Πετράλωνα, παλιός καλός κινηματογράφος και ο Παπακαλιάτης

0f3c33c386c80ce2c9ebad9ff454a3ad

Έβλεπα χτες τη «Συνοικία το όνειρο» (1961) του Αλεξανδράκη.

Πάρα πολύ τολμηρή ταινία, κυρίως επειδή διαδραματίζεται στην άθλια παραγκούπολη του Ασυρμάτου κάτω από του Φιλοπάππου. Ακόμα και αν αγνοούσε κανείς την υπόλοιπη ταινία, με αυτόν τον τρόπο επιτίθεται προγραμματικά στη χωροταξία «παστρικές αυλές-πολυκατοικίες-Ψυχικό-λαμπερή Αθήνα τη νύχτα» που όριζαν το σύμπαν του παλιού ελληνικού κινηματογράφου και που ακόμα και σήμερα αναπαριστούν τον τόπο της Αθήνας του ’60 στο συλλογικό φαντασιακό μας.

Η ταινία, που υπέστη από τραμπουκισμούς μέχρι διωγμό, πάει ένα βήμα πιο πέρα και διεμβολίζει και την εικόνα της ανέμελης και αστικής Αθήνας που συστηματικά διαμόρφωνε το σινεμά της εποχής. Υπάρχουν σκηνές που υπαινίσσονται μεγάλες επιτυχίες τη εποχής: το «νιάου βρε γατούλα» ακούγεται στη «Συνοικία το όνειρο» ως σαρκαστική επωδός, ενώ υπάρχει σκηνή μοναχικού γλεντιού που αποτυπώνει την αντίστοιχη της Στέλλας αλλά χωρίς την εξιδανίκευση του λαϊκού· επιπλέον, η φτωχή και άμυαλη Στεφανία δεν ούτε ευτυχισμένη και ούτε καν πόρνη, αντίθετα με την Πειραίωτισσα Μελίνα του Ντασέν. Η εικονογραφία της αισθητικοποιήμενης Αθήνας διαβάλλεται ακόμα περισσότερο με μια σκηνή κηδείας με φόντο την Ακρόπολη, όπου νομίζει κανείς ότι ένα τσούρμο μαυροφόρες εισέβαλε σε κάποια καρποστάλ. Πράγματι δυσφήμιζε την ωραιοποιημένη εικόνα της Ελλάδας ως τοπίου τουριστικής αφίσας.

Γι’ αυτόν τον λόγο άλλωστε η ταινία χλευάστηκε και κυνηγήθηκε· χωρίς να αποτελεί μεγάλη ταινία, κατάφερε ωστόσο να σχηματισει ένα υπερβολικά πιστό καθρέφτισμα της μετεμφυλιακής Ελλάδας, ενώ αποτελεί μία από τις σπάνιες ταινίες που έδωσαν φωνή και όνομα στους άλαλους (μια άλλη είναι τα «Κόκκινα Φανάρια»), χωρίς να τους παριστάνει ως γραφικές συμπαθείς λαϊκές φιγούρες ή ως μονοδιάστατους φτωχοδιάβολους μικροεγκληματίες.

Η «Συνοικία το όνειρο» έστω και ατελώς έδειξε κάτι που δεν θέλει να βλέπει ο ελληνικός κινηματογράφος: τους πραγματικά φτωχούς. Σε αυτό θυμίζει την ταινία «Ένας άλλος κόσμος» (2015) του Παπακαλιάτη, τη μόνη ταινία που μιλάει για τον φασισμό στην Ελλάδα και μία από τις λίγες που έστω και ατελώς μας δείχνει τη Μνημονιοκρατία. Μια ταινία που επίσης χλευάστηκε, επίσης αδίκως.

Singularities

bodies

Κάθε σκέψη και κάθε φαντασία λαγνική είναι κίνηση είτε προς ένα μέλλον επιθυμητό, είτε νοσταλγικά προς το παρελθόν. Ως γνωστόν στο γαμήσι, την ώρα εκείνη, δεν σκέφτεσαι ποσώς αλλά υπάρχεις μόνο και, αν σκέφτεσαι, σκέφτεσαι με τον τρόπο της μέθης και στον ρυθμό της περίπτυξης: είτε σε αντιχρονισμό με τον ρυθμό της περίπτυξης είτε με τρόπο σόλο τζαζ ή άριας αν δεν έχει έρθει ακόμα ή ώρα της περίπτυξης. Αλλά το ουσιώδες στο γαμήσι δεν μπορεί να είναι η όποια σκέψη, είναι ότι υπάρχεις. Καθαρή ύπαρξη, που λέμε.

