Εγκλήματα

Όσο γράφονται αυτές οι αράδες, ο Δημήτρης Κουφοντίνας είναι ακόμα ζωντανός.

Διαβάστε πρώτα αυτό το κείμενο του Διονύση Καλιντέρη. Δεν συμφωνώ με όλα όσα λέει, όμως η θέση του αποτελεί μια εξαίσια αφετηρία.

Από ό,τι θυμάμαι ο ίδιος, η 17 Νοέμβρη έχασε την όποια νομιμοποίηση ή έστω δημοφιλία της όταν έπαψε να σκοτώνει χουντικούς βασανιστές και σταθμάρχες της CIA και έστρεψε την προσοχή της και τα όπλα της προς αντιπαθείς μεν αλλά μάλλον ανάξιους πολιτικής δολοφονίας στόχους: από εκδότες μέχρι τον δύστυχο Ronald Stewart· χωρίς καν να μιλήσουμε για την ακατανόητη gambizzazione του Καψαλάκη, για τον Μπακογιάννη που τελικά τιμωρήθηκε για την «προδοσία» του ΚΚΕ, ή για τον αδικοχαμένο Αξαρλιάν.

Οι στόχοι της οργάνωσης από ένα σημείο και μετά επιλέγονταν χωρίς σοβαρή ταξική, κινηματική ή έστω στρατηγική λογική. Όλοι περιμέναμε σαστισμένοι τις προκηρύξεις για να καταλάβουμε γιατί π.χ. ο Αθανασιάδης ή ο Παλαιοκρασάς και όχι λ.χ. ο Λαμπράκης ή ο Παπαδόγγονας.

Οι προκηρύξεις δυστυχώς δεν μας διαφώτιζαν: αποτελούσαν γραπτά μνημεία ασυναρτησίας, βερμπαλισμού και ασύγγνωστης ιδεολογικής σύγχυσης. Η οργάνωση που περνιόταν για κάτι σαν Τουπαμάρος ή Μπάαντερ-Μάινχοφ φαινόταν από μια εποχή και μετά να χτυπάει εύκολους μα όχι καίριους στόχους και κατόπιν να δικαιολογεί τα χτυπήματά της με προκηρύξεις γεμάτες ντεμέκ εαμικό πατριωτισμό, αντιτουρκισμό και ξενοφοβία, σάχλες, μαρξισμό ποιότητος ΕΠΑΜ.

Σιγά σιγά από επίδοξος τιμωρός στο όνομα του λαού, από διάδοχο του ΠΑΚ (όπως φαντασιώνονταν πολλοί αριστερότεροι πασόκοι), από τον τρόμο του Κεφαλαίου, των ιμπεριαλιστών και των φασιστών, η 17Ν κατάντησε μια θανάσιμη περφόρμανς η οποία κάθε τόσο θα την έπεφτε ένας θεός ξέρει σε ποιον και για λόγους δυσνόητους.

Πιο σοβαρά, η ζημιά που έκανε η ασυνάρτητη εγκληματική δράση της οργάνωσης στα κινήματα δεν έχει ακόμα γίνει πλήρως αντιληπτή. Δεν έχω υπόψη μου μόνον την απαξίωσή τους ή την ταύτισή τους με την τρομοκρατία, ταύτιση που απεργαζόταν συστηματικά ο αντιδραστικός Τύπος. Η ζημιά συνίσταται κυρίως στο εξής: υπήρχε εποχή που ο κόσμος είχε ξεχάσει νεοναζί, χουντικά σταγονίδια και φασίστες τρομοκράτες και απειλούνταν αόριστα από το ενδεχόμενο να φάει βόμβα ή αδέσποτη ρουκέτα της 17Ν στο άσχετο, ακόμα και πριν από το «ατύχημα» με τον Αξαρλιάν.

Επιπλέον, όσο πέρναγε ο καιρός ο κόσμος ρώταγε όλο πιο συχνά «μα γιατί δεν τα βάζουν πια με το μεγάλο κεφάλαιο;» (είχαν προσπαθήσει να σκοτώσουν τον Βαρδή Βαρδινογιάννη και είχαν σκοτώσει τον Δημήτρη Αγγελόπουλο). Η απάντηση που γενικά δινόταν τότε είναι αυτή που υπαινίχθηκα πιο πάνω: γιατί ήταν ευκολότεροι στόχοι ο Μομφεράτος, ο Πέτσος (!) και κάτι Τούρκοι διπλωμάτες.

Η εκδικητική και παράνομη στάση της κυβέρνησης απέναντι στον κρατούμενο Δημήτρη Κουφοντίνα και η καταπάτηση των δικαιωμάτων του είναι στοχευμένες: αποσκοπούν τελικά να συσπειρώσουν γύρω από τη ΝΔ τα ακροδεξιά ορφανά της ναζιστικής συμμορίας και τους λοιπούς φασίστες που μας μολύνουν από το 1944 και μετά. Ταυτόχρονα η επιβολή της θανατικής ποινής σε αργή κίνηση στον Κουφοντίνα ενισχύει τη θέση ότι οι «νόμιμοι ιδιοκτήτες της χώρας», δηλαδή οι ψευδεπίγραφοι τοποτηρητές της αριστείας και οι διανομείς σε ιδιώτες του δημόσιου πλούτου, βρίσκονται υπεράνω του Νόμου. Αυτά όμως δεν καθιστούν τον κρατούμενο ήρωα.

Έλληνες δημόσιοι διανοούμενοι

Αναρωτιέται ο Άρης Καλαντίδης:

«Πώς καταλήξαμε να έχουμε ως δημόσιους διανοούμενους τον Γιώργο Μπαμπινιώτη, τον Στέλιο Ράμφο, τον Ματθαίο Γιωσαφάτ και την Μαρία Ευθυμίου μου λέει κανείς;»

Η ερώτηση μού φάνηκε πολύ ενδιαφέρουσα, έστω και αν η λίστα μάλλον είναι ελλιπής. Ας πιάσουμε έναν έναν όσους αναφέρει, σχολιάζοντας όχι το επιστημονικό ή κλινικό τους έργο, όταν υπάρχει, αλλά τον δημόσιο λόγο τους.

