Στοιχεία για το 2020

Μισάνθρωποι

Ζακ

Τον Σαχζάτ Λουκμάν τον σκότωσαν κάτι ναζί γιατί ήταν φτωχός σκούρος ξένος. Τον Παύλο Φύσσα τον σκότωσαν οργανωμένα οι ναζί γιατί ήταν αντιναζί.

Οι δύο αυτοί φόνοι και πολλοί σαν κι αυτούς είναι αναμενόμενοι: αυτός είναι ο φασισμός, έτσι κάνουν οι φασίστες. Οι εγκληματίες ήταν μέλη της ναζιστικής συμμορίας.

Εκείνο που είναι τερατώδες και θα έπρεπε να μας τρομοκρατεί περισσότερο και από τον οργανωμένο ναζισμό και τα εγκλήματά του είναι ο φόνος του Ζακ Κωστόπουλου.

Αφενός στο κέντρο της Αθήνας μέρα μεσημέρι σκοτώνουν έναν άνθρωπο δράστες που δεν είναι οργανωμένοι ναζί, σε αποστολή ή μη, επειδή κουνιόταν και τσίριζε. Αυτό. Σκεφτείτε το. Όχι γιατί ήταν ξένος, εχθρός, μετανάστης κτλ. κτλ. κτλ. Επειδή τον μουντάρησαν και πανικοβλήθηκε. Επειδή κουνιόταν και τσίριζε. Και το λέω όπως το αιτιολόγησαν εντός τους οι φονιάδες του.

Αφετέρου στήνεται με θαυμαστή ταχύτητα, σαν σε πιτ στοπ, η συγκάλυψη του φόνου.

Άρα, όχι μόνον το μισανθρωπικό μένος που μολύνει την ελληνική κοινωνία έχει πολύ περισσότερους στόχους από όσους θέλουμε να παραδεχτούμε, αλλά επίσης τα αντανακλαστικά υπόθαλψης και συγκάλυψης ενός τόσο εξόφθαλμα εν ψυχρώ φόνου είναι εμπεδωμένα και αυτόματα.

Ταυτόχρονα, η κοινή γνώμη είναι υπερπρόθυμη να προσλάβει και να αποδεχτεί την υπόθαλψη των φονιάδων και τη συγκάλυψη του στυγερού έργου τους.

Αυτό περί της ελληνικής κοινής γνώμης είναι σαφές σε όποιον βγει από τη φούσκα μας.

Έξω από τις φούσκες

Η αποτυχία της Αριστεράς βρίσκεται και στο ότι παραμένει εγκλωβισμένη μέσα στη φούσκα της. Έξω από τη φούσκα βρίσκονται οι πραγματικοί ταξικοί συσχετισμοί, οι κοινωνικές δυναμικές, η όντως ιδεολογία.

Πολλοί αριστεροί αλλά και γραφιάδες των αστών νομίζουν ότι ο Αθηνών Χριστόδουλος ανέστησε τον πεθαμένο της ελληνορθόδοξης μισαλλοδοξίας και βαρβαρότητας. Η ελληνορθόδοξη μισαλλοδοξία και βαρβαρότητα δεν ήταν όμως παρά ένας βρυκόλακας που περίμενε κάποιον «έλα πάλι» να του πει, για να περάσει το κατώφλι του δημόσιου βίου.

Στις λαϊκές γειτονιές και στην επαρχία, οι θρησκευτικές οργανώσεις, τα πολλά παρακλάδια τους και οι μιμητές τους από τον Κλήρο ποτέ δεν έπαψαν να παράγουν ιδεολογία: να κλαίνε χαμένες πατρίδες με έναν τρόπο κάπως εριστικό· να παριστάνουν τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο ή ενίοτε τον Μιχαήλ Ψελλό απέναντι σε «αθέους» και λιγότερο «αθέους» πολιτικούς· να κυκλοφορούν και να διακινούν μαζικά βιβλία και φυλλάδια υπέρ της πολυτεκνίας, κατά των εκτρώσεων, κατά της θεωρίας της εξέλιξης, κατά των αιρετικών και των «παπικών»· να καλλιεργούν τον αντισημιτισμό· να δείχνουν στον κόσμο παντού τέρατα και σημεία των σκοτεινών δυνάμεων. Υπενθυμίζω ότι τη δεκαετία του ’90 η Λάρισα, πόλη περίπου 100.000 κατοίκων, συγκλονιζόταν από τον πόλεμο των δεσποτάδων (με ΜΑΤ και ξύλο και καταστροφές), υπενθυμίζω ότι ο Καντιώτης κυβερνούσε τη Φλώρινα, υπενθυμίζω ότι η Θεσσαλονίκη (η μικρομεσαία αδελφή της Κωνσταντινούπολης που αξίζει στον νέο ελληνισμό μας) παπαδοκρατείται

Πόσους έχετε ακούσει να μιλούν για τις οργανώσεις και τη δράση τους; Επίσης, πώς τις αντιμετώπιζε η Αριστερά; Μα φυσικά ως γραφικότητες. Μα, αγαπητοί οργανικοί διανοούμενοι, και το προλεταριάτο και το πρεκαριάτο γραφικά είναι: δεν ξέρουν να εκτιμήσουν μια σωστή ταινία, ένα καλό βιβλίο, μια μουσικάρα αθάνατη ξέρω γω.

Ελευθερία και τζούρα

Το κάπνισμα σκοτώνει και αυτούς που δεν επιλέγουν να δοθούν στην απόλαυσή του. Αυτό το απλούστατο γεγονός βρίσκεται στο συλλογικό τυφλό σημείο μας, όπως π.χ. η οπλοφορία στο αντίστοιχο αμερικάνικο.