Κι ενώ η φαντασίωση είναι προσδοκία, όσο απίθανη κι αν είναι, ακόμα και αν δεν σου την επιφυλάσσει το μέλλον του κόσμου τούτου, ακόμα κι αν διαδραματίζεται σε έναν πιθανό κόσμο στον οποίο δεν θα ζήσεις ποτέ, η νοσταλγία είναι το ακριβό φαρμάκι.

Φαρμάκι σε μικρές αλλά δραστικές δόσεις, φαρμάκι που σπανίως χορηγείται σαν ταινία ή σαν αφήγηση, παρά ως αναλαμπές και στιγμές και αισθήσεις και κάποια οσμή ευωδίας σωματικής που σε πλήρωσε ή ως φως αποπληκτικό ή ως αίσθηση κενωτική όλο πλησμονή ή απλώς και μόνο ως το ρίγος της τριβής ολίσθησης ή και ως ρίγος μόνο του, σκέτο.

Αλλά βεβαίως δεν είναι μόνον αυτό η νοσταλγία κι η προσμονή. Είναι το ωραίο ψέμα του καυλωμένου βλέμματος που περιέχει όλη την προσήλωση του κόσμου και κάμποσα αδιανόητα τραγούδια επίσης, είναι η προσμονή και η ανακούφιση, είναι η κατάφαση του σώματος — όλες αυτές οι αφηρημένες έννοιες που είναι αποστάγματα της πιο επιτακτικής πραγματικότητας, του πιο διαυγούς τρόπου να υπάρχουμε: στο παρόν, γυμνοί, ολόκληροι κι άχρονα.

Κι έτσι κάποτε η προσμονή και η ανάμνηση μπορούν να ταυτιστούν. Και σίγουρα ταυτίζονται την ώρα της ερωτοπραξίας: είναι ό,τι πρόσμενες και αυτό που θα αναπολείς. Είναι σώματα και αχρονία, είναι η τρελή αμοιβαία έλξη. Είναι η κατάργηση του έξω και η απόταξη των καθεκάστων και η αποθέωση των άκρως αισθητών.

Κι έτσι κάθε φορά που ακούτε για τη μανία κάποιου εκδικητικού θεού σκεφτείτε ότι όλες αυτές οι ενέργειες και οι κεραυνοβόλες πράξεις οργής είναι αναμνήσεις ορμής και βαθειά νοσταλγία της, ή και θρηνος για την ερωτική απουσία: κάποιος κάπου ένιωσε τον χρόνο να καταργείται πριν και μετά τη φιδίσια τριβή ή τον ακανόνιστο καλπασμό του γαμησιού και ίσως ένιωσε λίγο την παρουσία ενός θεού· ή μπορεί να τα αποζητάει έχοντάς τα χάσει ή μη έχοντάς τα γευτει ποτέ και να νιώθει έναν θεό οὗ τὸ βλέμμα ξηραίνει αβύσσους καὶ ἡ ἀπειλὴ τήκει ὄρη. Και τότε, στην παραφορά της αξόδευτης ζωής, στην απουσία της μόνης έκστασης που δεν είναι μοναχική ανεβαίνουν μέσα στον περιδεή ένθεο απειλές για τον τόπο τον πνευματικώς καλούμενο Σόδομα και Βέλγιο.

Η επινόηση της φούγκας

point of view

Ό,τι αξίζει πιο πολύ στη δυτική μουσική τεχνοτροπία είναι πιθανόν η επινόηση της φούγκας. Σε μια τέχνη όπως η μουσική όλο υπαινιγμό και χωρίς δικό της νόημα, σε μια τέχνη στην οποία το νόημα πρέπει να το δώσει τραγουδώντας η γλώσσα, η φούγκα με τις φωνές που κυνηγιούνται και δεν πιάνονται κι επανέρχονται τι άλλο είναι παρά πλήρης νοήματος; Η ζωή που λανθάνει, οι έρωτες που ξεφεύγουν (fugit amor, δεν λένε;), η ζωή που φεύγει, οι στόχοι που ξεγλυστράνε, η μία ματαίωση που κυνηγάει κάποιαν άλλη προσπαθώντας να τη διορθώσει, η μορφή μας που θα γεράσει μόλις προλάβει να παγιωθεί — κι ούτε καν θα προλάβει, όσα με κόπο μαθαίνει η συλλογική μας περιέργεια κι εύκολα λησμονεί η πολιτική μας απάθεια — όλα αυτά και άλλα πολλά είναι φούγκα. Η φόρμα της φούγκας είναι πλήρης νοήματος, νοήματος που δεν μπορεί να διατυπώσει η γλώσσα με λογικές προτάσεις. Το νόημα της φούγκας είναι ο χρόνος και ο χρόνος ούτε με τη λογική ούτε με τη ζωή μας ούτε με ό,τι θελουμε να είμαστε τα πάει καλά.