Όλοι όσοι αναφέρονται επιβεβαιώνουν εν είδει αυθεντιών αυτά που ήδη νομίζουμε ότι ξέρουμε, όσα μας διδάσκει η ελληνική ιδεολογία και μας κάνουν να αισθανόμαστε άνετα:

Ο Μπαμπινιώτης κυκλοφορεί την αντίληψη ότι η ελληνική γλώσσα, ο πυρήνας της συγκρότησης του ελληνικού έθνους, έχει κάτι το ανώτερο, εξαιρετικό ή ιδιαίτερο ― πέρα από το ότι είναι μία από τις τρεις γλώσσες με την πιο μακραίωνη αδιάσπαστη γραπτή παράδοση παγκοσμίως. Στάνταρ ό,τι θα σας πει ο φιλόλογος εθνικόφρων γυμνασιάρχης.

Ο Ράμφος γιατί μετά τη δική του Παλινωδία (inside joke), που τον έστρεψε από την «Ανατολή» στη «Δύση», αναπαράγει κάθε είδους θυμοσοφία της γενιάς των λεγόμενων boomer: ψυχολογικοποίηση συμπεριφορών ως εκδηλώσεις «απωθημένων» (σε ατομικό αλλά και σε συλλογικό επίπεδο), πίστη στον ατίθασο και απείθαρχο «εθνικό χαρακτήρα» μας, ισχυρισμοί ότι υστερούμε ή πάσχουμε λόγω της ιστορικογεωγραφικής θέσης μας κτλ. Μάλλον ό,τι θα σας πει ο τοπικός υφασμετέμπορας στους πάλαι καφενέδες.

Ο Γιωσαφάτ μάς λέει περίπου ότι οι ανάξιες μάνες βγάζουν προβληματικά παιδιά, με έμφαση στις μάνες που βάζουν τον εαυτό τους πάνω από τα παιδιά τους, που έχουν καριέρα, που δεν θηλάζουν κτλ. Η κατηγορία «προβληματικά» περιλαμβάνει από νευρωσικούς μέχρι ομοφυλόφιλους και από ανασφαλείς μέχρι ζωντοχήρες. Ό,τι λοιπόν θα σας πει ο υπερήλικας ιδιώτης γυναικολόγος που διάβασε Φρόυντ τη δεκαετία του ’60 σε έκδοση Δαρεμά.

Η Ευθυμίου συντηρεί την αντίληψη της ιστορίας ως ενός μεγάλου και συναρπαστικού παραμυθιού, μιας αφήγησης, το οποίο κινούν μεγάλες και πλατωνικές δυνάμεις και ο ουσιοκρατικά δοσμένος «χαρακτήρας» ανθρώπων, λαών, ολόκληρων εποχών. Ό,τι δηλαδή θα σας πει ο αυτοδίδακτος πρώην τμηματάρχης ιστοριοδίφης.



Hell as…

Προς τη δόξα

Το υπέροχο Deutschland των έτσι κι έτσι Rammstein συνοψίζει και συμφύρει επεισόδια είκοσι αιώνων γερμανικής ιστορίας από τη μάχη στον Τευτοβούργιο Δρυμό μέχρι σήμερα με μια κοινή θεματική: η γερμανική ιστορία ως ανθρωποφαγία και στυγερότητα. Στο βίντεο πρωταγωνιστεί η Germania, η οποία στο τέλος στέλνεται σε τροχιά γύρω από τη γη μέσα σε ένα γυάλινο φέρετρο σαν της Χιονάτης.

Πώς θα συνοψίζαμε τριαντατόσους αιώνες ελληνικής ιστορίας; Ποια επεισόδιά της θα διαλέγαμε; Πώς θα ξαναεγγράφαμε τη θριαμβική παρέλαση της Τελετής Έναρξης του 2004, μιλώντας όμως για τον δόλο της ελληνικότητας και τη φρίκη της ελληνικής συνέχειας;

Έχω κάποιες προτάσεις:

Μια σκηνή στάνταρ θηριωδίας από τη Διομήδους Αριστεία στην Ιλιάδα, ίσως εκείνη με το δόρυ που τρυπάει το λαρύγγι κάποιου Τρώα, του κόβει τη γλώσσα με την αιχμή να αναδύεται στη βάση του κρανίου του. Η άλωση της Τροίας.

Πελοποννησιακός πόλεμος: η σφαγή των Μηλίων, επειδή δεν συμμορφώθηκαν, τα Σικελικά λατομεία με ζουμ σε κομμένους αντίχειρες. Ο θάνατος του Σωκράτη.

Ο Αλέξανδρος καίει τη Θήβα, καίει την Περσέπολη. Ο Αλέξανδρος αφανίζει το έθνος των Κοσσαίων για να παρηγορηθεί για τον θάνατο του Ηφαιστίωνα: ο λεγόμενος «Ἡφαιστίωνος ἐναγισμὸς» (Πλουτάρχου Αλέξανδρος 72:4). Το σπίτι του Πινδάρου ανάμεσα στα ερείπια.

Το χριστεπώνυμο πλήθος υπό τον Κύριλλο Αλεξανδρείας λυντσάρει την Υπατία. Ο Θεοδόσιος σφάζει τον κοσμάκη στον Ιππόδρομο της Θεσσαλονίκης και τον επιτιμά ο Αμβρόσιος. Μια από τις πολλές πυρπολήσεις της Βιβλιοθήκης της Αλεξανδρείας. Διωγμοί εθνικών και εκτοπισμός τους στην Ταυρίδα.

Ο Βασίλειος Βουλγαροκτόνος κάνει αυτό που του έβγαλε το όνομα Βουλγαροκτόνος, όταν δεν τυφλώνει αιχμαλώτους κτλ. Παλατινές («βυζαντινές») ίντριγκες και αστρολόγοι στο ιερόν Παλάτιον. Νίκας τοις βασιλεύσι κατά βαρβάρων δωρούμενος.

