Which side are you on?

31.10.2015 Έβρος 3
Διαμαρτυρία για το Προσφυγικό, Έβρος 31.Χ.2015

Το αστυνομικό κράτος, που προπονείται και προθερμαίνεται αυτές τις μέρες για όσα μεγάλα και σπουδαία προτίθεται να διαπράξει σε ορίζοντα τετραετίας, έχει τη στήριξη μεγάλου μέρους της κοινωνίας σε όσα κάνει και για όσα θα κάνει.

Να πάψουμε να στενοχωριόμαστε όταν κάποιος μιλάει για νοικοκυραίους, συντηρητικούς που ζουν στην επισφάλεια αλλά περνιούνται για μεσαία τάξη επειδή έχουν πιστωτική (που είπε πρόσφατα και ο Λούις Σεπούλβεδα). Αυτοί στηρίζουν την καταστολή, αυτοί είναι οι νεοσυντηρητικοί, αυτοί απολαμβάνουν την κανονικότητα που ευαγγελίζονται ο αυταρχισμός κι η επιτήρηση.

Και στην Ευρώπη και στον κόσμο η κατάσταση γίνεται, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, έντονα συγκρουσιακή.

Λυπάμαι αν σας ταράζει αυτό, λυπάμαι όμως με τον συμπονετικό αλλά ελαφρώς υποκριτικό τρόπο που εκφράζουν οι ελίτ τη μετριασμένη θλίψη τους για κάθε συμφορά που προκαλούν.

Καλός παπάς, καλύτερος πρόσφυγας;

«Η Ορθοδοξία κατά βάθος…»

Photo 29-7-18, 14 18 21

Όσο και να αναπαράγονται οι δηλώσεις του Δημητριάδος Ιγνατίου,
όσο και να θυμόμαστε τον Σισανίου Παύλο,
όσο και να λένε για τους δεσποτάδες του ΕΑΜ,
όσο και να μνημονεύουμε τον Αλβανίας Αναστάσιο,
η Ιεραρχία αλλά και η Εκκλησία στο σύνολό της βρίσκονται στον πυρήνα της μισαλλοδοξίας και της μαύρης αντίδρασης στην Ελλάδα.

Αρκετά με τα «δεν είναι η Εκκλησία, είναι οι δεσποτάδες / οι θρησκευτικές οργανώσεις»: μου θυμίζουν τα «ο Γάβρος είναι ο λαός του, δεν είναι οι ιδιοκτήτες του». Κάθε οργανισμός υφίσταται σε έναν τόπο και σε έναν ιστορικό χρόνο, ενώ διαθέτει αρχές και απαρτίζεται από προσωπικό και από τάσεις.

Και το προσωπικό στη μεγάλη πλειοψηφία του, και οι αρχές και οι τάσεις της Εκκλησίας είναι μέσα στη μαύρη αντίδραση και στη μισαλλοδοξία. Αφήστε τον Χριστούλη και τους τρεις Ιεράρχες: ο μεν μας άφησε πριν είκοσι αιώνες, οι δε πέθαναν τρεισίμισυ αιώνες αργότερα.

«Ελάτε να μας αλλοιώσετε τον πολιτισμό.»

12717631_10153399234122544_5612645936017090851_n

Είναι μεγάλη κοτσάνα τα «ελάτε πρόσφυγες να μας αλλοιώσετε τον πολιτισμό».

Μέρος της νεοελληνικής αηδίας οφείλεται στην ηγεμονία της θρησκείας και στα οιονεί πολεμικά αποτελέσματα «μόλις» 10 ετών Μνημονιοκρατίας, όπως εκείνα που οδήγησαν στη διάβρωση του κράτους πρόνοιας, στον αυταρχισμό και στην εξαθλίωση.

Οι περισσότεροι πρόσφυγες έρχονται από τη Συρία (…), από το Ιράκ (πόλεμος από το 1981), το Αφγανιστάν (πόλεμος από το 1979), τη Σομαλία (πόλεμος από δεν θυμάμαι πότε, με ανύπαρκτο κράτος), τη Λιβύη (την οποία το ΝΑΤΟ κατέστρεψε με το έτσι θέλω) κτλ.

