Stand up (and…?)

Joker seriously

Ξέρω ότι μάλλον αδικώ ένα ολόκληρο genre, πράγμα εξαρχής κατακριτέο, αλλά ποτέ δεν ένιωσα το  stand-up comedy.  Η ιδέα ότι στέκεται κανείς μπροστά σε ένα κοινό και λέει ανέκδοτα μού φαίνεται επιεικώς γελοία, αν και όπως μάς θυμίζει ο Μπόρχες στην Αναζήτηση του Αβερρόη, ενδεχομένως για μεγάλο μέρος της ανθρωπότητας η ιδέα ότι υποδύεσαι κάποιον αντί να απαγγέλλεις (αυτό το δρώντων και ου δι’ απαγγελίας) να είναι εξίσου γελοία.

Προς υπεράσπισή μου, να πω ότι για μένα το ανέκδοτο είναι κάτι που σκάει μέσα στην κοινωνική συναναστροφή την κατάλληλη στιγμή στις κατάλληλες συνθήκες και με τρόπο επιτηδευμένα απροσποίητο και αυτοσχεδιαστικό. Δεν μπορώ να χωνέψω ότι θα πληρώσω εισιτήριο, θα καθήσω με ένα τζιν (ή τέσσερα) και θα παρακολουθώ τύπους (συνήθως βαθύτατα unfunny και σχεδόν πάντα άντρες) να λένε ανέκδοτα επί σκηνής. Θα καθήσω δηλαδή να παρακολουθώ κάποιον όχι να κάνει τέχνη ή να μεταδίδει γνώση παρά να προσπαθεί να μας κάνει να γελάσουμε από τις 10:00 μμ μέχρι τις 11:30 μμ, με διάλειμμα. Και να μας κάνει να γελάσουμε μιλώντας ή με τίποτα γκριμάτσες ― όχι παριστάνοντας κάτι ή κάποιον. Αλλά ρε πούστη, υπάρχει τίποτα πιο προσωπικό και ιδιοσυγκρασιακό και απροσχημάτιστο από το γέλιο;

Ενδεχομένως λόγω της στημένης και μη αυθόρμητης συνθήκης που προϋποθέτει το genre του stand-up comedy (ή σόλο κωμωδίας όπως αποδίδεται ελληνιστί) η θεματική του είναι αυτή που είναι: πάρα πολύ στοχευμένη μεν, αλλά που καμώνεται πως είναι πανανθρώπινη. Ακριβώς λόγω θεματικής, η αντίδρασή μου σε θεάματα κωμωδίας συνήθως συνοψίζεται στο ότι τα βρίσκω underwhelming when not obvious: είτε παγερή πλήξη (π.χ. ατέλειωτα rant για ταξιτζήδες, ταμίες, τη ζωή στην πόλη και γκομενικά) είτε προμελετημένο και πλεοναστικό σοκ λόγω θεματικής, σαν π.χ. αμερικάνικο πορνό όπου πέντε λευκοί ελαφρώς αμφί σκίνχεντ βατεύουν πανταχόθεν με σωλήνες pringles μια μαύρη γυναίκα βρίζοντας ρατσιστικά κι ενίοτε φτύνοντας και χουφτώνοντας ο ένας τον άλλο: όλο και κάτι θα βρει να σοκαριστεί κανείς.

Αν πρέπει να σοβαρευτώ, ας πω ότι αντιλαμβάνομαι ότι η σόλο κωμωδία αποτελεί μετεξέλιξη της παράστασης του βασιλικού γελωτοποιού ή τζουτζέ: ενδεχομένως όρος της πρέπει να είναι η ασέβεια. Και βεβαίως είμαι φίλος της ασέβειας και της αμφισβήτησης μέχρι και της αποστασίας. Κι εδώ βρίσκεται το κρίσιμο ζήτημα: η θεματική της σόλο κωμωδίας.

Ίσως πλανώμαι νομίζοντας ότι στο stand-up με ενοχλεί που η θεματική είναι στοχευμένη και που ο στόχος του είναι να σοκάρει, και μάλιστα να σοκάρει έναν κόσμο που ζορίζεται να σοκαριστεί περισσότερο από όσο ζορίζεται να καυλώσει (με το μπαρδόν). Αν η σόλο κωμωδία όντως αποτελεί μετεξέλιξη της παρλάτας ενός τζουτζέ, τότε το ζήτημα βρίσκεται στο ότι δεν χλευάζει τον βασιλιά αλλά τους κολλίγους και τους ακτήμονες.