Οι ευρωπαϊκοί λαοί με ανακούφιση και κακεντρέχεια αντιλαμβάνονται πλέον πως όλοι τους μοιράζονται τις ίδιες οπισθοδρομικές και κοντόφθαλμες αξίες, αξίες διόλου «ευρωπαϊκές». Κι έτσι πρόθυμα ψηφίζουν ακροδεξιούς.

Υπάρχει ένας τόπος καταδίκης για όλους μας. Μπορεί να είναι μικρός και ανοιχτός, μπορεί η καταδίκη που μας επιφέρει να είναι πεπερασμένη και ανεκτή. Όμως οι άνθρωποι κάνουμε την τρίχα τριχιά, τον ποντικό γενίτσαρο και τα τρία δύο· επίσης έναν αποτεφρωμένο σκουπιδόλακκο τον κάναμε Κόλαση και τον συλλάβαμε και για αιώνιο. Και παρηγοριόμαστε πως έχουμε συλλάβει και επεξεργαστεί τον απόλυτο πόνο, και καμωνόμαστε πως η ενατένιση του αφηρημένου πόνου θα μας μεταρσιώσει και θα μας εξαγνίσει — μέχρι να μας χτυπήσουν η αρρώστεια, τα γηρατειά ή ο πρόωρος θάνατος.

Τα κενά βλέμματα των ανθρώπων της πόλης που πασχίζουν κουρασμένοι να φτάσουνε στο σπίτι τους. Η άπρακτη ανία και παραίτηση στα βλέμματα των ανθρώπων της επαρχίας που δεν μπορούν ούτε σπίτ τους να κλειστούν ούτε να φύγουν προς τα κάπου.

Διαλέγει ο καθένας την Κόλαση που μπορεί. Την αποκαλεί Κόλαση όπως αποκαλεί ένα οικοδομημένο κέλυφος σπίτι του. Συνήθως όμως δεν είναι Κόλαση παρά ένας τόπος περιχαρακωμένος και περίκλειστος, σαν αυτούς που οι αρχαίοι έλεγαν παράδεισο ή paridayda παλιότερα· σημασία όμως δεν έχει τι περικλείεται στον τόπο αυτό αλλά ακριβώς ότι είναι περιχαρακωμένος, ότι δεν σε αφήνει να ξεφύγεις και ότι σου κόβει τον ορίζοντα μαχαίρι. Αν τώρα είναι και άσχημος, ακόμα χειρότερα.

Όμως η φυγή είναι ματαιόπονη, είναι μια κίνηση όπως της φούγκας. Στην κίνησή της να ξεφύγει για να προλάβει ό,τι προηγήθηκε το χάνει και χάνεται.

Άλλωστε, διαρκώς κινούμαστε.

 

