Εγκυκλοπαίδεια της Σεξουαλικής Ζωής

Για λόγους που ξεκίνησε να μου εξηγεί πάρα πολύ πρόσφατα, ο πατέρας μου ήταν αποφασισμένος να γίνει σωστά η διαπαιδαγώγηση των παιδιών του. Αυτό περιλάμβανε και τη σεξουαλική τους διαπαιδαγώγηση. Αγόρασε λοιπόν μαζί με την εγκυκλοπαίδεια του Ντίσνεϋ, σε είκοσι λεπτούς λευκούς τόμους, την Εγκυκλοπαίδεια της Σεξουαλικής Ζωής, από τον ίδιο εκδότη. Έναν χρόνο αφού μας είχε πάρει τη Δομή (που εξακολουθώ να θεωρώ καταπληκτική εγκυκλοπαίδεια και πολύ στρωτά γραμμένη).

Η Εγκυκλοπαίδεια (όχι η Δομή, ή του Ντίσνεϋ, η άλλη) ήταν εφτάτομη νομίζω. Ξεκίναγε με έναν πολύ λεπτό τόμο για μικρά παιδιά, κάθε τόμος κάλυπτε 2-3 χρόνια, ενώ ο τελευταίος λεγόταν «Ενήλικες» και ήταν ο πιο χοντρός. Τοποθετήθηκε σε χαμηλό ράφι αλλά όχι φάτσα φόρα. Ήτανε μετάφραση από τον Άρη Αλεξάνδρου συλλογικού έργου στα γαλλικά, με πολύ ιδιαίτερη εικονογράφηση: από τη μια ασπρόμαυρες απλές φωτογραφίες, από την άλλη ανατομικά σχεδιαγράμματα με αλλόκοτα χρώματα. Θυμάμαι ένα σχεδιάγραμμα που αναπαριστούσε την τομή της Εισχώρησης όπου τα σώματα και τα σχετικά όργανα είχαν αποδοθεί με μωβ. Όπως έλεγαν και οι συγγραφείς, με αυτόν τον τρόπο τα σκίτσα θα πληροφορούσαν χωρίς να σοκάρουν.

Οι πρώτοι τόμοι μίλαγαν για το πώς διαφέρουν τα αγοράκια και τα κοριτσάκια και για τα βασικά της αναπαραγωγής. Εννοείται ότι δεν περίμενα να φτάσω τη σχετική ηλικία για να προαχθώ στον επόμενο τόμο, εννοείται ότι ο τόμος Ενήλικες είχε γίνει (και παραμένει) φύλλο φτερό πολύ πριν ενηλικιωθώ. Εννοείται ότι στα δέκα ήξερα (θεωρητικά, νταξ) για την ύπαρξη των σαλπίγγων και, αν και πιο θολά, της κλειτορίδας. Εννοείται ότι όποιος έψαχνε καμασούτρες και στάσεις στην Εγκυκλοπαίδεια (όπως π.χ. εγώ στα δώδεκα-δεκατρία) θα απογοητευόταν (όπως εγώ).

Θυμάμαι όμως να πηγαίνω σχολείο απογευματινός μετά από πρόσφατη ανάγνωση του τόμου Ενήλικες και σε μια γωνία της γειτονιάς, θυμάμαι τη γωνία, να σκέφτομαι πόσο αβάσταχτα όμορφο πρέπει να είναι να μπορείς να είσαι γυμνός με μια γυναίκα, σφιχτά κολλημένος πάνω της, να τη φιλάς στον λαιμό και να φιλάς τα χείλη της και να έχει ησυχία γύρω σας. Για περιπτύξεις, ερεθισμούς, εισχωρήσεις και γαμεύσεις τίποτα: μόνο να είμαι κολλημένος γυμνός πάνω σε μια γυναίκα γυμνή. Το αστείο είναι ότι σε αυτή τη φαντασία έπαιζε και μια μελωδιούλα την οποία θυμάμαι ακόμα και την οποία δεν έχω ιδέα πού άκουσα. Δική μου πάντως δεν πρέπει να είναι.