Είναι λοιπόν τρομερό να γίνεται σημαία ελευθεριακότητας και αντίστασης το «δικαίωμα» να καπνίζει κανείς σε κλειστούς χώρους στη μεταμνημονιακή Ελλάδα της κρυμμένης εξαθλίωσης και της υπεραναπληρωτικής κανονικότητας· στην ίδια χώρα όπου ξανανοίγουν συζητήσεις για τις αμβλώσεις (προσεχώς και για τον «ελεύθερος έρως»), όπου οι γυναίκες βιάζονται και φονεύονται αλλά παριστάνουμε ότι έπεσαν θύματα τροχαίου ή ότι τιμωρήθηκαν για την ελευθεριότητά τους από κάποια μοχθηρή θεότητα, στη χώρα όπου η καταστολή του «πολιτικού εγκλήματος» είναι καμάρι και τιμή μιας παράταξης που ― συγγνώμη κιόλας ― το 1974 πρωτοστάτησε στην αποκατάσταση της δημοκρατίας.

Η ΠτΔ κι οι γτπ

Υπάρχει μια παράδοση κόμματα για τιμητικούς λόγους να προτείνουν υποψηφίους για την Προεδρία της Δημοκρατίας που δεν έχουν καμμία ελπίδα να εκλεγούν.

Το ασαφούς ταυτότητας, ακατανόητου ονόματος και γοητευτικά προσωποπαγές κόμμα του Γιάνη Βαρουφάκη, τον οποίο καθόλου δεν αντιπαθώ, πρότεινε την κυρία Μάγδα Φύσσα.

Αμέσως ξεκίνησε αριστερή θύελλα καταγγελιών για την καπήλευση του ονόματός της. Αναρωτήθηκα (βιαστικά, για δεύτερη φορά μέσα σε μια βδομάδα) αν θα γινόταν το ίδιο σούσουρο εάν την είχε προτείνει το Ιερό και Τιμημένο, το Ένα, του Λαού και του Περισσού.

Η θύελλα φούντωσε όταν η κυρία Φύσσα, που θα της άξιζε η Προεδρία της Δημοκρατίας όχι γιατί έχασε ένα παιδί από τα φασιστικά φίδια αλλά για αυτό που κάνει έκτοτε, δήλωσε ότι αρνείται την τιμή, για την οποία δεν είχε καν ρωτηθεί.

Εύλογα και δικαιολογημένα όλοι έπεσαν πάνω στον Βαρουφάκη να τον φάνε για τον τυχοδιωκτισμό του, αυτόν τον τυχοδιωκτισμό που ως τακτική  αρματολικιού θα έσπαζε τον ευρωπαϊκό συνασπισμό που μας λεηλάτησε την προηγούμενη δεκαετία και κατόπιν έστειλε τον ηθικό λογαριασμό στον ελληνικό λαό και στη «Μεταπολίτευση».

Ο Βαρουφάκης, συνεχίζοντας το προεδρολογικό αυτή τη φορά αρματολίκι του, μάλλον λόγω επαγγελματικής διαστροφής, έκανε μια δήλωση απίθανης στρεψοδικίας. Δεν θα την απαθανατίσω.

Ωστόσο η ανατροπή ήρθε όταν η κυρία Φύσσα δήλωσε το εξής, κτήμα μας για το μέλλον, επανερχόμενη στο ουσιώδες:

Αυτό που θα ήθελα να πω προς όλους τους δημοσιογράφους είναι ότι για μένα προσωπικά η πρόταση του κ. Βαρουφάκη ήταν τιμητική. Δεν στέκομαι στο αν με ρώτησε ή δεν με ρώτησε. Το θεωρώ δευτερεύον, αν και σ’αυτό στάθηκαν όλοι οι δημοσιογράφοι. Θέλω όμως να πω κάτι άλλο. Θα ήθελα αυτόν τον ζήλο που επέδειξαν το απόγευμα της Πέμπτης τα Μέσα Ενημέρωσης, που δεν άφησαν ούτε μια στιγμή ησυχίας για μένα και την οικογένειά μου, να τον έδειχναν στις 18 Δεκεμβρίου 2019, όταν η εισαγγελέας της έδρας Αδαμαντία Οικονόμου έκανε την πρότασή της που κόντεψε να μας στείλει όλους αδιάβαστους. Εξαιρώ βέβαια τους λίγους δημοσιογράφους που έχουν παλέψει όλα αυτά τα χρόνια γι’αυτή τη δίκη. Αλλά θα ήθελα όλοι να είχαν δείξει τον ίδιο ζήλο που έδειξαν την Πέμπτη. Να είχαν κάνει την κριτική τους και να είχαν παρουσιάσει αυτή την πρόταση σε όλον τον κόσμο. Θα ήθελα τότε να με έψαχναν απελπισμένα, όπως με έψαχναν χθες, όπου μάλιστα το μόνο που με ρωτούσαν ήταν αν ρωτήθηκα ή δεν ρωτήθηκα. Όσο για την τηλεόραση που ανεβάζει και κατεβάζει κυβερνήσεις, θα έπρεπε τα πέντε αυτά χρόνια να είναι εδώ και να παρακολουθεί τη δίκη, στην οποία έχουν αποκαλυφτεί τα πάντα. Κι από αυτά ελάχιστα έχουν παρουσιαστεί

Σιωπή επέπεσε μετά.

Η συζήτηση λοιπόν στράφηκε στην υποψηφιότητα της κυρίας Σακελλαροπούλου.

Αίφνης της καταλογίστηκαν όλες οι σκαιές αποφάσεις που πήρε το Συμβούλιο της Επικρατείας τα τελευταία 10 χρόνια, ένα σώμα του οποίου η Ολομέλεια έχει μέγεθος εφτά ποδοσφαιρικών ομάδων και στο οποίο μάλιστα προεδρεύει μόλις έναν χρόνο ή κάπου εκεί.

Πολλοί είπαν ότι δεν έχει σημασία που είναι γυναίκα, γιατί και η Θάτσερ και η Τανσού Τσιλέρ και η Ωλμπράιτ ήταν γυναίκες.