Αντίφωνο

Βαρέθηκα τις μαλακίες του καραγκιοζοπαίχτη Τραμπ, που βγάζει φωνούλες και κάνει κουνήματα ενώ ξεχαρβαλώνει ό,τι βρει.
Βαρέθηκα τη σκατοψυχιά των συνελλήνων που το πρόβλημά τους είναι οι «λάθρο» και τα προσφυγάκια.
Βαρέθηκα όσους αγανακτούν που δεν πέθανε ήσυχα η πουστάρα.
Βαρέθηκα όλους τους ιδεοληπτικούς ναιμεναλλάδες.
Βαρέθηκα τις σαχλαμπούχλες των ποταμίσιων και τις ιησουήτικες απολογίες των συριζαίων.
Βαρέθηκα την Ορθοδοξία σας.
Βαρέθηκα το τρίποντο τσουτσουνάκι τάχα ιστορικής αλήθειας που κραδαίνεται μπροστά στα συλλογικά τυφλά σημεία μας, κάθε «Μακεδονικό» και κάθε «Άγιο Χρυσόστομο Σμύρνης».
Βαρέθηκα τους δοκησίσοφους βλάκες με τον Κυριάκο.
Βαρέθηκα τους υστερόβουλους τζανακογλείφτες με τον Κυριάκο.
Βαρέθηκα τις αποψάρες του κάθε μικρού πικρού φαλλοκράτη.
Βαρέθηκα τις αναλύσεις του ποδαριού.
Βαρέθηκα τους περιδεείς πουριτανούς.
Βαρέθηκα τους ποιητές εκ του προχείρου που περνιούνται για Εζραπάουν και Πετράρχες.
Βαρέθηκα τα αγροτοποιμενικά γομάρια που λένε πουτάνες τα κορίτσια που βιάζουν.
Βαρέθηκα τη σεπτή Ευρωπαϊκή Ένωση και τα ιερά ιδεώδη της και πώς θα πρέπει εκ των υστέρων να δείξουμε κατανόηση για το κάζο της, όταν θα τη διαδεχθούν φασιστάκια και νταβάδες.
Βαρέθηκα τους λόγιους που φοβούνται τον κομμουνιστικό ολοκληρωτισμό ενώ δεν βλέπουν τους ολοκληρωτισμούς του 21ου.
Βαρέθηκα τους μπουχτισμένους πουριτανούς.
Βαρέθηκα τους ψευδοπροφήτες της συντέλειας και των ζόμπι.
Βαρέθηκα κάθε πλούσιο βλάκα που μιλάει.
Βαρέθηκα κάθε λόγιο μπαμπακοκώλη που μιλάει.
Βαρέθηκα όσους γκρινιάζουν και το παίζουν και παριστάνουνε τους Βούδες από τα ΒΠ και με λεφτά του μπαμπά και της μαμάς.
Βαρέθηκα τους κρυφοχωριάτες που ζηλούν τα πολιτισμένα έθνη και τα κανονικά κράτη.
Βαρέθηκα τους καψούρηδες που λένε τον έρωτα πόνο και την αγάπη πλάνη.
Βαρέθηκα τους ιεροφάντες της μαζοχικής επιστημολογίας.
Βαρέθηκα τους λαϊφκόουτσεζ και τους κάθε λογής αστρολόγους.
Βαρέθηκα τον θόρυβο.

Στη Δημοκρατία υπάρχουν αδιέξοδα

Ας δούμε λίγο την κοινοβουλευτική δημοκρατία σαν να μην είναι κάτι ιερό κι απαραβίαστο. Ας τη δούμε ως το χειρότερο πολίτευμα (αν εξαιρέσει κανείς όλα τα άλλα).

Το θεμελιώδες και μοιραίο πρόβλημα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας είναι ότι στην πράξη αδυνατεί να διασφαλίσει κοινωνική δικαιοσύνη.

Επί της αρχής φαντάζει πολίτευμα ιδανικό για αυτόν τον σκοπό: οι προνομιούχοι είναι λίγοι, οι λιγότερο προνομιουχοι πλειονότητα, άρα οι λιγότερο προνομιούχοι θα φροντίσουν ως πλειοψηφία τον εαυτό τους. Βεβαίως η μισή πολιτική επιστήμη ασχολείται με το γιατί δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο, ενώ σίγουρα έχουμε όλοι ακούσει αφενός για την ιδεολογία ως ψευδή αναπαράσταση του κόσμου αφετέρου για τις κοινωνικές τάξεις κτλ.

Υπάρχει ωστόσο και ένας επιπλέον λόγος που η δημοκρατία αδυνατεί να διασφαλίσει την κοινωνική δικαιοσύνη, περισσότερο ύπουλος και από την ύπαρξη τάξεων και ιδεολογίας: οι θεσμοί. Βεβαίως οι θεσμοί υπάρχουν και πρέπει να υπάρχουν και θα υπάρχουν ακόμα και στις αυτοοργανωμένες ομοσπονδίες και στα οριζοντίως διαρθρωμένα τοπικά σοβιέτ: τα περίφημα checks and balances εγγυώνται ότι ο κάθε Αλκιβιάδης δεν θα πείσει λ.χ. μια συνέλευση να αυτοκαταργηθεί (αν και με τον αυθεντικό Αλκιβιάδη τα δαιδαλώδη checks and balances της Αθηναίων Πολιτείας δεν λειτούργησαν). Επίσης οι θεσμοί κατοχυρώνουν δικαιώματα κι ελευθερίες που κανονικά δεν πρέπει να βρίσκονται υπό αίρεση. Το πρόβλημα είναι ότι οι προνομιούχοι ξανά και ξανά είτε χρησιμοποιούν αυτούς τους θεσμούς ώστε να θωρακιστούν απέναντι σε οποιαδήποτε κίνηση για κοινωνική δικαιοσύνη είτε απλώς τους παρακάμπτουν.

Αυτά πάνω κάτω όσον αφορά τα γενικά. Η αδυναμία της δημοκρατίας να επιφέρει κοινωνική δικαιοσύνη απαξιώνει τη δημοκρατία στα μάτια των μη προνομιούχων, και δικαιολογημένα.