Γεννάδιος Σχολάριος και Μωάμεθ ο Β’ ο Πορθητής ασπάζονται ο ένας τον άλλο. Χωριά ολόκληρα στο ύστερο Βυζάντιο (αυτό που λέμε εμείς Βυζάντιο) ζουν στην εξαθλίωση που περιγράφει ο Θεοδωρίδης στο Δοξόμπους. Λάσπη και ζητιάνοι στους κάμπους της Μακεδονίας.

Φαναριώτες καλοζωισμένοι και χωρικοί χαμένοι κάπου στα Κράβαρα. Οθωμανική Λάρισα και Ορλωφικά. Ο θάνατος του Ρήγα στο κελλί του.

Η σφαγή («άλωση») της Τριπολιτσάς: η πρώτη ίσως εθνοκάθαρση του νεωτερικού κόσμου. Εμφύλιοι, Μαυροκορδάτοι και τα δάνεια της Αγγλίας. Ο Μπραήμης καταπνίγει την Επανάσταση. Όθωνας και ληστές. Ο Κολοκοτρώνης στο κελλί του.

Δέκα χρόνια πόλεμος: 1912-1922. Η σφαγή του Κιλκίς. Το ανάθεμα του Βενιζέλου. Ο ελληνικός στρατός σφάζει γυναικόπαιδα στη Μικρασία. Φλας στο ΦΕΚ του Ν. 2870/1922, που απαγόρευε τη μεταφορά τουρκόσπορων σκυλιών στην Ελλάδα. Η Σμύρνη καίγεται, κόσμος πέφτει στη θάλασσα.

ΕΟΝ. Δοσίλογοι, χίτες, χαφιέδες. Εβραίοι των Ιωαννίνων και της Θεσσαλονίκης. Δεκεμβριανά. Σφαγή Μακρονήσου. Η Πείνα του 1941.

[Κάτι από τη δεκαετία του ’60, οτιδήποτε: υπάρχει πλούσιο υλικό βαρβαρότητας.]

Πολυτεχνείο. Πραξικόπημα κι Εισβολή στην Κύπρο. Χουντική φιέστα.

Κουμής, Κανελλοπούλου, Καλτεζάς, Γρηγορόπουλος. Δεκέμβριος 2008. Φεβρουάριος 2012. Ο Σαμαράς αντιμνημονιακός. Χρυσαυγίτες να σφάζουν και να σπάνε. Τρελό πάρτυ στη Μύκονο.

Η δαφνοστεφής Ελλάς ξαποσταίνει στο Olympus Plaza.

Άι λάικ του μπι ιν Αμέρικα

Ο Αμερικής Ιάκωβος στη Σέλμα με τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ

Η παραπάνω εικόνα τιμά την Ορθοδοξία και τον ελληνισμό της Αμερικής. Πάνω απ’ όλα, τιμά στο διηνεκές τον ίδιο τον Αμερικής Ιάκωβο.

Η παραπάνω εικόνα δεν είναι ενδεικτική του αμερικανικού ελληνισμού.

Το 2013 και το 2014 έζησα κοντά σε μια ελληνοαμερικανική κοινότητα για συνολικά τέσσερις εβδομάδες. Υπήρχε σοβαρότατη προοπτική να δουλέψω εκεί. Όσο έμεινα εκεί έμαθα πολλά πράγματα από διάφορα μέλη της.

Έμαθα ότι δεν πρέπει να ψωνίζουμε παπούτσια από ένα συγκεκριμένο κατάστημα, στο οποίο βεβαίως ο κύριος που με συμβούλευε είχε δουλέψει πριν πολλά πολλά χρόνια, επειδή το έχει Εβραίος. Άλλος κύριος μού είπε ότι δεν είναι ρατσιστής αλλά οι μαύροι είναι τεμπέληδες κι αναξιόπιστοι, αν και δεν μπορεί να μιλάει για αυτά τα πράγματα ανοιχτά επειδή θα τον πουν ρατσιστή.

Πληροφορήθηκα ότι κάθε σωστός Έλληνας οπωσδήποτε πάει στην εκκλησία κάθε Κυριακή «για το community», όχι γιατί απαραιτήτως πιστεύει σε θεούς κτλ. Αυτό βεβαίως θα έπρεπε να τηρώ κι εγώ, όταν θα έπαιρνα τη δουλειά που δεν πήρα. Αν δεν πήγαινα θα μου ζήταγε τον λόγο ο παπάς τηλεφωνικώς, ο οποίος μιλάει και με τον Πατριάρχη στο Φανάρι κάθε τόσο.

Μου εξήγησαν ότι η Ελλάδα δεν πηγαίνει μπροστά κι έχουμε Μνημόνια επειδή οι Έλληνες της Ελλάδας είμαστε τεμπέληδες, ενώ στην Αμερική δουλεύουμε δέκα ώρες την ημέρα και χωρίς σαββατοκύριακα, αν μας ζητηθεί. Την Ελλάδα την κατέστρεψαν οι συνδικαλιστές. Επίσης στην Αμερική μετράει η οικογένεια πάνω απ’ όλα.

Πήγα στη διάλεξη ενός ιστορικού που δεν είχα ακουστά, ο οποίος όμως είχε δουλέψει στο State Department. Η διάλεξη έγινε στο meeting hall του Ιερού Ναού. Ο ιστορικός μάς είπε ότι ο Τούρκος είναι ο προαιώνιος εχθρός του έθνους μας και ότι είναι inherently βαρβαρικός λαός, τον οποίο κανείς δεν ξεπερνάει σε αγριότητες και εγκλήματα, ενώ και σε καιρό ειρήνης επιβουλεύεται ό,τι έχει απομείνει από τα εδάφη μας. Έκλεισε με την έκκληση να μην ξεχνάμε τις χαμένες πατρίδες.

Με ρώτησαν πολλές φορές αν είμαι παντρεμένος.

