Live with me

εις μνήμην Terry Callier, που μ’ έκανε να ανατριχιάσω, προς τιμήν αυτουνού.

Έμαθα χτες το πρωί ότι πέθανε η φωνή του Live with me των Massive Attack. Στενοχωρήθηκα.

Χτες το βράδυ μετά τη δουλειά, ήδη σκοτάδι έξω, πήγα να πάρω τα καινούργια γυαλιά μου. Περπάταγα παράλληλα με μια ασάλευτη ουρά από μποτιλιαρισμένα αμάξια. Κοίταγα πού και πού τα πρόσωπα των οδηγών. Live with me. Θυμήθηκα τη συναυλία τους το 2008. Εκεί αρχίσαν όλα. Ακόμα μία ενηλικίωση ξεκίναγε, επώδυνη και ευφρόσυνη. Ακόμα μία αρχή. Έσκυψα το κεφάλι και χάθηκα στις σκέψεις περπατώντας, όπως παλιά, όταν ήμουν ηττημένος και μόνος, τότε που είχα μια ακατανόητη λύπη να μου πλακώνει το στήθος, τότε που υπήρχαν πόρτες τις οποίες ήμουν αποφασισμένος να μην ανοίξω.

Ο γάμος είχε γίνει μόνο και μόνο για να στηθεί ένα πάρα πολύ μεγάλο πάρτυ με φίλους. Ούτε μέλλον ούτε παρόν υπήρχε τότε, κι ένας θεός ξέρει πόση ανάγκη είχαμε και από πάρτυ και από φίλους. Έτσι έγινε. Δε θα έπρεπε να νομίζουμε ότι παντρευόμαστε από έρωτα. Η ύψιστη και η πιο ουσιαστική έκφραση του έρωτα είναι το ‘ζήσε μαζί μου’ for so long, που έλεγε και η σφραγίδα στην πρώτη κυπριακή άδεια παραμονής που έβγαλα. Για όσο είναι, για όσο πάει. Αυτό είναι το πιο πολύ του έρωτα· και δεν είναι καθόλου μα καθόλου λίγο και είναι κάτι αντίθετο απ’ την απάτη. Ο γάμος δεν είναι παρά κέλυφος, είναι πολιτικό δικαίωμα, είναι πρόσχημα. Είναι μια κράτηση διαρκείας: σύνευνου, γονιού, παρέας.

Live with me. Λίγες γυναίκες πόθησα, όπως κι αν θα μετρούσε κανείς. Ας αφήσουμε τα πολύτιμα καθέκαστα, ας βάλουμε στην άκρη τα άλλα, εκείνα στα οποία μας πάει ο πόθος. Ποιες πόθησες; Τις γενναίες. Εκείνες που δε σε έκαναν να αισθάνεσαι καλύτερος άνθρωπος παρά να θέλεις να γίνεις καλύτερος άνθρωπος ή έστω πιο αληθινός κι ελεύθερος, που σε έκαναν να θες να μεθάς μαζί τους, να γίνεις το σκυλί τους. Εκείνες που δεν είπαν «παντρέψου με», που δε συνέστησαν «υπομονή και κουράγιο», που δεν είπαν «κάτσε και βγάλε άκρη». Παρά είπανε «θέλω να γίνω ερωμένη σου» και «go away, because I want you too much» και «εσύ φταις που υποφέρω, θα έρθω να συζήσουμε» αλλά και «live with me». Που είπαν «έλα εδώ» και «τι κάνεις εκεί;» και «αχ», όλες τους, ξανά και ξανά και με τρόπο αγέρωχα βαρύ και χαμηλόφωνα αποφασισμένο. Που είπαν κι έγραψαν. Που είπαν όσα είπαν, που έδειξαν πολλά κι ας μην τα είπαν, που είναι η δική μου κληρονομιά και η δική μου αναπαλλοτρίωτη περιουσία, ο δικός μου θησαυρός, ώσπου να με αλώσει το Αλτσχάιμερ.

Από τις σκέψεις με έβγαλε η συνειδητοποίηση ότι μόλις είχα προσπεράσει τον οπτικό.