Δεν είχα λοιπόν απορία για το πώς είναι τι. Ό,τι μπορούσα να καταλάβω, το καταλάβαινα. Στις φωτογραφίες και τα σχεδιαγράμματα της Εγκυκλοπαίδειας δεν πρυτάνευε τόσο ο ακαδημαϊσμός ή ο ανατομισμός αλλά μια κάπως εστέτ προσέγγιση: δείτε πόσο όμορφο είναι το γυμνό κορμί. Το σεξ παρουσιαζόταν ως ό,τι πιο όμορφο και θεωτικό μπορεί να ζήσει άνθρωπος: η Εγκυκλοπαίδεια ήτανε γραμμένη τη δεκαετία του ’70, χαμογελάει κανείς πικρά. Θυμάμαι τσιτάτα του στυλ «Τα χέρια υπάρχουν για να μη μένει βουβή η ψυχή μας — θιβετιανή παροιμία», στάνταρ απόκρυφη, εικονογραφημένη με μια σκηνή από Μπουνιουέλ, όπου κάποιος περιβάλλει με τις χούφτες του και τα δυο στήθη μιας γυναίκας — αφήνοντάς με για χρόνια με την απορία τι αφή να έχουνε τα γυναικεία βυζιά, όταν το διαπίστωσα ιδίοις χερσί ένιωσα κατάπληξη (με την καλή έννοια). Παράλληλα, η Εγκυκλοπαίδεια (όπως και τα τσοντοπεριοδικά στο σχολείο) δεν έδινε πολλές λεπτομέρειες για τον παλινδρομικό χαρακτήρα της γαμιάς (που λέει κι ο Εμπειρίκος), κι εκεί είχα μεγάλα κενά, μια και άργησα να ασχοληθώ και με το εργόχειρο της μαλακίας.

Κι έτσι η πρώτη μου επαφή με το σεξ σαν ιδέα και σαν αναπαράσταση δεν ήταν η ανεξήγητη πείνα και ζαλάδα και τρέμουλο που σε καίει (και θα σε καίει), το γνωστό αμάχανον όρπετον, η πρώτη κρούση της καύλας, δεν ήτανε καν η απορία γιατί κατουρήθηκες πάνω σου τη νύχτα και σου άρεσε κιόλας (ήμουν προετοιμασμένος για το ότι δεν ήτανε τσίσα αυτά): χάρη στην Εγκυκλοπαίδεια, η πρώτη μου επαφή με τον πυρήνα της βούλησης για ζωή ήταν η επαγγελία ομορφιάς και χαράς, η υπόσχεση της ξαγρύπνιας — ήτανε μέσα από τη γνώση, έστω κουτσή και με μωβ κόλπους, κλειτορίδες με αερογράφο, πέη μπλε σε στύση. Και τριχωτά μοντέλα σέβεντιζ, μουστάκια οι άντρες, παλ ρώγες οι γυναίκες, που μάλλον πήρανε τον ρόλο γιατί έμοιαζαν με μέσοι άνθρωποι στα μάτια των πανεπιστημιακών συγγραφέων της Εγκυκλοπαίδειας. Αλλά τι να κάνουμε, από κάπου πρέπει να ξεκινήσει κανείς.

Κι όλα αυτά δε σημαίνουνε πολλά: από μια ηλικία και μετά, ας πούμε από τα 19 με 25 και μετά στον κόσμο που μας μεγάλωσε νταντεύοντάς μας, παίρνουμε στα χέρια μας ό,τι υλικό είμαστε, με ό,τι αυτό περιέχει (μπόλικα σκατά, συν τοις άλλοις), όπως το έπλασε το περιβάλλον μας (δίνοντας έμφαση στα σκατά συνήθως), και το αναλαμβάνουμε και το ζούμε με βάση τις αποφάσεις μας, την κρίση μας, τη γαμημένη την ελευθερία που έλεγε κι ο Καμύ (Καμύ ή Καμύς ρε παιδιά; συμφωνήστε οι γαλλόφωνοι και πείτε). Και με βάση τον πυρήνα της βούλησης για ζωή.

Advertisements

Κηληθμός

Βλέπω αυτό το βίντεο ξανά και ξανά εδώ και δυο βδομάδες. Το ξέρω το τραγούδι, φυσικά. Μεγάλωσα ακούγοντάς το ξανά και ξανά στα ραδιόφωνα αλλά και στις τηλεοράσεις, σε εκδοχές με βασιλείς και βασιλόπαιδες αλλά και άνευ, σε διαφημίσεις, σε παιδικά πάρτυ από βινύλια με ξεχασμένες επιτυχίες, σε διασκευή με τα Ζουζούνια του Κουρή. Έχει πάρει το μάτι μου τους γονείς μου να κάνουν τις σχετικές χορευτικές κινήσεις, υπαινικτικά και σχεδόν συνωμοτικά. Για χρόνια υπέθετα ότι το Jeronimo Yanka ήτανε για τη γενιά τους ό,τι είναι το Rasputin και το Ma’ Baker των Boney M για τη δικιά μου: ένα ποπ χαλί και τίποτε άλλο (μόνο που αυτά τα δύο των Boney M είναι καλύτερα, γιατί έχουνε διπλές εισαγωγές — εντάξει, πλάκα κάνω). Πάντως η Γιάνκα στην εποχή της πρέπει να ήτανε κάτι σαν αυτοπαρώδηση του συγκροτήματος, κάτι σαν τα Παπάκια αργότερα, το Πουλάκι Τσίου και — ενδιάμεσα — ολόκληρο το oeuvre των Army of Lovers.

