Κάτι πράγματα μικρά

Κοινότοπα πράγματα σκέφτομαι·

ότι είναι αναγκαίο να κάνεις αυτό που σου λέει η περδικούλα σου, όμως αυτό προϋποθέτει ότι ακούς τι σου λέει η περδικούλα σου·

ότι οι απλές ερμηνείες και οι προφανείς εξηγήσεις δεν δουλεύουν στην περίπτωση των ανθρώπων αφού οι άνθρωποι είναι μυστήριες και ακατανόητες μηχανές, ακόμα κι όταν επιλέγουν να είναι μηχανές·

ότι κανείς δεν μπορεί να σε βοηθήσει, φίλε μου, όταν επιλέγεις να του πεις τη λάθος ιστορία κι ότι ένας τρόπος να διορθωθεί αυτό είναι να πεις πολλές εκδοχές της ίδιας ιστορίας, είτε είναι λάθος είτε όχι·

ότι ο εγωισμός του πρωταγωνιστή τελενοβέλας είναι χαριτωμένος ή άντε αποδεκτός μόνον αν ζεις μέσα σε τελενοβέλα, στην οποία όμως κανείς δεν ζει εκτός από κακοστημένα σκηνικά·

ότι οι μεταμέλειες, ιδίως οι περιττές, είναι φτηνό ναρκωτικό: ναρκωτικό μεν, φτηνό δε·

ότι έρχεται η στιγμή να αρχίσει να παιδιαρίζει κανείς όταν ακριβώς του φανεί ανυπόφορη η νεολαία (η τσογλανοπαρέα που κάνει κριτική κτλ.)·

ότι όλοι έχουμε θέματα δικά μας (και κάποιοι θεματάρες) όμως από μια ηλικία και μετά δεν δικαιολογούν καμμία καφρίλα και καμμία ρουφιανιά και κανένα ξεφτιλίκι: τα χρεωνόμαστε, πορευόμαστε με αυτά και τα διαχειριζόμαστε με σύνεση και πόνο·

ότι όποιος περιφρονεί τα ερωτικά πάθη και τα θεωρεί ευτελή είναι προορισμένος για την ξινίλα και μπαγιατίλα·

ότι δεν χρειάζεται να εξιδανικεύουμε ό,τι βρούμε μπροστά μας ώστε και καλά να επιβιώσουμε: μπορούμε να πάρουμε τη ζωή όπως μας έρχεται μήπως και χαρούμε κιόλας·

ότι άνθρωποι σαν κι εμένα ποτέ δεν ήθελαν να είναι το μέλλον, παρά το blast from the past που θα διαμορφώσει το μέλλον, έστω και λίγο.

Με αφορμή τις Βάκχες της Κοντούρη

 @ELINA GIOUNANLI / ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ

Διάβασα τις Βάκχες όταν ήμουν 19 χρονών. Δεν είχα καταλάβει πολλά. Το να είσαι 19 χρονών το 1992 δεν ήταν το ίδιο με το να είσαι 19 χρονών σήμερα: ήμασταν στερημένοι από ερεθίσματα τότε, γεμάτοι ιδέες που νομίζαμε πρωτότυπες ενώ τις είχε δουλέψει κόσμος και κοσμάκης παλαιόθεν.

Επί σκηνής τις Βάκχες τις είδα μία φορά τότε με τον Ρουβά, παράσταση στην οποία το κείμενο νικάει κάθε αντιξοότητα και θριαμβεύει, και χτες σε σκηνοθεσία Νικαίτης Κοντούρη, που ήταν όμως ολοκληρωμένος δραματικός θρίαμβος.

Αναρωτιέμαι πώς θα ήταν η Κριτική εάν ο Αριστοτέλης δεν είχε τον Οιδίποδα Τύραννο ως πρότυπο τραγωδίας αλλά τις Βάκχες· πολύ πιο ενδιαφέρουσα ίσως.

Ενδεχομένως να μην έφταιγε που ήμουν 19 χρονών και βλήμα. Πιθανόν να μην είμαστε σε θέση να καταλάβουμε τις Βάκχες και όχι λόγω της απόστασης που έχουμε από τον αρχαίο κόσμο.

Το βασικό πρόβλημα είναι ότι οι Βάκχες αποτελούν παράδειγμα έργου στο οποίο δεν μπορείς να ξέρεις «τι θέλει να πει ο ποιητής». Πρέπει να προσεγγίσεις το κείμενο με nuance και ερμηνευτική αμφιθυμία:

Μας μιλάει για το πόσο τυφλή είναι η εξουσία; μα η τιμωρία του φορέα της, του Πενθέα, είναι δυσανάλογη και βεβαίως η οργή (που μοιάζει με ανθρώπου κι όχι θεού) παίρνει μπάλα αθώους όπως η Αγαύη και ο Κάδμος.

Μας μιλάει για το ότι δεν πρέπει να τα βάζουμε με τους θεούς; Ποιος; Ο Ευριπίδης; Ίσως, αλλά όχι για να μας νουθετήσει παρά για να μας υπενθυμίσει ότι είμαστε αθύρματά τους. Γίνεται πολύς λόγος για δικαιοσύνη στο έργο ― αλλά η φρικτή πτώση της Αγαύης και του Κάδμου;

Πρόκειται λοιπόν για μια απλή ιστορία εκδίκησης; Ίσως να γινόταν στα χέρια του Ταραντίνο.

Ενδεχομένως λοιπόν ο πολιτισμός μας να μην είναι σε θέση να ερμηνεύσει το κείμενο. Μέσα του πάντως βρίσκονται πηγές που θα εκβάλουν στις μεσογειακές θρησκείες αλλά και στην ψυχανάλυση…

Πάντως η Κοντούρη άψογα το σκηνοθέτησε (και στη σωστή μετάφραση: Χειμωνάς). Δεν υπήρχε τίποτα σε όσα έκανε που δεν ήταν θαυμαστό:

Η κίνηση των ηθοποιών, σφαλιάρα στην άκαμπτη κληρονομιά της κυρίας Συνοδινού αλλά και καρποφόρα αξιοποίηση όσων χρόνια έκανε ο Τερζόπουλος. Η χρήση της σκόνης, που μετατρέπεται σε κάτι μεταξύ συμβολικής ταφής και νέφους κόκας. Το σκηνικό και οι φωτισμοί: υποβλητικά χωρίς να γίνονται πασαρέλα για μυστήρια.

Η εκφορά του λόγου, καίρια και οξύστομη, υπόδειγμα για κάποιους αμελείς ή και δύσαρθρους Έλληνες ηθοποιούς.

Τα κουστούμια, που έκλειναν το μάτι χωρίς να κραυγάζουν «αχ δείτε μια αλληγορία για το Χ» ― θα επανέρθω στα γάντια του Πενθέα. Το μακιγιάζ λειτουργικό και σε αρμονία με την υπόλοιπη όψιν.

Η επιλογή της μουσικής των Θραξ Πανκc και η διδασκαλία του Χορού, ο οποίος (επιτέλους) δρούσε.

Η διδασκαλία των ηθοποιών. Ποτέ δεν περίμενα να με πείσει τόσο βαθιά ο Σακελλαρίου για Διόνυσος. Η Παππά ως Τειρεσίας, ο Άγγελος, η Αγαύη: όλες και όλοι. Θαύμα.

Ιδιαίτερη μνεία στον καταπληκτικό Παπασπηλιόπουλο Πενθέα: η Κοντούρη τον στήνει σαν έναν Κυρανάκη που μιλάει σαν Μπογδάνος. Επίσης του έδωσε γάντια τύπου Γκίλντας αλλά από υλικό που τα κάνει κατάλληλα για φιστάρισμα ολκής. Ο Παπασπηλιόπουλος φρόντισε ωστόσο να μη γίνει καρικατούρα ο Πενθέας του, παρά ενσάρκωση της (καθόλου διονυσιακής) μανίας που κουβαλάει μαζί της η επισφαλής εξουσία.