Η φωτογραφία είναι της murplejane

Συνοπτικά ηθικολογικά

Μόνον το κράτος δικαιούται να συμπεριφέρεται ανήθικα ή και να παρανομεί: με τις οροθετικές, τους συλληφθέντες, την εξαίρεση από το χαράτσι της ΔΕΗ… (η λίστα είναι πολύ μεγάλη).

Η ηθική μιας κοινωνίας δεν εκπίπτει όταν οι έρωτες είναι ελεύθεροι και ο κόσμος γαμιέται και γαμεί με λιγότερες ενοχές απ’ ό,τι οι ιδανικοί μαντρωμένοι αγροτοποιμένες που έχουμε στο συλλογικό μας υποσυνείδητο. Δεν πάσχουμε σαν κοινωνία επειδή αυξάνονται τα διαζύγια ή επειδή οι έφηβοι είναι ξύπνιοι.

Η ηθική μιας κοινωνίας σείεται και αρχίζει να καταρρέει όταν, ακόμα και αυτοί που δε νέμονται την εξουσία, αυτοί που ούτε συνδιαλέγονται ούτε συνδιαλλάσσονται με συμφέροντα, επιλέγουνε τον εφησυχασμό και τη διαχείριση (με συνοδεία την απαραίτητη μερίδα υποκρισίας) αντί για την ηθική στάση. Διαβάστε (από εδώ):

[…] μαθήτρια αλβανικής καταγωγής, πρώτη στη βαθμολογία, εμποδίστηκε να παρελάσει κρατώντας τη σημαία, με μερίδα συμμαθητών της να απειλούν τον διευθυντή του σχολείου πως αν δεν πάρει τη σημαία από τη μαθήτρια θα καλέσουν τη Χρυσή Αυγή. Το περιστατικό συνέβη στο ΕΠΑΛ Φαρσάλων, όπως αναφέρει το onlarissa.gr. Σύμφωνα με την ίδια πηγή, οι αντιδράσεις από μαθητές ξεκίνησαν πριν από δύο εβδομάδες, όταν ενημερώθηκαν πως σημαιοφόρος θα είναι η εν λόγω μαθήτρια, όπως άλλωστε ορίζει ο νόμος καθώς ήταν η πρώτη στη βαθμολογία. Όπως δηλώνει ο διευθυντής του σχολείου […], μετά την αντίδραση των μαθητών και τις απειλές ο ίδιος απευθύνθηκε στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση Λάρισας, μεταφέροντας το όλο θέμα που είχε δημιουργηθεί. Η απάντηση ήταν πως «πρέπει να εφαρμοστεί ο νόμος». Οι αντιδράσεις εντάθηκαν και ο καθηγητής, με τον φόβο ότι η κατάσταση θα μπορούσε να ξεφύγει, είχε και δεύτερη επικοινωνία με τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση η οποία είπε στη διεύθυνση του ΕΠΑΛ να χειριστεί η ίδια το θέμα σταθμίζοντας όλες τις παραμέτρους. Ο διευθυντής είχε επαφές με το δεκαπενταμελές, που δεν εξέφρασε αντίθεση στο να γίνει σημαιοφόρος η Αλβανίδα μαθήτρια, με την οποία μίλησε στη συνέχεια για να της εξηγήσει την κατάσταση. Η μαθήτρια δέχτηκε να παραδώσει τη σημαία στην επόμενη σε βαθμολογική επίδοση συμμαθήτριά της. Στο πλαίσιο της μαθητικής εορτής την περασμένη Παρασκευή, η Αλβανίδα μαθήτρια ορίστηκε αρχικά ως σημαιοφόρος από τη διεύθυνση του σχολείου, η οποία τήρησε το γράμμα του νόμου, κράτησε τη σημαία για μερικά λεπτά και στη συνέχεια εξήγησε στους συμμαθητές της πως την παραδίδει επειδή «σέβεται τη σημαία, το διευθυντή, τους καθηγητές και τους συμμαθητές της και όχι επειδή φοβάται». Για την ιστορία αναφέρουμε πως η Αλβανίδα αριστούχος μαθήτρια παρέλασε ως παραστάτρια.

