Αντίχριστος

Βαγγέλης Παπαθανασίου intensifies

Ο Αντίχριστος εμφανίστηκε στον κόσμο στις 6/6/1976, όταν βγήκε η Προφητεία στις αίθουσες. Η σχετική τριλογία ολοκληρώθηκε το 1981. Μετά ανέλαβαν οι Iron Maiden και κάποιοι Αμερικανοί Ευαγγελικοί. Εντωμεταξύ στην Ελλάδα τα πονήματα ενός μάλλον ξεχασμένου φανατικού ορθόδοξου παπά, του π. Χαράλαμπου Βασιλόπουλου, αποκτούν τη δεκαετία του ’90 δημοσιότητα μεταξύ κάποιων φανατικότερων από το συνηθισμένο ορθόδοξων πιστών, που περίμεναν την έλευση του Αντιχρίστου επ’ ευκαιρία της «ενωμένης Ευρώπης» του Μάαστριχτ το 1992. Με αφορμή το ορόσημο του 1992 είχε γίνει χριστιανικό μπεστ σέλερ το βιβλίο «Πότε θα γίνει η Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου μας;» κάποιου άγνωστου τότε παπά με το όνομα Νεκτάριος Μουλατσιώτης.

Ποιος όμως είναι ο Αντίχριστος; Μέχρι την κινηματογραφική αναβίωση του 1976 ήταν βεβαίως ο Πάπας της Ρώμης, αν ήσουν φανατικός προτεστάντης. Αν πάλι δεν ήσουν φανατικός προτεστάντης της εσχατολογικότερης σχολής, ποσώς σε ενδιέφερε ο Αντίχριστος. Παλιότερα, για Αντίχριστος πλασαρίστηκε ο Ναπολέων (από τους Εγγλέζους), ο Χίτλερ ή, κατά την χριστιανοφασιστική προπαγάνδα του Φράνκο, ο Στάλιν. Ο αρχικός κι αυθεντικός αντίχριστος είναι βεβαίως ο Νέρωνας. Άλλωστε το άθροισμα των γραμμάτων της λέξης λατείνος δίνει το μοιραίο 666. Που, βεβαίως, λατίνοι είναι και οι πάπες.

Από πού προέρχεται όμως η ιδέα του Αντιχρίστου; Και σε τι συνίσταται;

Η εύκολη απάντηση είναι τα κεφάλαια 13 και 17 της Αποκάλυψης του Ιωάννη. Ο Αντίχριστος είναι το θηρίον που τόσο πολύ αγαπούν οι μεταλάδες. Πριν μπούμε στο ζουμί της υπόθεσης, πρέπει ωστόσο να έχουμε υπόψη μας μερικά fun facts για την Αποκάλυψη:

  • Μπορεί ο Ηλίας Πετρόπουλος να θεωρεί ότι ολόκληρη η Αποκάλυψη είναι ένα τρελό τριπ κάποιου που την έχει ακούσει δυνατά (…από την πολλή νηστεία;) αλλά στην πραγματικότητα αποτελεί συρραφή από εικόνες και στοιχεία ό,τι προφητικού κειμένου της Παλαιάς Διαθήκης βάζει ο νους σας. Λόγου χάρη, 666 τάλαντα χρυσού ήταν το ετήσιο εισόδημα του βασιλιά Σολομώντα (Α’ Βασιλειών 10, 12).
  • Η γνησιότητα του βιβλίου αμφισβητούνταν σοβαρά από την αρχαία Εκκλησία. Ευλόγως, αφού κυκλοφορούσαν ψευδεπίγραφα και απόκρυφα ευαγγέλια, πράξεις και αποκαλύψεις δέκα στον παρά.
  • Οι πατέρες κι ερμηνευτές σνομπάρουν κανονικά την Αποκάλυψη, με εξαίρεση κάποιον Βασίλειο Αγκύρας. Δεν υπάρχουν άλλα συστηματικά υπομνήματα κι ερμηνείες του βιβλίου, αν και περιστασιακά σχόλια περί Αντιχρίστου υπάρχουν κάμποσα.

Λέει λοιπόν η Αποκάλυψη στο κεφάλαιο 13:

«Καὶ ἐστάθην ἐπὶ τὴν ἄμμον τῆς θαλάσσης· καὶ εἶδον ἐκ τῆς θαλάσσης θηρίον ἀναβαῖνον, ἔχον κέρατα δέκα καὶ κεφαλὰς ἑπτά, καὶ ἐπὶ τῶν κεράτων αὐτοῦ δέκα διαδήματα, καὶ ἐπὶ τὰς κεφαλὰς αὐτοῦ ὀνόματα βλασφημίας. καὶ τὸ θηρίον ὃ εἶδον ἦν ὅμοιον παρδάλει, καὶ οἱ πόδες αὐτοῦ ὡς ἄρκου, καὶ τὸ στόμα αὐτοῦ ὡς στόμα λέοντος. καὶ ἔδωκεν αὐτῷ ὁ δράκων τὴν δύναμιν αὐτοῦ καὶ τὸν θρόνον αὐτοῦ καὶ ἐξουσίαν μεγάλην»

Παρακάτω στο ίδιο κεφάλαιο σκάει βεβαίως κι άλλο θηρίο, αλλά όχι τόσο τύπου Giger: αυτό είναι σαν αρνί αλλά μίλαγε σαν δράκοντας. Δεν είναι άλλος από τον Ψευδοπροφήτη, φερέφωνο κι ορντινάντζα του Αντιχρίστου.

Εντωμεταξύ στο κεφάλαιο 17 υπάρχει η ερμηνεία του θηρίου:

«῟Ωδε ὁ νοῦς ὁ ἔχων σοφίαν. αἱ ἑπτὰ κεφαλαὶ ὄρη ἑπτά εἰσιν, ὅπου ἡ γυνὴ κάθηται ἐπ ̓ αὐτῶν, καὶ βασιλεῖς ἑπτά εἰσιν· οἱ πέντε ἔπεσαν, ὁ εἷς ἐστιν, ὁ ἄλλος οὔπω ἦλθε, καὶ ὅταν ἔλθῃ, ὀλίγον αὐτὸν δεῖ μεῖναι. καὶ τὸ θηρίον ὃ ἦν καὶ οὐκ ἔστι, καὶ αὐτὸς ὄγδοός ἐστι, καὶ ἐκ τῶν ἑπτά ἐστι, καὶ εἰς ἀπώλειαν ὑπάγει. καὶ τὰ δέκα κέρατα ἃ εἶδες δέκα βασιλεῖς εἰσιν, οἵτινες βασιλείαν οὔπω ἔλαβον, ἀλλ ̓ ἐξουσίαν ὡς βασιλεῖς μίαν ὥραν λαμβάνουσι μετὰ τοῦ θηρίου. οὗτοι μίαν γνώμην ἔχουσι, καὶ τὴν δύναμιν καὶ τὴν ἐξουσίαν αὐτῶν τῷ θηρίῳ διδόασιν.»