Οι άνθρωποι αυτοί λοιπόν έχουνε ζήσει μεγάλο μέρος της ζωής τους σε αδιανόητες για εμάς συνθήκες, μέσα σε κοινωνίες σε πολύ χειρότερη κατάσταση από της δικής μας, που ήδη τραυμάτισε και διέλυσε η Μνημονιοκρατία. Παράλληλα, πολλοί από τους πρόσφυγες βρίσκονται έρμαια μιας εκδοχής της θρησκείας τρισχειρότερης από τη δικιά μας εκδοχή — και αυτά τα δύο σχετίζονται.

Βεβαίως έχουμε μόνο να κερδίσουμε και να πλουτίσουμε καλωσορίζοντας τα τραγούδια και τα φαγητά και τα έθιμά τους, την κουλτούρα τους, αλλά οι πρόσφυγες δεν έρχονται στην Ελλάδα ως φωτιστές, εκπολιτιστές ή τίποτα τέτοιο: είναι κυνηγημένοι και εξαθλιωμένοι.

Αυτό που προέχει δεν είναι να τους ανακηρύξουμε σε μάρτυρες ή σε ισαποστόλους, αλλά να τους δώσουμε το καταφύγιο, τη φροντίδα και την ασφάλεια που χρειάζονται, μήπως και ανανήψουν σαν άνθρωποι, μήπως και ανασυγκροτηθούν σαν κοινότητες.

Το ζητούμενο δεν είναι να μας κάνουν εμάς ανθρώπους αλλά να μη ζουν σαν σταυλισμένα ζώα ώστε να νιώσουν ξανά (κάποιοι για πρώτη φορά) άνθρωποι.

Αυτό ακριβώς κάνει την ευθύνη μας απέναντί τους δυσθεώρητη και το πανευρωπαϊκό έγκλημα του Προσφυγικού στυγερότερο.

Μυστήρια

birth chart

Αυτός είναι ο γενέθλιος χάρτης μου. Πριν κάτι μήνες τον διάβασε μια ερασιτέχνης αστρολόγος και μου είπε ότι είμαι ως εξής:

Σταθερός. Μου αρέσουν οι απολαύσεις. Κοινωνικός αλλά ανοίγομαι σε λίγους. Κάνω σχέση μόνον αν πραγματικά το θέλω. Αισθησιακός.

Μου αιτιολόγησε τις επιμέρους προτάσεις της με έμφαση στη Σελήνη, στον ωροσκόπο και στην Αφροδίτη στον Τοξότη. Επίσης ο Άρης στον Ταύρο ήταν έτσι δυνατός. Την ευχαρίστησα κολακευμένος. Ξέρω πώς γίνονται αυτές οι δουλειές άλλωστε, αφού οι αστρολόγοι δουλεύουν όπως οι ψευτοψυχολόγοι, οι χαρτορίχτρες και οι καφετζούδες.

Πρώτα κερδίζεις την εμπιστοσύνη του πελάτη, αν μη τι άλλο γιατι φαίνεσαι σοβαρός, μυστήριος ή απλώς γιατί σε έχει πληρώσει π.χ. Κατόπιν κάνεις δηλώσεις κατάλληλες να προκαλέσουν στον πελάτη το Φαινόμενο Φόρερ.

Η δική μου αξιολόγηση πήγε μέχρι εκεί όσον αφορά το αστρολογικό μέρος, όμως ο καλός ψευτοψυχολόγος ή μάγος, η σωστή χαρτορίχτρα ή καφετζού πάει παραπέρα, κόβοντας τις αντιδράσεις του πελάτη στις παύσεις μεταξύ των προτάσεων της αξιολόγησης, προτάσεις που αρθρώνονται με ελεγχόμενο στόμφο και προσεγμένη οικειότητα κι αυτοπεποίθηση. Όπου τσιμπήσει ο πελάτης, με γκριμάτσα, νεύμα ή με κάποια απόκριση, ρίχνεις περισσότερες αόριστες αλλά οικείες ή βαθειές δηλώσεις. Τσίμπησε π.χ. στο «έχεις στόφα καλού γονιού»; Πάμε για παιδιά κτλ. Μήπως στο «δίνεσαι στον έρωτα»; Για να δούμε τι έχει πάθει με γκόμενο ή γκόμενα.