Κι ας πούμε πως κάνουν ό,τι κάνουν γιατί φοβούνται. Τι να πει όμως κανείς όταν η στάση υποκριτικής διαχείρισης προβάλλεται ως απαραίτητη ή και ως θεμιτή;

Αντιλαμβάνομαι ότι μάλλον θεωρούνται κάπως υπερβολικά όλα αυτά. Ότι Χίτλερ δε θα έχουμε. Κάποιοι θυμούνται ακόμα ότι ξενοφοβικές αντιδράσεις και εγκλήματα κατά ξένων που περάστηκαν στο ντούκου είχαμε και επί δημοκρατίας, χωρίς τη συμμετοχή της ναζιστικής συμμορίας: με Τσενάι, με το κουκούλωμα της φρικτής υπόθεσης Άλεξ, με την κάθε Βουλγάρα «πουτανίτσα» (όπως τη χαρακτήρισαν) που βίαζαν ομαδικά παλληκάρια δικά μας, με το κάθε ζευγάρι ξένων που φυλάκιζαν σε σταύλους και το κακοποιούσαν, με τους ανθρώπους της ηλιόλουστης αβύσσου στη Μανωλάδα, με τους βιασμούς και διαπομπεύσεις αλλοδαπών πορνών σε αστυνομικά τμήματα (κάποια τραβηγμένα σε βίντεο), με, με, με, με…

Χίτλερ δε θα έχουμε. όχι. Απλώς η γλυκειά ελπίδα του ελληνικού λαού, η συμμορία, θα ενσωματωθεί ως neighbourhood watch μέσα στην ελληνική πραγματικότητα, θα φτιάξει το στυλ της, θα ενταχθεί στη ζωή μας. Καλά τα λέει ο Καλαβρύτων Αμβρόσιος, ξέρει αυτός, δεν είναι χτεσινός. Όπως εντάχθηκαν οι μαυραγορίτες, οι ταγματασφαλίτες, οι χίτες, οι γερμανοτσολιάδες, οι χαφιέδες, όσοι έφαγαν τα σπίτια και της λίρες των Εβραίων της Σαλονίκης, οι βασανιστές, οι άνθρωποι της χούντας, οι ασφαλίτες της επταετίας, οι χουντικοί καθηγητές πανεπιστημίου.

Προφορική ιστορία

Δείτε πρώτα αυτό.

Πρώτη ιστορία, μέσω της μάνας μου

Ο νονός της μάνας μου «έλεγαν ότι ήταν αριστερός». Του έστησαν καρτέρι οι σουρλικοί («αυτός ήταν ο δεξιός κατσαπλιάς, βασιλικός, δεν ξέρω») και τον πολτοποίησαν στο ξύλο και μετά τον βασάνισαν. Τον άφησαν μισοπεθαμένο σε ένα χωράφι. Κάποιος ειδοποίησε τον πατέρα του δικού μου νονού, που ήτανε κι αυτός με τους δεξιούς επειδή είχε χίλια πρόβατα και οι κουκουέδες θα του τα ‘παιρναν. Εκείνος πήγε και τον βρήκε. Έσφαξε ένα πρόβατο και έβαλε τον νονό της μάνας μου μέσα στη ζεστή ακόμα προβιά του. Μετά τον ανέβασε στο κάρο και τον πήγε στη γιαγιά μου, για να τον περιποιηθεί: «Ελένη, κοίτα τι τον έκαναν τον κουμπάρο σου. Εδώ δε θα τον πειράξουν». Έκανε βδομάδες να συνέρθει ο άνθρωπος, «ήταν παραμορφωμένος».

Δεύτερη ιστορία, μέσω της μάνας μου

«Είχαμε γίνει κέντρο διερχομένων. Οι κατσαπλιάδες (=ελασίτες) έψαχναν κορίτσια και τα έστελναν οι οικογένειές τους να κρυφτούν στο υπόγειό μας. Δεκατριών, δεκατεσσάρων χρονών. Ερχόντουσαν οι αντάρτες και έλεγαν στη γιαγιά σου ‘Συντρόφισσα, ξέρουμε ότι τις κρύβεις’. Η μαμά μου τους έλεγε όλους καπεταναίους, τους έλεγε να σκάσουν, τους έσφαζε κοτόπουλα και τους τα μαγείρευε, τους έβγαζε και κρασί.» Μπορεί να μη γαμούσαν αλλά έφευγαν χαρούμενοι. Η γιαγιά μου ήτανε τότε 30 χρονών, μητέρα τεσσάρων παιδιών.