Να πάτε.

Βίοι αμαρτωλών, πολιτεία ηρώων ― και άλλες θεολογίες

Ο Άη Γιώργης, του Petar Meseldzija

Κρίνοντας την πολιτεία ζώντων και νεκρών

Η κριτική της πολιτείας ενός ανθρώπου αποσκοπεί

  • είτε στο να μετανοήσει ο άνθρωπος αυτός (θα σας πει ο Σκλήρης τι είναι μετάνοια, δεν είναι αυτό που νομίζετε)
  • ή στο να προστατεύσει την κοινωνία (και μάλιστα τους αδύνατους και τους μη προνομιούχους, όπως π.χ. τις μειονότητες) από τις συνέπειες της πολιτείας αυτής.

Αν π.χ. επικρίνω την πολιτεία του Κούλη θα το κάνω είτε για να μετανο… άχαχαχαχ είτε για να συμβάλω στην προστασία της κοινωνίας ή κοινωνικών ομάδων που πλήττονται από την πολιτεία του.

Σε αυτόν τον δεύτερο σκοπό, την προστασία των άλλων, εντάσσεται και το να εξηγήσει κανείς μέσω της κριτικής του ότι π.χ. ο Κούλης δίνει, ας πούμε, το κακό παράδειγμα.

Ας υποθέσουμε τώρα ότι αύριο πεθαίνει ο Αρθούρος Ρεμπώ. Επικρίνοντας την άθλια πολιτεία του δεν μπορεί να έχω σκοπό να τον βοηθήσω να μεταμεληθεί, αφού πάει, πέθανε.Μένει ο παιδαγωγικός σκοπός: να προστατεύσω την κοινωνία από την πολιτεία του, που περιελάμβανε δουλεμπόριο κι εμπόριο όπλων κτλ., αν κι εφόσον αυτό είναι εφικτό.

Το σκέλος του κακού παραδείγματος εδώ πάντως δεν εφαρμόζεται: αν κάποιος όντως είναι ταλέντο μεγέθους Ρεμπώ (κι εγωιστής κι υπερφίαλος όσο ο Ρεμπώ), μάλλον δεν θα μας ακούσει.

Με άλλα λόγια, αν πεθάνει ο Ρεμπώ και σπεύδω να τον μπινελικώσω (οι γέροι) ή να τον κριτικάρω (οι μπούμερ) ή να τον κανσελάρω (οι μιλλένιαλ κι οι ζούμερ) για όσα παραβιαστικά έκανε στον δύστυχο τον Βερλαίν, για το ότι σκότωσε έναν άνθρωπο στην Κύπρο και για το ότι μετά πούλαγε σκλάβους και όπλα, άραγε σε ποιον απευθύνομαι; Στους μελλοντικούς Ρεμπώ; Στον εαυτό μου ίσως, που δεν είναι Ρεμπώ; Ποιος ξέρει.

Νεκρολογίες και θεολογισμοί

Έχω ξαναβρεί τον μπελά μου προσπαθώντας να κάνω λεπτές διακρίσεις αλλά ας είναι, αυτή είναι η δουλειά μου, το nuance υπηρετεί (και άλλα, αλλά και το nuance).

Όπως έχει πει ο Νάτσης, οι νεκρολογίες χωρίζονται σε αυτές που λένε πόσο γαμάτος είμαι που με ήξερε ο μακαρίτης και σε αυτές που λένε πόσο γαμάτος ήταν ο μακαρίτης που τον ήξερα.

Τι συμβαίνει όμως άμα δεν τον ήξερες τον μακαρίτη; Αν επιμένεις να τον νεκρολογήσεις (θα επανέρθω σε αυτό) είτε θα αξιολογήσεις το έργο του είτε την πολιτεία του.

Για να το αξιολογήσεις το έργο χωρίς να γελοιοποιηθείς (αν και στο ίντερνετ όλες οι αποψάρες χωράνε) πρέπει να ξέρεις πέντε πράγματα σχετικά· εκτός αν πρόκειται για λογοτεχνία, όπου απλώς αξιολογείς επιφανειακά αυτό που διάβασες (π.χ. «η Λολίτα μιλάει για έναν παιδεραστή») και περνιέσαι και για μάγκας ή μαγκίτισσα.

(Πάντως, επειδή καλλιτέχνες και δημιουργούς έχω κατά νου, εννοείται ότι το έργο πολιτικών και ηγετών μπορούμε άνετα να το αξιολογήσουμε χωρίς να είμαστε «ειδικοί», ιδίως αν επηρεάζει τη ζωή μας. Πάμε παρακάτω.)

Το εύκολο λοιπόν είναι να αξιολογήσεις την πολιτεία του εκλιπόντος. Υπάρχει λοιπόν η ιδέα ότι πρέπει να υπάρχει συνέπεια μεταξύ πολιτείας και καλλιτεχνικού έργου. Εμπειρικά αυτό ποτέ δεν ίσχυσε, αλλά ιδεολογία είναι και να μη θες να ασχοληθείς με τα εμπειρικά δεδομένα.

Αφορμή αυτής της ιδέας είναι το γνωστό εδάφιο 43 στο 6ο κεφάλαιο του κατά Λουκάν: «οὐ γάρ ἐστι δένδρον καλὸν ποιοῦν καρπὸν σαπρόν, οὐδὲ δένδρον σαπρὸν ποιοῦν καρπὸν καλόν». Βεβαίως ο Χριστός (τον λέω έτσι όπως λέω και τον Σιντάρτα Γκαουτάμα Σακιαμούνι «Βούδα», χωρίς να πιστεύω ότι αφυπνίστηκε, νταξ;) δεν μιλάει για τη συνέπεια πολιτείας και καλλιτεχνικού έργου, άλλα Τον απασχολούσαν.

Στην εποχή μας, μια μάλλον αμερικανικής Ευαγγελικής προέλευσης ρηχή θεολογική συνθηματολογία τείνει να αντικαταστήσει τη διαλεκτική και τις μεθόδους του Διαφωτισμού (remember kids: κριτική του Διαφωτισμού μπορεί να γίνει μόνο με τα εργαλεία του).

Η συνθηματολογία αυτή παντρεύεται με την πάγια αλλά επιβλαβή ανάγκη μας για ήρωες και καταλήγει να περάσει κάθε εκλιπόντα από λεπτομερή εξέταση (τελωνισμό τον έλεγαν οι δικοί μας στριφνοί καλόγεροι και γεροντάδες) ώστε με τη χρήση αρετόμετρων, αριστερόμετρων ή και των δύο να καθοριστεί εάν του πρέπει τιμή και προσκύνηση. Ναι, περίπου όπως κάνει το Βατικανό με τους αγίους ― οι δικοί μας οι δεσποτάδες είναι πιο χαλαροί, ιδίως αφού αντιλήφθηκαν πόσο αναγκαίο για την πελατεία τους είναι να μην είναι 1500 ετών οι άγιοι που της προτείνουν να προσκυνήσει.

Η ρηχή αυτή προτεσταντίζουσα θεολογική σκέψη έχει δυστυχώς διαποτίσει και κάθε κίνημα. Γίνονται πια κριτικές της καταπίεσης, της εξουσίας και της αυθεντίας οι οποίες επικαλούνται από συλλογική ευθύνη, μέχρι προπατορικά αμαρτήματα, από αμαρτήματα της διανοίας και του χαρακτήρα (που τόσο ενοχλούσαν τους σταλινικούς κομισάριους) μέχρι α πριόρι ενοχή ή την ιδέα ότι το βίωμα του ενός καθορίζει το βίωμα ολόκληρης της κοινότητάς του κτλ. κτλ. κτλ.