Και πάει λέγοντας. Όσο μιλάει ο πελάτης, τόσο προχωρεί και η μαντεία. Αν δεν μιλάει, θα μιλήσει: «τι θες να μάθεις;». Άλλωστε, αντίθετα με εμένα, ο πελάτης πλήρωσε.

Πληροφοριακά, το έχω κάνει με χειρομαντία (ούτε τα βασικά δεν ξέρω) σε πάρτυ στο οποίο συνόδευα την ανήλικη αδερφή μου. Σε λίγη ώρα έκαναν ουρά να τους διαβάσω την παλάμη, έφευγαν ενθουσιασμένοι και κατάπληκτοι.

Γιατί να διώχνεις το μυστήριο από την καθημερινή ζωή; Γιατί προτιμώ την αλήθεια από το μυστήριο. Ή μάλλον όχι, όχι: προτιμώ το μυστήριο που δεν είναι θεμελιωμένο στο ψέμα. Με μαγεύει το μυστήριο που εκπορεύεται από την άγνοιά μας, από την απορία μας ή και από την εγγενή αδυναμία μας να καταλάβουμε. Ακόμα καλύτερο το μυστήριο είναι το μυστήριο που είναι μυστήριο επειδή ignoramus (et ignorabimus) και που το νιώθεις.

Δεν θέλω μυστηριώδεις ερμηνείες, θέλω μυστήρια που ίσως μπορώ να νιώσω.

Το Μέγα Μυστήριο που θαυμάζω εγώ από μικρός είναι πόσο στεγανά παγιδευμένοι βρισκόμαστε στο παρόν μας. Τώρα είναι τώρα και δεν μπορείς να ξεφύγεις από το παρόν, το διαρκές τώρα.

Χειροφίλημα

DSC05421Είμαι Τουρκόσπορος ως γνωστόν και μεγάλωσα με ιστορίες της προηγούμενης Προσφυγιάς. Όχι μόνον από τους ανθρώπους που την έζησαν αλλά και από τα παιδιά τους, ειδικά από τη μητέρα μου: εικοσπέντε και τριάντα χρόνια μετά το 1923 της Ανταλλαγής τα παιδιά των προσσφύγων οι Καραγκούνηδες τα φώναζαν «Τουρκάκια» και «Αούντηδες» ενώ προσπαθούσαν να μαρκαλέψουν τα κορίτσια των προσφύγων γιατί οι Σμυρνιές ήταν όλες πουτάνες. Βεβαίως, στον κόσμο μας του 2019, όπου όλοι οι πρόσφυγες είναι τζιχαντιστές και βιαστές, σκυλοφάγοι (!) ισλαμιστές, είναι απολύτως κατανοητό ότι στην καθόλου ειδυλλιάκη Θεσσαλία της δεκαετίας του ’50 κανείς δεν νοιαζόταν για το ότι ο παππούς και η γιαγιά μου είχανε γεννηθεί πάνω από 1000 χιλιόμετρα ανατολικά της Σμύρνης, πέρα από την Άγκυρα.

Οι δικοί μας, οι πρόσφυγες, πάντοτε περιέφεραν κάτι από την τωρινή ψωνάρα της λματ: «είμαστε καλύτεροι από αυτό που βλέπετε, στην πατρίδα ήμασταν έτσι και κάναμε αλλιώς». Σιγά σιγά χώνεψαν κι αυτοί ότι πλέον ήτανε κάτι άλλο από αυτό που θυμόντουσαν να είναι ή που έλεγαν στα παιδιά τους, τη μάνα μου και τα αδέρφια της, ότι κανονικά θα έπρεπε να είναι: κατάλαβαν ότι ξέπεσαν (αντίθετα με τους τωρινούς «αστούς»). Κράτησαν όμως κι αυτοί τα συμβολικά τους σημεία αναγνώρισης, όπως το χειροφίλημα.