Και έτσι λοιπόν αρχίζουν τα δύσκολα καθέκαστα:

Στη δημοκρατία η καλλιέργεια στην πράξη της κοινωνικής δικαιοσύνης επιχειρείται με τον έλεγχο των δημόσιων αγαθών από το κράτος και με την ενίσχυση του κράτους προνοίας. Αυτές οι υποθέσεις χρειάζονται λεφτά. Λεφτά βρίσκονται ως εξής:

  • βρίσκεις πρώτα πετρέλαιο και με τα λεφτά φτιάχνεις ένα υπερταμείο αντί να βολέψεις τα λαμόγια του Σίτυ α λα Θάτσερ ή το σκυλόσογό σου α λα Σαουδική (Νορβηγία) ή
  • φορολογείς το κεφάλαιο και το κεφάλαιο δεν πάει αλλού γιατί δεν το αφήνεις (προστατευτισμός), ή γιατί δεν μπορεί (…) ή
  • δανείζεσαι.

Στο μεταξύ έχεις κάτι σαν σοσιαλδημοκρατία, η οποία όμως είναι επιμολυσμένη από ιδεολογία, και μάλιστα από ανεδαφική ιδεολογία: ότι το κεφάλαιο για κάποιον λόγο χαίρει και αγαλλιάται όταν υπάρχει κοινωνική δικαιοσύνη ή ότι διαπνέεται από πατριωτικές αρχές ή και τα δύο. Συνεπώς, αν δεν υπάρχει σωστά εκμεταλλευόμενο πετρέλαιο, η σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση βλέπει σιγά σιγά να τη σκαπουλάρει το κεφάλαιο (είτε διά του αρραβώνος είτε φοροδιαφεύγοντας) οπότε αυξάνεται η ανεργία, μειώνεται η ανάπτυξη, αυξάνεται ο δανεισμός και όλα πάνε για βρούβες γιατί οι δανειστές θέλουν εγγυήσεις ή τα ορυχεία σου ή τα λιμάνια σου ή (αν είσαι σοβαρός πελάτης) να σου λένε πώς να ξηλώσεις το κράτος πρόνοιας.

Οι σοσιαλδημοκράτες φεύγουν λοιπόν ταπεινωμένοι (Κάλλαχαν ή και Κάρτερ, για τα αμερικανικά δεδομένα) ή μεταλλάσσονται σε κάτι καθόλου σοσιαλδημοκρατικό, οπότε φεύγουν ταπεινωμένοι (Σραίντερ). Κι αναλαμβάνουν οι δεξιοί.

Οι δεξιοί κάνουν αυτά που κάνουν οι δεξιοί, δηλαδή κουνάν την ιδεολογία σαν λέιζερ μπροστά σε γάτα: εργαλειοποιημένο πολιτισμό και τέχνες ή δικαιωματισμό χωρίς ταξικές προεκτάσεις αν είναι αλάνια, εθνικισμό αν τα πράγματα είναι ζόρικα. Βεβαίως στην τελική να εξυπηρετούν το κεφάλαιο θέλουν. Βεβαίως όμως το κεφάλαιο δεν εξυπηρετείται χωρίς να εξαθλιώσεις πολλούς, γιατί το κεφάλαιο είναι εξορισμού αδηφάγο και δεν χρειάζεται να είσαι μαρξιστής για να το καταλάβεις αυτό. Όμως ενόσω οι εξαθλιωμένοι και οι θεράποντες του κεφαλαίου παρακολουθούν το ιδεολογικό λέιζερ στον τοίχο, όλα καλά.

Επειδή όμως η κοινωνική αδικία και, πολύ χειρότερα, η πείνα ζαλίζει, κάποτε άλλοι παύουν να κοιτούν το λέιζερ στον τοίχο και άλλοι — χειρότερα — εκμαυλίζονται από αυτό το λέιζερ και γίνονται φασίστες: γιατί να έχουμε εθνικισμό και αυταρχισμό με δημοκρατία όταν μπορούμε να έχουμε σκέτους εθνικισμό και αυταρχισμό, ίσως και με ωραίες στολές; Κι εκεί αρχίζει το πατιρντί, στο οποίο κερδάνε πάντα οι φασίστες είτε καθαρά και ξάστερα (…) είτε τραβώντας προς το μέρος τους τη Δεξιά. Η αστυνομία στρατικοποιείται, οι θεσμοί προσαρμόζονται στις νέες συνθήκες, ο αυταρχισμός χορηγείται σε μικρές αλλά αποτελεσματικές δόσεις.