Πολύ απλά: το θηρίο είναι και η απολυταρχική εξουσία της Ρώμης (ὄρη ἑπτά: επτάλοφος) και κάποιος υιός της απωλείας: το αντίθετο του Χριστού, ψευτομεσσίας και οικουμενικός ηγέτης. Η δημοφιλία της ιδέας του Αντιχρίστου πατάει λοιπόν σε δύο πόδια.

Από τη μια το θηρίο ως εξουσιαστικός οργανισμός, και δη τερατώδης, αποτελεί μια θαυμάσια ευκαιρία για τη θεολογική καταδίκη της απολυταρχικής εξουσίας (όταν δεν αρέσει στον κλήρο) και, στα νεώτερα χρόνια, του ολοκληρωτισμού (όταν δεν αρέσει στον κλήρο). Οι ιστορίες για χαράγματα στο χέρι και στο μέτωπο, για διωγμούς, για επταετή εξουσία του θηρίου, που ο Θεός θα κολοβώσει σε τριάμιση χρόνια για χάρη των πιστών Του, ακριβώς εκεί μας πάνε: η απόλυτη εξουσία και η επιτήρηση είναι δουλειά του δράκοντος, του σατανά. Δεν μπορώ να πω ότι δεν μου αρέσει η ιδέα ότι το απολυταρχικό κράτος που συντρίβει και μαρκάρει τους ανθρώπους σαν μοσχάρια είναι ένα γκροτέσκο σατανικό θηρίο που συνοδεύεται από ένα προπαγανδιστικό Ψευδοπροφήτη. Αυτό είναι: καλά τα είπε ο μύστης της Πάτμου.

Από την άλλη το θηρίο ως πρόσωπο, ως ο υιός της απωλείας, ο Αντίχριστος, είναι ήδη από τους πρώτους αιώνες ψευτοχριστός. Τι είναι ψευτομεσσίας; Μα βεβαίως κάποιος που θα βγει να πει ότι είναι Μεσσίας (ελληνιστί: Χριστός), άρα θα είναι είτε σατανικός είτε ο Μεσσίας των Εβραίων (που ακόμα τον περιμένουν) είτε, βεβαίως, και τα δύο. Ο Αντίχριστος ως ο ψευτομεσσίας των Εβραίων που θα κυβερνήσει τον κόσμο είναι το απόλυτο και διαχρονικό σύμβολο του στυγερότερου αντισημιτισμού. Πράγματι, αν το θηρίο είναι ψεύτικος μεσσίας, τότε η ελπίδα των Εβραίων για τον Μεσσία, τον ηγέτη που θα αποκαταστήσει το κράτος του Ισραήλ (του οποίου η ίδρυση άνευ Μεσσία ενοχλεί τους χασιδιστές), δεν συνθέτει απλώς ένα μυθολογικό αίτημα πολιτικής ελπίδας αλλά και προσδοκία για τον παγκόσμιο αντι-Μεσσία: είναι αντίχριστη και σατανική.

Όπως λοιπόν υπάρχουν δύο σατανάδες, υπάρχουν και δύο αντίχριστοι. Ο πρώτος είναι προφανής, είναι ο Λεβιάθαν της εξουσίας· ο δεύτερος είναι ειδεχθής, βουτηγμένος στο αίμα των πογκρόμ.

Και η Δεξιά αγωνίζεται να αλλάξει η κοινωνία

Εύλογες απορίες

Αυτό που συμβαίνει τουλάχιστον πανευρωπαϊκά δεν είναι αποτέλεσμα βλακείας, ανικανότητας κτλ.

Με αφορμή την πανδημία ή, χειρότερα, με αφορμή το «πολιτικό Ισλάμ», οι κρατούντες και οι αντιδραστικοί προσπαθούν να αλλάξουν τον κόσμο καταφεύγοντας και σε αυταρχικές πολιτικές και στη βία, αστυνομική ή άλλη. Αγωνίζονται να κάνουν την κοινωνία πιο κλειστή, τους ανθρώπους πιο μειλίχιους και υπάκουους, τις εξουσίες (και την οικογένεια) πιο στεγανές κι αυθαίρετες, την παραγωγή και το κέρδος κέντρο της ανθρώπινης ύπαρξης, τον ετεροκαθορισμό νόρμα.

Βεβαίως, αν προσπαθείς να αλλάξεις τον κόσμο προς όφελος των πολλών είσαι βολονταριστής, ουτοπιστής και αιθεροβάμων. Αν όμως προσπαθείς να τον καταντήσεις κάτι μεταξύ Children of Men, Elysium, Blade Runner 2049 και Handmaid’s Tale, τότε είσαι πραγματιστής.

Έτσι δουλεύει ανέκαθεν η Αντίδραση, και πριν τον καπιταλισμό σας: 30% συντήρηση, 70% κοινωνική αλλαγή προς τον αυταρχισμό και την εκμετάλλευση.

Μπάτσοι

Ας πούμε ότι το πρότυπο που προέβαλλε η δεκαετία του ’80 ήταν μπουζούκια και τσόντα στο βίντεο. Ας πούμε ότι το πρότυπο της δεκαετίας του ’90 ήταν, παραφράζοντας το Μαξ, που ακολουθούσε το Κλικ, «κόκα, φράγκα και παλάτια, άντε και καλά κρεβάτια»: μια επαρχιώτικη εκδοχή φθίνοντος νεοϋορκέζικου γκλαμ με ολίγη από στεγαστικό δάνειο. Μετά δεν θυμάμαι τι έγινε: οι μέρες περνούσαν, τον Σημίτη διαδέχτηκε ο Κώστας ο Νιντέντο, όλοι ήτανε λίγο-πολύ (νεο)ορθόδοξοι ενώ στεγαστικά για μεζονέτες δινόντουσαν ακόμη.