Τρίτη ιστορία, μέσω της μητέρας του πατέρα μου

«Οι Ιταλοί ήτανε βρωμιάρηδες. Πείραζαν τις γυναίκες στον δρόμο. Δεν είχαν αφήσει γάτα στην Αθήνα. Φωνακλάδες. Γελοίοι. Οι Γερμανοί ήτανε κύριοι, καλά παιδιά, πειθαρχημένα. Φασίστες αλλά καλά παιδιά. Αλλά, να σου πω, τα θηρία, τα κτήνη, ήταν οι ταγματασφαλίτες και οι γερμανοτσολιάδες κι οι χαφιέδες, κακό χρόνο να ‘χουν, σκατά στον τάφο τους. Αυτοί. Αυτοί. Αυτοί. Οι προδότες. Από αυτούς υποφέραμε. Εδώ στου Γκύζη είχαμε έναν από δαύτους, τον Χ. Όταν έγινε το Μπλόκο στην Κοκκινιά, μου το είπε η Γ. απέναντι, έκλαιγα μια βδομάδα. Είχαμε την πείνα και τους μαυραγορίτες, είχαμε κι αυτούς.»

Τέταρτη ιστορία, μέσω της μάνας μου

«Ο μπαρμπα-Κ. έπαιξε στα χαρτιά και στο μπαρμπούτι τα χωράφια που πήραν οι πρόσφυγες με τον αναδασμό. Στην Κατοχή δεν ξέρω τι έκανε. Μετά παρίστανε τον αντιστασιακό. Σιγά. Κάρφωνε πλούσιους δεξιούς στους αντάρτες. Ρεμάλι μια ζωή. Πήρε σύνταξη αντιστασιακού πάντως, με τον Παπανδρέου.»

Πέμπτη ιστορία, μέσω της μάνας μου

«Στην Απελευθέρωση η γιαγιά σου μάς έβγαλε στην παρέλαση του ΕΑΜ. ‘Συναγωνίστρια’ και ‘συντρόφισσα’ την έλεγαν, ο παππούς σου ήτανε βενιζελικός και δεν ήθελε. Στην Απελευθέρωση η γιαγιά σου έπλεξε ένα κόκκινο πουλόβερ όλη νύχτα, το φόρεσε στον θείο σου τον Σ. και τον έβαλε να κρατάει μια σημαία. Κατεβήκαμε κάτω στην πλατεία [της Κωμόπολης]. Μιλιούνια. Τραγουδούσαμε «ΕΑΜ, ΕΑΜ, ΕΑΜ αντιλαλεί». Είχε μαζευτεί όλη η [Κωμόπολη].»

Έκτη ιστορία, μέσω του πατέρα του πατέρα μου

«Παραμονή Χριστουγέννων του ’44 φύγαμε με τα πόδια από του Γκύζη με τον Γ. και τον Παππού τον Μουστάκια [τον πεθερό του], περάσαμε τη γραμμή στη ζούλα και πήγαμε στην Καισαριανή σ’ ένα κουτούκι. Ο Παππούς ο Μουστάκιας δεν έβαλε τίποτα στο στόμα του, νήστευε. Ούτε νερό, γιατί θα μεταλάβαινε. Του λέω ‘ρε άνθρωπε, εδώ θα μας γαζώσει κανας ελεύθερος σκοπευτής των Εγγλέζων όταν θα γυρνάμε σπίτι κι εσύ νηστεύεις;’ ‘Τότε να κολαστείτε, μόνοι σας, γαμώ το κέρατό σας, αντίχριστοι, που θ’ αρτυθώ χριστουγεννιάτικα’. Εμείς πάντως φάγαμε, ήπιαμε και ρετσίνα — δεν ξαναφάγαμε τόσο ωραία στη ζωή μας, ίσως επειδή ξέραμε ότι μπορεί να μας θέριζαν στην επιστροφή. Ακόμα το θυμάμαι.»