Με άλλα λόγια, αυτό που πολλές φορές εισπράττεται ως μοχθηρία του σταντάπ προέρχεται από τη στόχευσή του: προς τους φτωχούς, προς τους αγράμματους (φασίστες ή και όχι), προς τις γυναίκες (που έχουνε περίοδο, είναι τρελές και δεν μιλάνε ― όταν δεν είναι καλτάκες) κτλ. Είμαστε πρόθυμοι να ανεχτούμε τον στημένο και τεχνητό χαρακτήρα του σταντάπ («καλησπέρα, θα σας πω αστεία για να γελάσετε») αν τα αστεία μάς πούνε κάτι που δεν ξέρουμε ή κάτι που δεν θέλουμε να ξέρουμε. Αυτό δεν μας προκύπτει συνήθως, και γι’ αυτό καταντώ κι εγώ ο καημένος να μου φαίνεται underwhelming when not obvious.

Δεν είναι τυχαίο ότι το πιο ανελέητο και πιο τελέσφορο (δηλαδή λυτρωτικά γελαστικό) σταντάπ προέρχεται συνήθως από κωμικούς των κατώτερων τάξεων που ανήκουν σε μειονότητες και υποκουλτούρες και επιλέγουν να σατιρίσουν ακριβώς τις μειονότητες και τις υποκουλτούρες στις οποίες ανήκουν. Άλλοι, όπως ο  Volker Pispers ή ο Mark Thomas τη λένε κατευθείαν στον ίδιο τον βασιλιά, δηλαδή στην πολιτική εξουσία. Δεν γελάς πάντοτε, αλλά τουλάχιστον όντως ακούς κάτι που δεν ξέρεις ή κάτι που δεν θέλεις να ξέρεις.

Advertisements

Από το μέλλον

mavrolivadi
Από το αριστουργηματικό Μαύρο Λιβάδι του Βαρδή Μαρινάκη.

Καλό απόγευμα, άνθρωποι του 21ου.

Ξέρουμε ότι δεν σας θέλγει ιδιαιτέρως να σας αποκαλούμε απλά και μόνον ανθρώπους, γνωρίζουμε καλά την εποχή σας και έχουμε κατανοήσει σε ικανοποιητικό βαθμό τον πολιτισμό σας, πολιτισμό που επιβιώνει ακόμα ως ασυνάρτητα και συγκεχυμένα ψηφιακά ίχνη, ή μάλλον ένα χαοτικό κουβάρι ψηφιακών ιχνών αστρικών διαστάσεων, και ως μνημεία υλικού πολιτισμού. Το μήνυμα αυτό ταξίδεψε αντίστροφα στον χρόνο για να σας βρει, ή μάλλον θα ταξιδέψει βλέποντάς το από τη δική σας τοποθεσία στον χρόνο, όμως ο τρόπος που αυτό έγινε και θα γίνει σάς είναι οριακά κατανοητός και μόνο: τι θα καταλάβαινε ο Γαλιλαίος από τους υπολογιστές σας;

Όπως είχαν επισημάνει κάποιοι στις μέρες σας, όχι πολλοί, η εποχή σας βρίσκεται κοινωνικά στον προηγούμενο αιώνα, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις χιλιετίες πίσω· πολιτικά και κοινωνικά η εποχή σας βρίσκεται σε μια κατάσταση που ακόμα προσπαθούμε να ερμηνεύσουμε, αφού φαντάζει δυσανάλογα πρωτόγονη και βαρβαρική (ναι, λέμε τα πράγματα με το όνομά τους) σε σχέση με την τεχνική σας πρόοδο.