Όταν ήμουν 10-12 χρονών ήξερα ότι υπάρχουνε τριών ειδών χειροφιλήματα.

Το πρώτο, το εύκολο, ήταν που φιλάμε το χέρι του παπά. Αυτά μας τα είχανε μάθει στο Κατηχητικό, στο οποίο οι δικοί μου με έστελναν απρόθυμα στο πλαίσιο του σχεδίου τους να πάρω σφαιρική παιδεία, και που επίσης περιλάμβανε «για κάθε Βάγκνερ, έναν Διονυσίου· για κάθε Εγκυκλοπαίδεια της Σεξουαλικής Ζωής (τόμοι εφτά, ένας για κάθε ηλικία, μετάφραση από τα γαλλικά Άρης Αλεξάνδρου), τη Βίβλο· για κάθε φεστιβάλ ΚΝΕ-Οδηγητή, ένα φεστιβάλ της ΟΝΝΕΔ (δυστυχώς αυτά δεν είχανε τραγούδια, ενώ η μάνα μου ρωτούσε «Μα, [Αμπού-Σραόσα], κάνει κι ο Αβέρωφ φεστιβάλ;»)· για κάθε ταβέρνα «τα Καλάμια» στην Κυψέλη, μια πιτσαρία στην Κηφισιά». Σκύβουμε και φιλάμε το χέρι του παπά: απλά πράγματα. Μερικοί βάζαν και μετάνοιες άμα έσκαγε κανας δέσποτας αλλά επί Κωνσταντίνου Καραμανλή, ΚΚΕ εσ. και ΠΑΣΟΚ αυτά ήταν περιθωριακές φρικαλεότητες, σχεδόν ανωμαλίες, συγγνωστές μόνο σε κάτι τρελόγριες με σκαμπό που έσπρωχναν στις εκκλησίες τα παιδάκια που τα πάνε για να τα κοινωνήσουν.

Το δεύτερο χειροφίλημα το έμαθα από την υπέροχη θεία του πατέρα μου, γαλλοθρεμμένη Πολίτισσα, χήρα αξιωματικού και σε όλα της υπέροχου ανθρώπου, που αγαπούσε το θρυλικό μιλφέιγ κάποιου στο Λουτράκι οπου πήγαινε διακοπές κάθε χρόνο: «έλα πουλάκι μου να σου δείξω πώς φιλάνε το χέρι μιας κυρίας». Δεν σκύβουμε: παίρνουμε με το μαλακό και από κάποια απόσταση το χέρι της κυρίας («μπορεί να είναι και δεσποινίς, [Σραοσάκο] μου»), το φέρνουμε στο ύψος του στέρνου μας, κλίνουμε λίγο το κεφάλι και αγγίζουμε το χέρι απαλά με τα χείλη μας. Με χάρη. Μετά από πολλά χρόνια, πριν φύγω για την Αγγλία, ξανασυνάντησα τη θεία, της έκανα χειροφίλημα, μου είπε «καλέ χρυσό μου, δεν είμαι μητροπολίτης». Μπορεί να είχε ξεχάσει τι μου δίδαξε, μπορεί να το έκανα λάθος.

Το τρίτο δεν έχει όνομα. Το κάνουμε οι Τουρκόσποροι κι εμένα με έβαλαν να το εκτελέσω πολύ πολύ μικρότερος από τα 10-12, στον νονό μου· ο οποίος ωστόσο ήταν ένας περήφανος Σαρακατσάνος πρώην τσέλιγκας και τότε κτηματίας. Πώς γίνεται λοιπόν. Υποκλίνεσαι μπροστά στον άλλο, μερικοί κλίνουν ελαφρώς το γόνατο επίσης, ο δε άλλος είναι πάντοτε πατέρας ή παππούς ή νονός. Πιάνεις με το ένα ή και με τα δύο χέρια το δεξί χέρι της πατρικής μορφής και το φιλάς· παραμένοντας σε υπόκλιση, το οδηγείς στο ύψος του μετώπου σου το οποίο κατόπιν ακουμπάς πάνω στον καρπό. Ο παππούς μου πάντως το δεχόταν με έκπληξη, το θεωρούσε παρωχημένο, αλλά χαιρόταν αυτή τη μικρασιατική εκδήλωση σεβασμού, εκδήλωση που ερχόταν από έναν κόσμο όπου την προφανή πατριαρχία ανέμενε καρτερικά να αντικαταστήσει σε κάθε γενιά η μητριαρχία της γηραιάς μάνας μόλις τα αρσενικά θα τίναζαν τα πέταλα ή θα ξεκουμπίζονταν από την πατρική εστία. Για αυτό το τρίτο χειροφίλημα, το τούρκικο, συνήθως μόνο μεταξύ αντρών, μου λεν οι σημειώσεις μου ότι αποφάσισα να γράψω στις 15 Δεκεμβρίου 2018, μάλλον έχοντας δει να το εκτελούν σε κάποιο τούρκικο σήριαλ του Νέτφλιξ.