Τέλος, από τη γλυκύτατη κυρία Μπέτυ, η οποία μπορεί ήδη να έχει αφήσει τις ανατολικές ακτές του Ατλαντικού για τα Grey Havens του μύθου, ένιωσα τι ανελέητο φαρμάκι είναι η νοσταλγία: μου τραγουδούσε στο αυτοκίνητο, οδηγώντας με thirty miles, που σημαίνει ότι είχαμε ουρά τα μπινελίκια πίσω μας, ό,τι ελληνικά τραγούδια είχαν βγει μέχρι το 1967, όταν τριάντα χρονών άφησε τη Χαλκίδα για το Αμέρικα. Διότι αυτά είναι τα πιο όμορφα τραγούδια που έχουνε βγει ποτέ.

Ζώνες ελευθερίας

Αυτό που ψάχνουμε οι περισσότεροι, όσοι δεν έχουμε στεγνώσει από την κίβδηλη ταύτιση της ευτυχίας με την κατανάλωση, της προσωπικότητας με την ψυχική ασθένεια και της άποψης με τη μιμητική σαχλαμάρα, είναι το πέρασμα σε μια ζώνη ελευθερίας.

Για πάρα πολλούς από εμάς η μόνη ζώνη ελευθερίας που θα μας χαριστεί ποτέ είναι αυτή που οικοδομούν η φαντασία, η φαντασίωση και το όνειρο. Για επίσης πολλούς η ζώνη ελευθερίας γνέθεται από μουσική, ταινίες και σειρές, ονειροπόληση… Εάν διαθέτουμε το ελάχιστο οικονομικό και κοινωνικό προνόμιο ίσως να μας χαριστεί και ένας λιγότερο ή περισσότερο «ευρύς χώρος προσωπικής νωχέλειας, […] χωρίς τον [οποίο] καμία ανθρώπινη απελευθέρωση και καμία κοινωνική χειραφέτηση δεν είναι εφικτή».

Όπως πάντα, τα πράγματα γίνονται πιο ενδιαφέροντα όταν οι ζώνες ελευθερίας γίνονται πιο συλλογικές: από μικρά διαμερίσματα και ρωγμές ελεύθερου χρόνου όπου καταφεύγουν ζευγάρια για να ζήσουν στιγμές ή ζωές ολόκληρες μέχρι συλλογικότητες και safe spaces και παρέες, ακόμα και όσα τον καιρό της πανδημίας αποκαλούνται κάπως υπεροπτικά «bubbles».

Βλέπω ένα ντοκυμαντέρ για το American Place Theater του Wynn Handman. Ο τύπος όχι μόνο δίδαξε γενιές ηθοποιών προστατεύοντας κι ενθαρρύνοντάς τους αλλά άνοιξε το θέατρο στους Αφροαμερικανούς δημιουργούς, στους Ασιατοαμερικανούς δημιουργούς, στις γυναίκες δημιουργούς, ενώ ανέβασε έργα που δεν ήθελε κανείς να δει, στην αρχή τουλάχιστον. Έτσι γίνονται οι δουλίτσες· και έτσι, ορθότερα.

Οι ζώνες ελευθερίας είναι εύθραυστες και πολύτιμες. Επίσης έχουν ένα μειονέκτημα: όταν πάψουν να επεκτείνονται καταντούν σκάφανδρα ή, στην καλύτερη περίπτωση, ενυδρεία.

Μέρος λοιπόν του τι επιδιώκουν τα κινήματα αντίστασης και απελευθέρωσης κάθε είδους είναι ο πολλαπλασιασμός των ζωνών ελευθερίας και η διαρκής επέκταση όσων ήδη υπάρχουν: από τον ποιοτικό ελεύθερο χρόνο μέχρι τα καταφύγια κακοποιημένων γυναικών, από την ερωτική ελευθερία μέχρι αυτοργανωμένες συλλογικότητες, από ομάδες ονλάιν μέχρι πραγματικά οριζόντια κινήματα.

Οι τρόποι δεν θα είναι πάντα κόσμιοι και δεν χρειάζεται. Άλλωστε, σπανίως η απελευθέρωση, από την πιο δειλή μέχρι την πιο βίαιη, είναι υπόθεση κοσμιότητας, ενώ συνήθως απαιτεί αρετή και τόλμη.

Στο θαμπό ημίφως ενός τευτονικού χειμώνα

Όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, τον ονειρεύομαι μέσα στο θαμπό ημίφως ενός τευτονικού χειμώνα. Κάτω από κουβέρτες και παπλώματα ή έξω στο κρύο. Το όνειρο αυτό δεν αποτελούνταν από εικόνες κλεψίτυπες από την τηλεόραση και τις εικονογραφημένες εγκυκλοπαίδειες ούτε από τις αφηγήσεις των άλλων, παρά συνιστούσε γνήσια και αδιαμεσολάβητη προβολή της ψυχής μου και της disposition μου ― εντάξει, ίσως προβολή της ψυχής μου και της disposition μου με τη διαμεσολάβηση του Μπετόβεν που άκουγε ο πατέρας μου.

Βεβαίως η ζωή με κράτησε στη στεγνή και λαμπρή Αθήνα μέχρι να με στείλει στη χλιαρή και νωπή Αγγλία και τελικά να με καταβάλει στην άνυδρη σκονισμένη υπερθερμασμένη Μέση Ανατολή. Προς υπεράσπισή μου θα πω ότι 6 χρόνια στην Αγγλία για τον καιρό παραπονέθηκα μόνο μία φορά, μια πνιγηρά υγρή νύχτα με 26 βαθμούς.

Εγώ λοιπόν, που πάντοτε ήθελα να είμαι αλλού και όταν βρισκόμουν εκεί που ήθελα αγωνιούσα να φύγω, αυτή τη δυσοίωνη χρονιά αφέθηκα να νιώθω, κατάφερα να είμαι παρών· ένιωσα .