Σας προειδοποιούμε ότι οκτώ αιώνες μετά την εποχή σας δεν ασχολούμαστε πλέον με την ανθρώπινη φύση ως σημεία ντετερμινιστικής πάκτωσης αλλά ως πεδία δυνατοτήτων. Συνεπώς προσπαθούμε να χτίζουμε τις κοινωνίες και τους εαυτούς μας με ρυθμούς όχι πολύ βραδύτερους από αυτούς που φτιάχνουμε τεχνολογία ― αντίθετα με την απογοητευτική δική σας επίδοση σε αυτόν τον τομέα που λίγο έλειψε να πληρώσουμε με την επιβίωσή μας. Με άλλα λόγια, δεν μαλώνουμε πια για το κατά πόσον οι τροφοσυλλέκτες ή, ο μη γένοιτο, εσείς του 21ου αποτελείτε την τάχα γνήσια πραγμάτωση της ανθρώπινης φύσης, όπως εσείς πια δεν αλληλοσφάζεστε για το αν κάποιο μυθικό Ον είναι ομοούσιο ή ομοιούσιο με τον μυθικό Γεννήτορά Του ως τρόπο να ορίσετε τη θεωρία σας περί ανθρώπου.

Έχουμε πάψει και να αντικειμενικοποιούμε και να σνομπάρουμε την ανθρώπινη φύση εδώ και αιώνες και προσπαθούμε για ό,τι καλύτερο με βάση αυτήν ακριβώς τη φύση. Δεν τα έχουμε πάει καθόλου άσχημα, για να χρησιμοποιήσουμε ένα σχήμα ρητορικό της δικής σας εποχής.

Η κοινωνική και πολιτική και πνευματική ανεπάρκειά σας σε σχέση με την τεχνολογία σας έπλασε στις αρχές του αιώνα σας τον δικό της μύθο. Μιλώντας με όρους που καταλαβαίνετε, οι αρχαίοι Έλληνες είχαν τους ήρωες, οι αρχαίοι Ινδοί τους γιόγκι, η μεσαιωνική Χριστιανοσύνη τους ιππότες κι ο ρομαντικός καπιταλισμός τον μοναχικό εξερευνητή, πολεμιστή, επιχειρηματία. Ο δικός σας μύθος δεν είναι ανθρωπότυπος, είναι η συντέλεια ― και το ξέρετε.

Η κοινωνικοπολιτική και πνευματική καθυστέρησή σας σε σχέση με τον προηγμένο για τα μέτρα σας τεχνικό πολιτισμό πρώτα εκφράστηκε είτε ως ένα γλυκό ατομικιστικό όνειρο ή είτε ως μια αγελαία σύλληψη της κοινωνίας. Η δεύτερη απέτυχε παταγωδώς και ταχύτατα ενώ η άλλη ξεψυχούσε αργά και βασανιστικά δηλητηριάζοντας με το χνώτο της τα πάντα (σας προειδοποιούμε ότι τον 29ο αιώνα το ύφος μας κυμαίνεται από την αττική λιτότητα και την κλασική κινεζική υπαινικτικότητα μέχρι τη τζοϋσιανή σύγχυση, και από τη φλυαρία του Προυστ και της Μαχαμπαράτα και μέχρι κάθε λογής ασιανές και γαλλικανικές φλυαρίες).

Τότε βγάλατε τον άνθρωπο μπροστά από τα μάτια σας και καταπιαστήκατε με οράματα για το τέλος του κόσμου, καρτερώντας κατακλυσμούς, μετεωρίτες, πυρηνικούς πολέμους και μαζικούς εξαγελασμούς. Αναρωτιόσασταν τι είναι ο άνθρωπος μπροστά στο πυρηνικό όπλο, στις εκρήξεις ακτίνων γάμμα ή στον θερμικό θάνατο του σύμπαντος. Φαντασιωνόσασταν την ερήμωση του πλανήτη ωε σχεδόν λυτρωτικό γεγονός αλλά συνήθως με όρους μικροσεισμού, φαντασιωνόσασταν αφελείς και ανέφικτους διαπλανητικούς αποικισμούς ή προσδοκούσατε ορδές πεθαμένων να τρώνε τους ζωντανούς (ενώ μέσω της γεωργίας γίνεται το αντίθετο).