Image makers

only god can judge me

Πασχίζω εδώ και μήνες να θυμηθώ τι μου θυμίζει η εικόνα, σχεδόν άβαταρ, που κατασκευάζουν με επιμέλεια και κόπο οι επικοινωνιολόγοι του Κούλη Μητσοτάκη από το 2016. Υπενθυμίζω ότι, εν πολλοίς αδίκως, ο Κούλης πρωτύτερα θεωρούνταν το παρτσακλό της Οικογενείας ― υπενθυμίζω και τη σχετική ατάκα της κυρίας Μαρίκας Μητσοτάκη πριν πολλά πολλά χρόνια.

Προσπαθούσα λοιπόν να θυμηθώ τι μου θυμίζει το ίνδαλμα, ή και φάσμα, του σέξι ρέκτη,  εκλεπτυσμένου κοσμοπολίτη αλλά και γυμνασμένου αυτοδημιούργητου υιού του πατρός.

Και τελικά το θυμήθηκα σήμερα.

Την προηγούμενη δεκαετία ήταν κάτι ημιπαρθένοι μπλογκάδες, με μπλογκ σε μαύρο φόντο κι άσπρα γράμματα που εικονογραφούσαν ασπρόμαυρες σκιές με φεγγάρια και τίποτα φευγαλέες ζαρτιέρες. Αυτοί σχολιαστές στο bourdela.com ήτανε κατά βάση, που μάλλον δεν βλεπόντουσαν κιόλας και ξέρω ‘γώ ζούσαν με τη μάνα τους 35 χρονών μαντράχαλοι.

Ωστόσο ανέβαζαν στο μπλογκ τους ποστάκια όλο αισθησιασμούς, θυμόσοφους υπαινιγμούς και γκαυλιάρικη φιλοκαλία, μπας και κοροϊδέψουν κανα γκομενάκι κι αυτοί.

Τώρα που το σκέφτομαι, ένας από δαύτους πρέπει να είναι ο λογογράφος τού Κούλη Μητσοτάκη, κάποιος που αρίστευσε μέσα από την τριβή του με τον χώρο της επικοινωνίας σαν να λέμε.

Τον φασισμό κατάλαβέ τον

15242031_10154788188588249_3917235348838891252_n
Σκίτσο του Dr. Seuss

Η επίμονη ανάδειξη και προώθηση της ναζιστικής συμμορίας από τα ΜΜΕ επί Μνημονιοκρατίας και η οικειοποίηση φασιστικών ιδεών και πολιτικών εκ μέρους της κυβέρνησης Σαμαρά, χέρι χέρι με τους Πολωνούς και τους Ούγγρους ομοϊδεάτες της, κανονικοποίησε τα ήδη υπάρχοντα ρατσιστικά, μισαλλόδοξα, αντισημιτικά και ξενοφοβικά αντανακλαστικά μερίδας του ελληνικού λαού.

Πράγματι η Ελλάδα είναι μια χώρα στην οποία δεν πείραξε κανείς τις περισσότερες ναζιστικές ψείρες, πολλώ μάλλον τις χουντικές· ίσα ίσα η διαρκής υστερία των κεντρώων ψυχών που ενίοτε στοχάζονται παραμένει γύρω από την «ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς» (ιδέα του Μεγάλου Φιλοσόφου Κωνσταντίνου Τσάτσου ― τύφλα να έχουν οι Πουλαντζάδες και οι Καστοριαδαίοι του κόσμου τούτου).