Άλλοι, πιο προχώ, είπαν ότι ο θεσμός του Προέδρου της Δημοκρατίας είναι διακοσμητικός και ότι κακώς ασχολούμαστε. Το «κακώς ασχολούμαστε» είναι σημαία όσων είναι πολύ πιο εμβριθείς κι ευφυείς από π.χ. όλους εμάς. Θα μπορούσε επίσης να είναι σημαία γαλανόλευκη με στέμμα, ξέρω γω: διάδοχοι υπάρχουν.

Γενικότερα, να πω κι εγώ πως η κριτική σε έναν θεσμό άλφα πρέπει να γίνεται με όρους του τι εξυπηρετεί και που αποσκοπεί ο θεσμός άλφα με την ύπαρξη και λειτουργία του. Φανταστείτε να βγω να μιλήσω για τη μούργα του ελληνικού ποδοσφαίρου με όρους «εγώ δεν καταλαβαίνω το ποδόσφαιρο και γιατί να υπάρχει». Δεν θα είμαι κάπως εκτός θέματος; λίγο ό,τι να ‘ναι; έως και γτπ;

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ως θεσμική θέση είναι θεσμός ενός κράτους ο οποίος ορίζεται και διέπεται από το Σύνταγμα και τους νόμους του κράτους. Κριτική στον θεσ,ό του ΠτΔ τύπου «ναι αλλά εγώ είμαι κατά του κράτους» ή «ναι αλλά εγώ θα ήθελα μία ή έναν Πρόεδρο που θα εκπροσωπεί το πανκ» δεν είναι κριτική, είναι κουβενταναγίνεται.

Κι αυτό ισχύει και για θέματα πέραν του ΠτΔ ή του ποδοσφαίρου.

Ελληνική ιδεολογία

Emma Goldman
Έμμα Γκόλντμαν

Ο Μιχάλης Μπορνόβας στο Facebook συνόψισε την τρέχουσα κατάσταση ως εξής:

Το δόγμα του σοκ της Ναόμι Κλάιν το θυμόσαστε; Δείτε λοιπόν τί έγινε μέσα σε λίγα εικοσιτετράωρα:

1. Αναμένεται απόφαση του ΚΑΣ για τη μετακίνηση των αρχαίων του μετρό της Θεσσαλονίκης.

2. Ανακοινώνεται σχεδόν αθωωτική εισαγγελική πρόταση για την ΧΑ.

3. Εκτυλίσσονται στιγμές απρόκλητης αστυνομικής βίας, προπηλακισμού και εξευτελισμού άσχετων πολιτών, με κορύφωση τα γεγονότα στο Κουκάκι, όπου η αστυνομία επιχειρεί να δομήσει ψευδή κατηγορητήρια, που θυμίζουν 1961-63 (ή και 67-74).

4. Ψηφίζεται ένας φοροκλεπτικός, με αναδιανομή προς τα πάνω, κρατικός προϋπολογισμός.

5. Στην υπόθεση Novartis εμπλέκουν την υπόθεση Noor 1 , ως πιθανή σκευωρία του ίδιου αυτουργού (Ρασπούτν).

6. Ο Ερντογαν αλωνίζει ανενόχλητος.

Κι όλ’ αυτά δεν γίνονται τυχαία, σχεδόν ταυτόχρονα, μια και δεν υπάρχει ένας στιβαρός αντιπολιτευτικός φορέας να συσπειρώσει την οργή των πολιτών.
Η καινούργια ΤΙΝΑ είναι: «σιωπάτε και αποδεχτείτε την δική μας κανονικότητα.»

Υπάρχουν συλλογικότητες πέρα απ’ τα πολιτικά κόμματα. Ξαραχνιάστε τις, στελεχώστε τις, κάντε κάτι.

Αλλιώς το μέλλον θα γίνει ζοφερότερο.

Ας σκεφτούμε ότι πολύ μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας επικροτεί την άνομη έκρηξη αστυνομικής βίας και θηριώδους καταστολής που ζούμε από την εβδόμη Ιουλίου. Ικανή μερίδα της ελληνικής κοινωνίας επιθυμεί νόμο και τάξη με κάθε τίμημα και στέργει την καταστολή. Η γενικευμένη ανακούφιση με την οποία υποδέχεται ο ελληνικός λαός τον αυταρχισμό, ιδίως όταν πλήττει μετανάστες, πρόσφυγες, Τσιγγάνους, αναρχικούς ή και κουλτουριάρηδες, δεν προκλήθηκε από την κυβερνητική αλλαγή: η κυβερνητική αλλαγή καλείται να την εξυπηρετήσει.

Ο ελληνικός λαός, που κανένας δεν πρέπει να βρίζει αλλά φευ, έχει διαμορφώσει εδώ και αιώνες μια ιδεολογία μέσα από το σταθερά πολύ συντηρητικό ελληνικό σχολείο, την ελλαδική Ορθόδοξη Εκκλησία και τις θρησκευτικές οργανώσεις, καθώς και την άκαμπτη δομή και εξουσιαστική λειτουργία της μεσογειακής οικογένειας. Αυτή η ιδεολογία έχει εμποτίσει και τους αριστερούς, τους πιο παραδοσιακούς τουλάχιστον, ενώ με τους όρους της γίνεται σχεδόν κάθε συζήτηση στην ελληνική κοινωνία. Τα χαρακτηριστικά της είναι τα εξής:

α. Η οικογένεια παραμένει υπέρτατη αυθεντία και εξουσία στον ιδιωτικό βίο αλλά και στον δημόσιο βίο και στην πολιτική  (…).

β. Η ιδεολογία αυτή είναι αόριστα και συγκεχυμένα φαλλοκρατική-μιλιταριστική αλλά και συγκρουσιολάγνα: ρητορικώς όλα είναι όπλα, αγώνας, αίμα, πάλη, μάχη, πόλεμος. Μακεδονικές οπερέτες ή πιστολέρο τύπου Κατσιφάς (και η μετέπειτα αγιοποίησή τους) εκτονώνουν με λιγότερο ή περισσότερο βάρβαρο τρόπο αυτή τη μπραβούρα.