Έβδομη ιστορία, μέσω του πατέρα του πατέρα μου

«Μας μάζεψαν κάτι αριστερούς και μας πήγανε σε μια αποθήκη στου Ψυρρή. Ίσα ίσα που πρόλαβα και χαιρέτησα τη γιαγιά σου, τον πατέρα σου και τον μικρό, γιατί ήξερα ότι δε θα τους ξανάβλεπα. Έτρεμα στον δρόμο. Έκτακτο στρατοδικείο. Ήμασταν συνοδοιπόροι, ύποπτοι κτλ. Η ποινή ήτανε θάνατος. Ήμασταν καμμιά δωδεκαριά. Με τα πολλά αγόρευσε ο Βασιλικός Επίτροπος και είπε «Κύριοι Δικασταί, δε βλέπετε ότι πρόκειται για ασήμαντα ανθρωπάκια; Δεν αποτελούν κίνδυνο για το Έθνος, ανθρωπάκια είναι.» Μας απάλλαξαν, γύρισα σπίτι. Ούτε που κατάλαβα πώς βρέθηκα από του Ψυρρή στου Γκύζη. Μα πόσο χάρηκα που με είπαν ‘ανθρωπάκι’ και ‘ασήμαντο’, δε φαντάζεσαι.»

Όγδοη ιστορία, του πατέρα μου

«Φαντάρος έκανα στην Αλεξάνδρεια του Γιδά. Το 1960. Ελεεινός τόπος, χάλια, καλά περάσαμε όμως: εμένα γραφιά με είχανε, καταλαβαίνεις. Τις πρώτες μέρες ο Διοικητής με ρωτάει «[Αμπού-Σραόσα], παιδί μου, από πού είσαι στην Αθήνα; Γκύζη, Πολύγωνο; Με τα κουμμούνια;» Με είχανε καλά δασκαλέψει όμως και είπα ότι είμαι από την Κυψέλη. Ο Διοικητής χαμογέλασε πονηρά και δεν το ξανασυζήτησε. Ευτυχώς είχα στο στρατιωτικό και τον Βορρά [τη θεία του], που ήταν εθνικόφρων, γιατί λόγω του παππού σου…»

Τα πολύτιμα απόνερα της Ιστορίας. Μην ψάχνετε καθαρότητα στα απόνερα. Αλλά μέσα τους βρίσκεται όλη η λάσπη, ο ιδρώτας, το αίμα, οι ροχάλες και τα δάκρυα της Ιστορίας. Όσο για μένα, relata refero. Απλώς αναρωτιέμαι τι θα λένε για τις άγριες μέρες του 2010-2014 (πιο πολύ δε θα κρατήσει αυτό… ε;) το 2070-τόσο, που εγώ θα είμαι ή ουφάκλα, ή χώμα (μπορεί και στάχτες).

Γκρίνια

to P&P, who hate self-pity, whining and whinging — and all that

Εδώ και έξίμισυ χρόνια που γράφω εδώ μέσα ασκούνται πάνω μου δύο δυνάμεις: η μία με ελκύει προς τη μεριά του να γράψω κάτι που κάποιος ίσως βρει χρήσιμο (επαγγελματική διαστροφή), η άλλη με σπρώχνει προς τη μεριά του να γράψω αυτό που με τρώει (προσωπική διαστροφή). Απόψε θα σχοινοβατήσω σύντομα και διστακτικά πάνω στη συνισταμένη τους.