Τον Ιούλιο του ’19 καταψηφίστηκαν τα ναζιστικά (και θρασύδειλα) εγκληματικά στοιχεία αλλά τον πυρσό τους τον βαστούν άλλοι πια. Άλλωστε πανευρωπαϊκώς πάντοτε τελικά προτιμούμε τους κουστουμαρισμένους φασίστες από τους ένστολους ― δεν είμαστε δα και τίποτε τριτοκοσμικά έθνη.

Ξένοι στην Κύπρο

Photo 03-02-2019, 12 06 32
Τοιχογραφία στη ρωσική εκκλησία στo Επισκοπειό

πρὸς γὰρ Διός εἰσιν ἅπαντες | ξεῖνοί τε πτωχοί τε
Οδύσσεια α 57-8 = ζ 207-8.

Κάποιες σημειώσεις με αφορμή το πρόσφατο περιστατικό με την επίθεση κατά της Ρωσίδας στη Λάρνακα, αλλά και με νωπές τις μνήμες τού κατά συρροή γυναικτόνου Μεταξά, υπόθεση που έχουν ξεχάσει σχεδόν οι πάντες κιόλας.

Πρώτον, δεν ξέρω πόσο νόημα έχει να συγκρίνει κανείς ποσοτικά τον ρατσισμό και την ξενοφοβία των Ελλήνων (ή «Ελλαδιτών») με αυτόν τον Ελληνοκυπρίων, να ψάξει να μετρήσει ποιοι είναι περισσότερο ρατσιστές ή ξενόφοβοι. Συγκρίνοντας την Ελλάδα με την Κύπρο υποπίπτουμε σε γνωστά σφάλματα περί κλίμακας και (ιστορικών) συμφραζομένων. Υπάρχουν όμως σαφείς ποιοτικές διαφορές και θα μιλήσω για δύο σχετικους παράγοντες που τυγχάνει να έχω κοιτάξει κάπως καλύτερα, χωρίς βεβαίως να είμαι ειδικός, καθώς και για μία προσωπική εμπειρία, άρα μοιραία περιπτωσιολογικής φύσεως.

An underclass

71639114_10219207762800589_734976858348584960_n

Οι Ελληνοκύπριοι είναι μαθημένοι ήδη από τον καιρό της Αγγλοκρατίας στην παρουσία και χρήση μιας πηγής αλλόφυλου ή αλλόθρησκου φτηνού εργατικού δυναμικού. Αυτό είναι μια πτυχή του Κυπριακού που συνήθως δεν συζητιέται και οπωσδήποτε δεν τονίζεται. Έτσι, μέχρι το 1974 οι Τουρκοκύπριοι στη μεγάλη πλειοψηφία τους ασχολούνταν με γεωργικές και κτηνοτροφικές εργασίες, οι περισσότεροι από αυτούς ακτήμονες.

Μετά το 1974 οι Τουρκοκύπριοι αντικαταστάθηκαν με πρόσφυγες από τον Λίβανο που κατέφυγαν στο νησί λόγω του εκεί εμφυλίου αλλά και με μετανάστες από την Αίγυπτο και τη Συρία.

Τη δεκαετία του ’80 καταφθάνουν Φιλιππινέζες και Σριλανκέζες καθώς και οι πρώτοι εργάτες από το Πακιστάν και την Ινδία με φοιτητικές βίζες που εκδίδονταν μαζικά από ιδιωτικά κέντρα σπουδών και Κολλέγια.

Τη δεκαετία του ’90 η κυπριακή κυβέρνηση εγκατέστησε περίπου 40.000 Πόντιους από την πρώην ΕΣΣΔ (ο αριθμός είναι εντελώς κατά προσέγγιση) ώστε να αντισταθμίσει τον εποικισμό του Βορρά με Τούρκους και Λαζούς. Ακόμα και σήμερα ο «Πόντιος» είναι ο «Αλβανός» της Κύπρου, με τη διαφορά ότι οι Πόντιοι θωρακίζονται θεσμικά από τα ελληνικά τους διαβατήρια, τα οποία το εδώ Προξενείο μας ανανεώνει με συγκατάβαση και κάποια δυσθυμία.