Μετά φωτιά ανάβει και φονικό, από μικρό μέχρι απάνθρωπα μεγάλο. Κατόπιν αναλαμβάνουν κάποιοι που νομίζουν πως είναι σοσιαλδημοκράτες και ούτω καθεξής. Μόνο που δεν είναι πια σοσιαλδημοκράτες και επίσης ξέρουν καλά ότι δεν θα βρούνε λεφτά γιατί στο μεταξύ το κεφάλαιο έχει φροντίσει να αφαιρεθεί κάθε φραγμός και κάθε περιορισμός στις επιδιώξεις του. Επίσης το κεφάλαιο είναι ολέον παγκοσμιοποιημένο και μπορεί να πηγαίνει σε μέρη μαγικά (Κέιμαν) ή καθόλου μαγικά (Τσονγκτσίν), πάντως δεν πρόκειται να κάτσει να χρηματοδοτεί γερόντια που δεν λένε να πεθάνουν ή φτωχές που γεννοβολάνε. Το κεφάλαιο πάει όπου θέλει, ο εργαζόμενος δεν πάει πουθενά γιατί τα σύνορα είναι κλειστά. Κακά τα ψέματα, για να μπορέσει να λειτουργήσει η σοσιαλδημοκρατία έστω και λίγο χρειάζεται είτε νορβηγικά ταμεία πετρελαίου είτε να φοβάται λίγο το κεφάλαιο, να φοβάται το οργισμένο πόπολο είτε το αυστηρό κράτος. Όμως τον 21ο αιώνα το κεφάλαιο πια είναι έτοιμο να σηκωθεί να πάει στον Άρη υπό τον αρχιπαπάρα τον Μασκ προκειμένου να μη φοβάται ούτε καν τους νόμους της φύσης.

Βρισκόμαστε λοιπόν σε αδιέξοδο: έχουμε ψωνίσει μια δημοκρατία που δεν μπορεί ή δεν θέλει να εγγυηθεί κοινωνική δικαιοσύνη. Τι να την κάνουμε την δημοκρατία εν τοιαύτη περιπτώσει;

Αν είστε μαρξιστής-λενινιστής ίσως έχετε χαρεί σφόδρα μέχρι στιγμής γιατί η λογική συνέπεια όλων αυτών (τη λέτε και ιστορική αναγκαιότητα στους ναούς σας) είναι η Επανάσταση που δεν μπορείτε ακόμα να κάνετε. Υπάρχει όμως κι εδώ ένα πρόβλημα: η ιδεολογία. Οι επαναστάσεις είτε προσπάθησαν με προπαγάνδα και γενοκτονική βία να «επανεκπαιδεύσουν» τον λαό (Κόκκινοι Χμερ, λαμπρά αστέρια) για να πολεμήσουν την ιδεολογία, είτε τράβηξαν πατριωτικούς δρόμους προς τον σοσιαλισμό για να την εξουδετερώσουν και κατάντησαν αγνώριστες (ανατολική Ευρώπη, κινέζικο χάλι). Συνεπώς αν είστε μαρξιστής-λενινιστής νομίζετε ότι μπορείτε να φέρετε την αταξική κοινωνία παρά τις θρησκείες και τις θεωρίες συνωμοσίας, παρά την πατριαρχία ή την ετεροκανονικότητα. Χαίρομαι που πιστεύετε σε κάτι και βρίσκω τα κομμουνιστικά εμβατήρια ακαταμάχητα, ιδίως τα αντιφασιστικά. Αλλά έχετε χάσει το τραίνο.

Άρα τι να κάνουμε; Όπως πάντα, ό,τι μπορούμε. Οι πρακτικοί Αμερικάνοι, οι Ρωμαίοι του σύγχρονου κόσμου (μείον την καύλα και το μπονβιβεριλίκι, δυστυχώς) λένε Think globally, act locally. Act, όμως, ε; Στον δρόμο κτλ. Όχι χιψτεριές και νιουεϊτζιλίκια…

 

Φιλία

Στην αυτοβιογραφία του Κιθ Ρίτσαρντς, βιβλίο που συνιστώ ανεπιφύλακτα, γίνεται αναπόφευκτα πολλή κουβέντα για τη σχέση του με τον Μικ Τζάγκερ. Κατά τον Κιθ η σχέση αυτή συνοψίζεται στο εξής: «Είναι πολύ μεγάλος μαλάκας, έχει του κόσμου τα σοβαρά ελαττώματα αλλά είναι ο καλύτερός μου φίλος».