Κι αυτό είναι τελικά πολύ επιβλαβές. Όχι μόνο λάθος, αλλά και επιβλαβές. Για παράδειγμα, αν οι παλινωδίες και η εγωμανία του Μίκη μπαίνουν στην ίδια κατηγορία ανομημάτων με βιασμούς ή συμμετοχή σε γενοκτονία κάποιων άλλων, τι από τα δύο θα ευτελιστεί; Πώς θα βαρύνει το αίτημα για δικαιοσύνη όσων έχουν υποστεί τα δε αν μπαίνει στο ίδιο καλάθι με τα μεν;

Και κάτι τελευταίο: ναι, μπορεί κάποιος να έχει μεγάλο έργο παρότι είναι καθήκι. Αλήθεια. Συμβαίνει από τότε που υπάρχει ανθρωπότητα. Και κάτι ακόμα πιο σημαντικό, που τόνιζε τις προάλλες η Ζωή Μαυρουδή: πολλά έργα είναι συλλογικότερα απ’ όσο θέλουμε να πιστεύουμε.

Σε πρώτη φάση θα ήταν σκόπιμο να ξεκολλήσουμε λίγο από την προσδοκία ο καλλιτέχνης να είναι ήρωας (ή άγιος), πολλώ μάλλον μοναχικός ήρωας. Σε μια δεύτερη φάση θα έπρεπε να προχωρήσουμε σε αυτό που είπε κάποτε ο Τσόμσκι: «We shouldn’t be looking for heroes, we should be looking for good ideas.»

Αρχή Ινδίκτου

Πριν 30-40 χρόνια ούτε οι σούπερ θεούσοι και θεούσες δεν ήξεραν τι είναι η Αρχή της Ινδίκτου. Σήμερα, το 2021, μερικά λαμπρά μυαλά του τιέλ μου (έχω πολλά λαμπρά μυαλά στο τιέλ μου και το λέω δίχως σαρκασμό, γιατί ξέρω πόσο οφ μπορεί να βγει ένα λαμπρό μυαλό) αλληλοεύχονται «καλή χρονιά» και διακηρύσσουν τρυφερά ότι σήμερα είναι η πραγματική πρωτοχρονιά. Ναι, σήμερα είναι αν είσαι ζευγάς ή δάσκαλος, ξέρω γω.

Η επικράτηση της χριστοδουλικής νεορθοδοξίας εδραιώνεται και διαμορφώνει την ελληνική κοινωνία σε κάτι αρκετά πιο κλειστό από ό,τι ήταν π.χ. τη δεκαετία του ’80, σίγουρα πολύ πιο παραδοσιόπληκτο, κάργα άκαμπτο και παραδομένο σε μια ασβεστωμένη και φουλ επανεπινοημένη ελληνορθοδοξία. Έτσι και με τους καλοπαναγιάδες (μιλάμε για ευχή άγνωστη πριν 30-40 χρόνια), έτσι σε λίγο και με τόσα άλλα σαφώς πιο δυσοίωνα και οπωσδήποτε πιο αντιδραστικά.

Μόνο η ευχή «Χριστός Ανέστη» μέχρι πριν της Αναλήψεως δεν θα νεκραναστηθεί, γιατί η χριστοδουλική νεορθοδοξία και οι αριστερές ή οι παρδαλές παραλλαγές της δεν πιστεύουν ούτε στην Ανάσταση ούτε σε τίποτα: μόνο το ιδιοσυστασιακό φολκλόρ της Ορθοδοξίας τις νοιάζει, συνήθως ως αποτροπαϊκό χαϊμαλί απέναντι στον μισοπεθαμένο διεθνισμό και στον αδηφάγο κοσμοπολιτισμό του ύστερου αμερικανισμού.

Το παράδοξο του μαγιό κτλ.

Μία αγαπημένη ποιήτρια μού έλεγε πριν χρόνια ότι αισθάνεται άβολα κι αμήχανα να φοράει μόνο μαγιό στην παραλία, αφού τα γυναικεία μαγιό είναι πανομοιότυπα με τα εσώρουχα. «Δεν θα έβγαινα στην παραλία με τα εσώρουχα!», μου έλεγε. Τυλιγόταν λοιπόν κι αυτή με σάλια και παρεό και τέτοιες επανεπινοήσεις του πέπλου.

Αυτό λοιπόν είναι το παράδοξο του μαγιό: κυκλοφορούμε άνετα στην παραλία, και πέριξ αυτής, φορώντας ακριβώς τόσο ύφασμα όσο πάει στα εσώρουχά μας. Αυτό το αποκαλώ το παράδοξο του μαγιό. Το ισοδύναμο του μπικίνι είναι το σουτιέν-κυλότα, του ολόσωμου είναι το μπόντυ, του σπήντο είναι το σλιπ και των βερμούδων η σκελέα. Όσο γι’ αυτές που πετάν τα σουτιέν στην παραλία, σιγά μην τις απασχολούνε τέτοια παράδοξα: έχουν ήδη σταματήσει να διαβάζουν.

Θα πει κανείς ότι τα μαγιό δεν είναι ακριβώς σαν εσώρουχα αφού δεν είναι διαφανή, όπως είναι τα πιο εκλεπτυσμένα γυναικεία εσώρουχα, και ότι δεν φεγγίζουν όταν βραχούν (τουλάχιστον όχι συνήθως). Άλλα υφάσματα, Σραόσα. Έχουν και σχέδια. Είναι και σχετικά αδιάβροχα.

Ωστόσο δεν παύουν τα μαγιό να καλύπτουν πολύ λίγα. Γι’ αυτό άλλωστε και έχουνε γίνει πεδίο συμβολικών μαχών για την κυριαρχία στο γυναικείο σώμα: γνωστά πράγματα.

Ας δούμε λοιπόν γιατί πάμε στην παραλία. Εγώ έχω ξαναπεί ότι δεν είμαι θερολάτρης κι ότι η θάλασσα μου είναι μάλλον αδιάφορη. Άρα για μένα η θάλασσα έχει κάποια χρήση. Πιστεύω ότι για πολλούς από τους αναγνώστες ισχύει ακριβώς το ίδιο, για πολλούς περισσότερους από όσους το παραδέχονται: είμαι σχεδόν πεπεισμένος ότι οι θαλασσολάτρες είναι λιγότεροι από όσοι νομίζουμε.

Αφήνοντας τις προφανείς χρήσεις της παραλίας (μπανιστήρι, μπαλαμούτι, ρακέτα, φιλαναγνωσία, επίδειξη κι εγκαύματα κτλ.), ας μιλήσω και πάλι για μένα.

Εμένα λοιπόν με φέρνει σε μια άλφα διάθεση ύπνωσης και διαλογισμού η επίπλευση και η καταβύθιση στο νερό. Σε ευτυχείς στιγμές η καταβύθιση με αναγκάζει να δω λίγο πιο μπροστά από εκεί όπου στέκομαι στη ζωή μου, δεν το λες και αμελητέο. Βεβαίως προτιμώ τα ποτάμια γιατί σιχαίνομαι την αλμύρα, τη σκόνη, το λιοπύρι κι όλα όσα η φάση παραλία περιλαμβάνει, αλλά στην Ελλάδα ζω, όχι αλλού.