Και μετά βρίσκω αυτό το βίντεο. Βλέπω πραγματικό κόσμο να χτυπιέται πραγματικά στη ζωντανή εκτέλεση της Γιάνκας. Οι αντιδράσεις του, αν κοιτάξω προσεκτικά, είναι κάτι μεταξύ αυτών που πάθαιναν όσοι πήγαιναν σε Έλβις, σε Μπητλς αλλά και σε Σεξ Πίστολς. Μετά οι τσιρίδες και τα ουρλιαχτά έγιναν σήμα κατατεθέν κάτι παιδοειδώλων. Αν κοιτάξω πιο ψύχραιμα, θα δω ότι το κοινό των Forminx που ακούει (το γράφω και γελάω) τη Γιάνκα, διονυσιάζεται. Με την καλή και καθαρή έννοια: μεταρσιώνεται μέσω της μανίας. Φεύγει. Όπως έφευγα εγώ τον σύντομο καιρό της «τέκνο», που ξεκίνησε με Prodigy και τελείωσε με τους Faithless.

Δεν περιφρονώ το τραγουδάκι, απλώς αναρωτιέμαι πώς γίνεται να χτυπιέσαι μαζί του. Αυτό και μόνο. Αναρωτιέμαι πόσο ισχνό μπορεί να είναι το υπόθεμα της έκστασης. Αφήστε κατά μέρος τα ερωτικά, στα ερωτικά μπλέκονται άνθρωποι με τα ζωντανά κορμιά τους και τις φωνες τους τελικά και αυτό αλλάζει τα πάντα. Ας μιλήσουμε για τον διονυσιασμό και την έκσταση.

Αλλά για τον διονυσιασμό και την έκσταση δε μιλάς, τα νιώθεις. Σε καταλαμβάνουν και σε σείουν σα μαράκα. Έστω και με αφορμή τον Βαγγέλη να λαλάει τα πλήκτρα και με τον ντράμερ να κάνει φωνή καρτούν, φωνή από Mad. Η έκσταση δε χρειάζεται αιτιολόγηση και υπόβαθρο — μια αφορμή ψάχνει.

Εγώ και το Υπερεγώ μου

Έχω ένα ισχυρό Υπερεγώ ταχείας επέμβασης. Είμαι εν μέρει ένα ισχυρό Υπερεγώ ταχείας επέμβασης. Είναι οπλισμένο και ευέλικτο, συνήθως καταφθάνει πρώτο στον τόπο της ταραχής ή των ταραχών και διακριτικά αλλά αξιόπιστα μαζεύει την αταξία. Είναι το όνειρο κάθε κατασταλτικού μηχανισμού: γρήγορο κι αποτελεσματικό, με σκληρό κέλυφος, πυρίμαχο (εκτός πια κι αν καίγεται ο τόπος).

Δεν έχει πια την υποστήριξη κανενός καθεστωτικού διανοούμενου, πουλημένου γραφιά, στοχαστή της πλάκας να νομιμοποιεί τη δράση του, να δικαιώνει την ακαμψία του με βάση πλειονότητες που θέλουν να ζήσουν ήσυχα, ήρεμα, ατάραχα. Αυτοί εξέλιπαν πριν περίπου δύο δεκαετίες, αποσύρθηκαν ήσυχα ελπίζοντας ότι θα ξεχαστεί η δράση και ο λόγος τους που υποδαύλιζαν και εξηγούσαν ως αναγκαία την τυραννία.

Το Υπερεγώ συνεχίζει όμως. Όχι ακάθεκτο πια, πάρα πολύ αποδυναμωμένο και εν πολλοίς απαξιωμένο αλλά πάντοτε σε φόρμα. Πολλές φορές αναλαμβάνει πρωτοβουλίες δικές του, όπως κάθε κατασταλτικός μηχανισμός που σέβεται τον εαυτό του, αυτονομείται και προκαλεί χάος — γιατί χάος και οχλοκρατία όσο η ατσάλινη καταστολή κανένας άλλος δεν ξέρει να οργανώνει. Μετά την παράλυση που προκαλεί, μαζεύεται: διαλαλεί ότι έσωσε τον τόπο από την αναρχία — έχοντας σπείρει στην πραγματικότητα την αγκύλωση και έχοντας εξαπλώσει την ερημιά.