Η απουσία του τιμωρού Θεού (ο οποίος γνωρίζουμε πια με σχετική βεβαιότητα ότι πέθανε οριστικά το 1945 αν και παραμένει ακόμα και στις μέρες μας, στα 2810, ως συμβολική παρηγοριά και πεισιθάνατη ενασχόληση) σας τρέλαινε, έτσι ακαλλιέργητοι, αψήφιστοι και βάρβαροι που ήσασταν, ή μάλλον: που είστε. Μισήσατε τις πόλεις, το μεγάλο επίτευγμα των κοινών μας προγόνων, τις μισήσατε και σε επίπεδο ιδεολογίας και σε επίπεδο πραγματικό, καταστρέφοντάς τις παντοιοτρόπως και μετατρέποντάς τες σε δυστοπικούς ερειπιώνες και στις ταινίες σας και στην πράξη. Γνωρίζουμε ότι μόνον με όρους δυστοπίας μπορούσατε να μιλήσετε για το μέλλον σας, το παρελθόν μας, ανίδεοι και αδαείς και κριτικά αβασάνιστοι.

Παγώσατε μπροστά στο χάσμα μεταξύ πνευματικού και τεχνικού. Πάθατε ό,τι έπαθαν οι Αβορίγινες, που αποτάχθηκαν κάθε τεχνολογία μετά τη μαζική εξόντωση που επέφεραν στην Αυστραλία και ό,τι έπαθαν οι Κινέζοι όταν είχαν να διαλέξουν μεταξύ του τι τους προσέφερε η ναυτική τεχνολογία τους και της σταθερότητας του μονολιθικού κράτους τους.

Με δυο λόγια, μετά τους Αιγύπτιους, που ποτέ δεν αναρωτιέστε πώς ζούσαν ευτυχισμένοι και πολιτικά σταθεροί τόσους αιώνες, μέσα στη φοβική αλαζονεία σας, τα τεχνικά επιτεύγματα έφυγαν μπροστά και οι επιστήμες έμειναν πίσω, μαζί και κάθε τι πνευματικό, μαζί και οι θεωρίες σας για τον άνθρωπο, την κοινωνία, την πολιτική οργάνωση. Μιλώντας για πολιτική οργάνωση, σκεφτήκαμε να σας εξηγήσουμε τη δική μας αλλά τι θα καταλάβαιναν οι Βίκινγκς από την Ελβετική Συνομοσπονδία; Πολλά αλλά όχι τα ουσιώδη.

Πολλοί ανάμεσά μας πάντως ισχυρίζονται ότι μέχρι και την πρώτη δεκαετία του 21ου συζητούσατε ακόμα τη χρησιμότητα της δουλείας ή διάφορους διαχωρισμούς βάσει φύλου, άλλοι θεωρούν κάτι τέτοιο τερατώδες και φρονούν ότι οι πηγές που μαρτυρούν τέτοιες στάσεις είναι μάλλον λογοτεχνικού ή βαθιά σαρκαστικού χαρακτήρα. Αν μπορείτε να μας διαφωτίσετε σε μια σειρά σχετικών θεμάτων, αφήστε παρακαλώ απαντήσεις (αν και γνωρίζουμε ποιος ελέγχει τη γνώση και ποια είναι η στάση σας απέναντί της στα 2019) ακολουθώντας τις κάτωθι οδηγίες.

Βαθιά μεσα από το μέλλον σας,

οι απόγονοί σας

Απόσπασμα από ένα βιβλίο με όνειρα

Bosch4

Μετά από τρεις πάρα πολύ δύσκολους μήνες άρχισα να ξαναβλέπω όνειρα, ίσως φταίει που άλλαξα κρεβάτι και τώρα κοιμάμαι σε πιο εύκρατα κλίματα. Αυτούς τους τρεις μήνες έβλεπα πού και πού αλλά ήτανε θολά και κακοσχηματισμένα, ασαφή κι αγχωτικά. Ενώ τώρα τελευταία επέστρεψαν κάτι διαυγή και κρουστά τοπία, όπου εκτυλίσσονται διάφορα απροσδόκητα με ήρωες όχι ακριβώς γνώριμους χαρακτήρες.

Μέσα σε τέτοια όνειρα ακούω φράσεις ή σκέφτομαι λέξεις που δεν υπάρχουν και που πάντοτε ξεχνάω αν δεν σημειώσω. Υπάρχει ανάμεσά τους μια διεύθυνση που δεν υπάρχει, η  Τηλεφώντος 12 (που ονειρεύτηκα στις 29 Απριλίου 2015) και το επίθετο λεοντόφωνος (12 Νοεμβρίου 2017), ή παραδείγματα από αλλόκοτες γραμματικές, όπως τα αλλογενή και τρικατάληκτα  ― αυτό το τελευταίο από τις 13 Σεπτεμβρίου 2015, τριάντα ακριβώς χρόνια μετά την πρώτη καταγεγραμμένη ονείρωξή μου. Υπάρχει ανάμεσά τους και ο μυστηριώδης όρος ολιγοχρονία, που με ξύπνησε περασμένες τρεις το πρωί τη 18η Αυγούστου 2018.

