητή όσον αφορά την ερωτική αγάπη, είναι όμως συνήθως αδιανόητη όταν σκεφτόμαστε τη γονική αγάπη. Θεωρούμε δεδομένη τη γονική αγάπη δεδομένη, μια σταθερά που αναγκαία θα μεσολαβεί σε κάθε σχέση μάνας και παιδιού (και, λιγότερο, πατέρα και παιδιού). Όταν η σταθερά αυτή εμφανώς απουσιάζει θα επικαλεστούμε ανωμαλία, διαστροφή, ψυχασθένεια ή και ψυχοπάθεια. Αυτή η σταθερά, η αυτόματη αγάπη καθιστά τη σχέση γονέα-παιδιού a priori προνομιακή, αν όχι και ιερή.

Γνωρίζουμε στην πράξη πολύ καλά ότι τα πράγματα δεν είναι έτσι: οι μανάδες δεν είναι η Παναγία. Δεν αγαπούν όλες οι μάνες τα παιδιά τους. Υπάρχει στοργή, υπάρχει αφοσίωση, υπάρχει προσκόλληση, υπάρχει μέριμνα και φροντίδα, υπάρχει ανταγωνισμός, υπάρχει αποστασιοποίηση — υπάρχει ολόκληρη η πολυδιάστατη γκάμμα της ανθρώπινης σχεσιακής κατάστασης. Δεν υπάρχει σώνει και καλά αγάπη στη σχέση γονέα και παιδιού.

Όσο και αν βομβαρδιζόμαστε ανελέητα με ρητορικές ότι η μητρότητα ολοκληρώνει τη γυναίκα, ότι την πάει τρεις (ή και τέσσερις) υπαρκτικούς αναβαθμούς ψηλότερα, ότι μεταμορφώνει και εξαϋλώνει τη γυναίκα καθιστώντας την Αγάπη και Φως κτλ., οι ρητορικές αυτές διατυπώνουν ενδεχόμενα, υπέροχα και θεοτικά ενδεχόμενα ίσως, αλλά ενδεχόμενα και μόνο: η γκάμμα και εδώ είναι πολυδιάστατη, όχι δίπολο, και ευρύτατη.
Αυτά τα ενδεχόμενα όμως («κάνε παιδί να γίνεις γυναίκα») πλασάρονται ως ιδανικά κι ιδεώδη ή — χειρότερα — ως αυτονόητες καταστάσεις που μαγικώς κι ατρέπτως επιφέρει ο τοκετός. Σε αυτό οι ρητορικές περί ολοκλήρωσης της γυναίκας με τη μητρότητα θυμίζουν το ατελείωτο μπούρου-μπούρου για την ερωτοπραξία που θα μετουσιωθεί σε έρωτα, αφού η ηδονή και ο οργασμός δεν μπορούν παρά να αποτελούν σκιές ή προοικονομίες πνευματικών και οπωσδήποτε ισοβίων προσκολλήσεων.

Οι ρητορικές αυτές, όταν δεν είναι κανονιστικές και τυραννικές, πηγή ενοχών και αισθημάτων ανεπάρκειας και μειονεξίας, επαναλαμβάνω ότι περιγράφουν κάποιες εξαιρετικές περιπτώσεις, κάποια ενδεχόμενα· και πάλι όμως με τρόπο στρεβλό: αν πρέπει να καταγράψω τη γνώμη μου, κάποιες ολοκληρωμένες κι αυτοπραγματωμένες γυναίκες μπορεί να γίνουν υπέροχες μητέρες, άλλες γυναίκες μπορεί να ωριμάσουν μέσω της μητρότητας — ή και όχι. Και πάει λέγοντας.

Για την ίδια τη γονική αγάπη τελικά δεν έχω να πω τίποτα εκτός από το ότι δεν είναι δεδομένη και ότι δεν πρέπει να θεωρείται σταθερά στη συζήτηση περί οικογένειας.

Η οικογένεια ως φυτώριο, ως πρότυπο και ως καβάτζα σχέσεων.

Ακόμα και όταν δεν θεωρούμε την οικογένεια χτισμένη πάνω στη σταθερά ή στην επιδίωξη της γονικής αγάπης, αντανάκλασης της αγάπης του θεού-πατέρα ή της μητέρας-θεάς κτλ., υπάρχουνε λόγοι που εντός μας ανακηρύσσουμε ιερή την οικογένεια:

Η δεμένη οικογένεια παρέχει εγγυημένη υποστήριξη στα μέλη της και, κυρίως, εγγυημένους συναισθηματικούς δεσμούς. Αυτοί ακριβώς οι συναισθηματικοί δεσμοί μεταφράζονται συνήθως εκ του προχείρου σε «αγάπη»: αν κάτι αποτελεί «αγάπη», τότε είναι κάτι που μοιάζει με τους συναισθηματικούς δεσμούς που αναπτύσσονται μέσα στην οικογένεια. Έτσι μαθαίνουμε να θεωρούμε την οικογένεια και φυτώριο της αγάπης αλλά και θησαυροφυλάκιο όπου φυλάσσονται τα χρυσά μέτρα και τα επακριβώς ζυγισμένα σταθμά της αγάπης: τα κριτήρια και οι ιδανικές εκδοχές της αγάπης.