Ούτε θεαματικές κρούσεις εναντίον του, ούτε σπασμωδική ανοργάνωτη βία, ούτε βεβαίως ήρεμος διάλογος πιάνουν. Το Υπερεγώ δεν καταλαβαίνει από διάλογο, γιατί υποκρίνεται ότι εκπροσωπεί τη λογική. Μπορεί να μην έχει πια ιδέες να το στηρίζουν αλλά έχει τα όπλα: παραλυτικά αέρια, γκλομπ που πονάνε χωρίς να αφήνουνε πάντα σημάδια, τέιζερ, χειροπέδες πλαστικές, δαιμονικές λεγεώνες, τον ίδιο τον Φόβο.

Το Υπερεγώ ούτε πείθεται ούτε πειθαναγκάζεται, ξέρει να περιμένει καρτερικά τις άγριες εξεγέρσεις και ορμάει να τις καταστείλει την κατάλληλη στιγμή: στην αρχή τους ή μόλις αποκτήσουν αυτοπεποίθηση. Το Υπερεγώ καταβάλλεται μόνο με διαρκή επανάσταση, οργανωμένη με τις δικές της αρχές, με τη δική της μέθοδο.

Φωτογραφία: Marco Ciofalo

Εν τούτω νίκα

Όπως φαίνεται στη φωτογραφία, το Γιορκ (η Παλιά Υόρκη, δηλαδή) τίμησε αρκούντως τον Μονοκράτορα Αύγουστο, που τον γιορτάζουμε μουσάτο και παρέα με τη μανούλα του, αφού γυναίκα και παιδί τα έσφαξε στο πίτσι φυτίλι και η δυναστεία που άφησε ήταν κάτι παραζαλισμένοι μελητές που δεν ήξεραν τι να κάνουνε στο γιαπί στας εξοχάς του Βοσπόρου. Ο τύπος υπέγραψε το διάταγμα ανεξιθρησκείας, δεν έκανε τον Χριστιανισμό επίσημη θρησκεία. Ούτε ήτανε τόσο θρήσκος όσο του καταλογίζουν, ίσα ίσα. Αυτό ότι προέδρευσε στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο, μάλλον ράδιο αρβύλα. Είναι σαν να πήγαινε ο Ομπάμα να προεδρεύσει σε σύνοδο Μορμόνων.

Σκεφτόμουν ότι το Πιστεύω, προϊόν της Α’ Οικουμενικής Συνόδου, είναι μάλλον προϊόν κάποιας επιτροπής που το υπέβαλε στη Σύνοδο για έγκριση κι υπερψήφιση. Θα μαζεύτηκαν εκεί καμμιά εικοσαριά αρχαίοι δεσποτάδες (λένε κι ο ΑγιοΣπυρίδωνας, μεγάλη η χάρη του, που την Ένωση της έδρας του με το Βάσανο εορτάζουμε σήμερα επίσης) και θα ψάξανε κάμποσο τη διατύπωση. Αν σκεφτείτε λίγο τη διατύπωση του Πιστεύω, είναι κομματάκι σα διακήρυξη κομματική, σαν πολιτικό μανιφέστο, σαν ανακοινωθέν ωραίου μεγάλου αυταρχικού ολοκληρωτικού Κάπα Κάπα που θα διευκρινίσει ξεκάθαρα μια και καλή τι δεν είναι αίρεση: τον μονογενήγεννηθέντα, ου ποιηθέντακατά τας Γραφάς. Από μια επιτροπή στη Νίκαια, σε μια Ολομέλεια, μετά στον κόσμο: 17 αιώνες.

Έτσι μιλάει το Άγιο Πνεύμα: σε σοφίτες, μέσω επιτροπών, μέσω κεντρικών επιτροπών, σε καφενεία στη Βιέννη, σε κονκλάβια μέσα σε παρεκκλήσια, σε Συνόδους που τις έχουν ετοιμάσει επιτροπές. Εκ των υστέρων θα πουν ότι όλα έγιναν με την επίνευση του Μονοκράτορα, του Αγίου Πατρός, του Πατέρα, του Πατερούλη. Οι επιτροπές διασφαλίζουν ότι οι Σύνοδοι και οι Ολομέλειες θα διαφυλάξουν τη συνέχεια, την ορθοδοξία, τη γνησιότητα: semper eadem, fluctuat nec mergitur, ένα είναι το Κόμμα.