γ. Είναι ιδεολογία θρησκευτική με την υλιστική έννοια: στον ιδιωτικό βίο ο Έλληνας χρησιμοποιεί το θείο σαν πλούσιο μακροθειό ή σαν επιδεκτικό λαδώματος υπάλληλο· στον δημόσιο βίο, η θρησκευτικότητα διαπιστεύει την ελληνικότητα, πράγμα σημαντικό αφού

δ. Για την ελληνική ιδεολογία, ο Άλλος είτε ενσωματώνεται, αφού συμμορφωθεί εξωτερικά, είτε απορρίπτεται. Η δολοφονία του Ζακ Κωστόπουλου και η πρόσληψή της σκιαγραφούν με στυγερό τρόπο τα όρια της απόρριψης αυτής.

ε. Η ελληνική ιδεολογία είναι έντονα τοπικιστική και ιδιότυπα ατομικιστική. Για τον Έλληνα υπάρχει η πάρτη μου, το σόι μου, άντε το χωριό μου το πολύ πολυ και όλοι οι υπόλοιποι να πάτε στον διάολο· θα ζήσω με γνώμονα τη γνώμη του κόσμου, αλλά ο «κόσμος» είναι το σόι και οι συγχωριανοί μου. Εξού και η πολύτιμη λειτουργία της ομερτάς και της υποκρισίας, τα «κάνε ό,τι θες αλλά μη μας το λες», «μακριά από πάνω μας κι όπου θέλει ας πάει» κ.ο.κ.

Τώρα πια λοιπόν, που η ιδεολογία αυτή ξαναεπελαύνει αναντίλεκτη, όντως «επιστρέφουμε στη λογική της αστυνόμευσης, της περιχαράκωσης, του αυταρχικού ετεροκαθορισμού. Σε αυτές τις περιπτώσεις το πρώτο θύμα είναι η ελευθερία […]. Το δεύτερο θύμα είναι η αξιοπρέπεια […]. Το τρίτο θύμα είναι κάθε είδους ευαισθησία και κάθε είδους ευάλωτοι και ευαίσθητοι άνθρωποι. Το τελευταίο και ξεμοναχιασμένο θύμα είναι η χαρά. Ολονών.»

Γιατί όμως ο αστυνόμος ενσαρκώνει στην εποχή μας τον ήρωα αυτής της σαφώς διαχρονικής ιδεολογίας; Νομίζω επειδή είναι στρατιώτης, ειδικά στην εξόφθάλμα στρατικοποιημένη αστυνομία του 21ου αιώνα. Ο εχθρός που πολεμάει ο λαϊκός αυτός στρατιώτης είναι βεβαίως αυτός που πραγματικά ή συμβολικά εναντιώνεται στο α. (η πουτάνα, ο πούστης που ψωνίζεται), στο β. (ο διεθνιστής, ο αναρχικός, οι υπαρξισταί κι ιδεολόγοι…), στο γ. (άθεοι κτλ.), στο δ. (τρέχα γύρευε) ― και ούτω καθεξής.

Το θλιβερό και τεκμηριωμένα επικίνδυνο είναι πως δεν υπάρχει οργανωμένο αντίπαλο δέος απέναντι σε αυτή την ελληνική ιδεολογία, την Έχιδνα που επωάζει φασισμούς κι αυταρχισμούς, ετεροκαθορισμό, συντηρητισμούς και αντίδραση, βία, καταστολή και καταπίεση από καταβολής ελληνικου κράτους. Υπάρχουν συλλογικές προσπάθειες, είτε συνδικαλιστικές είτε εξωραϊστικές είτε κινηματικές, που της εναντιώνονται αλλά μόνο σε τοπικό επίπεδο και συνήθως μονοθεματικά. Χρειάζεται κάτι άλλο, ίσως κάτι σαν αυτό.

Κάποιες λιγότερο δημοφιλείς απόψεις

οδόφραγμα

Ελληνοτουρκικά

Σε ένα πράγμα είναι καλές οι δεξιές κυβερνήσεις στην Ελλάδα: να κάνουνε γαργάρα κάθε λογής έξωθεν προκλήσεις, πραγματικές ή φανταστικές.

Οι δεξιοί έχουν καβατζώσει τόσο στέρεα τον πατριωτισμό (που τάχα δεν είναι εθνικισμός) σε συμβολικό επίπεδο με σημαίες και ηρώα και μοναστήρια και ιστορικοφανείς λήρους, που μπορούν να προσπερνούν τις επινοημένες κρίσεις και να ξεπουλούν απλόχερα όταν έρχονται οι πραγματικές κρίσεις.

Βεβαίως αυτό είναι ταυτόχρονα το μεγάλο πρόβλημα των δεξιών κυβερνήσεων στην Ελλάδα: δεν υπάρχει ούτε μία εθνική συμφορά εδώ και τουλάχιστον εκατό χρόνια που να μην την έχουν προκαλέσει δεξιές κυβερνήσεις.

Στα ελληνοτουρκικά η Ελλάδα με συνέπεια ακολουθεί μαξιμαλιστική πολιτική. Αυτό δεν ήταν αποτέλεσμα αφροσύνης αφού βασιζόμαστε στρατηγικά στην υπεροπλία μας σε θάλασσα και αέρα ενώ βεβαίως δεν θα μπορούσαμε να είμαστε «ενδοτικοί» μετά τον περίπατο των Τούρκων το 1974. Ταυτόχρονα παριστάναμε κατά καιρούς ότι έχουμε ισχυρούς συμμάχους έτοιμους να λύσουν τα προβλήματά μας για εμάς: τη Γαλλία, τους Αμερικάνους, την ΕΕ, μέχρι και το Ισραήλ (…).