Δεν είμαι πια απλώς ζώδιο της κρύας θαμπής φωτιάς: είμαι εγώ ο ήσυχος αλλά γεμάτος θαλπωρές τευτονικός χειμώνας· δεν είμαι πολλοί όντας ένας, δεν είμαι κάποιος άλλος: είμαι ένας με πολλούς τρόπους. Είμαι ο Σραόσα.

Και εις άλλα με υγεία.

2020

2020, 24 hours to go

I wanna be sedated

Ramones ‘I wanna be sedated’

Φωτιά θα πέσει να με κάψει αν πω ότι (μέχρι στιγμής, βράδυ 30ης Δεκεμβρίου) το 2020 μού φέρθηκε άσχημα. Κόσμος πεθαίνει ― και θα μπορούσε να μην πεθαίνει αν ο καπιταλισμός μας δεν ήταν τόσο ληστρικός και τόσο δογματικός ταυτόχρονα. Ο ανορθολογισμός και η αντίδραση μαζικοποιούνται ενώ τα κινήματα απελευθέρωσης, χειραφέτησης και δικαιοσύνης φαίνεται να έχουν πέσει σε κώμα. Εκατομμύρια άνθρωποι θα πεινάσουν ή ήδη πεινάνε ή έχουν καταστραφεί οικονομικά.

Εγώ απλώς κλείνομαι σπίτι. Και στερήθηκα ανθρώπους και ταξίδια.

Ανοίγω λοιπόν την αγκαλιά μου νοερά από το δικό μου Fortress of Solitude σε όσους έχασαν ανθρώπους, ελπίδες, μαγαζιά, δουλειές, αξιοπρέπεια.

Σε όσους υφίστανται την οδύνη του εγκλεισμού μέσα σε θλιμμένα και θλιβερά διαμερίσματα ενώ στις πόλεις μας περισσεύουν άδεια σπίτια.

Στους απομονωμένους και φοβισμένους γέροντες τις νύχτες των οποίων φωτίζουν τηλεοπτικά μορμολύκεια.

Σε όσες γεύτηκαν τη βία του εγκλεισμού.

Σε όσες κι όσους υποφέρουν από ψυχική ασθένεια την οποία κανείς δεν παίρνει στα σοβαρά εάν δεν πρόκειται να τη δαιμονοποιήσει ― στίγμα της εποχής μας που στο φωτεινό μέλλον θα είναι εφάμιλλο της ανοχής του 18ου αιώνα στη δουλοκτησία.

Σε όσους έζησαν τη στέρηση όχι μόνον της ερωτοπραξίας αλλά και της απλής ανθρώπινης επαφής.

Σε όσες και όσους ανήμποροι παρακολουθούσαν και παρακολουθούν τα παιδιά τους να σαλτάρουν και να πλήττουν απομονωμένα μπροστά σε οθόνες.

Καλά κουράγια σε όλους. Και μην ξεχνάτε: είτε θα τους αλλάξουμε τον αδόξαστο είτε θα τους λιανίσουμε. Δεν χρειάζεται κόπο και πλειοψηφίες, αρετή και τόλμη και τρόπο θέλει.

Οι μυθολογίες των άλλων

Το 1951 ξαναζεί το 2017

Άξια θεολόγος που εκτιμώ πολύ επαναλάμβανε χτες στα σοσιαλμήντια τη γνωστή θέση ότι η αθεΐα ορίζεται αρνητικά, ως απουσία του Θεού και έλλειψή Του.

Τα έχουμε ξανακούσει αυτά: Οι άθεοι είναι λέει παιδιά (βεβαίως) πληγωμένα (οπωσδήποτε) που ψάχνουν τον Θεό με το να τον αρνούνται (whatever). Λογικά η θέση είναι καταγέλαστη, σαν να λέει κανείς ότι η αναρχία ορίζεται αρνητικά, ως απουσία της ιεραρχικής εξουσίας και έλλειψή της.

Ταυτόχρονα, αν παρακολουθήσει στενά κανείς τα καμώματα του μαχητικού και πατερναλιστικού αθεϊσμού, ιδίως της ισλαμοφοβικής εκδοχής του, μπορεί τελικά να καταλήξει να οικτίρει τους μουτζαχεντίν της συγκεκριμένης φράξιας του αθεϊσμού.

Ωστόσο το πραγματικό πρόβλημα της εποχής δεν είναι μόνον οι υπερασπιστές των ελίτ που καμώνονται τους αγωνιστές της ελευθερίας του λόγου και του ορθολογισμού. Ταυτόχρονα ζούμε σε μια εποχή στην οποία οι λόγιοι, οι μορφωμένοι και οι καλλιτέχνες τείνουν να παίρνουν πάρα πολύ στα σοβαρά κάθε λογής Ορθοδοξίες κτλ.

Σκεφτείτε το εξής: οι αρχαίοι τραγικοί κράταγαν περισσότερη απόσταση από την ιερή θεματολογία τους απ’ ό,τι έχουμε δει να κρατούν σύγχρονοι γραφιάδες από την Ορθοδοξία. Αυτό είναι μάλλον κωμικό αν επιπλέον σκεφτεί κανείς ότι οι τραγικοί έγραφαν δραματικά έργα για θρησκευτικές τελετές και εις δόξαν Διονύσου. Φανταστείτε λ.χ. να γράφει νεοέλληνας χριστουγεννιάτικο διήγημα που να αντιμετωπίζει τη μυθολογία της Γέννησης ή την ασυνάρτητα συμπιλημένη γενεαλογία του Χριστού από τον Δαβίδ ως αυτό που είναι: μυθολογία. Να μη φαντασιωθώ ότι π.χ. θα παρουσίαζε τον Χριστό ως πρόσφυγα, ε; Και δεν πιάσαμε καν το λεπτό θέμα της πατρότητάς Του.

