Τα έχουνε πει όλα οι παλιοί

Το απαγορευμένο βίντεο των Βαβυλώνα, από youtube και μέσω Servitoros, σε ένα ακόμα επικού μήκους μέγκαθρεντ στο μπαζ.

Advertisements

Καμαρώτε, την κουκούλα

Σε μια χώρα (ας μην πω ‘νοικοκυραίων’, για να μην εξάψω τίποτα επιστήμονες και μου προσάψουν ανοησία) όπου οι περισσότεροι σκούζουμε ζήτω και μπράβο και ολέ μόνον αφού φανεί ο νικητής ή όπου γαβγίζουμε εκ του ασφαλούς (ναι, και εσύ· ναι, και εγώ), πρέπει να τιμούμε όσους έστω και μια φορά στη ζωή τους, έστω και για λίγο, ύψωσαν τη φωνή τους. Μιλάω για τον κοινωνιολόγο Παρσάνογλου που μπουζουριάστηκε γιατί διαμαρτυρήθηκε. Μιλάω και για τον Παπαχρήστο, που δεν είχε να αντιμετωπίσει τον νέωπα με την κατάπληξη φρεσκοκερατωμένου υπουργό και τα κρανοφόρα φτωχόπαιδα που σκέφτονται σαν χρυσαυγιτάκια, καβαλάνε παπάκια και φοβούνται να αποκαλύψουν τα προσωπάκια τους, σαν κοινοί κουκουλοφόροι. Είχε να αντιμετωπίσει τη Χούντα.

Παρόλ’ αυτά, με εξόργισε η λογική του «ποιον πάτε να συλλάβετε, ρε». Για μένα αυτή η λογική καθρεφτίζει με διαύγεια την παθολογία της ελληνικής αριστεράς, η οποία αυτοϊδεάζεται ως ελίτ των ευφυών και τέλειων, των καθαρών και υπεράνω. Ο πολιός (μη αναγνωρίσιμος) σ. αγωνιστής είναι αξιότερος περισσότερου σεβασμού από το τσογλάνι που τρώει την μπατσοκατραπακιά; από τον νεαρό που τον προσβάλλει στον ενικό ο κάθε μερκούρης; από τον πούστη που τσουβαλιάζεται χυδαία γιατί προσπαθεί να ψωνιστεί στο πάρκο; από τη γοτθού που την κοιτάει ο φρουρός στα βυζιά καθώς χαρχαλεύει την τσάντα της; Εάν ναι, τότε μια χαρά είναι το κράτος και μην παραπονιέστε: απλώς κάνει διακρίσεις εις βάρος όσων συμπαθείτε.

Με άλλα λόγια: εάν η ΕΛΑΣ ασχημονεί εις βάρος του φρικιού, του μετανάστη, του φοιτητή, της (αλβανής, ξέρετε από αυτές τις άσχημες ντε) πουτάνας αλλά σεβαστεί τη σκιά του Ελεφάντη, το σκήνωμα του Πέτρουλα και τον ζώντα Παπαχρήστο, είναι πιο εντάξει;

Και ας το πάω πολύ πιο μακριά. Φανταστείτε ότι το ΠΑΣΟΚ αντιλαμβάνεται ότι πλέον η κρίσιμη εκλογική μάζα που θα το επανεκλέξει μετά το επόμενο εθνικό θέμα και τις πρόωρες εκλογές δεν είναι οι νοικοκυραίοι, όσοι μασουλάνε προμήθειες και χτίζουν μαιζονέτες ή όσοι περιμένουν να τους σβηστούν τα χρέη των κατά συρροήν καταναλωτικών τους. Φανταστείτε ότι το ΠΑΣΟΚ συμπεραίνει ότι η κρίσιμη εκλογική μάζα που θα το επανεκλέξει είναι πλέον αριστεροί μεσοαστοί, αντεξουσιαστές που κάνουνε διακοπές στην Ικαρία και κάτι επί πληρωμή σκεπτόμενοι κτλ. Και ότι αποφασίζει να βάλει την ΕΛΑΣ να αλλάξει τον αδόξαστο ανάποδα σε όσους αυτή η εκλογική μάζα αντιπαθεί: τους παπάδες, την Έφη Σαρρή, τους βιομήχανους, τους μαγαζάτορες, τον Άδωνι, τους νοικοκυραίους και δεν ξέρω ποιους άλλους μισούνε δαύτοι. Θα έχουμε μια φιλολαϊκή και λεβέντισσα αστυνομία; λυπάμαι, αλλά ούτε στο ΚΚΕ δε σκέφτονται πια έτσι (καλά, αυτό το τελευταίο… τέλος πάντων).