Τον Δεκέμβριο του 2008 φάνηκε ότι παρά τα κανάλια και το ίντερνετ και τον Τύπο που μοίραζε ντιβιντί και βιβλία, υπήρχαν πάρα πολλοί που δεν είχαν φωνή, πολλοί και μάλιστα νέοι. Έκτοτε το πρότυπο που πασχίζει να προβάλει ο παλιός κόσμος, αυτός που απαρτίζεται κυρίως από εκείνους που θίγονται να τους αποκαλούν αμερικανιστί «μπούμερ», είναι το πρότυπο του μπάτσου.

Στη Μνημονιοκρατία το έργο της αστυνόμευσης το επιτελούσαν κυρίως οι δημοσιογράφοι και δημοσιολογούντες, εξωνημένοι γραφιάδες, παρέα με κάτι άμισθους ελπιδοφόρους ημιμαθείς και λοιπούς θεράποντες του καθεστώτος. Τώρα πια, και ελέω πανδημίας, βρισκόμαστε χωμένοι σε μια κατάσταση στην οποία το έργο της αστυνόμευσης και της τιμωρίας όσων παρεκκλίνουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο από τα πρέποντα και τα σωστά βρίσκεται στα χέρια όλων. Αντί να σκοτώσουμε τον μπάτσο που έχουμε μέσα μας, ο μπάτσος βγήκε από μέσα μας σαν άλιεν και κορυβαντιά κανιβαλίζοντας όποιον βρει μπροστά του.

Με δυο λόγια, δεν έχει απλώς στρατικοποιηθεί η αστυνομία διεθνώς τα τελευταία χρόνια. Είναι και κάτι άλλο: η κοινή γνώμη αλλά και τα κινήματα, ακόμα και τα κινήματα αιχμής, έχουν αναπτύξει κι έχουν καλλιεργήσει αντανακλαστικά μπάτσου: ιδέες, συναισθήματα, γούστα, ακόμα και αυθόρμητες αντιδράσεις αστυνομεύονται. Ιδέες, συναισθήματα, γούστα, αυθόρμητες αντιδράσεις πρέπει να συμμορφώνονται με τα ιδεώδη των αυτόκλητων μπάτσων, ιδεώδη που αφορμώνται είτε από αντιδραστικές και αυταρχικές αντιλήψεις, τις πιο τρελές φαντασιώσεις μοναχικών σχολαρχών, είτε και από τη μανία να συμμορφωθούν όλοι με αρχές ευγενέστερες αλλά ελλιπώς καλλιεργημένες.

Έλληνας λόγιος, (ο)

Λήμμα ανύπαρκτης εγκυκλοπαίδειας. Φωτό: Lee Materazzi

Oριακώς συμπαθής οργανισμός που συναντάμε σε σουαρέ καλών γειτονιών και καλύτερων προαστείων. Υπό κατάλληλες συνθήκες μπορεί να θεαθεί σε παρουσιάσεις βιβλίων. Μισός ημίθεος και μισός τάπιρος, είναι ένα πλάσμα μαγικό αν και όχι τόσο σπάνιο.

Το έργο του Έλληνα λογίου είναι δειγματοληπτικό, πλην όμως επιδραστικό ή και καταλυτικό ― τουλάχιστον κατά τους ενίοτε φίλους του. Το έργο αυτό απευθύνεται σε λίγους και τρώγεται από λιγότερους.

Πρόθυμος να ισορροπήσει στο κάθε κέντρο, αντιδρά σε δεξιές αθλιότητες με θυμοσοφία και μεγαλόψυχη παραίτηση, στις δε αριστερές με ενάργεια και δίκαιη οργή. Επιπλέον, αποστρέφεται την κατάντια και την αβελτηρία των κινημάτων ενώ αντιλαμβάνεται μακρόθυμα τη ματαιότητα του να κρίνεις κάθε καθεστηκυία καταπίεση· έτσι κι αλλιώς το παλαιό καθεστώς κάποτε θα πεθάνει, αφού όλα θα πεθάνουν τελικά.

Ο Έλληνας λόγιος τρέφεται με την ανοχή των γύρω του, ενώ κατά την εποχή της ξηρασίας μηρυκάζει καρτερικά λεπτούς τόμους δικής του παραγωγής.

Τον κακό μας τον (παλιό) καιρό

Αναπαραστάσεις

Οργίζομαι κι αγανακτώ κάθε φορά που προβάλλεται σε επανάληψη το βολικό και αθάνατο ψέμα για το πόσο αγνό και άσπιλο είναι το ελληνικό παρελθόν μας, πόσο όμορφες ήταν των Ελλήνων οι κοινότητες και πόσο ευθείς και γνήσιοι οι άνθρωποι, μακριά από την πολυπλοκότητα των πόλεων και πριν τις επιπλοκές της νεωτερικότητας. Απελπίζομαι όταν νέοι άνθρωποι αναμασούν αβελτηρίες ότι τάχα παλιά ο κόσμος είχε πλούσια αισθήματα, ενώ η εποχή μας δεν νιώθει. Γελάω πικρά με τον άκρατο θαυμασμό για τον «παλιό ελληνικό κινηματογράφο», την αποθέωση της μανιέρας και την πιστή αναπαραγωγή κάθε λογής παραβιαστικής και κακοποιητικής μικροψυχιάς που έχει φυτρώσει σε αυτόν τον τόπο.

Δεν θα υποκριθώ, όπως δεν υποκρίθηκα ποτέ, ότι αυτά που θα πω είναι αποκλειστικότητες του ελληνικού παρελθόντος, δεν παύει όμως αυτό το παρελθόν να με αφορά και όχι τόσο πολύ τι αντίστοιχο γινόταν ή τι γίνεται αλλού.

Η εικόνα που έχουμε για το παρελθόν μας χρωματίζεται, ή μάλλον μπογιατίζεται άτσαλα με μπαντανόβουρτσα, από την άγνοια, από τη νοσταλγία και από την επιλεκτική ανάγνωση των πηγών και των όποιων μαρτυριών. Διατηρούμε την πίστη μας σε ένα αόριστο παρελθόν, ένα παρελθόν ένδοξο ή τουλάχιστον τίμιο απέναντι σε ένα παρόν που θέλουμε να θεωρούμε κίβδηλο και ψεύτικο: όπως κίβδηλο και ψεύτικο ήταν το παρόν της σημιτικής Ελλάδας, για όσους το ζούσαν τότε· όπως κίβδηλο και ψεύτικο ήταν το παρόν του ΠΑΣΟΚ, για όσους το ζούσαν τότε· όπως κίβδηλο και ψεύτικο ήταν το παρόν της Μεταπολίτευσης, για όσους το ζούσαν τότε· όπως κίβδηλο και ψεύτικο ήταν το παρόν της Χούντας, για όσους το ζούσαν τότε· όπως κίβδηλο και ψεύτικο ήταν το παρόν της μετεμφυλιακής Ελλάδας, για όσους το ζούσαν τότε ― και πάει λέγοντας.