Μεγάλο πράγμα η συνέχεια. Ο βασιλιάς των Ελλήνων που πήρε τη Σαλονίκη είχε ως τίτλο  Κωνσταντίνος ΙΒ’. Ποιος ήταν ο ΙΑ’; Μα ο Δραγάσης, ο Παλαιολόγος, ο ουνίτης: ο πρώτος Νεοέλληνας ίσως. Ποιος ήταν ο Α’; Μα αυτός ο Ιλλυριός στρατιωτικός που ξεκίνησε από το Εβοράκο της Βρετανίας και κατέληξε να χτίζει την Πόλη. Που τα ελληνικά θα τα ήξερε κουτσά στραβά.

Κι αν ξεκινάγαμε από την αρχή; Κι αν ξεχνάγαμε τον ένα Μεγάλο, και τις Επιτροπές που ρύθμισαν και διατύπωσαν την Αλήθεια, και τα ονόματα των άλλων, κάποιων ξένων, που κουβαλάμε; Κι αν αρχίζαμε πάλι από την αρχή; Πάλι θα φτιάχναμε τις προλήψεις που μας αξίζουν, τα ταμπού που χρειαζόμαστε για να παραμυθιαζόμαστε και να μη λέμε συνέχεια «θάνατος», «φόβος» και «ανασφάλεια»; Πάλι θα βρίσκαμε τρόπους να μη χαιρόμαστε, να μην είμαστε ελεύθεροι, να μη ζούμε; Πάλι;

Η κόκκινη καραμέλα της αγάπης

«Είναι ωραίο τα καλά πράγματα να κρατάνε για πάντα», διαπιστώνει η διαφήμιση, αφού μας έχει δείξει από πολύ κοντά τα πρόσωπα ενός ερωτευμένου ζευγαριού καθώς ασπάζονται το ένα το άλλο διαχρονικά από την εφηβεία μέχρι τα γεράματα, σε μια συνοπτική ερωτοτροπία. Η κάμερα παραμένει προσηλωμένη στα πρόσωπα ενώ το φόντο, σε φλου, αλλάζει: βορειοευρωπαϊκός κήπος, κλαμπ, φοιτητικό δωμάτιο, οικογενειακό σπίτι με σιλουέτα παιδιού στο βάθος — σπίτι από το οποίο δεν ξεφεύγουμε μέχρι το τέλος της σύντομης περιστροφής της ματιάς μας γύρω από τα δύο πρόσωπα.

Ο τρόπος που παριστάνεται το ζευγάρι λέει «έρωτας»: υπάρχει το απότομο τέντωμα αλλά και η ένταση της επιθυμίας. Λέει και «διάρκεια παρά τις αντιξοότητες»: περνούν και κάποιες σκυθρωπές σκιές από τα πρόσωπα. Λέει, τελικά, «αγάπη»: η κινηματογράφηση την υπονοεί σαφέστατα. Αυτή η αγάπη είναι ο όρος σύγκρισης για πρόγραμμα κινητής τηλεφωνίας.

Η χυδαιότητα του να χρησιμοποιείς τη σχέση δύο ανθρώπων, σχέση που έχει διάρκεια και εξυπακούει ‘αγάπη’, για να πεις «να, έτσι είναι και το πρόγραμμα που προσφέρουμε» είναι προφανής και θα αποτελούσε αφορμή έντονης δυσφορίας, αν δεν είχαμε πια συνηθίσει πολλά και τρισχειρότερα. Δε θέλω να σταθώ σε αυτό όμως, παρά στο πώς γίνεται η αγάπη ως καραμέλα να χρησιμοποιείται για να διαφημιστούν προγράμματα κινητής τηλεφωνίας. Γιατί να είναι πρόσφορο να πουλήσεις ένα προϊόν χρησιμοποιώντας μια μακροχρόνια σχέση ενός ζευγαριού, ταυτίζοντάς την μάλιστα με την αγάπη;

Η αγάπη στην επίμαχη διαφήμιση είναι μια μεταφορά για τη διάρκεια του συμβολαίου. Η ταύτιση ερωτικού πάθους, μακροχρόνιας συμβίωσης και αγάπης παρουσιάζεται ως πηγαία, αυτονόητη και αβίαστη, ως κάτι νορμάλ. Τέλος, σχολιάζεται ως «καλό πράγμα» — και ποιος θα διαφωνούσε;