Στην παρούσα συγκυρία θεωρώ αδιανόητο να γίνει πόλεμος για τη συνεκμετάλλευση υποψίας υδρογονανθράκων. Άλλωστε κανείς δεν το θέλει αυτό. Εξηγούμαι: αν θέλαμε να εκμεταλλευτούμε τους όποιους υδρογονάνθρακες, θα είχαμε κάνει κάποια συμφωνία με την Τουρκία, όπως έκανε η Νορβηγία με τη Βρετανία τη δεκαετία του ’70,  και μετά θα ιδρύαμε πάλι α λα νορβηγικά έναν εθνικό φορέα εκμετάλλευσης. Αυτός όμως δεν ήταν ο σκοπός ποτέ καμμίας ελληνικής κυβέρνησης.

Στην καλύτερη περίπτωση, αν υπάρχουν εκμεταλλεύσιμα κοιτάσματα και αν αποφασίσουμε να τα αντλήσουμε, θα έχουμε απλώς τις Εφτά Αδερφές με τη γαλανόλευκη στα γεωτρύπανα και τους τερματικούς σταθμούς από τη μία και τις Εφτά Αδερφές με την Ay yıldız στα γεωτρύπανα και τους τερματικούς σταθμούς από την άλλη.

Θέλει κανείς να σκοτωθεί για τις πετρελαϊκές; Τέλος, ο τσαμπουκάς κάνει τσαμπουκάδες μόνον εκεί όπου τον παίρνει: σε καμμιά Βόρεια Μακεδονία (το νέο μας προτεκτοράτο) ή σε καμμιά Αλβανία. Ο πατριωτισμός μπορεί να βρωμάει αλλά δεν μυρίζει βενζίνη.

Οι «ηλίθιοι» ψηφοφόροι

Θα σας πω κάτι που ίσως σας σεκλετίσει: όσο θεολογικά και αν βλέπετε τη δημοκρατία, αυτή η ίδια και οι εκλογικές διαδικασίες της αφορούν τους πλεμπαίους μόνον αν όντως τους εγγυώνται ένα στοιχειώδες κράτος Πρόνοιας. Νομίζω πως κάτι τέτοιο έχει ήδη πει ο Αριστοτέλης.

Εάν λοιπόν το εκλογικό σώμα δεν είναι πεπεισμένο πως οι μεν θα εξασφαλίσουν περίθαλψη, παιδεία, στέγη, απασχόληση και αξιοπρεπή γεράματα σε αντίθεση με τους δε, θα πάει να ψηφίσει με συμβολικά κριτήρια (περηφάνειες και πατριωτισμούς), σπρωγμένο από τον φόβο (πάντα χρήσιμος ο φόβος) ή ποδηγετούμενο από τα ΜΜΕ — τα οποία ποτέ και πουθενά δεν έλεγχαν οι πλεμπαίοι.

Όταν λοιπόν το εκλογικό σώμα έχει πεισθεί ότι όλοι είναι το ίδιο δεν έχει πρόβλημα να απέχει ή να το ρίξει γιόλο, Τραμπ, Μπόρις, ιεροκήρυκες. Σκεφτείτε π.χ. ότι ο Βασίλης Λεβέντης μπήκε στη Βουλή σε μια από τις πιο κρίσιμες εποχές για την Ελλάδα μετά το 1949. Τυχαίο;

Παρεμπιπτόντως, ποιοι λανσάρουν το «όλοι το ίδιο είναι»; Εκτός από μια χούφτα μηδενιστών που παλιότερα θα έκαναν Επανάσταση με μπροσούρες κι εφημερίδες τοίχου και νυν μέσω πύρινων τουίτ και στάτους, το διαλαλούν βεβαίως οι δεξιοί (γιατί μειώνουν τις προσδοκίες) και οι φίλοι τους τα ζώα — συγγνώμη: κάποιοι σοσιαλδημοκράτες (γιατί μπορούν να δικαιολογήσουν κάθε λογής συμμαχίες).

Δεν τους κλαίω τους Άγγλους

Οι μενουμευρωπαϊστές, οι ελληνοκεμαλικοί και οι μίζεροι πρόγονοί τους από καταβολής ελληνικού κράτους θέλουν να πιστεύουν ότι η διαφορά μας από μια αφηρημένη κι αόριστη «Ευρώπη» είναι ότι οι «Ευρωπαίοι» είναι νομοταγείς, δουλευτεράδες, φιλοπρόοδοι, οργανωμένοι κτλ. κτλ. κτλ. Σε αυτό το συλλογικό παραλήρημα, αυτό το θεόρατο τυφλό σημείο καταμεσής της συλλογικής μας ταυτότητας, συνήθως παραγνωρίζεται ο ρόλος του ελληνικού κράτους, το οποίο όμως πάντοτε προσηλωνόταν απόλυτα οργανωμένο στο εκάστοτε εθνικό του πρόγραμμα και πάντοτε ήταν πρόθυμο να πολεμήσει μέρος των πολιτών του με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο.

Όσο και αν οι νεορθόδοξοι προσπάθησαν και ακόμη προσπαθούν να μας πείσουν ότι συστατικό στοιχείο του νέου ελληνισμού είναι το κοινοτικό πνεύμα προβάλλοντας μεμονωμένες κοινότητες Βλάχων εν πολλοίς μέσα στην Τουρκοκρατία, ο ελλαδικός ελληνισμός διακατέχεται από έντονο τοπικισμό και από έναν ιδιότυπο ατομικισμό.

Για τον Έλληνα υπάρχει η πάρτη μου, το σόι μου, άντε το χωριό μου το πολύ πολυ και όλοι οι υπόλοιποι να πάτε στον διάολο· θα ζήσω με γνώμονα τη γνώμη του κόσμου, αλλά ο «κόσμος» είναι το σόι και οι συγχωριανοί μου. Αυτό το κουβαλάμε μέσα μας και ραγίζει πάρα πολύ αργά και επίπονα από τη δεκαετία του ’30 και μετά χάρη σε συλλογικές προσπάθειες, είτε συνδικαλιστικές είτε εξωραϊστικές είτε κινηματικές. Η διαπίστωση αυτή δεν είναι αξιολογική, είναι απλώς μια διαπίστωση.