Οι εγγυημένοι συναισθηματικοί δεσμοί είναι παροχή της «δεμένης οικογένειας» που εξυπακούεται σε κάποιους πολιτισμούς πιο έντονα απ’ ό,τι σε άλλους: στον μεσογειακό κόσμο λόγου χάρη. Σου λεν ότι ξεκινάς με μπόνους μερικούς ανθρώπους να αγαπάς και να σε αγαπάνε: γονείς, αδέρφια, παιδιά· εφοδιάζεσαι με σόι να αγαπάς και να σε αγαπάει, σόι έκτασης και σύνθεσης που ποικίλλει ανά κουλτούρα και κοινωνία. Η οικογένεια δεν είναι λοιπόν μόνο το εκκολαπτήριο της αγάπης και το μέτρο της: είναι και μια καλή καβάτζα αγάπης. Η συνέπεια του να έχεις αυτό το εφόδιο είναι και η νοοτροπία κατά την οποία δεν χρειάζεται να κάνεις φίλους, δεν χρειάζεται να αφοσιωθείς σε εραστές κι ερωμένες, δεν χρειάζεται πολλή εμβάθυνση και δόσιμο με ξένους: έχεις τους δικούς σου ανθρώπους προεγκατεστημένους.

Βεβαίως, η καβάτζα συναισθηματικών δεσμών παραχωρείται με ανταλλάγματα, π.χ. «οι Ινδές μάνες είναι σαν Μεσογειακές μάνες που, ως γνωστόν, είναι σαν Εβραίες μάνες. Ίδιες όμως, ντιπ για ντιπ: μίρλα, οικοδόμηση ενοχής με διπλές παγιδεύσεις, passive aggression. Μέχρι και στο πότε θα παντρευτείς παιδάκι μου;«.

Η δεμένη οικογένεια ισχυρίζεται επίμονα πως έχει να σου προσφέρει σχέσεις υψηλής ποιότητας, εγγυημένες, που δεν εξαρτώνται από τόπους διαμονής και γειτονίες, συναδέρφους, σεξουαλικές σχέσεις και φιλίες που πιάνονται και μετά αλησμονιούνται κτλ. Η δεμένη οικογένεια, αν έχεις την ταπεινότητα να είσαι λίγο λιγότερο ο εαυτός σου και να υπακούς, πρόθυμα θα σου χαρίσει σχέσεις υψηλής ποιότητας και ισόβιας διάρκειας.

Και πού είναι το κακό;

Με δυο λόγια, όταν αντιμετωπίζουμε την οικογένεια με τον παραπάνω τρόπο, εξοικειωνόμαστε με ψυχαναγκαστικές, ανταλλακτικές, κυριαρχικές, εκβιαστικές ή και κακοποιητικές σχέσεις μόνο και μόνο γιατί αναπτύσσονται και λειτουργούνε μέσα στην οικογένεια. Αν καταπιέζουμε ή καταπιεζόμαστε, αν υλοποιούμε σε διαπροσωπικό επίπεδο κοινωνικές συμβάσεις και ετεροκαθορισμούς, κανένα πρόβλημα και μια χαρά αφού βρισκόμαστε μέσα στην οικογένεια.

Στη χειρότερη περίπτωση εκπαιδευόμαστε στο να αναγνωριζούμε κάθε λογής μανιπουλάρισμα, καταπίεση κι υστεροβουλίες ως σχέσεις αγάπης. Στην καλύτερη περίπτωση εξοικειωνόμαστε με την ιεραρχική καταπίεση (που πολλές φορές οδηγεί τη συμπεριφορά των γονέων) ή με τον εκβιασμό και τον μη οριοθετημένο ετσιθελισμό (όπως πολλές φορές συμπεριφέρονται τα παιδιά) και καταντούμε να τις θεωρούμε αποδεκτές, ενίοτε γνήσια αγαπητικές, συμπεριφορές.