Η στάση αυτή είναι για μένα η ιδανική. Δεν μιλάω για κακοποιητικές σχέσεις στις οποίες ανέχεσαι τη βαναυσότητα ή τη χυδαιότητα του άλλου μόνο και μόνο επειδή είναι «φίλος» (ή γονιος ή ό,τι άλλο). Ούτε βεβαίως φρονώ πως οι σχέσεις τάχα σφυρηλατούνται και βάφονται μέσα από την αλληλοσφαγή και την αλληλοφαγία. ίσα ίσα, γενικά πιστεύω ότι ο πόνος «σε σκληραίνει και η δυστυχία σε αδειάζει. Ό,τι πολεμάς (αρρώστια, αδικία, στέρηση) απομυζά δυνάμεις, ικμάδα, χρόνο. Η αρρώστεια μαραίνει και σε μαθαίνει να ζεις μέσα στον φόβο. Η ίδια η στέρηση σε αποθηριώνει. Μόνον κάτι εκ του ασφαλούς πιετιστές μιλάνε για καθαρτήριες φωτιές του πόνου, της αυτομαστίγωσης και της στέρησης».

Βλέπω στη σχέση των δύο Στόουνς τη φιλία στην ιδανική μορφή της: γνωρίζεις ποιος είναι ο άλλος, δεν προσπαθείς να τον κάνεις καλύτερο άνθρωπο και τέτοια, αλλά είστε φίλοι παρά τα ελαττώματα και τις ελλείψεις του άλλου. Άλλωστε είμαι σίγουρος πως ούτε ο Κιθ είναι αναμάρτητος, αλλά ο Μικ δεν κατάφερε να γράψει τη δική του αυτοβιογραφία.

Βεβαίως μια τέτοια φιλία συνήθως προϋποθέτει μακροχρόνια γνωριμία: πρέπει τουλάχιστον μια φορά να έχεις αποξενωθεί από τον άλλο επειδή έχει φερθεί σαν μαλάκας. Γενικότερα η φιλία, αντίθετα από τον έρωτα, μια χαρά δρα εξ αποστάσεως ενώ είναι και πιο ανθεκτική στη σιωπή, ακόμα και όταν πρόκειται για σιωπή από θυμό. Πάντως είναι μοναδική η αίσθηση να ξανασυναντάς τον φίλο σου μετά από χρόνια και να νιώθετε σαν να έχετε να τα πείτε μόλις προχτές.

Η φιλία ωστόσο δεν έχει τίποτε το τέλειο και το ιδανικό πάνω της, όποιες κι αν είναι οι βαθιά ριζωμένες εξιδανικεύσεις μας: το είδωλο για τη φιλία το έστησε ο Αριστοτέλης, για την αγάπη ο Παύλος ενώ για τον έρωτα μόλις ο πονεμένος και κρυφοκαυλιάρης λυρισμός της Αναγέννησης και της πρώιμης Νεωτερικότητας. Επίσης η φιλία δεν φανερώνει τίποτα για εμάς και τον χαρακτήρα μας σε όποιον κι αν δείξουμε τον φίλο μας, ό,τι κι αν θέλει να μας πει. Πολλές φορές μάλιστα ο φρικτότερος μαλάκας μπορεί να γίνει ιδανικός φίλος μας — ακόμα κι αν συμπεράνω ότι εμείς μαλάκες δεν είμαστε. Άλλες φορές, άνθρωποι πράοι, θερμοί και γλυκείς μπορεί να μην κρατούν μαζί μας τη φιλία — συμπεραίνοντας και πάλι ότι εμείς μαλάκες δεν είμαστε. Στη φιλία ο καθένας είναι απέναντι στον άλλο αυτός που είναι απέναντι στον άλλο και δεν παρίσταται ως σύνοψη του χαρακτήρα του.

Αντίθετα με το τι διακήρυσσε η γιαγιά μας, καβγάς με έναν μια χαρά γίνεται, κι ας γίνεται και με δύο. Κάποιες φορές απλώς ο ένας από τους δύο φέρεται φρικτά, και τι να κάνουμε, είναι όμως χαρακτηριστικό πως όταν χαλάει μια φιλία την πρωτοβουλία την παίρνει και την απόφαση την υλοποιεί συνήθως ο φταίχτης, όχι ο θιγόμενος. Ευτυχώς οι Κιθ και Μικ δεν φαίνεται να το έχουνε ζήσει αυτό ακόμη.

Μετά το Μάτι

Με προβληματίζει από χτες μια διαπίστωση γνωστού από παλιά διαδικτυακού μισανθρώπου, την οποία αναπαράγει φίλος: αν οι πυρκαγιές στο Μάτι είχανε γίνει επί «Σαμαροβενιζέλων» θα είχε ξεσηκωθεί ο κόσμος και η καταστροφή θα αποδιδόταν στη Μνημονιοκρατία. Ο υπαινιγμός του γνωστού μισανθρώπου είναι ο προφανής και χιλιοπροβαρισμένος: ηγεμονία της Αριστεράς και μαλακισμένη αριστεροσύνη που δεν αφήνει τον τόπο να προκόψει, ενδεχομένως όπως πρόκοβε 1949 με 1963 και 1967 με 1974.