Οι Άγγλοι λοιπόν μπορεί να έφεραν στο κεφάλι τους τον καραγκιόζη που θα ξεπουλήσει τα πάντα στους φίλους τους. Μπορεί να είναι έρμαια του ελεγχόμενου Τύπου που επί σαραντατόσα χρόνια τούς πουλάει φούμαρα και να είναι βουτηγμένοι μέσα σε μια smug και «όλα καλά» ιδεολογία-παραμυθολογία που μάς έδωσε τον θατσερισμό αλλά και έννοιες όπως New Labour, the People’s Princess ή και The Working Queen.

Μπορεί οι Άγγλοι να αποτελούν τρανή απόδειξη ότι όλος ο σεβάσμιος κοινοβουλευτισμός και όλα τα checks and balances του θεσμικού κόσμου τούτου δεν φτουράνε στην προπαγάνδα και μπροστά στο συστηματικό σπάσιμο κάθε συλλογικότητας μέσα στην κοινωνία, που βεβαίως ξεκίνησε με το σπάσιμο του συνδικαλισμού επί Θάτσερ.

Όμως δεν τους κλαίω. Είναι ικανοί να δείξουν αλληλεγγύη και να οργανωθούν συλλογικά εκεί που δεν το περιμένεις. Πέρα από σαχλές αναλύσεις περί προτεσταντισμού εκ μέρους των καθ’ ημάς τάχα ανατολιτών, αναλύσεις που δεν λένε τίποτα για μια από τις κοσμικότερες κοινωνίες του πλανήτη, πρέπει να θυμόμαστε ότι οι Άγγλοι έχουν και ταξική συνείδηση και αίσθηση του συλλογικού, ακόμα και στην καφρίλα τους — γι’ αυτό και η green and pleasant land είναι η πατρίδα του χουλιγκανισμού.

Όταν χρειαστεί και όταν δούνε τα ζόρια θα την πετάξουνε τη βλαμμένη εκδοχή της Θάτσερ έξω.

Εγώ βεβαίως προτιμώ τους Σκωτσέζους.

Βιγκανισμός

Ο βιγκανισμός αποτελεί ένα πολιτικά επιβλαβές κίνημα που μας αποσπά από τα βασικά επίδικα του παγκόσμιου διατροφικού ζητήματος: ας πούμε, τον περιορισμό της πολλαπλά βλαβερής διατροφικής επέλασης του βοδινού κρέατος (γιατί τόσα «μπέργκερ», αδέρφια; ) αλλά και την ανάγκη να διαδοθούν οι γαστρονομικές λύσεις χορτοφαγικών κουζινών ανά τον κόσμο (μεσογειακές, ινδικές κτλ.) που και υγιεινές είναι και δεν βασίζονται σε επεξεργασμένα και κοστοβόρα υλικά.

Ατομική μου ενέργεια

Μεσοπρόθεσμα η ασφαλής πυρηνική ενέργεια είναι μία από τις λίγες σοβαρές εναλλακτικές λύσεις στη μαζική καταστροφή που προκαλούν τα ορυκτά καύσιμα. Βεβαίως η χρήση της απαιτεί μια άλφα πολιτική ωριμότητα αφενός και αφετέρου δύο μικρά άλματα:

Πρώτον, να ξεφύγουμε λίγο από τη νηπιακή φαντασίωση του πρωτογονισμού. Έχουμε χρέος να υπερασπιστούμε τις κατακτήσεις της ανθρωπότητας που όντως είναι κατακτήσεις της ανθρωπότητας: οι σοβιετικοί π.χ. ήξεραν πολύ καλά τι έκαναν με τον εξηλεκτρισμό.

Δεύτερον, πρέπει να απαλλαγούμε από τον επικίνδυνο ιδεασμό ένθεν και ένθεν ότι «τεχνολογία σημαίνει καπιταλισμός». Υπενθυμίζω ότι η πρώτη μεγάλη πόλη της ανθρωπότητας για την οποία γνωρίζουμε κάτι, η Μοχέντζο Ντάρο, ήταν άλμα σε σχέση με τον αγροτικό τρόπο ζωής αλλά ούτε βασιλείς ούτε παπάδες είχε, μόνο κοινοτική συνείδηση. Η ταξική οργάνωση και η τεχνολογική ή κοινωνική πρόοδος δεν είναι αλληλένδετες.

Μακροπρόθεσμα, θα χρειαστούμε μαζική παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, πολύ πέρα από τα τωρινά πενιχρά επιτεύγματα της ηλιακής και της αιολικής ενέργειας.

Ένας απλώς πρόθυμος φύλακας

bad tooth

Είμαι φύλακας των μυστικών σας.

Εσείς έρχεστε σ’ εμένα, εγώ τα φυλάω στις θυρίδες μου. Τα μυστικά σας τα κρατάω ασφαλή και διπλοκλειδωμένα. Πολλά από αυτά τα ξεχνάω κιόλας.

Παλιότερα καμάρωνα που μου εμπιστευέστε τα μυστικά σας. Ήταν η εποχή κατά την οποία είχα κι εγώ έπειξη και ζόρι να εκμυστηρευτώ στους άλλους και να τους εμπιστευτώ, ήταν η ίδια εποχή που δεν είχα πραγματικά μυστικά να μοιραστώ παρά μόνο τάσεις και κινήματα της ψυχής και δυνατότητες. Πιο απλά: άλλο να δίνεις σε κάποιον ένα βιβλίο, πικρό στο στομάχι μα γλυκό στο στόμα ή τανάπαλιν, άλλο να του λες για κάτι ιδέες που έχεις και που θα μπορούσαν να γίνουνε βιβλίο.

Ακόμα παλιότερα ήταν η εποχή κατά την οποία οι εκμυστηρεύσεις δεν είχαν και πολύ νόημα, αφού «intimate revelations of young men […] are usually plagiaristic and marred by obvious suppressions».