Ταυτόχρονα αρχίζει η μεγάλη μετανάστευση γυναικών από την Ανατολική Ευρώπη και την πρώην ΕΣΣΔ, μετανάστευση που τόνωσε την τοπική οικονομία καθιστώντας την Κύπρο διαμετακομιστικό κέντρο για κυκλώματα σεξουαλικής δουλεμπορίας, αυτής που ευφημιστικά καλείται «τράφικινγκ» στην όλο καλολογική υποκρισία εποχή μας. Ταυτόχρονα η μετανάστευση αυτή άλλαξε τα σεξουαλικά και άλλα ήθη στην Κύπρο. Σημειωτέον ότι οι ισχυροί πλούσιοι Ρώσοι που θέλουν να ξεπλύνουν χρήμα στην Κύπρο ή και να αγοράσουν εξοχικά στην ορθόδοξη λιακάδα της θα κατέφθαναν αργότερα· οι ολιγάρχες και κροίσοι θα εδραίωναν στις αρχές του αιώνα μας τη θέση της ρωσικής κοινότητας στην Κύπρο, με το Κράτος, την Εκκλησία και τους εργολάβους αντιστοίχως να τους βάζουν τεμενάδες, να τους χτίζουν χρυσότρουλλους ναούς και να τους ανεγείρουν επαύλεις κι ουρανοξύστες.

Στις αρχές του αιώνα είδαμε επίσης δυτικοαφρικανούς, βιετναμέζες, βαλκάνιους και βαλκάνιες και ακόμα περισσότερους Άραβες.

Γίνεται αντιληπτό ότι ο μέσος Ελληνοκύπριος μετά την Ανεξαρτησία είχε πάντοτε κάποιον ξένο να φτυαρίζει κοπριά στα βουστάσια, να μαζεύει πορτοκάλια, να ταΐζει γουρούνια, να τσαπίζει πατάτες, να σκάβει και να χτίζει, να σερβίρει, να κάνει στριπτίζ και όλα τα περαιτέρω, να καθαρίζει σπίτια και να μεγαλώνει τα παιδιά του — αναλόγως με τις ανάγκες του.

Υπάρχει λοιπόν σταθερά στην Κύπρο μία τάξη πληβείων αλλοδαπής προέλευσης, που συνυπάρχει με τους ντόπιους, δίπλα στους στρατιώτες του ΟΗΕ (Αυστραλούς, Σλοβάκους, Δανούς, Αργεντίνους, Βολιβιανούς…), σε Βρετανούς συνταξιούχους, Ισραηλινούς πράκτορες, Αμερικανούς καλλιτέχνες, προπετείς Καλαμαράδες, Κινέζους με σοβαρά περιουσιακά αγνώστου προελεύσεως κτλ. Αυτό διαμορφώνει, φρονώ, την ποιότητα της ξενοφοβίας και του ρατσισμού στην Κύπρο.

Subalterns

Κύπρος σχολείο
Αίθουσα τελετών σε σχολείο της Λευκωσίας

Ο μεταποικιακός χαρακτήρας της Κύπρου είναι εντονότατος και αδιαμφισβήτητος. Με προεξάρχοντες τους πνευματικούς επιγόνους των αποικιακών ενωμοταρχών / υπασπιστών (των subalterns της μεταποικιακής θεωρίας), οι Ελληνοκύπριοι βλέπουν τους εαυτούς τους μέσα από τη ματιά των Βρετανών αποικιοκρατών, όταν δεν πέφτουν στα ετεροκαθοριστικά νύχια των Ελληναράδων.