Επίσης η επαφή με το νερό ιδανικά γίνεται σε συνθήκες γυμνισμού, όμως και ο οργανωμένος γυμνισμός με χαλάει και το να πρέπει να περπατήσω σαράντα λεπτά γατζωμένος από σκίνα και μυρτιές και κοτρώνες για να κατέβω στη μία παραλία όπου «μπορείς να κάνεις γυμνισμό».

Για αυτή τη χρήση, της καταβύθισης και της επίπλευσης, προτιμώ ό,τι λιγότερο παρεμβατικό και αισθητό: τα μαγιό σπήντο. Όσο πιο σλιπ, τόσο το καλύτερο, να μην κάνει αισθητή την παρουσία του, να κολλάει πάνω μου. Επίσης τα σπήντο τα προτιμώ αισθητικά, επειδή παραπέμπουν σε κολύμβηση και σε κολυμβητήριο. Απεναντίας, τι να πει κανείς για τις ελεεινές βερμούδες;

Ποτέ δεν κατάλαβα πώς μπαίνει κανείς στο νερό με βερμούδες, δηλαδή με το αντίστοιχο των καταραμένων και εξοστρακισμένων στην ξηρά ψαράδικων παντελονιών, αυτών των τριών τετάρτων. Ακόμα και κάτι χαχόλικα μαγιό σορτς, μην τυχόν και γράψει καμμιά γραμμή κάτω από τη μέση και το υπογάστριο και μας περάσουν για τίποτε αδερφές τάχα, με ενοχλούν. Παγιδεύουν αέρα, νιώθεις το νερό να κυματίζει τα μπατζάκια τους, με τα ηλίθια κορδόνια τους και τα σαχλά διχτάκια που παριστάνουν τα σεμνότυφα σπασουάρ.

Θέλει να νιώθει ο μέσος άντρας που μπαίνει στο νερό να κυματίζουν μπατζάκια γύρω από τα μπούτια του; Δεν ξέρω, τι να πω, δεν έχω υπάρξει μέσος άντρας, θα σας γελάσω. Εμένα τα σπήντο, άντε κανα κολλητό τύπου μπόξερ, μου αρέσουν για τους δύο και κάτι μήνες που αγγαρεύομαι να τρέχω στις θάλασσες, αφού είναι ό,τι πιο κοντά στη γυμνότητα. Και στο κάτω κάτω, αν τυχόν και δούμε ή σκεφτούμε τίποτα ενδιαφέρον ρε παίδες και μιας πιάνουν αιδημοσύνες, ζωνόμαστε καμμιά πετσέτα κι οκέι.

Μετά τα ονόματα

Κάποτε γνώρισα μια χρυσή καρδιά εδώ μέσα. Χρυσή, ταλαντούχα κι ελεύθερη. Είχε κι αυτή ένα μπλογκ. Ο τίτλος του μπλογκ δεν μου άρεσε ― γιατί να πρέπεις να απολογείσαι επειδή είσαι ελεύθερη; ― αν και τώρα πια καταλαβαίνω ότι ήταν μάλλον ελαφρώς ειρωνικός. Μας τρόλαρε η Βασιλική, όπως λέμε σήμερα.

Στην πραγματικότητα τα δεκαπεντέμισυ χρόνια που εκτίθεμαι εδώ μέσα έχω βρεθεί κάμποσες φορές σε απολογητική διάθεση. Η σχετική βραδύτητα των μπλογκ, βραδύτητα σε σχέση με το φέισμπουκ και το τουίτερ, προσέφερε τη δυνατότητα του αναστοχασμού, της επιστροφής σε παλιότερα κείμενα και της καθυστερημένης απάντησης. Τέλος πάντων, ντεπασέ πράγματα, παρωχημένα.

Πράγματι, ο χρόνος στα σοσιαλμήντια περνάει γρήγορα. Δεκαπεντέμισυ χρόνια εδώ είναι πενηνταφεύγα στον έξω κόσμο. Θα μπορούσα εδώ να κάνω κάποιο λογοπαίγνιο με τη βαρύτητα ή με την έλλειψή της και της σχέσης της με τον χρόνο, αλλά ποιος έχει όρεξη για εξυπνάδες μετά από δεκατόσα ολόκληρα χρόνια. Δείτε το Interstellar ή έστω τα σχετικά μημ.

Μέχρι και οι παράγραφοί σου μικραίνουν, γίνονται οξύτερες και πιο αιχμηρές.

Όταν λοιπόν ξεκίνησα το μπλογκ στα ελληνικά ξεκίνησα ψευδώνυμα γιατί ήθελα να ξεχωρίσω τη γραφή από τη ζωή. Σχετικά με την ψευδωνυμία τα είπα εδώ κι εδώ. Άλλωστε το 2005 ήμουν απλώς ένας ζωηρός τύπος με καλές επαγγελματικές προοπτικές αλλά ζοφερό και κακοπληρωμένο επαγγελματικό παρόν. Τίποτε παραπάνω.

Αργότερα τα πράματα σοβάρεψαν. Η αρχική αιδημοσύνη, την οποία εξυπηρετούσε η ψευδωνυμία, αντικαταστάθηκε από κάτι άλλο: αισθανόμουν ότι δεν είχα πια το δικαίωμα να ντύνω με το κύρος του ονόματος και της ιδιότητάς μου κάθε πλάκα και τρολιά, κάθε αποψούλα μου για θέματα που δεν αφορούν την ειδικότητά μου, κάθε χαχά χουχού και σαχλίτσα, κάθε λογοτεχνική η ερωτογραφική προσπάθεια, κάθε έξαρσή μου ρητορική ή δραματική (ως γνωστόν, δεν το έχω με την ποίηση).

Όσο μεγάλωνα και προχωρούσα κι ανέβαινα, τόσο συνειδητοποιούσα ότι δεν έχω κανένα δικαίωμα να χρησιμοποιώ το (ας πούμε) πραγματικό όνομά μου για να δίνω βαρύτητα και κύρος σε πλάκες και τρολιές, σε αποψούλες για θέματα που δεν αφορούν την ειδικότητά μου, σε χαχά χουχού και σαχλίτσες, λογοτεχνικές η ερωτογραφικές προσπάθειες κτλ.

Κι έτσι, χρόνια αφού είχαμε μετακομίσει στο φέισμπουκ, όταν η πλατφόρμα του Ζάκερμπεργκ μοιραία ζήτησε πραγματικά ονόματα ώστε να οικοδομήσει τη διαφημιστική «κοινότητά» της, εγώ επέμεινα στην ψευδωνυμία και δεν έδωσα το πραγματικό όνομά μου, άλλωστε ήδη είχα υπάρξει Σραόσα για πάνω από δέκα χρόνια, και επινόησα το Βαγγέλης Πολίτης.

Κι έτσι όσα διαβάζετε εδώ και στα τρία (προσεχώς τέσσερα) βιβλία και στο fb είναι γραμμένα από κάποιον του οποίου το όνομα βρίσκεται μεταξύ του πραγματικού ονόματος και του Σραόσα.

Άλλωστε μια χαρά πραγματικός είναι ο Σραόσα, δηλαδή εγώ:

Δεν είμαι πια απλώς ζώδιο της κρύας θαμπής φωτιάς: είμαι εγώ ο ήσυχος αλλά γεμάτος θαλπωρές τευτονικός χειμώνας· δεν είμαι πολλοί όντας ένας, δεν είμαι κάποιος άλλος: είμαι ένας με πολλούς τρόπους. Είμαι ο Σραόσα.

Αμοργός

Amorgos summer
Χώρα

Την Αμοργό δεν την ανακάλυψε η Κρίστη Στασινοπούλου το 1992. Δεν την ανακάλυψε καν ο Νίκος Γκάτσος το 1943, άλλωστε η Αμοργός του δεν μιλάει για την Αμοργό. Το νησί το ανακάλυψε ο Λυκ Μπεσόν λίγο πριν το 1988, παραδίδοντάς το στην ανθρωπότητα ως πρόσχημα του Πελάγους, του Απέραντου Γαλάζιου.