Σήμερα λοιπόν, στο τέλος της δεύτερης δεκαετίας του 21ου, μιας δεκαετίας που δεν ξέρουμε από πού μας ήρθε και πότε έφυγε, μιας δεκαετίας που πολλούς από εμάς μας έβγαλε από την καθυστερημένη κι επίπονη ανάπτυξη και μας ανέδειξε σε αυτό το πολύπλοκο και δυσνόητο που είμαστε, αλλιώς έχουν τα πράγματα. Δεν καμαρώνω πια που μου προσφέρετε σκιερά γεγονότα του βίου σας για να τα φυλάξω στις λιπώδεις θυρίδες μέσα στο κρανίο μου. Το αποδέχομαι και προχωρώ: ούτε το λεπίδι του θεού είμαι, ούτε το σφυρί του λόγου: δεν χρειάζεται να είμαι πια κάτι άλλο από εκείνον που είμαι.

Ο θρίαμβος της ΝΔ

Screen Shot 2019-12-01 at 6.53.53 PM

Βεβαίως επικοινωνιακά η ΝΔ πάει καλά για δύο λόγους:

Πρώτον, από το 2015 κάθησε και άφησε τους φρικτούς κι απαίσιους ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ όχι μονο να βγάλουν το φίδι από την τρύπα, αλλά και να το εκπαιδεύσουν ― όσο μπορεί να εκπαιδευτεί το φίδι της χρεοκρατίας. Κατά συνέπεια, στις 7/7/2019 οι σοβαροί και άριστοι του μικρού κι ευέλικτου επιτελικού κράτους βρήκαν πλεονάσματα στα ταμεία και μια κατάσταση στην οποία  (όσο και να επιμένουμε να το ξεχνάμε) οι πραγματικά φτωχοί δεν βρίσκονταν στη δεινή θέση που βρίσκονταν την περίοδο 2010-2014.

Δεύτερον, η ΝΔ εκτός από κωλοπετσωμένη Δεξιά (η οποία επομένως ξεκινάει 200 μέτρα μπροστά από τους άλλους στον στίβο), μελέτησε τι συνεπαίρνει τον Έλληνα ψηφοφόρο και του πρόσφερε ακριβώς αυτό. Και τι άλλο να συνεπαίρνει τον Έλληνα ψηφοφόρο παρά η πάταξη της αλητείας και της ακολασίας, η επιβεβαίωση της «εθνικής μοναξιάς» με μισαλλοδοξία ή με φόβο, τα εθνοπατριωτικορθόδοξα, αλλά και η πρόσβαση όσο το δυνατόν περισσότερων ψηφοφόρων σε βύσμα μέσω μαζικώς διορισμένων ημετέρων. Αυτά τα δύο τελευταία τα ήξερε καλά και ο Αντρέας. Την ίδια ώρα, ο Σύριζα ετοιμάζεται να κάνει αντιπολίτευση με όρους Ινστιτούτο Πουλαντζάς, Καστοριάδης ολέ και «ελάτε να συζητήσουμε τι έκανε ο Μπερλίνγκουερ». Κανονικά θα έπρεπε να επιδιώξει «διεύρυνση σε ανθρώπους, σε νέες ηλικίες, στις γυναίκες, σε άγονες γεωγραφικές περιοχές, σε μη-αντιπροσωπευμένα κοινωνικά-εργατικά στρώματα: «ταξικά μεροληπτική». Όχι διεύρυνση με μηχανισμούς και οργανώσεις-σφραγίδες που εκπροσωπούν μόνο τις φιλοδοξίες των παραγόντων που τις αποτελούν».

Οπότε η ΝΔούλα θα κυβερνά, ιδίως τώρα που (προσωρινά, όπως πάντοτε) φόρεσε λουρί στα φασιστικά σκυλιά, που τάισε τα Σώματα Ασφαλείας και που πρόγκηξε τις ύαινες των ναζί, δηλαδή όσες δεν μπήκαν στο μαντρί του αείμνηστου Αβέρωφ.

Θα πάψει να κυβερνά όταν όσοι πρεκάριοι διά εδίκτου έγιναν «μεσαία τάξη» βρεθούν στην κατάσταση που βρίσκονταν το 2010-2014. Γιατί καλή η φανταστική πάταξη της αλητείας και της ακολασίας, καλά και άγια τα εθνοπατριωτικορθόδοξα, καλή και η πρόσβαση όσο το δυνατόν περισσότερων ψηφοφόρων σε βύσμα μέσω μαζικών διορισμών. Αρκεί να μη σε κόψει η πείνα, αρκεί το βύσμα που βάζεις για το παίδί σου να είναι για κάτι αξιοπρεπές και όχι για θέση κλητήρα. Και κάτι που δεν επισημαίνεται συνήθως είναι ότι μπορεί οι παροχές να αδειάζουν τα ταμεία αλλά αυτό ισχύει σε μεγαλύτερο βαθμό όταν οι παροχές δεν προορίζονται για συνταξιούχους, άνεργους, φτωχούς, μετανάστες και πρόσφυγες ή τους «συνδικαλιστές» παρά για βαρώνους, διεφθαρμένες στελεχάρες, μεσάζοντες, μεγαλοπρομηθευτές κι εργολάβους, εσπατζήδες φιλελεύθερους ή και γενικότερα όσους κάποτε αποκαλούνταν «διαπλεκόμενοι».

Κατά τα άλλα, η Επανάσταση αργεί ακόμα σύντροφοι σε αυτά τα μέρη, τα βαθιά συντηρητικά και αγροτοποιμενικών αντανακλαστικών ανεξαρτήτως παράταξης. Μη σας πω ότι και ο κοινωνικός μετασχηματισμός αργεί, πρώην κυρκάκια και ρεφορμιστές-ρεφορμίστριες.

Which side are you on?