Αν νομίζουμε ότι μια τέτοια ΕΛΑΣ θα ήταν καλύτερη από αυτήν που έχουμε (να γυρίσει ο τροχός, να γαμήσει κι ο φτωχός κτλ.), τότε έχουμε σοβαρότατο πρόβλημα στην κατανόηση του τι είναι δημοκρατία, εξίσου σοβαρό με όσων πιστεύουν ότι ο Αστυνομικός είναι Ταμπού, Ον Ιερό και Απαραβίαστο επειδή εκπροσωπεί τον Νόμο (και δεν πρέπει σε καμμία περίπτωση να αγγίζεται ή να αντικρίζεται κατάματα ή να αποκαλύπτει τα στοιχεία του σε πολίτη). Αυτό ακόμα και ένας καλλιεπής ανόητος σαν κι εμένα το καταλαβαίνει.

Θα το πω για πολλοστή φορά: το πρόβλημα δεν είναι ποιους διαλέγει να καταστείλει η αστυνομία, το πρόβλημα είναι ότι κυρίως καταστέλλει και δεν προστατεύει. Είναι ότι η καταστολή και όχι η καταπολέμηση του εγκλήματος αποτελούν την αποστολή της, κάτι που είναι εγγεγραμμένο μέσα στην ιδεολογία που το Σώμα προσπαθεί σχεδόν συστηματικά να περάσει στα όργανά του. Να το πω κι αλλιώς; Κάτι μου λέει ότι αν η ΕΛΑΣ ήταν πιο αποτελεσματική στην καταπολέμηση του εγκλήματος (κοινού, οργανωμένου αλλά και της διαφθοράς), θα εμπιστευόμασταν λίγο παραπάνω το κρανοφόρο παιδάριο που έρχεται να μου τσαμπουκαλευτεί με το πρόσχημα της εξακρίβωσης. Όπως ομως έχουνε τα πράματα τώρα, προσωπικά εγώ εμπιστεύομαι περισσότερο κάποιους κουκουλοφόρους και, από μπάτσους, μόνο τον Μάνθο, τον Ρούλη και τον Γιάννη.

Ημιτελές ποστάκι του Sraosha με τίτλο ‘βαριέμαι’

Τον τελευταίο καιρό βαριέμαι. Δε βαριέμαι γενικά, όπως λέμε «βαριέμαι τη ζωή μου». Όχι, ίσα-ίσα, χώρια που έμαθα μετά από τόσα χρόνια να περιμένω, να περιμένω γενικώς, κάτι στο οποίο ήμουν πάντα χάλιας. Βαριέμαι όμως να βλέπω ταινίες και να διαβάζω.

Με τις ταινίες δεν είχα ποτέ την παθιασμένη και παράφορη σχέση πολλών. Ωστόσο πάντοτε έβλεπα ταινίες μέχρι το τέλος. Ε, όχι πια: εγκαταλείπω μία στις πέντε ταινίες, ιδίως στο ντιβιντί. Χτες άφησα στη μέση τις ‘Πληγές του Φθινοπώρου’. Πριν μια βδομάδα το ‘Franklyn’ (‘Παράλληλοι Κόσμοι’). Πιο πριν κάτι άλλο, που δε θυμάμαι. Και πιο πριν κάτι, επίσης. Υπομονή μου μπαϊλντί, που έλεγε κι ο Χάρυ Κλυν. Τα ίδια και με βιβλία. Για χρόνια είχα να παινεύομαι ότι είχα αφήσει μόνο δύο βιβλία μισοτελειωμένα στη ζωή μου: τους Λογοδοσμένους του Μαντσόνι και τον Ηλίθιο του Ντοστογέφσκι (αν και τον Ηλίθιο θέλω τώρα να τον ξαναρχίσω). Ε, η κατάσταση πλέον είναι αγνώριστη: εγκαταλείπω δεκάδες βιβλία. Το τελευταίο που πάει για εγκατάλειψη είναι το Τυπωθήτω δύο ατάλαντων Ιταλών που ζήλωσαν το τρόπαιο του Έκο και του συγγραφέα του Q (το οποίο καταβρόχθισα κατόπιν συστάσεων από τον Rakasha). Το αγόρασα στο αεροδρόμιο τον Αύγουστο και μετά από 176 επίπονες σελίδες (το 1/4 του βιβλίου) πάει για την υπόγα, αφού μάλιστα άρχισα πια τον Frankenstein (ο οποίος, δυστυχώς, ακόμα μου μιλάει για τα παιδικά του χρόνια στα λημέρια της Χάιντι).