Μην γκρινιάζεις. Μην γκρινιάζεις. Σταμάτα να γκρινιάζεις. Η γκρίνια είναι μομφή χωρίς αποδέκτη, να ρίχνεις το φταίξιμο εκεί που δεν υπάρχει φταίχτης. Εντάξει, έτσι σε μεγάλωσαν, στην ευκολία του να γκρινιάζεις, να παραπονιέσαι, να καταγγέλλεις αόριστα. Αλλά μην γκρινιάζεις, ρε μαλάκα. Παραπονιέσαι και καταγγέλλεις όταν υπάρχει φταίχτης και με σκοπό να τον συνετίσεις, να τον νουθετήσεις ή να τον αποτρέψεις, εάν είναι κακόβουλος. Αλλά η γκρίνια δεν απευθύνεται σε κανέναν. Η γκρίνια ξέρει ότι δεν υπάρχει φταίχτης. Η γκρίνια έχει επίγνωση του ότι το μόνο που θες είναι να δικαιωθείς, να μην αναλάβεις τις ευθύνες σου. Η γκρίνια είναι η φώνηση της κακής πίστης: δε θέλω να είμαι αυτός που είμαι, δε θέλω να μπορώ όσα μπορώ, δε θέλω να είμαι ελεύθερος. Θέλω να αλλάξω όσα δεν αλλάζουν ή — ακόμα χειρότερα — θέλω να γκρινιάζω για να μη φανώ άπρακτος ενώ δε δρω, επειδή δεν κάνω κάτι για να αλλάξω όσα αλλάζουν αλλά απαιτούν κόπο και κίνδυνο και πείσμα.

Η γκρίνια δεν είναι μόνον αόριστη και αντιπαραγωγική. Δεν είναι μόνον ατελέσφορη. Είναι το δειλό υποκατάστατο της δράσης. Είναι και η άστοχη και αστόχευτη εκδοχή της κριτικής. Η γκρίνια είναι άσφαιρη, είναι η στρακαστρούκα που περνιέται για βόμβα διάτρησης, αλλά μόνο για λίγα δευτερόλεπτα. Είναι η απόπειρα δικαίωσης του μαυλιστικά χαυνωτικού «δε θέλω να μπορώ» που έχουμε όλοι μέσα μας, και ως ψυχισμοί και ως κοινωνικά όντα. Ο άνθρωπος που δεν γκρινιάζει ζυγίζει. Όταν δεν γκρινιάζεις, κατανοείς. Λες: αυτός είμαι, μέχρι εκεί μπορώ. Και έχεις τρεις επιλογές, όλες επώδυνες: είτε αποδέχεσαι, εν γνώσει του ότι μπορεί απλώς να δειλιάζεις, είτε δρας, εν γνώσει του ότι μπορεί να σφάλλεις, είτε συζητάς, εν γνώσει του ότι συνήθως αυτό δεν είναι αρκετό.

Η γκρίνια δεν είναι οργή: η οργή ξέρει και η οργή βλέπει και η οργή κρούει με ορμή. Η γκρίνια δεν είναι παράπονο, το παράπονο είναι ταπεινό και ευάλωτο και εμπεριέχει την ίδια την ανεπάρκειά του: ότι είναι η αρχή για κάτι άλλο. Η γκρίνια δεν είναι το τέλος της καρτερίας: η γκρίνια χρησιμοποιεί την καρτερία ως πρόσχημα και για να δικαιολογεί την παρουσία της. Αλλά τίποτε δε δικαιώνει την γκρίνια, σίγουρα όχι η καρτερία. Γιατί η καρτερία μπορεί να είναι και πρέπει να είναι το προοίμιο και η προετοιμασία της δράσης, της οργής, της κριτικής, ίσως και κάποιου γενναίου άλματος στο κενό. Η γκρίνια είναι τζάμπα εκτόνωση, η γκρίνια είναι μαλακία.

Γι’ αυτό σου λέω, ρε μαλάκα, μην γκρινιάζεις.

Σφάλμα

Νομίζω ότι πια τη θεματολογία του δημόσιου και του πολιτικού διαλόγου την ορίζει και την κατευθύνει η ναζιστική συμμορία. Διαβάζω λ.χ. αυτή την εξαιρετική αναίρεση της όψιμης χριστιανοπάθειας των ναζί. Η αντίδρασή μου είναι ότι η ναζιστική συμμορία είναι ακριβώς αυτό: συμμορία. Αν ο Μάκαρος ήγειρε θέμα ελληνικότητας του Κρουσόβου (για τους δικούς του λόγους), θα το συζητούσαμε με εμβρίθεια κι επιχειρήματα; Φεύγοντας από εγκληματίες του κοινού ποινικού δικαίου (που χαίρουν ασυλίας), θα έγραφε κανείς ποτέ τεκμηριωμένα κατεβατά υπέρ των ερωτικών πρακτικών και τεχνικών που ενοχλούν τον Πειραιώς Σεραφείμ, την πάλαι ποτέ κυρία Λουκά, τους τηλεοπτικούς υποαστέρες και τις περσόνες του θεάματος; Θα συζητάμε σε λίγο τις φαντασίες του Λιακόπουλου και τους μύθους των συνωμοσιολόγων;