Από πού προέρχεται αυτή η ταύτιση πάθους, συζυγίας και αγάπης; Μάλλον δεν πρόκειται για εμπειρική παρατηρήση που προκύπτει αν κοιτάξει κανείς τα ζευγάρια γύρω του. Άρα μάλλον πρόκειται για κάποιο ιδανικό. Η μονογαμικότητα, έτσι κι αλλιώς, είναι πανάρχαιο αίτημα, που παραδοσιακά προοριζόταν να διαφυλάξει τη γνησιότητα των τέκνων και να ρυθμίσει ζητήματα κληρονομιάς. Την παραδοσιακή μονογαμικότητα όμως δεν την έτρεφε το ερωτικό πάθος, ούτε η παραδοσιακή μονογαμική σχέση εκπήγαζε από την αγάπη. Στον αντίποδα αυτής της πιο πρακτικής και πραγματιστικής (πεζής, ίσως, και σίγουρα πατριαρχικής) αντίληψης της μονογαμίας, βρίσκεται η εποχή μας: η διάρκεια στη σχέση έχει πλέον στηθεί ως ένα ηθικό είδωλο στο οποίο έρωτας, συντροφικότητα, κοινός βίος και αγάπη ταυτίζονται αδιαιρέτως ως ομοούσια.

Νομίζω πως αυτή η ταύτιση του έρωτα με τη συζυγία και με την αγάπη προέκυψε από τη συνάντηση του Χόλυγουντ, που τη θεωρεί δεδομένη και την προβάλλει ως τη μία και μοναδική λύση σε κάθε πρόβλημα ανθρώπινων σχέσεων, και της σεμνής, ας πούμε νεορθόδοξης, ερωτικής χειραφέτησης που χρονολογείται από τη δεκαετία του ’80.

Πιο αναλυτικά: στην Ελλάδα μετά τον χουντικό γύψο ακολουθήθηκε βεβαίως η πoρνογραφική οδός αντίδρασης: η απελευθέρωση των επιθυμιών θα επερχόταν, δια της σοσιαλδημοκρατικής μεθόδου, με σεξουαλική διαπαιδαγώγηση πρώτα στα τσοντοσινεμά και αργότερα μέσω βίντεο.

Σχεδόν παράλληλα διατυπώθηκε και έγινε δημοφιλής η (ας την πούμε) νεορθόδοξη μέθοδος. Ακούγονταν φωνές ότι και οι πατέρες μας (οι μητέρες δεν αγγίζονται τόσο εύκολα) μίλησαν για τον έρωτα, ότι και στων Ελλήνων τις κοινότητες ερωτευόταν ο κόσμος, ότι τα δημοτικά τραγούδια μιλάγανε για εκτός γάμου σχέσεις αλλά και για πάθη έκνομα. Δε χρειαζόμαστε λοιπόν τη βιομηχανική πορνογραφία της Δύσης: έχουμε την παραδοσιακή μας τέχνη και οικοτεχνία. Τέλος, γραπτά εκκλησιαστικών πατέρων όπως ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος, ο Μάξιμος ο Ομολογητής και άλλοι επιστρατεύτηκαν επιμελώς για να στηρίξουν την καθ’ ημάς ερωτική μεταρρύθμιση. Η όλη προσπάθεια συνοψίστηκε σε ένα εκτός συμφραζομένων πρόσταγμα του ιερού Αυγουστίνου: «αγάπα και κάνε ό,τι θες». Δεν ήτανε και λίγο κάτι τέτοιο για τη βαθιά θρησκόληπτη νεοελληνική κοινωνία: ο Θεός μάς λέει να «κάνουμε έρωτα» και να γίνουμε, ενδεχομένως, παραβατικοί στο όνομα του έρωτα. Δηλαδή της αγάπης.

Κι έτσι, η ερωτική χειραφέτηση συσχετίστηκε, ή μάλλον μπερδεύτηκε γλυκά, με την αγάπη. Η αγάπη, από κάτι που περιέγραφε δεσμούς γονικούς και φιλικούς και βαθιάς συζυγικής αφοσίωσης, σύντομα βρέθηκε παντού: στις ανοικονόμητες τρέντυ εκφράσεις, στις εξιδανικευμένες αφηγήσεις γελοίων ερώτων που έμαθαν τον Έλληνα να διαβάζει πεζογραφία, στην περιγραφή οποιουδήποτε δεσμού μεταξύ ανθρώπων. Και η αγάπη έγινε καραμέλα, και μάλιστα κατακόκκινη: το ερωτικό πάθος έπαψε να είναι σκέτο πάθος, με το ζόρι κατέστη και πειστήριο ή ένδειξη αγάπης. Η ερωτική προσκόλληση, η εμμονή του πάθους και οι άγριοι έρωτες έγιναν αγάπες ιερές και καθαγιασμένες — ή έπρεπε να οδηγούν προς τα εκεί, τουλάχιστον. Όσοι προσπαθούσαν να διαχωρίσουν πόθο από έρωτα, από αγάπη και από γάμο, στιγματίστηκαν στα μάτια της νέας κανονικότητας ως κυνικοί, ως άνθρωποι με ψυχολογικά προβλήματα ή έρμαια των παθών τους, ως τσούλες και καψούρηδες.