Βαριέμαι λοιπόν, η υπομονή μου εξαντλείται ταχύτατα. Δεν έχω κουράγιο να παρακολουθήσω κάτι αν μου φαίνεται ετοιματζίδικο ή κακοστημένο. Δεν είναι καλό αυτό αλλά δν ξέρω, κουράστηκα.

Στη ζωή μου καθε μία, καθε μία γνωριμία

κατά το ‘Ιδού ο άνθρωπος’ του Λασκαράτου, που διάβαζα μικρός

Την ώρα που σφουγγάριζα τα αντιπαθητικά πλακάκια που καλύπτουν τα αχανή τετραγωνικά του σαλονιού μου (ακόμα και τα μικρά, όπως το δικό μου, διαμερίσματα στη Λευκωσία είναι αναίτια μεγάλα για τα δεδομένα της Αθήνας) σκεφτόμουνα κόσμο που γνώρισα πρόσφατα.

Σκεφτόμουν τη δεκαοχτάχρονη από τη σχεδόν ανώνυμη κωμόπολη που μου δήλωσε όλο πίκα, χολή και σιγουριά ότι αυτός θα χάσει, ενώ μου παραπονιόταν για τον καθηγητή που δεν της έδωσε τη δέουσα σημασία στο πρώτο έτος της σχολής της. Από πού αντλεί τόση αυτοπεποίθηση αυτό το μικρό; Σίγουρα δεν είναι η αγωγή που πήρε: ξέρω πολλούς ανθρώπους που οι γονείς τους τους μεγάλωσαν θετικά, καταφατικά, υποστηρικτικά — ή πώς τα λένε αυτά (δε σκαμπάζω από Παιδαγωγική): δεν είναι απαραιτήτως έτσι.

Θυμήθηκα την ιστορικό που γνώρισα σε ένα πάρτυ (ναι, Πετεφρή, στα πάρτυ συμβαίνουν όλα, πού να συμβούν: στα μπουζούκια; ή στο φέισμπουκ;). Θέλω να ελπίζω ότι είναι καλοπροαίρετη: έτσι την πατάω με τους ανθρώπους, ξεκινάω καλή τη πίστει πάντα και με την παραδοχή ότι είναι καλοπροαίρετοι. Μέσα σε είκοσι λεπτά πάντως με είχε ρωτήσει γιατί δεν παχαίνω καθόλου ενώ τρώω σα ζώον, και μάλιστα γλυκά, γιατί δεν πήρα τη γυναίκα μου μαζί μου (λες και είναι iPhone η συμβία και δε χώραγε στην κωλότσεπη του τζην), πόσα σκοπεύω να πιω, γιατί δε λέω σε έναν φίλο δικό της να το βουλώσει, αφού έλεγε ανοησίες (δεν έλεγε ο άνθρωπος, τέλος πάντων). Και να φανταστείτε ότι η συζήτηση ξεκίνησε από αυτά που γράφει στην εφημερίδα: της είπα πόσο σημαντικό ήταν ένα άρθρο της που διάβασα. Η απάντησή της ήταν να με ρωτήσει αμέσως πόσο με πληρώνει εμένα η εφημερίδα στην οποία γράφω εγώ.