Συνεπώς η οικογένεια νομιμοποιείται ως φυτώριο, μέτρο και καβάτζα (ή παρακαταθήκη αν προτιμάτε) αγαπης και παράλληλα οικειοποιείται τη μητρική αγάπη, την πατρική στοργή και την αφοσίωση των τέκνων — ακόμα και όταν αυτά απουσιάζουν εκ των πραγμάτων. Έτσι λοιπόν θεμελιώνει η οικογένεια την αυθεντία της: στην επίκληση της αγάπης, και μάλιστα της αγάπης στην ευγενέστερη μορφή της, στην αγάπη που αφορμάται (αλλά με καμμία παναγία δεν περιορίζεται σε αυτή) από τη βιολογική ανάγκη να φροντίσεις τον άλλο: το παιδί ή τον γονιό.

Η φροντίδα είναι κομβική έννοια: η φορτική φροντίδα μέσα στην οικογένεια καθίσταται διαπίστευση αγάπης. Και η φροντίδα είναι αμφίδρομη, πάει και από τους γονείς προς τα τέκνα αλλά και από τα τέκνα προς τους γονείς. Βεβαίως η φροντίδα καθεαυτή δεν είναι πρόβλημα: τουναντίον, λίγες ανθρώπινες εκδήλώσεις είναι τόσο απαράμιλλα ευγενείς όσο η φροντίδα και η μέριμνα για τα γονικά σου ή για τα παιδιά σου. Όμως, όπως κάθε ευγενές μέταλλο, στο τέλος η φροντίδα αποκτά ανταλλακτική αξία: η απαίτησή της εξαργυρώνει «αγάπη», η προσφορά της εξαγοράζει φροντίδα προς την αντίθετη κατεύθυνση — και ούτω καθεξής, με συνέπειες που πολλοί από εμάς ζούμε.

Περιττεύει να επισημάνω πόσο πληγώνει και τραυματίζει και αλλοιώνει το να κατανοείς κάθε λογής σχέσεις και συναλλαγές ως αγάπη. Γι’ αυτό και από την τριάδα της τυραννίας η οικογένεια είναι ο ισχυρότερος εξουσιαστικός μηχανισμός, ο πιο βαθύς — γιατί τη σημαία του (που τη λεν αγάπη) την κρατάει μια μάνα στο όνομα του πατρός. Μάνα έχουν και οι άθρησκοι και οι απάτριδες. Κι έτσι, την πατρίδα την πολεμάς, την απομυθοποιείς, τη χλευάζεις, την αποκηρύσσεις, την ξεφορτώνεσαι (τάχα) με εξορία ή (τέλος πάντων) πολεμάς να την αλλάξεις — κάτι. Τη θρησκεία, πάλι, τη διαγράφεις, την αποσυναρμολογείς, τη μεταμορφώνεις ή την υποτάσσεις. Αλλά την οικογένεια μπορεί να σου την ξεριζώσει μόνο με τανάλια κανας ψυχαναλυτής. Και μάλιστα, παίρνει καιρό το ξερίζωμα, και χρειάζεται αντοχή στον πόνο, καθώς η τανάλια κουνιέται πέρα δωθε με βία.

Άρα;

Άρα είναι αναγκαίο να απομαγευτεί η οικογένεια ως θεσμός, ως χώρος de facto αγάπης και μάλιστα ιδανικής αγάπης.

Ενόσω αγωνιζόμαστε για ισότητα στον γάμο, παράλληλα ερχόμαστε σταδιακά σε επίγνωση — όσο μας το επιτρέπει η ατροφία των ανθρωπιστικών σπουδών — ότι δεν πρόκειται για ιερό και ισόβιο δεσμό με υπερβατικά χαρακτηριστικά. Αντίστοιχα, ενώ οι οικογενειακοί δεσμοί, έστω και ως προς το θεμελιώδες βιολογικό και γενετικό σκέλος τους, είναι ακατάλυτοι, ωστόσο ούτε αυτοί είναι ιεροί ή a priori αγαπητικοί, ούτε αυτοί είναι υπερβατικά δοσμένοι και αναλλοίωτοι. Άλλωστε τίποτε στα ανθρώπινα πράγματα δεν είναι υπερβατικό και αναλλοίωτο πολλώ μάλλον όταν γίνεται εκκολαπτήριο και χώρος εξουσιαστικών σχέσεων, πολλώ μάλλον όταν το πώς λειτουργεί τραυματίζει ανθρώπους διά βίου — όπως πολλές φορές συμβαίνει μέσα στην οικογένεια. Και από εκεί ακριβώς θα ξεκινήσουμε να συζητάμε τα προβλήματά της.

Η εικονογράφηση από πόστερ ανώνυμου καλλιτέχνη στην Καλλιρρόης.