Βεβαίως τίποτε στην Ελλάδα δεν είναι πρωτότυπο, από αρχαιοτάτων χρόνων, που λέμε (οκέι, εκτόα από το αλφάβητο· το αλφάβητο ήταν ελληνική πρωτοτυπία). Παρακολουθούσα στο γιουτιούμπ κηδεία Αψβούργου το 2011, που την αναμετέδιδε ζωντανά το ORF. Παρακολούθησα από κοντά τη λιτανεία του Αγίου Στεφάνου (όχι του Πρωτομάρτυρα, του Ούγγρου βασιλιά) το 2015 την ημέρα της εθνικής γιορτής της Ουγγαρίας, με πολιτικούς και αγήματα στρατού και όλα τα καλά, στην ίδια πόλη που το 1956 άλλα λιτανεύονταν. Έχω φάει στη μάπα την αναβίωση της μοναρχίας ως υπέροχης ιδέας στο θλιβερό μπάχαλο που λέγεται Βρετανία του Μπρέξιτ. Για την Πολωνία που ανακήρυξε τον Χριστό βασιλιά της και την υπερορθόδοξη Ρωσία τα ξέρουμε.

Λυπάμαι, αλλά ήδη από τη δεκαετία του ’70 το «reject modernity, embrace tradition» (κι αν χρειαστεί, επινοήστε την) είναι κάτι παραπάνω από μημ: είναι η βασιλική οδός που ακολουθούν κάθε λογής αντιδραστικές κινήσεις έκτοτε για να μας την πέσουν και να μας ρίξουν πίσω στον 17ο αιώνα.

Συμπεριλαμβανομένης και της δικιάς μας ορθόδοξης αναβίωσης: πρώτα μέσω λάιτ αριστερών, ρηγάδων και όσων έκαναν διάλογο «μαρξισμού κι Ορθοδοξίας», αργότερα με τον αμίμητο μοναρχικό και εθνικιστικό παλμό του Χριστόδουλου.

Το φετίχ του βιβλίου

Εικονογράφηση: Apollonia Saintclair

Από μικρό παιδί ακούω για το βιβλίο. Το βιβλίο είναι φίλος, ο καλύτερος φίλος. Το βιβλίο είναι το καλύτερο δώρο. Χαρίστε βιβλία. Τα βιβλία ανοίγουν ορίζοντες.

Και φυσικά, επειδή για την επαρχιώτικη Ελλάδα μιλάμε, όλη αυτή η κουβέντα οργανωνόταν γύρω από το πόσο λίγο διαβάζει ο Έλληνας, αφού δεν είμαστε λαός, και από το πόσο μπροστά βρίσκονται οι προοδευμένοι λαοί επειδή διαβάζουνε παντού: στις συγκοινωνίες, στα πάρκα, στον καμπινέ, στην παραλία ― παντού.

Κατά κάποιον τρόπο αυτά τα τροπάρια συνεχίζουν. Άλλωστε στην Ελλάδα είμαστε πολύ φιλακόλουθοι εξ αποστάσεως και συνεπώς αγαπούμε κηρύγματα, εξάψαλμους, λιτανείες και ατελείωτα τροπάρια, ιδίως κάτι κασσιανά που κλαίνε τις αμαρτίες μας.

Την προηγούμενη δεκαετία τα τροπάρια αυτά συνοδευόντουσαν από ισοκρατήματα περί του επικείμενου θανάτου του έντυπου βιβλίου στα χέρια των κιντλ και των λοιπών συσκευών ανάγνωσης, αλλά μάλλον τα ηλεκτρονικά βιβλία δεν σκότωσαν τελικά τα έντυπα, όπως το ίντερνετ δεν σκότωσε την τηλεόραση (τη μετασχημάτισε), η τηλεόραση δεν σκότωσε το ράδιο (το επανοριοθέτησε), το ραδιόφωνο δεν σκότωσε τις εφημερίδες (τις ξανανοηματοδότησε) κτλ.

Εξακολουθούμε λοιπόν να επαναλαμβάνουμε πόσο σημαντικό είναι να διαβάζουμε βιβλία. Βιβλία. Σκέτο. Έτσι, γενικά κι αόριστα. Αυτή η πεποίθηση ότι η ανάγνωση βιβλίων αποτελεί αυτοσκοπό μάλλον είναι απότοκο αφελούς λογιοτατισμού ή αδαούς ευρωκεντρισμού. Ας πιάσουμε λοιπόν με τη σειρά τις πλάνες των βιβλιοφετιχιστών.

Πρώτον, δεν είναι κάθε βιβλίο καλό. No shit, Sherlock. Όποιος λ.χ. έχει υπόψη του έναν Λιακόπουλο κι έναν Άδωνι Γεωργιάδη μάλλον ξέρει ακριβώς για τι πράγμα μιλάμε. Να το θέσω κι αλλιώς: αν κάποιος θέλει να μου κάνει δώρο κάποιο έντυπο σκουπίδι δεμένο σε βιβλίο, προτιμώ να μου φέρει ένα μπουκάλι φτηνό ουίσκι, που θα με καλλιεργήσει περισσότερο.

Δεύτερον, όποιος έχει προσέξει τι βιβλία διαβάζουν «οι ξένοι», θα παρατηρήσει ότι διαβάζουν κυρίως από ελαφρά αναγνώσματα για να περνάει η ώρα μέχρι απίστευτες αηδίες που κάνουν τα βιβλία των εγχώριων τηλεπωλητών να μοιάζουν έως και αξιοπρεπή. Αυτό είναι αναμενόμενο τελικά, δεν ενδιαφέρονται όλοι να πάρουν τον Καντ στην παραλία μαζί τους, τον Ντοστογιέφσκι στο κρεβάτι, το Εγωιστικό Γονίδιο στην τουαλέτα. Άσε που τα βαριά βιβλία τραυματίζουν αν σε πάρει ο ύπνος και πέσουν στα μούτρα σου.

Μια στάση εδώ: η πλάνη ότι όταν λέμε «βιβλίο» εννοούμε είτε κλασικό μυθιστόρημα είτε βιβλίο επιστημονικής εκλαΐκευσης (τι διάολο, ούτε καν οι βιβλιοφετιχιστές δεν έχουν απαίτηση να διαβάζουμε ποίηση) ίσως τελικά να προέρχεται από συναντήσεις με τους παλιννοστούντες πολιτικούς πρόσφυγες του 1982, που μας ήρθαν από τους σοσιαλιστικούς παραδείσους.