Ο γιατρός είναι ένας πολύ ευγενικός και συμπαθής πενηντάρης. Είναι όμως διαολεμένα ξεροκέφαλος. Τον ελεύθερο χρόνο του μελετάει ένα θέμα άσχετο με την ιατρική του και σκοπεύει κάποτε να γράψει ένα εκλαϊκευτικό βιβλίο γι’ αυτό. Είναι, όπως είπα, ευγενικός, καλλιεργημένος και γαλαντόμος. Είναι από τους ανθρώπους με τους οποίους μπορείς να βγεις για τσίπουρο (αποφεύγω το ούζο όσο μπορώ) ή για ρακή, στην περίπτωσή του, και να είσαι ήσυχος ότι δεν υπάρχει ενδεχόμενο να εξελιχθεί η τσιπουροκατάνυξη σε καβγά για τα πολιτικά, τη θρησκεία, την οικονομία, την νεοελληνική ιστορία ή τα δικαιώματα των μειονοτήτων ή ξέρω γω για τι τσακώνεται ο κόσμος μετά από πέντ’-έξι πενηνταράκια (αντίθετα, π.χ., μ’ εμένα). Έχει όμως ένα θεματάκι, που λέμε: είναι ανελέητα ξεροκέφαλος. Αυτό σε συνδυασμό με το ότι έχει πειστεί ότι η ινδοευρωπαϊκή γλώσσα και τα φοινικικά γράμματα είναι γερμανική συνωμοσία για να στραβώσουν τα παιδιά μας, ορίζει τα θέματα για τα οποία δεν πρέπει να συζητάς μαζί του. Να ήτανε και των ελληνοφρόνων, κομμάτια να γινότανε: κατά όλα τα άλλα, είναι ένας νορμάλ μορφωμένος άνθρωπος. Απλώς έχει ένα κουμπί. Άλλοι έχουνε τις ζαρτιέρες, άλλοι το Άγιον Όρος, άλλοι τις σιλικόνες, άλλοι το «ουίσκι με το περδίκι», άλλοι τις BMW κι άλλοι την Πανάθα. Ε, αυτός έχει τον αντιφοινικισμό και τον αντινδοευρωπαϊσμό. Τι να κάνουμε: ανθρώπινα, που λέει κι ο Κουκουζέλης ο Μέγας.

Τον ΜΠ τον ξέρω χρόνια αλλά μου τον θύμισε η συμβία χτες στο κρεβάτι (όχι, βεβαίως, δεν είναι αυτό που νομίσατε: σιγά μη σας τα έγραφα αυτά). Ο ΜΠ, ο άνθρωπος παντός καιρού, ο πολυπράγμων μέσα-σ’-όλα, ο άνθρωπος-ελιγμός, ο απόλυτος πρωταθληταράς στο σκληρό και αλλοτριωτικό άθλημα του να ζεις ολόκληρη τη ζωή σου ως δημόσιες σχέσεις. Περιφρονεί το 98% του παγκόσμιου πληθυσμού αλλά το υπόλοιπο 2% είτε το γλείφει, είτε προσπαθεί να το εξευμενίσει, είτε του κάνει βελονισμό με κουζινομάχαιρα στη ράχη, είτε το αποφεύγει για λόγους υγείας (ω,ναι: μέχρι και οι δημόσιες σχέσεις έχουνε όρια). Πάντα μέσα σε όλα, πάντα δίπλα σε όλους: παπάδες, πολιτικούς, πονεμένες καρδιές, μουσικούς, σοφούς, ποιητές, αθλητές, εργάτες, αγρότες και — φυσικά — φοιτητές. Θυμήθηκα λεπτομέρειες γι’ αυτόν πίνοντας το ποτό μου: ούτε φτάρνισμα δεν του έφευγε χωρίς αντίκρυσμα, χωρίς τακτικό βάρος, χωρίς να υπάρχει περίπτωση κάπου να τον ωφελήσει στο μέλλον («καλέ θυμάστε που φταρνίστηκα; ήτανε γιατί πούντιασα φτυαρίζοντας το χιόνι έξω από το γκαράζ σας… Ε, δεν είμαι τέτοιος, αλλά φχαριστώ για την προαγωγή» — κάπως έτσι). Το να πεις για τον ΜΠ ότι είναι πουλημένος κι άλλα τέτοια είναι φαιδρό κι αφελές: οι δημόσιες σχέσεις είναι γι’ αυτόν ό,τι ο στίβος για τον Γιουσέιν Μπολτ. Θα αποκαλούσατε τον Μπολτ πουλημένο;