Afsluitdijk

Ούτε τη θάλασσα αγαπώ, ούτε το καλοκαίρι. Ονειρεύομαι πότε παγωμένες πόλεις, πότε πορείες υπό βροχή σε πόλεις που δεν σε έχω πάει, ενώ κοιτάζεις κάτω στα λιθόστρωτα και χαμογελάς.

Κι όταν έρχεται γαλήνη εντός μου θυμάμαι τις άχαρες παραλίες της Βόρειας Θάλασσας. Αμμουδιές αχανείς που στη Μεσόγειο θα έλαμπαν ολόλαγνες και περιλάλητες, αλλά εκεί απλώς αποτελούν ερημιές και συνεκδοχή χερσότοπων. Μια θάλασσα άγρια κι ανυπότακτη και πολλές φορές πασαλειμμένη λάσπες που της χύνουνε ποτάμια μεγάλα, θάλασσα αφιλόξενη κι ανακατεμένη στο χρώμα βρώμικου νερού από ακουαρέλες την οποία διασχίζουν τιτάνια κύματα που από αέρος μοιάζουνε με στόλος αποβατικός. Από πάνω τους μια θάλασσα από σύννεφα, όλο αδιανόητους κυματισμούς αλλά σχεδόν πάντοτε παπλωματώδης, συνήθως πιο ευπροσήγορη από την αλμυρή έκταση που σκεπάζει. Εδώ η παλέττα θα γίνει γαλάζια μόνο κατά παραχώρηση, σαν χατήρι. Και τότε όλα γίνονται γιορτή για λίγο.

Σκέφτομαι εσένα εκεί. Εσένα. Δεν κοιτάζεις τον ορίζοντα: ο ορίζοντας είναι όριο, ο ορίζοντας είναι ο θάνατος: πέρα από το δικό μας τέλος, η ουτοπία των άλλων που έρχεται μετά τη δική μας ζωή, παρά τον δικό μας πόνο, χάρη και στις δικές μας πράξεις· στον ορίζοντα βρίσκονται όσοι μας θυμούνται μα δεν μας πολυκαταλαβαίνουν. Εγώ λοιπόν σκέφτομαι εσένα, όχι το μέλλον. Στέκεσαι στην άμμο κοντά στη θάλασσα, αυτή τη Βόρεια άχαρη Θάλασσα που σταδιακά αρχίζει εκεί όπου απολήγει η πολύ βρεγμένη άμμος, οι θίνες που δεν επιτρέπουν να πλημμυρίσει ο επίπεδος κόσμος πίσω τους. Στέκεσαι εκεί εσύ, όχι στον ορίζοντα, όχι πάνω στα αποβατικά κύματα αλλά εκεί στην ακροθαλασσιά. Ίσως είσαι ξυπόλητη, δεν έχει πολλη σημασία μια τέτοια νότα λυρισμού όταν εσύ στέκεσαι κάτω από τη θάλασσα των νεφών και απέναντι από τη θάλασσα του Βορρά.

Σκέφτομαι ότι με κοιτάζεις γιατί τόσα χρόνια τι άλλο θέλω και τι άλλο φοβάμαι, παρά ότι με κοιτάζεις. Με απασχολεί να υπάρχω στον ίδιο κόσμο μ’ εσένα. Με απασχολεί να στέκομαι απέναντι από αυτή τη θάλασσα που δεν είναι ούτε ήμερη ούτε καν μεσογειακή μετωνυμία της ελευθερίας ή του έρωτα, παρά απρόβλεπτη κι αφιλόξενη, μια αχανής υδάτινη στέππα για γοργόνες και για μουγκά ψάρια που τη διασχίζουν αδιάφορα αλλά και ήμερα. Σκέφτομαι ότι μπορεί να μην κοιτάζεις εμένα παρά τη θάλασσα, αυτό που στην πραγματικότητα δεσπόζει: κανείς δεν είναι τόσο μεγάλος όσο του λεν ότι είναι, κανείς δεν είναι πιο μεγάλος από τη θάλασσα.

Και καμμιά θάλασσα δεν είναι ανίκητη. Όχι παντού, τουλάχιστον. Κρατάει κλειστές αβύσσους και υποθαλάσσια βουνά, λεκάνες και ρήγματα αλλά να, εδώ πιο πέρα, ένα μεγάλο φράγμα ξέκοψε μια μεγάλη εσωτερική θάλασσα και σιγά σιγά τα ποτάμια την γλύκαναν ώσπου τη μετέτρεψαν σε λίμνη. Ijsselmeer. Αντί για ορίζοντα έχει ένα φράγμα, αυτό είναι το όριό της, αυτό τη χωρίζει από τη θάλασσα· κι όσο υπάρχουν άνθρωποι θα είναι λίμνη.