Βεβαίως αναγκαζόμαστε να ασχοληθούμε με την εγκληματική συμμορία. Όχι γιατί μπήκε στη Βουλή, στη Βουλή είχε μπει και το ΛΑΟΣ, προλειαίνοντας το έδαφος, αλλά λόγω της εγκληματικής δράσης της (και όσων χειρότερων σκοπεύει να διαπράξει). Επειδή η ναζιστική συμμορία, όπως και άλλες συμμορίες στην Ελλάδα, συνεργάζεται με την αστυνομία. Επίσης, επειδή τα ΜΜΕ την έχουνε καταστήσει ισότιμο συζητητή. Η στάση μας πρέπει να είναι δυναμική αντιπαράθεση μαζί τους στον δρόμο (μήπως και καταλάβουν οι πιτσιρικάδες για τι θρασύδειλους τσαμπουκάδες πρόκειται) και συγκαταβατική αναίρεση, χωρίς πολλά πολλά, όταν συζητάμε μαζί τους. Βάλτε τους να δούνε το American History X στο κάτω κάτω. Τα υπόλοιπα περιττεύουν. Κι ας είμαστε όλοι μιας προϊόντα μιας παιδείας και μιας κοινωνίας που καλλιεργεί την αμάθεια και την αμερικανικού τύπου ιδιωτεία, αρκεί να εμφορούμαστε από «σωστή σκέψη», «αξίες» και «ιδανικά».

Ένα ποστ γραμμένο αντίστροφα

Δε θέλω να ξαναγράψω πια για πολιτικά. Δε θέλω, δε θέλω. Όσοι καταλάβαμε, καταλάβαμε πάρα πολύ καλά τι γίνεται και πού ζούμε· και ήρθε η ώρα της δράσης, έστω και αν η δράση είναι απλώς να υπερασπιστούμε την αξιοπρέπειά μας και να ενηλικιωθούμε ως πολιτικώς σκεπτόμενοι άνθρωποι. Ήρθε η ώρα της δράσης.

Δε θέλω να ξαναγράψω για πολιτικά, αλλά θα ξαναγράψω, μάλλον όταν φτάσουμε στον πάτο του επόμενου βάραθρου στο οποίο μας ρίχνει η διαδικασία της εκτροπής: από βάραθρο σε βάραθρο, από αρνητικής δυνάμεως εις αρνητικήν δύναμιν. Ποιος αρνείται πια ότι έχουμε εκτροπή; Σε τι διαφέρουνε πια οι πρακτικές της κυβέρνησης από όλες αυτές των κατ’ όνομα δημοκρατιών του 20ου αιώνα που χλευάζαμε και λοιδωρούσαμε;

Όταν μίλησα πριν μήνες για εκτροπή, οι συνετότεροι φίλοι μου με είπαν υπερβολικό και δαιμονισμένο — με την έννοια του πλατωνικού δαιμονίου, διευκρίνισαν, αλλά εμένα δε μου το βγάζεις από το μυαλό ότι υπαινίσσονταν το ντοστογιεφσκικό αναρχοσοσιαλιστικό δαιμόνιο. Αλλά να λοιπόν, εκτροπή παντού πια. Τα ξανάπαμε. Και μια κοινωνία που δε νοιάζεται γιατί δε νοιάζεται, όχι γιατί είναι μουδιασμένη και παρηγοριές, παραμυθίες και παραμύθες. Όποιος όμως καταλαβαίνει, καταλαβαίνει καλά, κι ας δράσει.

Δε με ενδιαφέρει που είχα δίκιο. Δε με νοιάζει να έχω δίκιο. Ποτέ. Ξέρω καλά (δεν είμαι δημοσιογράφος ή φιλοσοφών) ότι η αλήθεια και το δίκιο δεν είναι κάτι που το κατέχει ένας. Είναι συλλογική προσπάθεια, έργο κι επίτευγμα μιας κοινότητας. Πάντα κι αναπόδραστα. Εγώ θέλω να πω κάτι, έστω μαλακία, συνήθως μαλακία, και πάνω σε αυτό να πατήσει κάποιος άλλος αναιρώντας, συμπληρώνοντας, διορθώνοντας, επαυξάνοντας — και να μας πάει παρακάτω.