Πράγματι, η Αμοργός δεν είναι παρά πρόσχημα για τη θάλασσα που τη βρέχει εξ Ανατολών, για το ανοιχτό απόλυτο Αιγαίο, με τον τρόπο που η Σαντορίνη είναι πρόσχημα για την Καλδέρα της.

Οι λάτρεις της Αμοργού ως τοπίου θα μιλήσουν (στερεοτυπικά βεβαίως) για την άγρια ομορφιά της. Θα εκθειάσουν τη λιτότητα του αμοργιανού τοπίου. Θα υμνήσουν λυρικά το λίγο της φύσης ― πάντοτε έχοντας κατά βάθος υπόψη το πολύ του θαλασσινού νερού που περιβάλλει τον στεγνό κι άνυδρο αυτό τόπο.

Το τοπίο είναι όντως άγριο, για στρέμματα ολόκληρα πλαγιές ατελείωτες, το μάτι δεν το ξεκουράζει ούτε ένα πουρνάρι ούτε ένα σχίνο. Βεβαίως, όπως και σε άλλες περιπτώσεις, η αγριότητα δεν είναι προϊόν των δυνάμεων της φύσης αλλά έργο ανθρώπων. Η φύση από μόνη της μπορεί να είναι αφιλόξενη κι ανελέητη, όμως η αγριότητα πάντοτε απαιτεί ανθρώπινη παρέμβαση. Το αμοργιανό τοπίο είναι προϊόν της ανθρώπινης δραστηριότητας.

Η κατάξερη ερημιά του αμοργιανού τοπίου είναι προϊόν αιώνων αποψίλωσης ενός ήδη άνυδρου τόπου, ενώ πάνω του δεν πρόκειται να στεριώσει ξανά μεσογειακή βλάστηση όσο τον νέμονται ανενόχλητα τα γίδια. Το αμοργιανό τοπίο, ένας κλασικός γιδότοπος, είναι τόσο τεχνητό όσο κι ένα γήπεδο γκολφ.

Είναι λοιπόν άσχημη η Αμοργός; Όχι.

Πρώτον, η Αμοργός είναι πρόσχημα για τη θάλασσα, όπως είδαμε, και η θάλασσα ποτέ δεν είναι άσχημη. Μπορεί ενδεχομένως να είναι άγονη και στείρα (αν είσαι ομηρικός τύπος), μυστική κι ανεξιχνίαστη εικόνα του ασυνείδητου (αν είσαι ψυχαναλυτικός τύπος), πρόσοδος (αν είσαι ψαράς ή εφοπλιστής), ή κατά βάθος αδιάφορη (αν είσαι εγώ).

Δεύτερον, η Αμοργός έχει τη Χώρα της, επίσης προϊόν της ανθρώπινης δραστηριότητας. Η Χώρα της θα αρκούσε.

Ποιοι είναι όμως οι λάτρεις της Αμοργού;

Αφενός είναι οι άνθρωποι, νέοι κυρίως, που αγαπούν τη θάλασσα ή που είδαν την ταινία. Εγώ τη θάλασσα δεν την αγαπώ αλλά αγάπησα μία παραλία στην Αμοργό, που έγινε για μένα ένας μαγικός τόπος που συμβολίζει νέους χώρους εντός μου. Επίσης, δεν κακολογώ τους ανθρώπους που αγαπούν τη θάλασσα.

Αφετέρου είναι οι φασαίοι. Η Αμοργός λατρεύτηκε και αποθεώθηκε από φασαίους και το αποτύπωμά τους βρίσκεται παντού στη Χώρα και την Αιγιάλη και τα άλλα χωριά (το άλλο λιμάνι είναι μια αδιάφορη κοινοτοπία).

Οι φασαίοι κοιτάζουν τη φρικτή ερήμωση του τοπίου, την καταστροφή κάθε πηγής δροσιάς και την έλλειψη κάθε εστίας αναψυχής και θαυμάζουν τη λιτότητά του. Συγχέουν την πρακτική αρχιτεκτονική του νησιού με το νεκρό κατσικόβροτο τοπίο του. Την εναγώνια αναζήτηση μέσα στα πετρώδη χέρσα για ένα μικρό στοιχείο ζωής, μια φωνή αύρας λεπτής την αντιλαμβάνονται ως πνευματική αναζήτηση για το μικρό, για το ταπεινό και το ελάχιστο. Όμως, φασαίοι μου, άλλο επιβίωση άλλο πνευματικότητα.

Δεν θα μπορούσαν όμως οι φασαίοι να νιώθουν από τέτοιες διαφορές. Οι περισσότεροι ανήκουν σε μια γενιά που αυτονόμησε και μετά αποθέωσε την ομορφιά. Πεινασμένη για ομορφιά σε έναν κόσμο που σιγά σιγά ξέφευγε από τη συνθήκη νηνεμίας της δεκαετίας του ’80, η γενιά αυτή αποφάσισε να την ψάξει παντού: στον πρωτογονισμό (που συνήθως δεν είναι ολωσδιόλου πρωτόγονος), στο εξιδανικευμένο εθνικό ή παρόμοιο παρελθόν, ή μακριά από την αφθονία του δάσους που τους έφερνε συνειρμούς αφθονίας των φορτικών γονικών εστιών τους.

Οι φασαίοι, ενοχικώς μικροαστοί και όχι ακριβώς της εργατικής τάξης, πάντως σίγουρα καθόλου περήφανα εργατόπαιδα, αισθητικοποίησαν την καταστροφή: την ερήμωση, την αποψίλωση και την ξεραΐλα. Αγκάλιασαν λ.χ. τα πανηγύρια χωρίς το περιεχόμενό τους (ότι δηλαδή ήταν η μόνο μορφή διασκέδασης για αιώνες) όπως τρώμε γαμήλια, ανακτορικά ή εορταστικά πιάτα από όλον τον κόσμο και θαρρούμε ότι γευόμαστε εθνικές κουζίνες. Αγκάλιασαν το ελεύθερο κάμπινγκ ως συνεκδοχή του γυμνισμού (ποιος δεν αγαπάει τον γυμνισμό; σοβαρά μιλάω) και ως το άλλο άκρο ενός ακόμα τεχνητού διπόλου, απέναντι από την άνεση και την τρυφή του καταπιεστικού οικογενειακού σπιτιού τους.

Μια γενιά με επιλεκτική ενσυναίσθηση, μορφωμένη μέσω σπερμολογίας και χειροποίητης επεξεργασίας άσχετων εμπειριών και αντιλήψεων, θεωρεί ότι η έρημος είναι λιτότητα και τα χέρσα καμβάς για να κάνει ο ήλιος τα πυρόκαυστα τα δικά του. Δεν θέλω να δώσω ακόμα περισσότερες προεκτάσεις στο θέμα, είναι σαφές τι έγινε με δαύτους και πώς διαμορφώνει το πώς βλέπουν την Αμοργό και την κάθε Αμοργό.

Η Αμοργός όμως παραμένει όμορφη: περιβάλλεται από το Πέλαγος και φιλοξενεί τη Χώρα.

(Δεν θα αποκαλύψω την παραλία που αγάπησα. Τι με περάσατε, φρηπρές; Χα!)