Σε βλέπω να στέκεσαι κάτω από τα σύννεφα, σε ένα όνειρο που είδα δεκαεννιά χρονών, σε βλέπω εσένα που τότε σε είπα Ντίνα χωρίς να σε ξέρω, χωρίς να ξέρω ότι θα σε γνωρίσω. Ξέρω ότι δεν είσαι εκεί και ξέρω οτι ο ορίζοντας είναι μακριά. Ξέρω πια όμως ότι δεν χρειάζεται να τρέχει κανείς μέχρι τον ορίζοντα. Και ξέρω ότι η θάλασσα μπορεί να γίνει λίμνη, ότι τα σύννεφα του Βορρά μάς σκέπουν αν το θέλουμε. Και ξέρω ότι δεν είσαι μακριά.

Ο πίνακας είναι του Alex Colville.

Οδύσσεια

Όταν ήμουν έξι-εφτά χρονών το μόνο που ήθελα να κάνω ήτανε να διαβάζω, να βλέπω τηλεόραση (γι’ αυτό κι αποβλακώθηκα) και να πηγαίνω κάθε απόγευμα στο Κέντρο Νεότητας για να παίζω Οδύσσεια. Η Οδύσσεια ήταν ένα επιτραπέζιο παιχνίδι, καταπληκτικό ήταν, που παρακολουθούσε το ταξίδι του Οδυσσέα στη Μεσόγειο: οι Κίκονες στη Μαρώνεια, οι Λωτοφάγοι στη Λιβύη, η Κίρκη στην Έλβα, οι Λαιστρυγόνες μεταξύ Κορσικής και Γένουας. Η Καλυψώ στην άλλη άκρη, στο Γιβραλτάρ — εκεί από όπου κατάγεται η Μόλλυ Μπλουμ, η Πηνελόπη του Τζόυς.

*

Σκεφτόμουν την Οδύσσεια: θα ταξιδέψουμε, θα περιπλανηθούμε, θα έχουμε και Κίρκες και Καλυψώ, θα εναλλασσόμαστε στους ρόλους του Οδυσσέα και της Πηνελόπης, ή μάλλον θα είμαστε και οι δύο Οδυσσείς. Δεν θα είναι το ταξίδι του Νόστου ούτε νεκρός ούτε χαμένος χρόνος — πώς θα μπορούσε άλλωστε, αφού καταφέραμε να συναντηθούμε πριν χωριστούμε. Και λέω πως θα ανταμώσουμε και θα αναγνωριστούμε και το έπος θα τελειώσει εκεί όπου λένε κάποιοι φιλόλογοι ότι θα έπρεπε να τελειώνει η Οδύσσεια: στη ραψωδία ψ, πάνω στο χτιστό κρεβάτι.

*

Η Οδύσσεια είναι ένας κόσμος διαφορετικός από της Ιλιάδας. Όλη η Οδύσσεια προχωρεί με γυναίκες και από γυναίκες: η Ελένη στην Τηλεμάχεια, η Αθηνά (με τις μεταμορφώσεις της) παντού, και βέβαια: Κίρκη, Καλυψώ, Λευκοθέα, Ναυσικάα, Πηνελόπη.

*

Αναρωτιόμουν γιατί ο Οδυσσέας κάθησε εφτά ολόκληρα χρόνια στην Ωγυγία. Μας έλεγαν λοιπόν ότι δεν τον άφηνε να φύγει η Καλυψώ. Αυτό προκύπτει και ενδοκειμενικά: πάει ο Ερμής και της λέει «έλα, άσε τον άνθρωπο να φύγει». Κι αυτή πείθεται αμέσως, αφού το θέλουν οι Ολύμπιοι πού να μπλέξει, αφού όμως πρώτα τους τα χώσει ως εξής:

σχέτλιοί ἐστε, θεοί, ζηλήμονες ἔξοχον ἄλλων,
οἵ τε θεαῖς ἀγάασθε παρ᾽ ἀνδράσιν εὐνάζεσθαι
ἀμφαδίην, ἤν τίς τε φίλον ποιήσετ᾽ ἀκοίτην.

Και μετά βεβαίως ως θεά τον βοηθάει πολιτισμένα να φτιάξει τη σχεδία του και να αποπλεύσει, αφού της πει ο Οδυσσέας ότι είναι θεά και δεν συγκρίνεται με την Πηνελόπη και αφού

ἐλθόντες δ᾽ ἄρα τώ γε μυχῷ σπείους γλαφυροῖο
τερπέσθην φιλότητι, παρ᾽ ἀλλήλοισι μένοντες.