Το σλόγκαν μου είναι pecca fortiter: αμάρτανε γενναία. Κυρίως ως ιδανικό, το οποίο έχω αγκαλιάσει πολλές φορές. Δε γίνεται να έχεις πάντα δίκιο ούτε να είσαι απολύτως συνεπής. Και πρέπει να έχεις την ανδρεία (αστεία λέξη κάπως: πιο φιλάρεσκα πλάσματα και πιο πεισματάρικα δεν έχει από τα αντράκια) να πεις ότι έκανες λάθος, ότι έσφαλες, ότι βρισκόσουν σε πλάνη.

Κι αυτό που λέω εδώ πατάει πάνω στα λόγια άλλων. Λινκ δε βάζω. Αλλά έτσι είναι.

Ένα ποστ α λα παλιά

καρδιά λείψανοΒαριέμαι

(προσοχή: βαριέμαι, όχι κάτι άλλο)

τον Douglas Adams
τη βικτωριανή πεζογραφία
την J.K. Rowling
τους Iron Maiden
τις φορμουλαϊκές τσόντες με φώτα στούντιο
τα αρχαιολογικά μουσεία καθαρά αρχαιολογικού ενδιαφέροντος
το ποδόσφαιρο
εσπερινούς και όρθρους
να πλένω πιάτα
να γράφω εσωτερικά σημειώματα
τις αριστερές αναλύσεις
την επαρχία
να απλώνω ρούχα
την ιταλική όπερα (καλύτερα δώστε μου επιλεγμένες άριες)
τον κυπριακό μεζέ
την επιστημονική φαντασία χωρίς φαντασία
τους μαλάκες τους Pulp
την εμμονή με το πρωκτικό σεξ
τα έντεχνα που θα ‘θελαν να είναι ροκ ή ρεμπέτικα
τους αμανέδες
την μπύρα (εκτός Τσεχίας και Βελγίου)
τις αναλυτικές περιγραφές εγκυκλοπαιδικού χαρακτήρα σε μυθιστορήματα
την ποίηση κατά 97% (αλλά το 3%!!!)
τις συζητήσεις για γκάτζετ
τις συζητήσεις επί της αρχής (γνωστές και ως «διύλιση του κώνωπος»)
να καθαρίζω πατάτες
τις πλεοναστικές περιγραφές χαρακτήρων σε μυθιστορήματα
τα αεροπορικά ταξίδια
τα ταξίδια με πλοίο
τα ταξίδια με ΚΤΕΛ
να οδηγώ
τις αισθηματικές κομεντί με ηθικό δίδαγμα
τις κωμωδίες με ηθικό δίδαγμα
το oeuvre του Καπουτζίδη (πλην Θεοπούλας και Ντάλιας)
τον Μόμπυ Ντικ
τη βαρεμάρα των άλλων
να σιδερώνω πουκάμισα
τους φορτικούς συζητητές
τις εμμονές του Γούντυ Άλλεν (οι ταινίες οκέι)
τις πατάτες γιαχνί
τα ατέλειωτα σόλο του κάθε βιρτουόζου κιθαρίστα
το σοφτ πορνό
την εμμονή με το καλοκαίρι, τις διακοπές, τα νησιά
τις περιγραφές τοπίων στην πεζογραφία
τις λεπτομερείς ψυχολογικές σκιαγραφήσεις εκεί όπου δε χρειάζονται
τη μουσική που παίζεται πια μόνο για μουσικολογικούς σκοπούς
τη ρέγγε
τη χιπ χοπ
σάντουιτς (εκτός Αγγλίας)
τις μπίμπι μπο (δεν είστε σέξι, καθόλου)
τον Μπενίνι (όχι, δεν τον βαριέμαι: με τσαντίζει)
τη ζωγραφική του 18ου αιώνα

τις ατέλειωτες λίστες που δεν αφορούν κανέναν. 😉