Από εκεί μέχρι το ιδανικό της μονογαμικής σχέσης, όλο ερωτική ευωχία και οργασμική τρυφή, που είναι και παθιασμένη και ισόβια, που δημιουργεί οικογένειες και αγοράζει σπίτια, που ουδέποτε πίπτει και που πηγάζει από αληθινή αγάπη — είναι ένα τσιγάρο δρόμος, από τα τσιγάρα που γίνονται μετά τη συνεύρεση και ανάκραση ψυχών.

Αυτό το στιλπνό ιδανικό του «για πάντα» είναι λοιπόν στην περίπτωσή μας παιδί του Χόλυγουντ και του «αγάπα και κάνε ό,τι θες»: ένα παιδί θαύμα που διαφημίζει κόκκινα (όπως η μόδα προστάζει) συμβόλαια τηλεφωνίας, και αυτά «για πάντα», όπως η ευτελισμένη αγάπη.

Για τη στήλη ‘Blogs in print’ της Ελευθεροτυπίας της 18.V.2013

Αργυραμοιβός ή πόρνη;

Doisneau regard oblique

Ο Χρυσόπουλος στον ‘Φακό στο Στόμα’ εξηγεί τη διαφορά μεταξύ του να είσαι διαβάτης στην πόλη και του να είσαι περιπατητής στην ύπαιθρο, και μάλιστα το απόσπασμα είναι παράθεμα από παλιότερο βιβλίο του (το οποίο θα αντιγράψω όταν βρω υπομονή και χρόνο). Οι λεπτομέρειες μετράνε στην πόλη, αλλά όχι μόνο στην περιδιάβασή τους ως τοπίων, κατά τη διάρκεια της flânerie, αλλά και όταν ακούς ιστορίες μέσα από την πόλη.

Σε ένα αυτοκίνητο που προσπερνάει πινακίδες ‘αγοράζω χρυσό’ τη μία πίσω από την άλλη, ακούω ότι οι δουλειές δεν πάνε καλά, ότι εξαπάτησαν τον κόσμο και του αγόρασαν για ένα κομμάτι ψωμί ό,τι χρυσό και κόσμημα είχε ήδη από την αρχή της μνημονιακής εποχής. «Αυτό είναι ατιμία», είπα. Αναρωτήθηκα μέσα μου ποιος θα διαπομπεύσει και θα διασύρει αυτούς τους νόμιμους μαυραγορίτες.

Μέσα σε ένα μεζεδοπωλείο που παίζει Joy Division και Cure και τέτοια, ακούω την παιδική μου φίλη, το καμάρι της παρέας από το Γυμνάσιο, καθηγήτρια πανεπιστημίου στη Φινλανδία, να μου περιγράφει την ανελέητη κι ατέρμονη θλίψη της ζωής στο Ελσίνκι. Να χαίρεται σαν παιδί που τρώει ντάκο και μαραθόπιτα. Να μου λέει πόσο αμαθείς φοιτητές και ανίκανους να διαβάσουν άρθρο πέντε σελίδων βγάζει το φινλανδικό εκπαιδευτικό σύστημα, πέντε μεταπτυχιακούς φοιτητές επιλεγμένους από 68 υποψήφιους.

Από τον ουρανό πέφτουν μπλε ελικοπτεράκια μέσα στο σκοτάδι. Πιο κάτω, στη Βύρωνος, θα συναντηθούν πολλοί επιτάφιοι. Δεν ακολουθώ κανέναν, δεν έχει σημασία αν πιστεύω ή τι πιστεύω αλλά ότι δεν αισθάνομαι πια ότι το όποιο τελετουργικό θα μας πάει οπουδήποτε, στον Θεό ή και σε πιο κοντινούς και αναγκαίους προορισμούς, είτε προσωπικούς είτε συλλογικούς. Κάθομαι μακριά από το τελετουργικό, πάνω σε μια πέτρα δίπλα στο Φανάρι του Διογένη. Τα πόδια μου πατάνε το οδόστρωμα της αρχαίας οδού Τριπόδων, η χάραξη της οποίας είναι 3000 ετών. Κάτι παιδιά κυνηγιούνται μπροστά μου.