Μου κάνει αλγεινή, πολύ αλγεινή, εντύπωση ότι άνθρωποι που δεν είναι πλήρως αποσυνδεδεμένοι από την ελληνική επαρχία την εξιδανικεύουν τόσο παραμορφωτικά. Με τρελαίνει να μιλάνε για τους απλούς αγνούς ανθρώπους μικρών κοινωνιών όπου το «κρύψε να περάσουμε» είναι αναγκαίος κι αναπόφευκτος κανόνας ζωής. Απορώ που ελάχιστοι δείχνουν να διακρίνουν ότι τα τραχιά αγροτοποιμενικά ήθη υπαγόρευαν αλληλεγγύη, μπρατιμιές, καλοσύνες και τις όποιες αβροφροσύνες με όλους εκτός από τους σαπέρα, τους ξενομερίτες, τους ζαβούς, τους ξενομπάτες, τους κουρλούς και ζουρλούς και κάθε λογής τρελούς, τις πουτάνες και ζωντοχήρες, τους Οβριούς, τους Γύφτους κτλ. κτλ. κτλ. Δεν καταλαβαίνω πώς τόση συσσωρευμένη μνήμη που αφορά τη μικρή καθημερινή βαρβαρότητα του ελληνικού παρελθόντος και όσων λειψάνων του επιζούν στην ελληνική επαρχία και στην ελληνική πόλη απλώς αγνοούνται.

Είναι λίγο της μόδας να θυμάται κανείς είτε την αγραμματοσύνη και τη μισαλλοδοξία είτε τον γενικότερο μισανθρωπικό σνομπισμό: της Δεξιάς των χωροφυλάκων και των δημογερόντων από τη μια και της όποιας αστικής τάξης επικάθησε ποτέ σε αυτόν τον τόπο από την άλλη. Όλα αυτά δεκτά. Από την άλλη, όπως έλεγε και ο Πάνος Θεοδωρίδης πριν χρόνια, δεσποτικός πάτερ φαμίλιας ήταν και ο δεξιός, δεσποτικός πάτερ φαμίλιας κι ο ΕΑΜ, ΕΔΑ, ΠΑΣΟΚ. Πέτρες πέταγαν στο σπίτι του τρελού του χωριού (συνήθως κάποιου δύστυχου με βαρειά ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή ή ελαφρώς αυτιστικότερου από τους συγχωριανούς του) και οι βασιλικοί και οι δημοκράτες ή συνοδοιπόροι. Δεν παραγνωρίζω την όποια εκπολιτιστική επίδραση του ΚΚΕ στην ελληνική επαρχία, αλλά καλό είναι να θυμόμαστε τα όριά της.

Δεν καταλαβαίνω πώς θέλουμε να λησμονούμε ένα παρελθόν τίγκα στους αποκλεισμούς, στους φιλήδονους παιδεραστές ρασοφόρους ή μη, στις παρθενορραφές και στα νυφοπάζαρα, στην υποκρισία και στα έκθετα βρέφη, στους παιδονόμους, στους ακτήμονες, στις συντριπτικές δεσποτικές σχέσεις μέσα στην οικογένεια, στις ψυχοκόρες και στα δουλάκια που κατέληγαν να κάθονται στον κύριο, στα «μας ρεζίλεψες», στα ξεφωνήματα και στις «στέρφες», στις «γεροντοκόρες» και στις «φαρμακομούνες» ― ενώ συνεχίζουμε να αναπλάθουμε ή να επινοούμε φαντασιακές εκδηλώσεις κοινοτισμού κι αλληλεγγύης όπως «χορούς κυκλωτικούς κι άλλους τόσο ελεύθερους σαν ποταμούς» ή να τσακώνουμε την εικόνα ότι κάθε λογής πανηγύρια αποτελούσαν κάποιου είδους συμπεριληπτικό δείπνο στο τέλος των Αστερίξ.

Να το θέσω απλά: το λάδι του χωριού ήταν γεμάτο μούργα κι ένας θεός ξέρει τι άλλο, μία στις πέντε φορές έβγαινε μάπα και μπορεί να αρρώσταινες. Το λάδι που τρώμε σήμερα, με τις προδιαγραφές του και την αυστηρότερα επιτηρούμενη παραγωγή και συσκευασία είναι πάντοτε ασφαλές να το ταΐσεις στο παιδί σου. Απλώς δεν είναι τόσο νόστιμο όσο εκείνο το ύποπτο πράμα που η στέρηση καθιστούσε λαχταριστό.

Κι εδώ βρίσκεται η έννοια-κλειδί: πολλή από τη νοσταλγία για το υπέροχο εκείνο παρελθόν αρωματίζεται από την ανάμνηση της κάθε λογής ανελέητης στέρησης εκείνων των εποχών. Στη νοσταλγία κάποιων παλιότερων γενεών συνεπικουρούν η άγνοια και η στρεβλή ανάγνωση των πηγών. Περιμένω καρτερικά κι εγώ την εποχή που θα πουλάω τρέλα και νοσταλγία για το πόσο υπέροχα ήταν τα νάιντιζ, ή και όχι.

Σωστά δομημένα βιογραφικά…

Μην παρενοχλείτε τους άριστους.

… κενά περιεχομένου.

Πολλοί ασχολούνται με το κομματόσκυλο (δεν ξέρω τι άλλη ιδιότητα έχει) Κυρανάκη κυρίως από άχτι, επειδή πριν τις εκλογές του ’19 έπαιζε με επιτυχία τον συριζομάστιγα.