Όμως, αν το σκεφτεί κανείς, εφτά χρόνια. Και πότε, σε ποια φάση ακριβώς, άρχισε να κλαίει και να οδύρεται και να αποζητά νόστομον ήμαρ; Λίγο πριν ενδιαφερθούν οι θεοί; Μήνες πριν; Χρόνια πριν;

*

Άραγε, ακόμα μια άνοιξη μετά, εσύ έκανες όσα έκανες σ’ εμένα και με ξαναέκανες χωρίς να χρειαστεί να με ξεκάνεις πρώτα, ή εγώ τα πρόσφερα στον εαυτό μου με αφορμή εσένα; Η απάντηση έχει δοθεί αμετάκλητα. Εσύ με έπλασες και με απελευθέρωσες.

*

Είμαι σημαντική γιατι με έκανες και εσύ σημαντική
και αυτό που είμαι·
είσαι σημαντικός γιατί σε έκανα και εγώ σημαντικό.

*

Δεν την ξέρω την απάντηση. Πρέπει όμως να φανταστούμε τον Οδυσσέα ευτυχισμένο στην Ωγυγία. Και πόσο ανθρώπινος ο αποχωρισμός με τη θεά. Κάτι θέλει να πει ο ποιητής, κάτι που ο πολιτισμός μας δεν έχει μελετήσει αρκούντως την ανθρώπινη φύση για να το καταλάβει. Εφτά χρόνια.

*

Όταν είμαι κοντά σου και σε κοιτάζω γύρω πέφτει βαθειά ησυχία, νηνεμία.

*

Λέω καμμιά φορά ότι είμαι το ξενιτεμένο αγόρι σου, σαν κάτι ζευγάρια παλιακά που ζούσαν χωριστά για χρόνια, ο ένας στην Αστραλία κι η άλλη πέρα στ’ άστρα.

*

Το έπος της Οδύσσειας, έπος χωρίς μάχες, μεταφυσικό Αρτζούνα κι υπερφυσικούς τοξότες ή πεισματάρηδες πολεμιστές, ξεκινάει με την Καλυψώ. Αλλά στην υπόθεση, λόγω του in medias res, προηγείται η Κίρκη. Η Κίρκη είναι το προηγούμενο, κι ας έπεται στην αφήγηση.

Παρεξηγημένη η Κίρκη. Το ξέρω γιατί έχω γνωρισει πολλές Κίρκες, μένουνε σε ρετιρέ για να είναι κοντά στον πατέρα τους τον Ήλιο, στην Αιαία, που ο Όμηρος πρόφερε αϊαΐα.

Και η Κίρκη θεά, δεινὴ θεὸς αὐδήεσσα. Όλες οι ελεύθερες γυναίκες στον Όμηρο είναι θεές. Οι γυναίκες που μιλάνε, κι αυτές θεές με εξαίρεση τη Ναυσικάα και την Αρήτη στους Φαίακες, αλλά εκεί στη Σχερία είναι ελευθεριακοί κάπως. Οι υπόλοιπες αργαλειό κι εργόχειρο, σκλαβιά και μαλλιοτράβηγμα. Όπως και σήμερα, δηλαδή.

*

Όταν σηκώνομαι από πλάι σου
και μυρίζω όπως εσύ
και μυρίζω σαν εσένα
σκέφτομαι πως η ζωή δεν είναι μόνο
αβελτηρία
φόροι
ιατρικές εξετάσεις
τζάμπα θάνατοι παιδιών σε ξένες χώρες,
σκέφτομαι πως η ζωή καλή είναι.

*

Μαζί με την Κίρκη έμεινε ο Οδυσσέας έναν χρόνο. Μετά τις αρχικές παρεξηγήσεις, τα βρήκανε λαγνικώς: πήγε να τον κάνει γουρούνι (τα γουρούνια είναι μετωνυμία της τρυφυλής μακαριότητας, όχι ιουδαϊκό μίασμα), αυτός τής τσαμπουκαλεύτηκε αφού είχει πιει μώλυ (…)· να μην τα πολυλογούμε, σημασία έχει ότι τελικά τα βρήκανε. Γιατί εδώ ο Όμηρος μάς μιλάει για την αρχική αδεξιότητα που ταλαιπωρεί όσους σμίγουνε για πρώτη (και δεύτερη και τρίτη) φορά. Τα έχουνε πει αυτά οι σοφοί: μετά τους 3-4 μήνες καταλαβαίνεις πώς και τι στις ερωτοπραξίες κι ό,τι τις συνοδεύει. Αν είσαι τυχερός. Γι’ αυτό λοιπόν κι ο Οδυσσέας το τραινάρισε λίγο, άλλωστε ο επόμενος προορισμός ήταν ο Άδης, που πάντ’ άγρυπνος μάς στέκεται τριγύρου κτλ.