Προτού γίνουν αξιοθέατα

στον Άρη Καλαντίδη

Το ζήτημα σε μια πόλη δεν είναι τελικά αν είναι βρώμικη, θορυβώδης, χαοτική. Το γιατί θα προσπαθήσω να το εξηγήσω παρακάτω. Φρονώ πάντως πως το πραγματικό ζήτημα σχετικά με το κατά πόσο μια πόλη είναι «ανθρώπινη» έγκειται στο πόσο αφήνεται να γίνει πολύ βρώμικη, πολύ θορυβώδης, πολύ χαοτική.

Στερεοτυπικά κι επανειλημμένα η Αθήνα χαρακτηρίζεται ως ακριβώς αυτά: βρώμικη, θορυβώδης, χαοτική. Βεβαίως, η Αθήνα είναι και άλλα πράγματα, όπως ξαναείδαμε κι εδώ το 2007:

η Αθήνα (μιλάω τώρα για την ευρύτερη περιοχή μέχρι τα ‘σύνορα’ του πάλαι Σταυρού Αγίας Παρασκευής και χωρίς το Μενίδι) είναι λειτουργικότατη πόλη, όπως έδειξε η περίφημη μελέτη Δοξιάδη τη δεκαετία του 70 — και (για) την οποία αδυνατώ να βρω ονλάιν. Τι εννοώ. Σε αντίθεση με πολλές (μεγαλου)πόλεις, για κάθε κάτοικό της ο χρόνος πρόσβασης στις διάφορες χρήσεις είναι ανάλογος του πόσο αναγκαία είναι η χρήση: σε λίγη ώρα βρίσκεις ψιλικατζίδικα και έβγες και περίπτερα, σε λίγο περισσότερη φαγάδικα, σε λίγη ακόμα φαρμακεία, σε αρκετά περισσότερη σινεμά — και ούτω καθεξής. Αν αυτό φαίνεται αυτονόητο (όπως λ.χ. η σταθερά χαμηλή εγκληματικότητα), δείτε το συγκρότημα του Λονδίνου, μικρότερες αγγλικές πόλεις, τις πόλεις του κομμουνισμού ή της Άπω Ανατολής ή ακόμα και τη Λευκωσία (για να μην πιάσουμε τις βορειοαμερικάνικες πόλεις), όπου πρέπει να πας (με αυτοκίνητο) στην άλλη άκρη για να αγοράσεις ψωμί, γάλα, εφημερίδα και ένα μπουκάλι κρασί…

Η Αθήνα επίσης έχει διάφορες αρετές, που αποσιωπώνται ή παραγνωρίζονται ακόμα και από πολυταξιδεμένους ευρωπόφιλους.

Πρώτον, στην Αθήνα δεν υπάρχουν γκέτο, όπως εξηγεί η μελέτη που λινκάρω. Εν μέρει και λόγω της αντιπαροχής, ευνοήθηκε «η συγκέντρωση και διάχυση ολόκληρου του πληθυσμού στα κέντρα των πόλεων και με ανάμεικτο τρόπο». Με άλλα λόγια, το λεγόμενο ευρωπαϊκό μοντέλο του κουκλίστικου κέντρου που περιβάλλεται από προάστια και από γκέτο που απαρτίζονται από θηριώδη μπλόκα μπρουταλιστικής εμπνεύσεως κι εκτέλεσης δεν δούλεψε στην Αθήνα. Κι έτσι ενώ «στας Ευρώπας» το φροντισμένο κέντρο είναι συνήθως μεγαλοαστικό υπνωτήριο ή εμπορικό κέντρο συνδυασμένο με διασκεδαστήριο κι αξιοθέατο, στην Αθήνα μπορεί να έχεις μεγαλοαστούς στην ίδια πολυκατοικία με φοιτητές ή εργάτες.

Δεύτερον, η ποιότητα του πόσιμου νερού στην Αθήνα είναι ασύλληπτα υψηλή. Ρωτήστε κατοίκους άλλων μεγαλουπόλεων, ή και κατοίκους πόλεων πέριξ των Άλπεων, που άσπιλο λιωμένο χιονάκι πίνουν.

Τρίτον, το κλίμα της Αθήνας. Ναι, παρά τη θερμική συμπεριφορά του μπετόν. Και πάλι, αρκεί να ζήσει 3-4 μήνες σε μια πόλη π.χ. της Ιταλίας κανείς. Επίσης είναι χαρακτηριστικό ότι μια πόλη με τόσο λίγους ανοιχτούς χώρους πρασίνου (άλλωστε το πράσινο χωρίς διαρκείς βροχοπτώσεις προϋποθέτει κοινωνικό κράτος και μάλιστα σε επίπεδο αυτοδιοίκησης), οι δρόμοι είναι γεμάτοι δέντρα.

Αναρωτιέμαι παρεμπιπτόντως με τι υλικό ήθελαν οι τσιμεντοφοβικοί να χτιστεί μια ελληνική μεγαλούπολη: σκέτο τούβλο με φτενούς ατσάλινους σκελετούς; πέτρα ηπειρώτικη; ξυλεία; Κι όσοι απεχθάνονται την κατακόρυφη ανάπτυξη, μήπως θα προτιμούσαν να φτάνει η Αθήνα μέχρι τα Μέγαρα και τη Μαλακάσα;

Μιλώντας για μπετό, που κυριαρχεί και λίγο έξω από τα κουκλίστικα κέντρα της Ιταλίας ή της Ισπανίας, εκεί όπου τελειώνει ο ακριβότερος σοβάς, αναρωτιέμαι και πάλι αν έχουμε επίγνωση ενός απλού γεγονότος: η μορφή της μαζικής στέγασης σε μια πόλη αποτυπώνει την ιστορία της πόλης. Η Αθήνα δεν αναπτύχθηκε ούτε επί αρντεκό, ούτε επί Ωσμάν, ούτε επί βασίλισσας Βικτώριας. Με άλλα λόγια, η μαζική στέγαση παντού φέρει το αποτύπωμα και του ρυθμού και των τάσεων της εποχής της αλλά και του φορέα που ανέλαβε να την υλοποιήσει, είτε είναι το αμελές κράτος είτε κάποιοι άπληστοι ιδιοκτήτες κι εργολάβοι.

Θέλω τέλος να σταθώ σε δύο πιο σημαντικά θέματα.

Πρώτον, πόλεις που ο μέσος στραβοταξιδεμένος ευρωκομπλεξικός Έλληνας χαρακτηρίζει ως καθαρές και κουκλίστικες, είναι καθαρές και κουκλίστικες ακριβώς σε εκείνες τις γειτονιές στις οποίες οι κατά τόπους δήμοι αναπτύσσουν τις δυνάμεις καλλωπισμού και καθαριότητας που έχουν στη διάθεσή τους. Έχω περάσει σαν παγοθραυστικό μέσα από λονδρέζικα και παρισινά σκουπιδομάνια με τις δυνάμεις καθαριότητας να με ακολουθούν, έχω βρεθεί μέχρι τον αστράγαλο μέσα σε σαββατιάτικο σκουπίδι σε σταθμούς της Στουτγάρδης, μιας κατά τα άλλα αγκυλώμένης πόλης.

Δεύτερον, για να κλείσουμε όπως ξεκινήσαμε, όλες οι πόλεις είναι θορυβώδεις, βρώμικες, χαοτικές προτού καταστούν (ή καταντήσουν) αξιοθέατα, η καθεμία στην ανάλογη κλίμακα βεβαίως: η Κωνσταντινούπολη του 13ου αιώνα περισσότερο από το Ζάλτσμπουργκ του 18ου, το Μιλάνο του 16ου περισσότερο από τη Σιένα του 14ου.