Αντιλαμβάνομαι ότι ο όρος κομματόσκυλο ξενίζει όταν δεν αναφέρεται σε κνίτη ή νεολαίο της Αριστεράς, άντε σε πρασινοφρουρό του περασμένου αιώνα, παρά σε έναν ξυρισμένο νέο με γραβάτα που τρώει στη Μαντζάρου και πίνει στη Μηλιώνη. Όμως πώς αλλιώς να αποκαλέσεις έναν άνθρωπο του οποίου η μόνη εργασία υπήρξε να υπηρετεί ένα κόμμα, και μάλιστα κόμμα εξουσίας;

Όσον αφορά την ιδιότητά του ως συριζομάστιγα τώρα: το ότι ένας ημιμαθής ισόβιος νεολαίος, που μάζευε ψηφαλάκια προεκλογικώς ποζάροντας με τον αποσχηματισμένο πια π. Ανδρέα Κονάνο, έριχνε κατραπακιές σε στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ θα έπρεπε να προβληματίζει το πρώην κόμμα της διανοούμενης, ριζοσπαστικής και ανανεωτικής αριστεράς για τα χάλια του τα μαύρα.

Οι φίλοι του ΣΥΡΙΖΑ θα έπρεπε λοιπόν να προβληματιστούν για τα χάλια του έτι διασωληνωμένου κόμματός τους, αντί να εκτονώνουν την πικρία τους πάνω σε ακόμα έναν αργόμισθο, από τους αμέτρητους που έχουνε βγάλει το Κολωνάκι, τα κάθε λογής κολλέγια (ή άντε, η ΔΑΠ νομικών σχολών) και η Μεγάλη Δεξιά Παράταξη.

Μιλάμε για ανθρώπους που δεν έχουνε δουλέψει ποτέ στη ζωή τους.

Βεβαίως η μομφή «δεν έχει δουλέψει ποτέ στη ζωή του» αποτελούσε μεγάλη μπουμεριά μέχρι περίπου το 2008: ήταν χαρακτηριστική μομφή που θα σου κόλλαγε κάθε μπάρμπας επειδή π.χ. είσαι καλλιτέχνης, μαθηματικός ή αρχιτέκτονας και δεν πήγες «να μάθεις μία τέχνη εκεί χάμω» κτλ.

Ωστόσο, μετά τον Δεκέμβρη του 2008 και κατά τη διάρκεια του άγους της Μνημονιοκρατίας, χιλιάδες νέοι αναγκάστηκαν να πολιτικοποιηθούν ή και να ριζοσπαστικοποιηθούν απότομα, βίαια κι ακούσια ακριβώς γιατί και δουλεύουν επισφαλώς σε μία και δύο δουλειές, συνήθως ημιαπασχόληση, και καταλήγουν να ζουν εγκλωβισμένοι στη γονική εστία.

Γι’ αυτούς τους νέους το «δεν έχει δουλέψει μία μέρα στη ζωή του» είναι βαθιά ταξική και ουσιαστικότατη περιγραφή των μελών μιας κλίκας γόνων που απλώς λιγάκι ζορίστηκαν τη δεκαετία που μας πέρασε αλλά τελικά βρήκαν τις αργόμισθες άκρες τους. Με επίσημη ή ανεπίσημη κομματική ιδιότητα.

Πάντως είναι χαρακτηριστικότατο: σε μια χώρα που τάχα ηγεμονεύεται ιδεολογικά από την Αριστερά, ο βαθμός μηδέν της ιδεολογίας, οι ντιφώλτ οι ρυθμίσεις της, είναι ο βασιλόφρων μπάρμπας, ο κρυφοχουντικός γυμνασιάρχης και η σεμνότυφη γιαγιά με ολίγη από πασόκο εργολάβο που «βαρέθηκε τα πολιτικά».

Συνεπώς, ακόμα και σήμερα όταν κάποιος θέλει να αναφερθεί σε κομματόσκυλα ή (χειρότερα) σε αλήτες νεολαίους στα πανεπιστήμια στάνταρ στοχοποιεί κνίτες κι εαακίτες. Γιατί ξέρω γω αναρτούν πανό και κολλάνε αφίσες. Η δαπίτικη (και πασπίτικη παλιότερα) λαμογιά κι αλητεία ήτανε πάντοτε περιγραμμάτου και κομιλφώ, άρα μια χαρά.

Δεν είναι λοιπόν πρόβλημα να φροντίζεις να εκλέγονται οι λάθος άνθρωποι σε νευραλγικές θέσεις, δεν είναι πρόβλημα το πανεπιστήμιο να μετατρέπεται σε σχολή προπαίδευσης για τις «επιχειρήσεις» (και, προσέχτε, για τις ελληνικές επιχειρήσεις της εργασιακής ληστείας και της εργοδοτικής αρπαχτής, δεν μιλάμε για καναν βαρύ καπιταλισμό)· πρόβλημα είναι οι καταλήψεις που μας κάνουν να χάνουμε το εξάμηνο, στο οποίο ξέρω γω διδάσκουν εξαθλιωμένοι ισόβιοι 407 ή διάφοροι εκλεκτοί.

Κι έτσι για ακόμα μια φορά βλέπουμε τι πραγματικά ενοχλεί τον Έλληνα μιας γενιάς που ελπίζω να πεθαίνει, αυτόν τον Γηρυόνη με κεφάλια μπάρμπα, γυμνασιάρχη, γιαγιάς κι εργολάβου. Τον ενοχλεί και τον αγανακτεί να είσαι αχτένιστος, λέτσος και λίγο κάφρος — όχι να είσαι τσάτσος, απατεώνας και επίδοξο λαμόγιο.

Jai guru deva om / जय गुरुदेव ॐ

vlcsnap-2017-02-04-15h59m45s048
Από τις Ήσυχες μέρες στο Κλισύ (1970)

Γιατί γράφεις; Γράφεις γιατί θέλεις να εγκιβωτίσεις τον μικρό πολύτιμο κόσμο σου μέσα σε κάτι που μπορείς να αποθηκεύσεις και να φυλάξεις όχι μόνον μέσα σου αλλά και κάπου όπου θα μπορούσε οποιοσδήποτε να τον διαβάσει. Αυτό κάνεις. Γράφεις κόσμους για να διαβαστούν. Κόσμους που θα ήθελες να παραμείνουν μικρές Εδέμ αμετάβλητες που ταξιδεύουν μέσα στο σύμπαν, αΐδιες, αμετάβλητες, απρόσβλητες, απαραβίαστες.

Φυσικά πρόκειται για πλάνη: ο θάνατος θα αλλάξει και θα συνθλίψει τον κόσμο αυτό και θα ανατινάξει κάθε ιριδίζουσα και πολύτιμη σαπουνόφουσκα.