Πράγματι, πίσω από το λεγόμενο Παραπέτασμα η υψηλή τέχνη συστηματικά προμοτάρονταν εις τόπον ποπ κουλτούρας, η οποία εκεί μύριζε ποδαρίλα και νάυλον πουκάμισα όταν δεν απουσίαζε τελείως. Θυμάμαι εικοσάχρονους Βορειομακεδόνες, Τσέχους, Ούγγρους, Ρουμάνους, Πολωνούς κ.ο.κ. να έχουν διάβασει περισσότερο μυθιστόρημα από όσο θα διαβάσω εγώ μέχρι τα 87 μου. Αντίστοιχα, οι δισκογραφικές εταιρείες των χωρών της ΚΟΜΕΚΟΝ έβγαζαν πολλές, καλές και φτηνές ηχογραφήσεις μεγάλης και όμορφης μουσικής, ως ανάχωμα στην από Δυσμάς πλημμυρίδα της Μαντόνας, των Στόουνς, της ντίσκο… Η λογική ήταν απροσμάχητη (ή μάλλον, απάλευτη): αν μπορείς να ακούς Μπετόβεν, Ενέσκου και Λιστ, σιγά μην ασχοληθείς με τις απλοϊκές αρμονίες της ποπ. Διαψεύστηκαν ωστόσο οι εργολάβοι των αναχωμάτων υψηλής κουλτούρας: ο κόσμος ήθελε ενίοτε και κάτι ελαφρύ, κάτι που δεν θα είναι μόνο μουσική αλλά κι ένας μικρός προσωπικός χώρος χαράς κι ονειροπόλησης.

Τρίτον λοιπόν, ισχύει αυτό που λέει η Αθηνά Καρτάλου για τον κινηματογράφο: όπως το σινεμά δεν είναι τέχνη αλλά μέσο, μέσο με το οποίο μπορείς να κάνεις και τέχνη και άλλα πολλά, το βιβλίο δεν είναι τέχνη, είναι μέσο. Το ίδιο το βιβλίο δεν είναι αγαθό· απεναντίας, το καλό βιβλίο (όπως το εννοεί ο καθένας) είναι αγαθό. Στην τρίτη δεκαετία του 21ου αιώνα είναι προτιμότερο να διαβάζει κανείς θησαυρούς στο ίντερνετ παρά έντυπο τζανκ με δεμένη ράχη.

Γενικότερα, το πρόβλημα στην Ελλάδα δεν υπήρξε ούτε η έλλειψη βιβλίων (Θεός φυλάξοι: Έλληνες είμαστε!) ούτε τελικά το μέγεθος του αναγνωστικού κοινού. Σχετικά με το δεύτερο, όταν με τα πολυσέλιδα πασατέμπα των Λιβάνη, Ψυχογιού και Καστανιώτη εξερράγη η κυκλοφορία βιβλίων στις αρχές του αιώνα, διευρύνθηκε μεν το αναγνωστικό κοινό αλλά βεβαίως δεν ανεβήκαμε σκάλα, δεν πλησιάσαμε το ιδεώδες του πάρα πολύ καλλιεργημένου λαού. Θα αναρωτιόμουν τέλος πάντων ποιος θα μπορούσε να θεωρείται «καλλιεργημένος λαός» από αρτηριοσκληρωτικούς λογιότατους ή από αταξίδευτους ευρωκεμαλιστές.

Εναντίον της αποκλειστικής διάζευξης

«I’m a bisexual man who’s never had a homosexual experience.»

Brett Anderson 1992

Ως γνήσιο μέλος της Generation X, απολιτίκος τότε μεν αλλά αρκούντως φτωχός ώστε να μην μπορώ να ζήσω τ’ όνειρο, μεγάλωσα στον βροντώδη απόηχο ποζεράδικων δηλώσεων όπως η παραπάνω. Ανήκω σε μια γενιά της οποίας οι υποψίες και τα ψυχανεμίσματα θα γίνονταν ο τρόπος ζωής της επόμενης: η προγραμματική αμφισεξουαλικότητα ήταν μία από αυτές.

Από τη μια είχαμε την επαναστατική μαχητικότητα της εξεγερτικής ομοφυλοφιλίας, που τότε σήκωνε κεφάλι και διαλαλούσε ότι «έτσι κι αλλιώς όλη η γη θα γίνει κόκκινη», ή μάλλον ότι θα γινόταν κανονικοποιημένα γκέι. Είχα κάμποσους γνωστούς να μπερδεύουν το κουίρ με τη γκεϊοσύνη τους, την ανδρογυνία με την ομόφυλη επιθυμία, τη βούρτσα με την πούτσα και να διακηρύσσουν ότι όλοι οι άντρες θέλουμε να τον πάρουμε, κάτι που αυτομάτως, αυτοδικαίως και ουσιοκρατικώς θα μας καθιστούσε γκέι. Παράλληλα, ως ανασφαλείς κι ολιγόπιστοι επαναστάτες που ήταν, μας παρακινούσαν όλους τους σερνικούς να το πάμε all the way, να πάμε να γαμηθούμε αυθωρεί και παραχρήμα ώστε να πυκνώσουμε τις τάξεις των ηρωικών τύπων που έκαναν coming out (για το οποίο ελληνιστί δεν έχουμε όρους ακόμη, αντίθετα με τα αμφίψωμα και τους τροφοδιανομείς).

Από την άλλη είχαμε στο κεφάλι μας τη στυγνή ετεροκανονικότητα, προϊόν του διάχυτου τιμωρητικού τρόμου των μεγαλυτέρων και των ομοίων μας ότι μπορεί να λέγαμε κανα «καλέ» παραπάνω ή να πηγαίναμε για χορό στο DOM στην Ικαριέων, ότι μπορεί να προσχωρούσαμε στις αδερφές που βεβαίως κυβερνούσαν τον κόσμο — ξέρετε, με τον τρόπο που οι Εβραίοι κατέστρεφαν τη Γερμανία εκεί τον Νοέμβρη του 1938. Μιλάμε για την ίδια ετεροκανονικότητα που έστειλε στον θάνατο με συνοπτικές διαδικασίες τον Ζακ Κωστόπουλο / Ζάκι Ο, και άλλους πολλούς με πιο αργές και ακόμα πιο βασανιστικές διαδικασίες.