Στοιχείο της πόλης αναπόσπαστο είναι ο θόρυβος, η πολυπλοκότητα, το παράταιρο ― ακόμα και η βρωμιά. Εύτακτα, καλαίσθητα και καθαρά και ελκυστικά είναι τα αξιοθέατα των πόλεων και ― γενικά ― όσες γειτονιές η κοινότητα και η τοπική αυτοδιοίκηση δεν αφήνουν να ξεπέσουν εντελώς στον θόρυβο και στη βρωμιά.

Χωρίς υπόμνημα

Αν έχεις βγει από το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, είναι συγγνωστό να μην ξέρεις να γράφεις. Η διδασκαλία της γλώσσας και του εγγραμματισμού στο ελληνικό σχολείο κρατιέται σε πρωτόγονα επίπεδα, πιθανότατα επίτηδες. Ούτως ή άλλως βέβαια η γραφή είναι δύσκολη υπόθεση: προϋποθέτει συγκρότηση και προγραμματισμό.

Ωστόσο να μην ξέρεις τι διαβάζεις είναι ανεπίτρεπτο. Αυτό το λέω με αφορμή το γνωστό στάτους στο Facebook που προκάλεσε διασυρμό μου, ενθάρρυνε καμμιά δεκαριά υβριστές μου να μου προσάπτουν διάφορα τερατώδη με τρόπο αξιόποινο, ενώ (δυστυχώς για μένα) μού αποκάλυψε ποιοι αυτοδικαιωμένοι κρυπτοαλαζόνες που παρίσταναν τους φίλους απλώς μου την είχαν καρτερικά στημένη στη γωνία για να μου την πέσουν με virtue signalling και φω υπεροψία.

Ακόμα και σήμερα διάβασα ότι το στάτους αυτό «επιτίθεται στο #metoo». Επειδή, δυστυχώς για μένα, είμαι καλόγνωμος (όπως με αποκάλεσε ένας φίλος) σκέφτηκα επιτόπου να διαλύσω τις όποιες εναπομείνασες παρεξηγήσεις. Άλλωστε το προφίλ αυτό το έστησα το 2005 όχι για να λέω τον πόνο μου αλλά για να κάνω διάλογο: να μιλάω και να ακούω.

Σκέφτηκα λοιπόν να γράψω εδώ ένα υπόμνημα του στάτους, σημείο προς σημείο. Μα την αλήθεια. Το έχω ξανακάνει κιόλας.

Μετά πάλι σκέφτηκα ότι το κείμενό μου στο fb δεν είναι ούτε θεόπνευστο (αν και με εκφράζει απόλυτα) ούτε προφητεία (αν και εκπληρώθηκε), ενώ δεν είναι καν γραμμένο στη στριφνή πρόζα του Αριστοτέλη. Ένα γαμοστάτους είναι, γραμμένο σε μικρές προτάσεις και με μικρές παραγράφους. Σιγά που χρειάζεται κι υπόμνημα.

Το μόνο που χρειάζεται ο αναγνώστης του είναι ελάχιστη καλή πίστη, μια στοιχειώδη α πριόρι παραδοχή ότι ο γράφων δεν είναι καθήκι. Στην περίπτωσή μου, φρονώ ότι την καλή πίστη όσων με διαβάζουν την έχω κερδίσει και με όσα γράφω και με τον τρόπο που κουβεντιάζω με όσους έχουν αντιρρήσεις.

Ακόμα πιο ξεκάθαρα: δεν χρειάζεται υπομνηματισμό κάτι που ανεβαίνει στα ΜΚΔ. Δεν είναι καν τυπωμένο. Άλλωστε στα σοσιαλμήντια υπάρχει η δυνατότητα να σχολιάσει κανείς ή να ρωτήσει, κατ’ ιδίαν ή ακριβώς κάτω από το στάτους. Τα σχόλια και τα ίνμποξ είναι υπομνηματισμός ― και λειτουργούν πιο αποτελεσματικά από τον όποιο υπομνηματισμό ακριβώς επειδή γίνονται κατά παραγγελία: μπορείς να ρωτήσεις τον ποιητή τι θέλει να πει.

Θα δώσω μόνο δύο παραδείγματα χωρίων που θα μπορούσαν να ερμηνευτούν με ένα απλό ίνμποξ ή με σχόλιο:

Κάποιοι λοιπόν σκάλωσαν με το κάτωθι κι αναρωτιόντουσαν γιατί μίλαγα για δόλο:

θα έπρεπε να εξετάζονται οι ανώνυμες καταγγελίες με προσοχή από τους αποδέκτες τους, ιδίως αν υπάρχει υποψία δόλου.

Συνήθως (θέλω να πιστεύω) αυτό ακριβώς συμβαίνει.

Το παραπάνω είναι υπαινιγμός στην απόπειρα σπίλωσης του ονόματος δημοσίου προσώπου εκ μέρους τρολ με διασυνδέσεις στον φασιστικό υπόνομο ομάδων αλήθειας κτλ. Οι συλλογικότητες που έγιναν παραλήπτες των καταγγελιών αυτών τις εξέτασαν και τις απέρριψαν χωρίς να τις δημοσιοποιήσουν. Κοντός ψαλμός αλληλούια.

Επίσης μαθαίνω πως ακούστηκαν ερωτηματικά για τη διατύπωση και για τον «χρονισμό» του εξής χωρίου:

«Ο ευτελισμός και η κατάχρηση της ανώνυμης καταγγελίας προκαλούν ανυπολόγιστη ζημιά στην αυτοάμυνα των γυναικών και των ευάλωτων ατόμων.»

Ποια από τις τρεις περιπτώσεις που άγγιζα στο στάτους αφορούσε; την κουήρ ΕΚ; τη ΧΟ που στοχοποιήθηκε εξ αιτίας της καταγγελίας εναντίον θαμώνα του μαγαζιού της για βιασμό; ή την κουήρ φίλη του ΙΛ (στη θέση του οποίου καθυβρίστηκα και συκοφαντήθηκα); Και τις τρεις, εννοείται.

Βεβαίως οι κακόπιστοι παραναγνώστες συμπέραναν ότι αναφερόμουν στον ίδιο τον ΙΛ, που πάντως ούτε γυναίκα ούτε ευάλωτο άτομο είναι.

Ακόμα πιο σημαντικό: οι ίδιοι παραναγνώστες δεν αναρωτήθηκαν επίσης εκ μέρους ποιων υπαινίσσομαι ότι γίνεται «ευτελισμός και κατάχρηση της ανώνυμης καταγγελίας». Εκ μέρους των καταγγελλουσών μήπως; Θα έβγαζε νόημα μια τέτοια αιτίαση; Ότι δηλαδή τάχα τα θύματα κάνουν κατάχρηση του μόνου όπλου που τους βρίσκεται; Είναι δυνατόν; και μάλιστα σε κείμενο που ξεκινάει με την απερίφραστη κατάφαση του #metoo και συνεχίζει με την αναγκαιότητα της ανώνυμης καταγγελίας; Ε, άμα είσαι κακόπιστος είναι και παραείναι.

Τέλος πάντων, αντιλαμβάνομαι ότι εδώ μέσα είναι σοσιαλμήντια, δεν είναι παίξε γέλασε: δεν υπάρχει μνήμη, πολλοί δυσκολεύονται να κάνουν κλικ για να δουν τι άλλο έχεις πει και τι καπνό φουμάρεις, υπάρχουν αντανακλαστικά υπάρχει κι ελευθεροστομία. Τα έχουμε ξαναδεί εδώ κι εδώ κι εδώ κι εδώ.