Κάποτε έρχονται ενυπνίως βρισιές όπως ψωλοκάντηλο (2 Δεκεμβρίου 2015) και Σατανοπλαγιά του κάθε Γαμιολιστάν (23 Μαΐου 2016), αλλά και κωμιλφάρες και φιλενάρες της 9ης Ιουνίου του ’17 ή φιλολογίστρες την 1η Σεπτεμβρίου του 2017. Καμμιά φορά ακούω και νεολογισμούς στα αγγλικά όπως magnanimal της 11ης Δεκεμβρίου ― που δεν ξέρω τι σημαίνει. Ξέρω πάντως ότι το Μουσταρδιώτισσα είναι ή τοπωνύμιο ή δυσνόητη προσφώνηση της Παναγίας που μου αποκαλύφθηκε σε όνειρο στις 27 Σεπτεμβρίου του 2018.

Ο τίτλος της αυτοβιογραφίας μου, που δεν θα γράψω ποτέ, μου ήρθε απότομα σε ένα σύντομο όνειρο αμέσως αφού αποκοιμήθηκα στις 13 Αυγούστου 2016, εικοσιπέντε χρόνια μετά το βράδυ όπου παραλίγο να φιλήσω τη Σούζι.

Καμμιά φορά, όπως όταν μικροί προσπαθούσαμε να αποδώσουμε με αλαμπουρνέζικα  δικά μας τα λόγια ξένων τραγουδιών, μου έρχονται επωδές και ξόρκια σαν γλωσσολαλιά, όπως στις 11 Μαρτίου του 2017 το ταμπέρα κέντορα θοφέρα ή αλλόκοτες προφητείες στη μέση της νύχτας, όπως το λακωνικό sky lobsters στις 13 Απριλίου 2017. Στις 5 Μαΐου 2017 ξύπνησα στις 3 παρά και σημείωσα «Ποιος έχει τη σχέση με τον Γιάννη που έχω εγώ με την τύχη μου», αλλά δεν έχω ιδέα ούτε ποιος είναι ο Γιάννης, ούτε ποια είναι η δική μου σχέση με την τύχη μου ― υποψιάζομαι όμως ότι κάπου εκεί μέσα είναι κρυμμένο ένα «γαμώ την τύχη μου».

Δεν ξέρω αν είναι δικά μου όλα αυτά. Πάντως τα ονειρεύτηκα. Κάπου μέσα στην άβυσσο του ασυνείδητου καρτερούν ακόμα κρυμμένα.

 My wrath is as fearsome as my countenance is splendid

encased

Κατά κάποιον τρόπο η ιστορία της εντός ζωής μας είναι η ερωτική μας ζωή αλλά όχι η ιστορία των ερώτων μας. Η ιστορία των ερώτων μας, η διαδοχή προσώπων και περιστατικών δεν αποκαλύπτει πολλά και μάλλον απλώς ικανοποιεί περιέργειες και αδιακρισίες.

Όμως πασχίζουμε να μιλήσουμε για την ερωτική μας ζωή και τελικά καταλήγουμε να συζητάμε καθέκαστα και περιστάσεις. Είναι δύσκολο, αν όχι ανέφικτο, να μιλήσεις για τη ζωή και συνήθως καταλήγεις να λες για γεγονότα και συμβάντα ή, ακόμα χειρότερα, για αποφάσεις και προθέσεις.

Άλλωστε ζωή είναι αυτό που αφήνουν μέσα μας οι πράξεις και οι λέξεις και οι δικαιωμένες έξεις μας, έτσι χαιρόμαστε και έτσι δενόμαστε οι άνθρωποι — και τα δύο μαζί καμμιά φορά. Οι προθέσεις και οι αποφάσεις και οι μεταμέλειες, περιττές ή μη, είναι μάταιες και ανύπαρκτες. Όλα τα παραλίγο και κάθε «τι θα γινόταν αν» μάς ταλαιπωρούν για λίγο και μετά εξαχνώνονται αφήνοντας μόνο το καυστικά διαβρωτικό τους ίχνος εντός μας και τέλος.