31.10.2015 Έβρος 3
Διαμαρτυρία για το Προσφυγικό, Έβρος 31.Χ.2015

Το αστυνομικό κράτος, που προπονείται και προθερμαίνεται αυτές τις μέρες για όσα μεγάλα και σπουδαία προτίθεται να διαπράξει σε ορίζοντα τετραετίας, έχει τη στήριξη μεγάλου μέρους της κοινωνίας σε όσα κάνει και για όσα θα κάνει.

Να πάψουμε να στενοχωριόμαστε όταν κάποιος μιλάει για νοικοκυραίους, συντηρητικούς που ζουν στην επισφάλεια αλλά περνιούνται για μεσαία τάξη επειδή έχουν πιστωτική (που είπε πρόσφατα και ο Λούις Σεπούλβεδα). Αυτοί στηρίζουν την καταστολή, αυτοί είναι οι νεοσυντηρητικοί, αυτοί απολαμβάνουν την κανονικότητα που ευαγγελίζονται ο αυταρχισμός κι η επιτήρηση.

Και στην Ευρώπη και στον κόσμο η κατάσταση γίνεται, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, έντονα συγκρουσιακή.

Λυπάμαι αν σας ταράζει αυτό, λυπάμαι όμως με τον συμπονετικό αλλά ελαφρώς υποκριτικό τρόπο που εκφράζουν οι ελίτ τη μετριασμένη θλίψη τους για κάθε συμφορά που προκαλούν.

Καλός παπάς, καλύτερος πρόσφυγας;

«Η Ορθοδοξία κατά βάθος…»

Photo 29-7-18, 14 18 21

Όσο και να αναπαράγονται οι δηλώσεις του Δημητριάδος Ιγνατίου,
όσο και να θυμόμαστε τον Σισανίου Παύλο,
όσο και να λένε για τους δεσποτάδες του ΕΑΜ,
όσο και να μνημονεύουμε τον Αλβανίας Αναστάσιο,
η Ιεραρχία αλλά και η Εκκλησία στο σύνολό της βρίσκονται στον πυρήνα της μισαλλοδοξίας και της μαύρης αντίδρασης στην Ελλάδα.

Αρκετά με τα «δεν είναι η Εκκλησία, είναι οι δεσποτάδες / οι θρησκευτικές οργανώσεις»: μου θυμίζουν τα «ο Γάβρος είναι ο λαός του, δεν είναι οι ιδιοκτήτες του». Κάθε οργανισμός υφίσταται σε έναν τόπο και σε έναν ιστορικό χρόνο, ενώ διαθέτει αρχές και απαρτίζεται από προσωπικό και από τάσεις.

Και το προσωπικό στη μεγάλη πλειοψηφία του, και οι αρχές και οι τάσεις της Εκκλησίας είναι μέσα στη μαύρη αντίδραση και στη μισαλλοδοξία. Αφήστε τον Χριστούλη και τους τρεις Ιεράρχες: ο μεν μας άφησε πριν είκοσι αιώνες, οι δε πέθαναν τρεισίμισυ αιώνες αργότερα.

«Ελάτε να μας αλλοιώσετε τον πολιτισμό.»

12717631_10153399234122544_5612645936017090851_n

Είναι μεγάλη κοτσάνα τα «ελάτε πρόσφυγες να μας αλλοιώσετε τον πολιτισμό».

Μέρος της νεοελληνικής αηδίας οφείλεται στην ηγεμονία της θρησκείας και στα οιονεί πολεμικά αποτελέσματα «μόλις» 10 ετών Μνημονιοκρατίας, όπως εκείνα που οδήγησαν στη διάβρωση του κράτους πρόνοιας, στον αυταρχισμό και στην εξαθλίωση.

Οι περισσότεροι πρόσφυγες έρχονται από τη Συρία (…), από το Ιράκ (πόλεμος από το 1981), το Αφγανιστάν (πόλεμος από το 1979), τη Σομαλία (πόλεμος από δεν θυμάμαι πότε, με ανύπαρκτο κράτος), τη Λιβύη (την οποία το ΝΑΤΟ κατέστρεψε με το έτσι θέλω) κτλ.

Οι άνθρωποι αυτοί λοιπόν έχουνε ζήσει μεγάλο μέρος της ζωής τους σε αδιανόητες για εμάς συνθήκες, μέσα σε κοινωνίες σε πολύ χειρότερη κατάσταση από της δικής μας, που ήδη τραυμάτισε και διέλυσε η Μνημονιοκρατία. Παράλληλα, πολλοί από τους πρόσφυγες βρίσκονται έρμαια μιας εκδοχής της θρησκείας τρισχειρότερης από τη δικιά μας εκδοχή — και αυτά τα δύο σχετίζονται.

Βεβαίως έχουμε μόνο να κερδίσουμε και να πλουτίσουμε καλωσορίζοντας τα τραγούδια και τα φαγητά και τα έθιμά τους, την κουλτούρα τους, αλλά οι πρόσφυγες δεν έρχονται στην Ελλάδα ως φωτιστές, εκπολιτιστές ή τίποτα τέτοιο: είναι κυνηγημένοι και εξαθλιωμένοι.

Αυτό που προέχει δεν είναι να τους ανακηρύξουμε σε μάρτυρες ή σε ισαποστόλους, αλλά να τους δώσουμε το καταφύγιο, τη φροντίδα και την ασφάλεια που χρειάζονται, μήπως και ανανήψουν σαν άνθρωποι, μήπως και ανασυγκροτηθούν σαν κοινότητες.

Το ζητούμενο δεν είναι να μας κάνουν εμάς ανθρώπους αλλά να μη ζουν σαν σταυλισμένα ζώα ώστε να νιώσουν ξανά (κάποιοι για πρώτη φορά) άνθρωποι.

Αυτό ακριβώς κάνει την ευθύνη μας απέναντί τους δυσθεώρητη και το πανευρωπαϊκό έγκλημα του Προσφυγικού στυγερότερο.