Η Μεγάλη Βδομάδα είναι, παραδόξως, γεμάτη αναμνήσεις ερωτοπραξιών. Όπως και ο Μάης έχει τις ερωτικές επετείους του — αλλά αυτό είναι πιο αναμενόμενο.

Το Σάββατο του Λαζάρου ο μεσόκοπος Ζωρζ Πιλαλί τραγουδάει την ‘O.D (Ωδή στη ψωλή του Μηλιώνη’, ένα βαθιά πανκ τραγούδι με καταβολές στα αποκριάτικα που διέσωσε η Δόμνα Σαμίου και με καθόλου μέλλον σαν είδος, κατά τα φαινόμενα.

Η εποχή απαιτεί παρρησία. Περάσαμε δεκαετίες μέσα στις ευπρέπειες, μέσα στα μισόλογα και στους κομψευόμενους ευφημισμούς. Χαριστήκαμε στα αποσιωπητικά, στις περιφράσεις και στους ποιητισμούς. Πιστέψαμε στην αναγκαιότητα να μην ταράζει ο λόγος, να μην αποκαλύπτεται ο χαρακτήρας, να μη διαφαίνονται τα πάθη. Ακόμα περισσότερο, να μην οξύνονται τα πάθη: ερωτικά, αισθητικά, πολιτικά. Ο έρωτας έπρεπε να παριστάνεται ως σχηματική παντομίμα, σχεδόν καμπούκι, χωρίς φωτιές, χωρίς φαρμάκια και κυρίως χωρίς υγρά: να εξιστορείται και να περιγράφεται ελεγχόμενα ελευθερόστομος, κοσμοπολιτάνικα περιγραφικός και να τείνει προς το ιλουστρασιόν ιδεώδες. Η αισθητική έπρεπε να διατυπώνεται με όρους κονσένσους και ψύχραιμης ουδετεροφιλίας. Το ίδιο και η πολιτική, αλλά αυτά είναι γνωστά.

Όμως η εποχή απαιτεί παρρησία και κυριολεξία (εκεί όπου χρειάζεται κυριολεξία). Η εποχή πρέπει να αποσκορακίσει κάτι «μαμήσι», «πώλος» και τέτοια. Να ξαναμάθει τη διαφορά ψωλής και κλινικού πέους, ιατρικών αιδοίων και μουνιών. Να κυριολεκτεί πότε κάνουμε έρωτα, πότε το κάνουμε, πότε πηδιόμαστε, παιρνόμαστε, γαμιόμαστε κτλ. Όπως κάθε φορά το απαιτούν τα συμφραζόμενα και όχι με βάση αξιολογικές κλίμακες και πλατωνικά ενοποιημένα ιδεώδη, όπου όλα συνδέονται γλυκά και όπου το σύμπαν συνωμοτεί για να καταστήσει το γαμήσι μέτρο της αγάπης κουτουλού.

Η εποχή απαιτεί παρρησία, έστω και ως υπεραναπλήρωση. Όχι καταγγελτικότητα: μπουχτίσαμε. Όχι κραυγές: μιθριδατιστήκαμε. Όχι ρητορείες και κορώνες και κουβέντες τρανές: είμαστε υποψιασμένοι και καθόλου αφελείς. Να ξαναβρούμε την κυριολεξία και να ανακαλύψουμε το επιχείρημα. Στο αισθητικό και στο πολιτικό δεν είναι όλες οι γνώμες ισοβαρείς κι ισάξιες, δεν είναι τα πάντα θέμα «οπτικής γωνίας». Δεν υπάρχουν οι «δύο απόψεις» που αλληλοαναιρούνται ή αλληλοσυμπληρώνονται ή που στο τέλος θα συντεθούν γλυκά κι ανώδυνα, σε μια παρωδία διαλεκτικής. Υπάρχει διαφωνία λόγω αρχών: δεν θα τα βρούμε ντε και καλά άμα επικοινωνήσουμε. Η επίφαση του αποστασιοποιημένου διανοητή είναι πια επικίνδυνη φρεναπάτη, το σοφιστικό-σχετικιστικό «ναι μεν αλλά» που απαξιώνει και, τάχα, εξουδετερώνει την αλλιώτικη σκέψη δεν είναι παρά τοξικές υποκρισίες.

Στο ερώτημα «αργυραμοιβός ή πόρνη;» η απάντηση είναι και πρέπει να είναι «χίλιες φορές πόρνη».