Νομίζω ότι δεν ήτανε τόσο επιφανειακή η σχέση τους όσο θέλει να μας πείσει ο μονοθεϊσμός μας στις σχέσεις. Επίσης μού φαίνεται πως χώρισαν σαν φίλοι. Και από εκεί έφυγε γιατί πεθύμησε το σπίτι του ο Οδυσσέας. Στην Κίρκη κουβέντα για την Πηνελόπη.

*

Για την Πηνελόπη δεν θα πούμε τίποτα. Τα είπε ο Τζόυς, ο μισότυφλος Ιρλανδός. Σε ποιαν απευθύνεται όμως ο ποιητής, στη θεά Καλυψώ, στη μάγισσα Κίρκη ή στη σύντροφο Πηνελόπη, όταν της λέει 

Αγάπη σαν την δική σου δεν θα ξαναϋπάρξει και δεν υπάρχει απολύτως κανένας λόγος να ξαναϋπάρξει, ούτε και η δυνατότητα να ξαναϋπάρξει.

Από την ενηλικίωση στο σεξ (μετ’ επιστροφής)

Θα πω πώς νιώθω εγώ την ενηλικίωση, άλλωστε είναι μια κατάσταση στην οποία κατέληξα πριν περίπου 3-4 χρόνια. Ήταν καλό από μια άποψη που άργησα τόσο να ενηλικιωθώ γιατί μου έδωσε χρόνο να σπουδάσω, να διαβάσω, να δουλέψω. Τώρα πια, ως ενήλικος, το μόνο που θέλω είναι ενατένιση, απολαύσεις και να ακούω μουσική. Βεβαίως συνεχίζω και θα συνεχίσω να δουλεύω, εκεί μέχρι τα 70-φεύγα, ζωή να ‘χουμε και καλά να ‘μαστε.

Η ενηλικίωση συνεπάγεται ότι δεν βλέπεις πια την πολυπλοκότητα των ανθρώπινων σχέσεων ως τραγωδία. Θυμάστε με τι μας έβαζαν να κλαίμε όταν ήμασταν έφηβοι; Με κάτι διαπιστώσεις του τύπου «άλλον αγαπάς κι άλλος σε αγαπάει», με κάτι «άλλον θες, άλλος σε θέλει, άλλον αγαπάς κι άλλος σ’ αγαπάει» κτλ. Θυμάστε πως αυτά και τα παρόμοια εκλαμβάνονταν ως λίγο-πολύ η ίδια η τραγικότητα της ανθρώπινης κατάστασης;

Η ενηλικίωση μάς υπενθυμίζει επανειλημμένα κι επίμονα ότι δεν υπάρχει ένας άνθρωπος στη ζωή μας και ότι κάτι τέτοιο δεν χρειάζεται κιόλας. Οι ενήλικοι μαθαίνουμε, από την καλή και από την ανάποδη, ότι είναι και εφικτό αλλά και ευκταίο να μην υπάρχει ένας και μοναδικός άνθρωπος στη ζωή μας από τα 16 μέχρι τα 86· επίσης αναγνωρίζουμε ότι αν όντως υπάρχει ένας και μοναδικός άνθρωπος στη ζωή μας μπορεί να είναι από καταστροφή έως πανέμορφο. Η ενηλικίωση μάς προειδοποιεί ότι η αναζήτηση του ενός ή της μίας για σύναψη αποκλειστικής μονοθεϊστικής σχέσης είναι μια μάλλον χολλυγουντιανά χονδροειδής αποστολή, τόσο καταδικασμένη ή και ασυνάρτητη όσο να ψάχνεις το Άγιο Δισκοπότηρο. Η ενηλικίωση, ιδίως αν συνοδεύεται με συμβίωση, μας διδάσκει ότι δεν μπορεί να είναι τα πάντα ο άλλος, και μάνα κι αδερφή κι αγάπη μαζί· το μάθημα αυτό συνοδεύεται από τη συνειδητοποίηση πως αυτό δεν είναι ούτε αστοχία ούτε μιζέρια της ύπαρξης παρά ακριβώς η συνθήκη που εμπλουτίζει και μεταρσιώνει τον βίο μας.

Η ενηλικίωση μάς πλάθει σιγά σιγά πιο επιεικείς απέναντι στον εαυτό μας και απέναντι στους άλλους. Αυτό μερικοί το αντιλαμβάνονται ως συμβιβασμό αλλά μάλλον περί μεγαλοψυχίας  πρόκειται· η επιείκεια αυτή ίσως να αποτελεί αρχή σοφίας.