Βεβαίως και στην Ελλάδα αλλά και στην Τουρκία είναι παρών, και ενοχλητικά παρών, ο δεσποτικός λόγος του «καλύτερου Άλλου», του φανταστικού «Ευρωπαίου», των ελληνοκεμαλικών και των μενουμευρώπηδων, και η διαλεκτική (…) που αναπτύσσει με διάφορες καθ’ ημάς Ανατολές κτλ. Όμως η κατάσταση στην Κύπρο μπορεί να γίνει αντιληπτή μόνον αν δει κανείς την Ινδία ή την Κένυα λ.χ.: δεν μιλάμε απλώς για διχασμό αλλά για κανονική αλλοτρίωση.

Οι Ελληνοκύπριοι έχουν να διαλέξουν μεταξύ του να βλέπουν τους εαυτούς τους ως αμπάλατους κι άξεστους ττοπουζοκυπραίους, κάτι σαν το περιφρονητικό «cyp» των Εγγλέζων, του να παριστάνουν τους Εγγλέζους με τη χρήση σπασμένων αγγλικών για ορολογία πολυπλοκότερη από τα καθημερινά, του να παριστάνουν τους υπερ-Έλληνες ή του να ψάχνουν να κατασκευάσουν κοινή ταυτότητα ή έστω να τονίσουν ό,τι τους ενώνει με τον μανιχαϊστικά δοσμένα εχθρό τους, τους πο τζιει.

Αν στην Ελλάδα κατά καιρούς παθαίνουμε «δεν είμαστε Ευρώπη», «δεν είμαστε λαός», «δεν υπάρχει κράτος» και «αυτά μόνο στην Ελλάδα», στην Κύπρο αυτά είναι τα επαναλαμβανόμενα αντίφωνα που ψέλνονται με κάθε αφορμή: από το παρκάρισμα μέχρι την έλλειψη πεζοδρομίων, από την πολιτική ζωή μέχρι τη γαστριμαργία, από το κακό γούστο στο ντύσιμο μέχρι το πού πάνε διακοπές.

Από τα λίγα πράγματα που φαίνονται να παρηγορούν έναν μικρό νησιωτικό λαό που παγιδεύτηκε στις μυλόπετρες της (μεταποικιακής) Ιστορίας (όπως θα έλεγε και ο Μεγάλος Εξιδανικευτής της Κύπρου, και πατερναλιστής απέναντί της, Σεφέρης) είναι η ευμάρεια και η επιθυμία να αγνοούν τον κόσμο πέρα από τις ακτές της Κύπρου, καθώς και η στανική λήθη. Είναι βαθιά ειρωνικό ότι το «Δεν Ξεχνώ» είναι σύνθημα ενός λαού που στανικώς εξαναγκάζεται να ξεχνάει και που προσπαθεί να σταθεί επαναεπινοώντας ξανά και ξανά το συλλογικό παρελθόν του.

Να το θέσω γενικότερα: όταν ο ελληνικός εθνικισμός, η βρετανική αποικιοκρατία και ο χρηματοπιστωτικός καπιταλισμός συναντηθούν στο ένα νησί της Μέσης Ανατολής, προκύπτει η σύγχρονη Κύπρος.

«να πας πίσω στη χώρα σου»

Αυτή είναι η καραμέλα οργισμένων Ελληνοκυπρίων σε όσους επικρίνουν τη δική τους χώρα ή τους ίδιους. Στη δική μου περίπτωση, δεκαεφτά χρόνια ξένος, το έχω ακούσει μόλις τρεις φορές. Δεδομένου ότι είμαι λευκός άντρας, Καλαμαράς και με δουλειά που ο δεκαπεντάχρονος εαυτός μου θεωρούσε ότι έχει απίστευτο κύρος, ποσώς με άγγιξε. Δεν θέλω όμως να σκεφτώ τι σημαίνει αυτό το «να πας πίσω στη χώρα σου» για κάποιον άλλο ξένο, αν και ο δεκαπεντάχρονος εαυτός μου υπερέβαλλε, όπως το συνήθιζε άλλωστε.

Αν πάντως ρωτάτε για το Κυπριακό, ισχύει ακόμα αυτό.

Photo 03-02-2019, 12 07 25
Τοιχογραφία στη ρωσική εκκλησία στo Επισκοπειό