Ωστόσο κι εμένα με ενοχλεί βαθιά που δεν έγινε χαμός στους δρόμους μετά από μια τέτοια καταστροφή, ότι η όποια φασαρία υποκινήθηκε στους γνωστούς σοσιαλμηντιακούς χώρους εκτόνωσης από ελεεινά αντιπολιτευόμενες σαύρες — η επίσημη ΝΔ σε γενικές γραμμές αντέδρασε αξιοπρεπώς. Προσπαθώ λοιπόν να καταλάβω γιατί πέρασε στο ντούκου η εκατόμβη στο Μάτι, πέρα από ιδεολογικές αγκυλώσεις και κίνκυ φαντασιώσεις περί παντοδυναμίας του ΣΥΡΙΖΑ επί των κινημάτων.

Πρώτα πρώτα, στην Ελλάδα κανείς ποτέ δεν κατέβηκε  στους δρόμους για μαζικά εγκλήματα (γιατί έγκλημα ήταν το Μάτι) που πλασάρονται ως θεομηνίες: ούτε για τις φωτιές του 2007, ούτε για το Σαμίνα Εξπρές, ούτε για τη Ρικομέξ το 1999, ούτε για το μαζικό φονικό στον Μαλιακό, ούτε για τις εκάστοτε φονικές πλημμύρες.
Η διαχείριση ναυαγίων, πλημμυρών, σεισμών, πυρκαγιών δεν θεωρείται ευθύνη του κράτους· ακόμα και τα θύματά τους (όσα επιζούν) αρκούνται να εκτονωθούν με ένα «πού είναι το κράτος;» και τέλος. Προσωπικά θεωρώ ότι η όλη λογική της θεομηνίας και του «τι να κάνουμε, πιαστήκαμε στον ύπνο» αποσιωπά την έλλειψη πολιτικής βούλησης για αναγκαίες υποδομές υψηλού κόστους.
Μάλιστα αυτή η αποσιώπηση είναι συνήθως κυνική: στην Αγγλία οι πλημμύρες και οι αποζημιώσεις σε πληγέντες ή συγγενείς πνιγέντων έχουν σταθμιστεί ως πιο συμφέρουσες από τη δημιουργία και τη συντήρηση εκτενών αντιπλημμυρικών έργων. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και στην Ελλάδα, με εξαίρεση την αντισεισμική δόμηση, που είναι πρότυπο παγκοσμίως.

Και πάλι όμως, κι εγώ πιστεύω ότι θα είχε κατέβει ο κόσμος στους δρόμους αν το Μάτι είχε συμβεί μεταξύ 2010 και 2015. Θα είχε κατέβει στους δρόμους όχι από αλληλεγγύη ούτε ίσως για να αποδοθούν ευθύνες, αλλά για να χτυπηθεί η μνημονιακή κυβέρνηση.
Άρα έρχομαι στα λόγια του μισανθρώπου περί συριζαϊκής υποκίνησης; Καθόλου. Λέω απλώς το εξης: ο κόσμος δεν κινητοποιήθηκε μετά το Μάτι για τον ίδιο λόγο που ξαναψήφισε Τσίπρα τον Σεπτέμβριο του 2015. Προφανώς κάθε επιλογή εκτός της οπερεττικής αλλά βάναυσα αποτελεσματικής συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ φαντάζει απωθητική αν όχι αποτρόπαια για τους ανθρώπους που νοιάζονται για τα κοινά έστω και ελάχιστα, πολλώ μάλλον για όσους εξανδραπόδισε και εξαθλίωσε η Μνημονιοκρατία.

Πιστέψτε με, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θα μπορούσε ούτε να ενορχηστρώσει διαμαρτυρίες για «θεομηνίες», αλλά ούτε να τις αποτρέψει. Μέλημά του από το 2015 είναι να κάνει ό,τι του πούνε με το μικρότερο δυνατό κόστος. Αυτό το δεύτερο, το «μικρότερο δυνατό κόστος’, έστω κι όταν είναι πρόσχημα, είναι κάτι που τελικά δυστυχώς πείθει και κατευνάζει τη μερίδα του εκλογικού σώματος που δεν ασχολείται αποκλειστικά με την πάρτη της ή που έχει πλήρως εξαθλιωθεί.