Στο μεταξύ, οι «γκέι ακτιβιστές» τότε δεν ενδιαφέρονταν ούτε για τους φτωχόπουστες, ούτε για τις ίου λεσβίες, παρά για ορατότητα (βιζιμπίλιτυ καλέ) στα λαμπρά κι ιδιωτικά κανάλια, άλλωστε δεν τους ενδιέφεραν τα πολιτικά και άλλα τέτοια βαρετά.

Ναι: ιδού ο μπανάλ και χυδαίος κόσμος της δεκαετίας του ’90, μεταξύ του 1979 της Θάτσερ και του 2008 των Λίμαν Μπράδερς, όταν ήταν μπανάλ να είσαι φτωχός, όταν όλοι θα μπορούσαμε να γίνουμε και καλά ζάπλουτοι αν δουλευαμε κι όταν όλα τα προβλήματα του κοσμάκη θα τα έλυνε ο πεφωτισμένος και ψύχραιμος ακτιβισμός της κάθε φιλανθρωπίας.

Τέλος πάντων, πέθαναν αυτά. Όπως γελάμε με την αυταρέσκεια των μπούμερ σήμερα θα γελάμε σε 50 χρόνια με την εκ του ασφαλούς μετριοπάθειά μας αλλά και με τις νεοπουριτανικές απόπειρες των γενεών μετά από τη δική μου να επιβάλουν λογοκρισίες, γενεών που έμαθαν την επιθυμία, την ψυχική ασθένεια και την ανισότητα μέσα από το τάμπλερ. Δυστυχώς θα είμαι χούφταλο τότε, αν όχι κιόλας νεκρός.

Επιστρέφοντας λοιπόν στην επιθυμία, μου ήταν αυτονόητο ότι «από τον καιρό του Κίνσεϋ το θέμα είναι λυμένο: είμαστε όλοι αμφισεξουαλικοί και όλοι πολυγαμικοί, σε διαφορετικό βαθμό βεβαίως ο καθένας». Βεβαίως αυτή η αυτονόητη θέση δεν ήταν κάτι που μπορούσες να συζητήσεις ποτέ ανοιχτά, αφού εκ μέρους ενός cis αρσενικού ήταν καταγέλαστη για κάθε λογής μονοσεξουαλικούς.

Οι μεν γνησίως και ορθοδόξως ετεροφυλόφιλοι τη θεωρούσαν είτε πρόφαση για ανώμαλου χαρακτήρα ανευθυνότητα και πολυγαμικότητα και γενικότερη ασυδοσία, είτε ψυχολογικοποιημένα ευτελές πρόσχημα κρυπτομοφυλοφιλίας. Σε αυτό το τελευταίο συνέπιπταν με τους μαχητικούς κι ανένδοτους γκέι: κατ’ αυτούς όλοι οι μπάι όχι μόνον είναι κατά βάθος γκέι σε άρνηση (άλλως τε γιατί να σου αρέσουν τα μουτζά, καλέ;) αλλά και θέλουν να τον παίρνουν από άντρες, συνήθως τους ίδιους.

Κάτι τόσο ευτελώς προφανές όσο η επιθυμία για σώματα και των δύο ή παραπάνω φύλων είτε ψυχολογικοποιούνταν ως αυτοτιμωρητική καταπίεση και υποκρισία είτε ευτελιζόταν ως πρόφαση να ενδυθεί μια κάποια αξιοπρέπεια η ανευθυνότητα, ασυδοσία και λιμπιντινική ασυναρτησία όσων αντρών δήλωναν αμφισεξουαλικοί: τα πράγματα ήταν απλά, ή ήθελες να τον δίνεις πάντοτε ή ήθελες να τον παίρνεις πού και πού — τα υπόλοιπα ήταν πίπες (με την κακή έννοια).

Ούτε που φαντάζομαι πώς πρέπει να ήταν η φάση με γυναίκες που τόλμαγαν να δηλώνουν αμφισεξουαλικές: σίγουρα ήταν κι αυτές ή κοτούλες που δεν άντεχαν να προσχωρήσουν στον πούρο λεσβιανισμό, είτε απλώς καριολίτσες και πουτανάκια που τα θέλουν όλα. Διότι ακόμα και για τη γενιά που άνθισε τη δεκαετία του ’90 μόνον όσοι είναι σερνικοί δικαιούνταν να τα θέλουν όλα (και να τα θέλουν αμέσως).

Αυτά σήμερα λέγονται bi erasure (άραγε υπάρχει όρος ελληνικός; ποιος ξέρει). Τότε λεγόταν κοινή λογική: αυτονόητη υπεράσπιση της γκεϊοσύνης και της στρέιτ καθαρότητας. Διότι αλίμονο αν αδερφές και παλληκάρια γίνουμε μαλλιά κουβάρια: ούτε τα παλληκάρια αλλά ούτε κι οι αδερφές δεν θα το ήθελαν αυτό, πολλώ μάλλον ο Θεός ο ίδιος.

Βεβαίως, τα πράγματα το 2020 είναι πια ξεκάθαρα και σαφή: «είμαστε όλοι αμφισεξουαλικοί και όλοι πολυγαμικοί, σε διαφορετικό βαθμό βεβαίως ο καθένας». Κι όποιος ή όποια ακόμα αναρωτιέται πού βρίσκεται στο φάσμα της αμφισεξουαλικότητας ή της πολυγαμικότητας μπορεί να κάνει κάποιο τεστ ονλάιν. Ακόμα καλύτερα, μπορεί να στρέψει το βλέμμα προς τα πίσω και να αντικρύσει με ψυχραιμία τη ζωή του και τις επιθυμίες του.