Αλλά όχι αν προλάβεις να τη γράψεις: κάπου κάτι θα σωθεί. Ή τουλάχιστον έτσι νομίζεις, έχοντας κλείσει τα μάτια σου πολύ πριν να καούν οι βιβλιοθήκες, πριν να σβήσουν για πάντα οι σέρβερ.

*

Γιατί γράφεις; Γιατί δεν είμαστε μόνοι. Γιατί ως είδος είμαστε από τη βιολογία μας κοινωνικοί. Γιατί θέλουμε να πιστεύουμε ότι υπάρχει κάπου κάποιος ακροατής και, αν πιστέψουμε σε ερήμους και στέπες ότι δεν υπάρχει, θα τον ονομάσουμε Θεό και θα τον αφήσουμε να αναρρηθεί στα ουράνια και να μας κυβερνάει στέλνοντας ήλιους και φεγγάρια να περιστρέφονται γύρω από εμάς και μόνον από εμάς. Υπάρχει ο Ομιλητής, υπάρχει και ο Ακροατής· τρίτο πρόσωπο δεν υπάρχει γιατί όλα τα υπόλοιπα είναι αρνητικές τιμές και απουσία.

*

Γιατί γράφεις; Γιατί κάποια πράγματα παλεύονται και άλλα δεν παλεύονται όμως όλα πρέπει να λέγονται αλλά τελικά καλύτερα να γράφονται.

Γιατί στην πραγματικότητα η γραφή είναι σαν την ψήφο: αν ψηφίζει ο φασίστας πρέπει να ψηφίσει και ο άγγελος· αν γράφει ο καλικάντζαρος κι η λάμια πρέπει να γράψει και η άνεργη κόρη κι ο ατσούμπαλος χαμένος στον εαυτό του τριαντάρης.

Γιατί δεν μπορεί να αφεθεί η οικονομία στου κόσμου σε όσους έχουν και μπορούν απλώς γιατί τα βρήκαν.

*

Γιατί γράφεις; Γιατί ο χρόνος περνάει και ξεχνάς εύκολα και όλα αυτά για τα φύλλα που πέφτουν και τα δάκρυα στη βροχή βγαλμένα από τη ζωή είναι. Γιατί κάποιες στιγμές και κάποιες ώρες θες να υπάρχουν όσο υπάρχεις και να διαβάζεις γι’ αυτές και ποιος άλλος πιο κατάλληλος να γράψει γι’ αυτές από εσένα τον ίδιο; Γιατί κάποιες στιγμές και κάποιες ώρες θες να υπάρχουν και αφού πάψεις να υπάρχεις.

Γιατί απελευθερώθηκες τον Οκτώβριο του 2014 (αν κι ο αγώνας ξεκίνησε τον Απρίλιο του 2008) αλλά τι γίνεται μετά την απελευθέρωση; Ποιος αναλαμβάνει; Κάποια επαναστατική κυβέρνηση τίμια αλλά υπονομευμένη από παντού; Πρώην τσάτσοι των τυράννων; Ο λαός των επιθυμιών μέχρι να πλακώσουν οι κάθε λογής μπάτσοι;

Ποιος θα καταγράψει όσα γίνονται; Ποιος θα μιλήσει όταν σου λένε να σωπάσεις;  Ποιος θα δείξει αυτό από το οποίο όλοι αποστρέφουν το βλέμμα; Εσύ. Εσύ και μόνον εσύ. Μόνος και χωρίς ακροατή κι αναγνώστη. Εσύ είσαι η φωνή και η ματιά και η βιβλιοθήκη. Εσύ, δηλαδή εγώ. Εμείς.

*

Γιατί γράφεις; Γιατί είναι όμορφο. Γιατί είναι παρήγορο. Γιατί επουλώνει κι ερεθίζει ταυτόχρονα. Γιατί δεν μπορείς να φτιάξεις μουσική. Γιατί έτσι νικάς, έστω και για λίγο. Γιατί από την εικόνα θα θολώσουν ό,τι δεν τους αρέσει αλλά από το κείμενο τι στον πούτσο θα κάνουν; Θα βάλουν παπάκια και μπιπ κι αστερίσκους σε όσα προφανώς σημαίνουν;

*

Γιατί γράφεις; Γιατί υπάρχει αλήθεια στη ζωή μας και συνήθως βρίσκεται κρυμμένη μέσα στο παρελθόν μας, σε στιγμές θεοτικές έως και μπανάλ σε κάποιο εικοστετράωρο φαγάδικο: δεν το ήξερες τότε αλλά το ξέρεις τώρα. Όμως κανείς μα κανείς δεν σκάει από τη νοσταλγία και τη στέρηση της καρδιάς: η νοσταλγία απλώς υπάρχει. Οπότε γράφεις.

*

Κι όταν τελειώσουν όλοι οι λόγοι εσύ ακόμα γράφεις.

Όχι άλλες καλόγριες

Photo 14-12-17, 10 56 05

Υπάρχουν διάφορες παρανοήσεις που έχει δημιουργήσει η ατροφία του κριτικού λόγου.

Όταν λέω «κριτικός λόγος» εννοώ τον λόγο που πρώτα έχει διαβάσει ανθρωπιστικές, κοινωνικές και πολιτικές επιστήμες.

Πρώτο παράδειγμα παρανόησης, ο κυριολεκτισμός. Είναι η Αντιποίηση Αρχής του Κοτζιά ασφαλίτικο μυθιστόρημα (όπως σχεδόν ισχυριζόταν ο Ριζοσπάστης) επειδή είναι γραμμένο από την οπτική γωνία ενός χαφιέ; Είναι η Λολίτα παιδεραστικό μυθιστόρημα επειδή είναι γραμμένο από την οπτική γωνία ενός τύπου σεξουαλικοποιεί μια πιτσιρίκα;

Όχι.

Αυτά έχουν λυθεί εδώ κι ενάμιση αιώνα. Η λογοτεχνία δεν είναι ούτε εγχειρίδιο χρήσης της ζωής, ούτε βίβλος χρηστομάθειας, ούτε self help. Αφενός η λογοτεχνία καταβυθίζεται όπου κανείς και τίποτε άλλο δεν μπορεί να ποντιστεί γιατί δεν αντέχει την πίεση της αβύσσου (αναλογιστείτε ότι η λογοτεχνία είναι κάτι σαν βαθυσκάφος), αφετέρου στη λογοτεχνία δεν μπορεί να εφαρμόζεται κανένας κυριολεκτισμός. Η λογοτεχνία λειτουργεί λοιπόν περίπου όπως τα όνειρα: εκφράζει όσα δεν μπορούν να ειπωθούν αλλιώς, εξακτινώνοντας ταυτόχρονα όσα λέει και αναγκάζοντάς μας να τα ερμηνεύσουμε σε πολλά επίπεδα.