Η ενηλικίωση μεταμορφώνει και τη στάση μας απέναντι σε απολαύσεις και χαρές, ιδίως απέναντι στις πιο καίριες. Σταδιακά ερχόμαστε σε επίγνωση μιας πολύ απλής πραγματικότητας: το σεξ δεν είναι σύμβολο (έρωτα, αγάπης, αλήθειας, θέωσης ή δεν ξέρω τι άλλου ιδανικού)· το σεξ δεν είναι ούτε συμβόλαιο κι αν είναι διαρκεί τυπικά μέχρι τον οργασμό (κατά προτίμηση και των δύο, τριών κ.ο.κ. συμβαλλομένων). Το σεξ δεν μας δένει, οι συμβάσεις μάς δένουν, ενδεχομένως και τα μάγια: στην καλύτερη περίπτωση το σεξ από μόνο του μπορεί να γίνει αφορμή να επιστρέφουμε σε κάποιον. Ταυτόχρονα, με την ενηλικίωση μαθαίνουμε πως το σεξ δεν είναι διαδικασία, δεν είναι red bull: ανοίγεις το κουτί, βάζεις την οπή στο στόμα, πίνεις, το ρεύεσαι, πετάς το κουτί, σου δίνει φτερά, μετά από μια ωρίτσα πάει το ξέχασες — δεν πάει έτσι. Κι αυτό το ξέρουν σίγουρα οι ενήλικοι.

Μετά την ενηλικίωση αφήνουμε κατά μέρος σύνθημα και άποψη για να πάμε παραπέρα. Δεν αρκείσαι πια στη διαφωνία, δεν σε εκτονώνει το κράξιμο κι η διαμαρτυρία, ούτε καν η συστηματική αναίρεση της πλάνης δεν σε ικανοποιεί. Επειδή πια περιτριγυρίζεσαι από ανθρώπους που διάλεξες εσύ, επειδή σιγά σιγά προπονείσαι για κηδείες πηγαίνοντας σε κηδείες, επειδή βλέπεις ότι ο κόσμος δεν αποτελείται από σκιές πλατωνικών στερεών μα από από τον χαοτικό χορό της πραγματικής πραγματικότητας, γι’ αυτό αναγκάζεσαι να πας παραπέρα: στο ποιος επηρεάζεται από την όποια πλάνη.

Για παράδειγμα, και για να γίνω επικαιρικός, πόσους θα τσακίσει η ενοχή και ο ετεροκαθορισμός και η στερητική δυστυχία από τις δειλές κι ασυνάρτητες πολιτικές του Υπουργείου σχετικά με την εβδομάδα έμφυλων ταυτοτήτων ή από τους αφρούς μίσους, εις τόπον ονειρώξεως, του Πειραιώς Σεραφείμ; Πόσοι άνθρωποι αποστερούνται τα παιδιά τους και τα ταίρια τους τώρα, πόσοι θα πεινάσουν και θα πεθάνουνε στο μέλλον για να εφαρμοστεί η πολιτική φιλοσοφία του Bannon μέσω του ανερμάτιστου 45ου προέδρου των ΗΠΑ; Η πολιτική φιλοσοφία του Fortress Europe, η σταλινική παραφθορά του μαρξισμού και οι κίβδηλες εκδοχές του κλασσικού φιλελευθερισμού, η εγκληματική διαχείριση του Προσφυγικού δεν αποτελούν μόνο ζητήματα γνώμης και στίβους επιχειρηματολογίας. Για τον ενήλικο, ο οποίος ξέρει ότι κάθε ιδέα επηρεάζει ζωές και ότι κάθε πολιτική επηρεάζει κοινότητες και ομάδες, όλα αυτά έχουνε πολύ μα πάρα πολύ πραγματικές διαστάσεις, όλα αυτά μεταφράζονται σε ανθρώπινη δυστυχία κι ανθρώπινες απώλειες.

Ας πούμε ότι ως άπλαστοι νέοι είμαστε κεφάλι και μουνί, κεφάλι και καυλί: παθιασμένα ζώα του πιο ατόφιου και συνήθως αδιαπραγμάτευτου δυισμού. Όσο προχωράει η ενηλικίωση, τόσο συνδέονται τα πάνω με τα κάτω με νήματα πυκνά, διακλαδιζόμενα και πολύπλοκα, όσο ενηλικιωνόμαστε τόσο γινόμαστε ένα ζωντανό δίχτυ που ξέρει περισσότερα και νιώθει βαθύτερα από ιδέες και καύλα.