Κατά κάποιον τρόπο, για να το πω απλά, η ιστορία της εντός ζωής μας πλάθεται από το αντίκρυσμα που έχουν οι έρωτές μας σε αυτή, από το πώς αποτυπώνονται πάνω της, και όχι από τη διαδοχή τους από τη διάρκεια ή την εφήμερη λάμψη τους ή από τα περιστατικά και τα χαρακτηριστικά τους.

Tendre et dangereux, fearsome yet splendid, είναι η ζωή, και η ερωτική ζωή. Απεναντίας, η ιστορία (των ερώτων μας) μπορεί να είναι και a nightmare from which we are trying to awake.

 

Footloose

footloose

Κάλβου και Γκύζη γωνία ήταν ο κινηματογράφος Ίριδα, ίσως ο καλύτερος κινηματογράφος του κόσμου. Μπορώ να το ισχυριστώ αυτό με παρρησία γιατί ό,τι ανήκει στην παιδική ηλικία και στη νεότητά μας είναι ανυπέρβλητο, βρίσκεται στα Ηλύσια Πεδία που εκτείνονται πέρα και από τη νοσταλγία.

Στον κινηματογράφο Ίριδα με πήγαν οι γονείς μου σε ηλικία 11 χρονών το 1984 για να δούμε το Footloose, το οποίο φυσικά είναι το καλύτερο μιούζικαλ που έχει γίνει ποτε. Η ταινία μου φάνηκε μαγική και περιείχε πολλά από όσα ως παρωδία ή ως υπαινιγμό θα ξανασυναντούσα στη ζωή μου: παπάδες που απεχθάνονται τη χαρά και τον χορό, τη νεότητα ως έρωτα κι ως εξέγερση, την αβάσταχτη ομοιομορφία και κλειστοφοβία της επαρχίας, κομπλεξικούς μαλάκες που νομίζουν ότι υπερέχουν επειδή είναι ντόπιοι. Επίσης, για τα δεδομένα ενός εντεκάχρονου που δεν είχε δει ποτέ MTV, ήταν εκρηκτική ταινία και λόγω μουσικής και λόγω χορού.

Βγαίνοντας από το σινεμά με είχε πιάσει μια χαρά της ζωής, ένα εντελώς ενήλικο και άρα πρωτόγνωρο ζουαντεβίβρ. Επίσης ήθελα να χορεύω όπως ο Κέβιν Μπέικον (αλλά και όλοι οι υπόλοιποι), επί τόπου ει δυνατόν, ενώ τα μυαλά μου είχαν φουσκώσει ανεπανόρθωτα με ροκενρόλ επιθυμίες, με όνειρα για βίους ερωτικούς, με πνεύμα αντιλογίας και με την υπόσχεση μιας ζωής ανεξάρτητης. 34 χρόνια μετά παραμένουν κάπως έτσι φουσκωμένα.

Οι γονείς μου παρακολουθούσαν εντυπωσιασμένοι και προσπάθησαν να μου καλλιεργήσουν το (ασθενικό) ενδιαφέρον μου για τον χορό. Πράγματι, ήδη από τότε απεχθανόμουν κάθε σωματική δραστηριότητα εκτός από το περπάτημα, στην οποία αργότερα προστέθηκε η μοναδική σωματική δραστηριότητα που δικαιώνει το να έχουμε σώμα. Μου αγόρασαν και το σάουντρακ, το οποίο έλιωσα στο πικάπ και το οποίο ακόμα ξέρω απ’ έξω.

Χρόνια μετά έκανα ταχύρρυθμα ρούμπας (τζίφος), δύο χρόνια φλαμένκο («ιδανική στάση, να δουλέψουμε τον ρυθμό») κι ένα χρόνο τάνγκο αργεντίνικο. Απαράδεκτος: ρυθμό έχω αλλού, στον χορό με τίποτα.

Όμως ακόμα και σήμερα, όταν ακούω το Footloose νιώθω ελεύθερος και θέλω να ανέβω όρθιος στην καρέκλα.