Πρακτικά τώρα: θέλει κανείς να βάλει αυτά τα σαχλά trigger warnings; Ας το πράξει. Ας ξεκινήσει όμως από τη ζωή την ίδια. Ας προχωρήσει μετά στις ειδήσεις. Ας περάσει μετά από την Ιλιάδα, όπου η σκηνή στην οποία ένα δόρυ μπαίνει από το λαρύγγι κάποιου άπαξ μνημονευμένου Τρώα, του κόβει τη γλώσσα και του καμακώνει το κρανίο με την αιχμή να βγαίνει ματωμένη και λεκιασμένη με μυαλά από τη βάση του σβέρκου ― σκηνή που με ανακατεύει εδώ και τριαντατόσα χρόνια. Τι να κάνουμε, η ζωή και η λογοτεχνία είναι γεμάτες από σκηνές φρίκης και καταπίεσης, από σκηνές που μας ανακαλούν τραύματα ή πολύ βαθιά γαντζωμένους φόβους: δεν θα γεμίσουμε βιβλία και μουσεία με σπόιλερ όμως.

Μια δεύτερη παρανόηση είναι η αντίληψη ότι ο κόσμος των ιδεών απαρτίζεται από συνεχή με δύο άκρα, ανάμεσα στα οποία πρέπει να εξισορροπήσει κανείς, συνήθως κάπου στη χρυσή μεσότητα. Ναι, θα μου πείτε, Αριστοτέλης. Ναι, θα σας πω: ο Αριστοτέλης πέθανε, κι όχι τώρα πρόσφατα.

Για να γίνω πιο συγκεκριμένος, δεν γίνεται να κατασκευάζουμε δίπολα εκ του προχείρου και μετά να καμαρώνουμε επειδή γενναία τάχα διαλέγουμε τη μία ή την άλλη άκρη. Δεν γίνεται να θεωρούμε ότι από εδώ βρίσκεται η κοινωνική δικαιοσύνη και από την άλλη η ερωτική ελευθεριότητα και να λέμε «ναι ρε, θα θυσιάσω την ελευθεριότητα για χάρη της κοινωνικής δικαιοσύνης!». Ξέρετε ποιο κίνημα το διακήρυξε αυτό; Όχι τίποτε πουριτανές φεμινίστριες αλλά ο πρώιμος χριστιανισμός: από τη μια η ερωτική ελευθεριότητα κι ερωτική ελευθερία των εύπορων Ρωμαίων πολιτών (άρα και αντρών) από την άλλη η χειραφέτηση των δούλων και των φτωχών κοριτσιών κι αγοριών που χρησιμοποιούσαν οι Ρωμαίοι πολίτες για τα γούστα τους. Ο πρώιμος χριστιανισμός και στο όνομα της κοινωνικής δικαιοσύνης πολέμησε την ερωτική ελευθεριότητα και την ερωτική ελευθερία. Ο πρώιμος χριστιανισμός, όπως και πολλά σύγχρονα κινήματα, αδυνατούσε να δει τους υπόλοιπους παράγοντες: φύλο, χρήμα, τάξη.

Να το θέσω κι αλλιώς: πολλά κινήματα προτιμούν να καταπνίξουν τις κατακτήσεις λίγων (ας πούμε την ελευθεριότητα), που αποτελεί προνόμιό τους, από το να αγωνιστούν τα κινήματα αυτά ώστε οι κατακτήσεις των λίγων να γίνουν κτήμα των πολλών. Για φανταστείτε να αποφάσιζε το ΚΚΣΕ ότι ο εξηλεκτρισμός πρέπει να κατασταλεί επειδή είναι προνόμιο λίγων· απεναντίας προτίμησε να επιδιώξει να εξηλεκτριστεί ολόκληρη η σοβιετική επικράτεια.

Στην εποχή μας δεν θα έπρεπε π.χ. να πολεμάμε τα προνόμια που δίνει η επιστημονική γνώση στους φορείς της παρά να αγωνιζόμαστε να κατακτηθεί η γνώση αυτή από τους πολλούς (κάτι που βεβαίως δεν θέλει κατά βάθος ο καπιταλισμός, και μιλάω μετά λόγου γνώσεως). Σε κάθε περίπτωση είναι παράλογο να στήνουμε ένα δίπολο στο οποίο βρίσκεται π.χ. η ελευθερία του λόγου ή των πεποιθήσεων από τη μια και η επιστημονική γνώση κι εξειδίκευση από την άλλη, ερήμην παραγόντων όπως φύλο, χρήμα, τάξη κτλ.

Μια τρίτη παρανόηση είναι η σεξουαλικοποίηση του αγγίγματος, όπως αποτυπώνεται στην επιβίωση μιας ιησουίτικης χρηστοήθειας περί το σώμα. Οι Ιησουίτες για σκοπούς διευκόλυνσης των εξομολογουμένων είχαν χωρίσει το σώμα σε ζώνες: ακούσιο ή (χειρότερα) εκούσιο άγγιγμα ισοδυναμούσε με διαφορετικής βαρύτητας αμάρτημα ανάλογα με το μέλος ποιας ζώνης του εξομολογούμενου ερχόταν σε επαφή με το άλλο σώμα, και με ποια ζώνη του. Λόχου χάρη, χέρι (Ζώνη Α) με χέρι (Ζώνη Α), σχεδόν οκέι, καυλί (Ζώνη Δ) εφαπτικώς σε κώλο (Ζώνη Δ), επιτίμια ― με όλες τις ενδιάμεσες διακυμάνσεις και συνδυασμούς.

Το πνεύμα, αν όχι το γράμμα, ενός τέτοιους συστήματος ζει ακόμα. Κάθε άγγιγμα σεξουαλικοποιείται, με υπόβαθρο κι έναν παλαιοφροϋδισμό κατά τον οποίο κάθε άγγιγμα είναι σώνει και καλά σεξουαλικό και δεν πα να λες ό,τι θες.