Όμως λίγο ώπα: ούτε όλοι έχουν τους φίλους που έσπευσαν να μου συμπαρασταθούν, ούτε όλοι είναι άνετοι με την έκθεση, πολλώ μάλλον την ξαφνική διαπόμπευση και τον διασυρμό, ούτε όλοι έχουν τη δυνατότητα να στέλνουν εξώδικα σε υβριστές και συκοφάντες. Λίγη απαλότητα, ρε παιδιά, και λίγο nuance. Κι αν δεν νιώθουμε ντιπ απ’ αυτά, δείξτε λίγη καλή πίστη ρε παιδιά.

Σημειώσεις από το Ωνάσειο

Μου αρέσει να ακούω μουσική ζωντανά γιατί απελευθερώνει τη σκέψη μου, λειτουργεί σαν ύπνωση, σαν ήπιο τριπάκι. Είτε είναι η PJ Harvey, είτε οι Cure, είτε ο Μπαχ, είτε η Sugahspank!, είτε (όπως χτες) ο Μέρτενς.

Τον Μέρτενς τον είχα ξαναδεί στο Ηρώδειο το ’17 αλλά δεν ήταν τόσο καλός όσο χτες στην Τεχνόπολη. Χτες με μάγεψε, αν και δεν ήμουν ποτέ φαν του, όχι μέχρι χτες τουλάχιστον. Συνήθως προτιμούσα τον πιο πιασάρικο Νάιμαν ή τον μικρό θεό που λέγεται Γκλας. Για μένα ο Μέρτενς ήταν ταυτισμένος μέχρι πρόσφατα με την Κοιλιά του αρχιτέκτονα: μουσική για κιονοστοιχίες, σπασμένες ή μη, και για υπερφίαλες αρχιτεκτονικές, με τη φωνή μιας άλτο να διαπερνά τις μελωδίες ― ώσπου έμαθα το ’17 ότι επρόκειτο για τη δική του φωνή κόντρα τενόρου.

Χτες χάρηκα βαθιά και με την αδέξια χαρά του επί σκηνής αλλά πολύ περισσότερο την ίδια τη μουσική του: απρόσμενη και παιχνιδιάρα αλλά πάντοτε σοβαρή με έναν τρόπο καθόλου συνοφρυωμένο, σαν καλόκαρδος και λιγάκι μποέμ Χατζιδάκις ακουγόταν. Περισσότερο χάρηκα τον λυρισμό του: στεγνό και καθόλου συναισθηματικό.

*

Το ζήτημα δεν είναι να ξεπεράσεις τις προσδοκίες που έχουν για σένα οι άλλοι· ούτε καν να τις εκπληρώσεις. Οι προσδοκίες των άλλων μπορεί να προέρχονται από τα δικά τους δυσεπίλυτα ζητήματα ή από μια επιπόλαιη εικόνα τους για σένα ή και για τον κόσμο.

Το ζήτημα να είναι στήσεις απέναντι τις δικές σου προσδοκίες για τον εαυτό σου, να τις κοιτάξεις, να σε κοιτάξουν καλά και να δουν ποιος είσαι και σε τι συνθήκες ζεις.

Ένα ακόμα ζήτημα είναι να μην αφήσεις ποτέ τον εαυτό σου να χάψει τη στρεβλή ιδέα ότι υπάρχει έστω και ίχνος ευγένειας ή αξιοσύνης στον πόλεμο που οι προσδοκίες των άλλων κάνουν εναντίον σου. 

*

Κάποιοι διαλέγουν τους φίλους τους και αναθεωρούν τους καταλόγους των φίλων τους με βάση τις κατ’ αυτούς αρετές τους. Μόνον οι ενάρετοι μπορούν να συμμετέχουν στις βίβλους της ζωής. Γι’ αυτούς το φίλος είναι αξιολογική κρίση και μόνο.

Κάποιοι θα στηρίξουν τους φίλους τους ό,τι κι αν κάνουν, όποιοι κι αν είναι ― περίπου όπως οι πατριώτες την πατρίδα. Γι’ αυτούς το φίλος είναι κυρίως μεταφυσική κατηγορία.

Κάποιοι δεν ξέρουμε και το ψάχνουμε και θα το ψάχνουμε. Σαφώς και πάντοτε φιλτέρα η αλήθεια, αλλά ο φίλος θα παραμείνει φίλος. Αν όμως το ζήτημα δεν είναι μόνον η αλήθεια κι ο φίλος προκύψει καθήκι ή (χειρότερα) και ψεύτης και καθήκι, ε εκεί στου πηγαδιού τον πάτο του Δάντη· και ζωή σ’ εμάς.

*

world without sex

«Η μόνη πανανθρώπινη αξία είναι ο ασκητισμός. Ο πόλεμος εναντίον του σεξ. Βρίσκεται παντού, σε βάθος και σε έκταση. Είναι καθολικού χαρακτήρα. Πείτε τον όπως αλλιώς θέλετε αν σας αρέσει η λιτότητα και η αυτοκυριαρχία και η άσκηση. Αλλά ο ασκητισμός ως ο πόλεμος κατά του σεξ (εκτός αν είσαι προνομιούχος, οπότε, δικό σου και το σεξ, όπως όλα τα άλλα) είναι το δηλητήριο της ανθρωπότητας. Από την Ινδία μέχρι τη Σικελία, από τον Αρκτικό Κύκλο μέχρι την Κίνα, από την Κορέα μέχρι τη Δυτική Αφρική.

Στον κόσμο που δεν έχει την επίπλαστη ευκολία και πρόσβασή μας και άρα βολοδέρνει μέχρι τον όποιο γάμο, το σεξ είναι όνειρο και βάσανο κι απωθημένο. Στον δυτικό μας τον κόσμο το ίδιο το σεξ, στην καθαρή και δραστική μορφή του, πουσάρεται ως κάτι έξω από εμάς, κάτι για κάποιους άλλους, ίσως πολύ πιο ωραίους· αν όχι για πιο ωραίους από εμάς, σίγουρα απευθύνεται σε κάποιους εγκιβωτισμένους μέσα σε μια φούσκα που απατηλά τους χαρίζει το ακαταδίωκτο και το ακατολόγιστο, που τους δίνει έναν χώρο προσωρινά προνομιακό και πλανερά προνομιούχο, έναν χώρο που δεν πολυμολύνει κάθε λογής ασκητισμός: ο αγροτοποιμενικός πουριτανισμός, η στεγνή αγριότητα της θρησκευτικής κακογαμίας, η μπαγιάτικη βικτωριανίλα.

Για εμάς το σεξ προορίζεται κυρίως για μπάνισμα και για κουτσομπολιό: ποιος πήρε ποιον, πόσες πήρε ο τάδε, πόσο παίρνεται η δείνα. Κυρίως όμως το σεξ είναι  εύχρηστη μεταφορά («η πούτσα της λιτότητας»), σχήμα λόγου («για τον πούτσο καβάλα») κι όρος σύγκρισης («γκολ σκέτη καύλα»). Και, οπωσδήποτε, θέμα συζήτησης. Κάποτε οι άνθρωποι αναλώνονταν στο να σχολιάζουν τας Γραφάς και τις απολύτως ακατανόητες βουλές του Κυρίου τους, τώρα υπομνηματίζουνε το σεξ. Σελίδες γράφονταν για μισό εδάφιο, τώρα σέρβερ υπερθερμαίνονται κι ανάβουν κάπου μακριά για  περιπτύξεις κάποιων άλλων που ίσως είδαμε κι εμείς ή μάλλον ακούσαμε γι’ αυτές: εμείς και η μισή Αθήνα, ακούγοντας Πάριο, για κάποια μυριοχαύνη ή για κάποιον κατά τα άλλα άγνωστο τετρακισχιλιοβινευτή.

Και το φετίχ; το να έχεις κι εσύ κάποιο φετίχ, έστω κι αν τό έχεις κατά διάνοια.»