Βεβαίως έχω πλήρη επίγνωση της κουλτούρας του βιασμού, πλήρη όσο μου επιτρέπει το γεγονός ότι δεν την έχω υποστεί σχεδόν ποτέ· επίσης έχω ακόμα πληρέστερη εποπτεία της πονηριάς και της ευελιξίας και της γενικότερης ωμής μαλαγανιάς της κουλτούρας του βιασμού. Παρόλ’ αυτά τα αγγίγματα, όπως και τα κείμενα που λέγαμε πιο πάνω, ερμηνεύονται εντός πλαισίων και με βάση το περικείμενο: ποιος, πού, πώς, πότε, γιατί, τι προηγήθηκε κτλ. Δεν γίνεται να εξοστρακίσουμε το άγγιγμα από τη ζωή μας ή να το περιχαρακώσουμε μέσα σε ζώνες ασφαλείας, συμβολικές ή πραγματικές.

Βεβαίως εδώ τα πράγματα περιπλέκονται άσχημα γιατί ήδη βρίσκεται υπό διαμόρφωση ένα καινούργιο απατηλό δίπολο, το οποίο μάλιστα δεν διαθέτει καν ενδιάμεσες διαβαθμίσεις: από τη μια το «δεν αγγίζουμε κανέναν και καμμία» γιατί το άγγιγμα είναι εγγενώς σεξουαλικό και άρα (…) παραβιαστική συμπεριφορά· στο άλλο «άκρο» τα ελεύθερα πιασίματα, τα «παλαμαριαστείτε και χουφτωθείτε παντού κι όπως να ‘ναι», διάχυτος ερωτισμός όλων με όλους ανά πάσα στιγμή, βγαλμένα από τη χαζή Ροζ Ομίχλη του Μπορίς Βιάν.

Και πάλι εδώ δεν υφίσταται κανένα δίπολο μόλις συνυπολογιστούν οι παράγοντες του φύλου, της τάξης, αλλά και το γενικότερο περικείμενο και τα συμφραζόμενα: μάλλον είμαι κατά βάθος ελαφρώς τοξικό cis αρσενικό για να πιστεύω ότι όλες κι όλοι εκτός πλαισίου και ανά πάσα στιγμή θα σπεύσουν να ανταποκριθούν στις (ας πούμε) μόνιμες καύλες μου. Ακόμα πιο απλά, «παραμέρισε τη συναίνεση και όλα θα πάνε κατά διαόλου»: το δικό μου προνόμιο για όχι πρέπει να το έχουν όλες κι όλοι.

Συνοψίζοντας, αυτά που κινδυνεύει να χάσει η εποχή μας, και μιλάω για την προοδευτική και κινηματική και δυναμική εκδοχή της εποχής μας, είναι δύο:

Αυτό που λέμε nuance στα αγγλικά (και δυσκολεύομαι να μεταφράσω, όπως τη μπέσα, το φιλότιμο και το κέφι): δεν ερμηνεύονται τα πάντα με βάση απλούς τυφλοσούρτες, δεν κόβονται όλα τα υφάσματα πάνω στο ίδιο πατρόν, δεν μπορείς να σχεδιάσεις τα πάντα με κανόνα και γνώμονα ― μάλλον θα σου ξεφύγουν τα περισσότερο ενδιαφέροντα σχήματα αν το αποπειραθείς.

Το δεύτερο είναι η ανάγκη μας για όνειρο. Το βίτσιο, η λογοτεχνία, ο χαβαλές και άλλα πολλά είναι όνειρα· δεν είναι απαραιτήτως ευχάριστα ή τρυφηλά όνειρα, μπορεί να είναι ο εφιάλτης της κακοποίησης ή το καθαρτικό όνειρο της εκδίκησης ― βρίσκονται όμως στη βάση της ελευθερίας και πολλάκις της χαράς μας.

Δεν χρειαζόμαστε άλλες καλόγριες. Ίσως στο μέλλον να μη χρειαζόμαστε ούτε το «αντίθετό τους». Απλοϊκά μιλώντας, χρειαζόμαστε περισσότερη εμπιστοσύνη στο όνειρο, περισσότερη ελευθερία, καθώς και περισσότερη βάσανο και περισσότερο κόπο για να υφάνουμε αυτό το έρμο το nuance.

Σατάν

satan

Γενικά οι θρησκείες είναι για τα μπάζα· όλες οι θρησκείες: παλιές δοκιμασμένες λύσεις σε λάθος προβλήματα. Από την άλλη, οι θρησκείες είναι αρκετά ευρείες για να επιτρέπουν στους πιστούς τους να κάνουνε του κεφαλιού τους μέχρι ενός σημείου χωρίς καν να γίνουν αιρετικοί κι αφορισμένοι: από τους μειλίχιους ασκητές του Γάγγη μέχρι τα εθνικιστικά σκυλιά του BJP, από τους χαμογελαστούς βουδιστές χωρικούς μέχρι τους ζαμπόνηρους Ταϋλανδούς μοναχούς κ.ο.κ.

Οι μεγάλες θρησκείες είναι όντως αυτό που οι Άγγλοι λένε broad churches, αρκεί να είσαι έτοιμος να ερμηνεύσεις την κωμική μυθολογία τους ως απείκασμα πνευματικού βάθους και μεταρσιωτικού ύψους.

Από αυτή την άποψη είναι τερατώδες να αξιολογούμε ένα δισεκατομμύριο μουσουλμάνους με βάση τη συμπεριφορά μιας μερίδας φανατικών ή αυτής των γνήσια καταχθόνιων ουαχαμπιστών. Φανταστείτε να αξιολογούνταν η Χριστιανοσύνη με βάση τους αμερικανούς Βαπτιστές ή τους μοναχούς της ερήμου της Ιουδαίας.

Αυτά για τις μεγάλες θρησκείες, γιατί οι μικρές και οι σύγχρονες θρησκείες, κάτι μάρτυρες του Ιεχωβά, μορμονισμοί και σαηεντολογίες, τείνουν να είναι κανονικά τρελοκομεία και όσον αφορά το κοινό τους και όσον αφορά την οργάνωσή τους (επιτήρηση και τιμωρία κτλ.).

Μια μικρή θρησκεία που καθόλου δεν μου κάθεται είναι ο σατανισμός. Μη με παρεξηγείτε, πάντοτε ήμουν με τους κακούς όταν έβλεπα κινούμενα σχέδια και παρόμοια: με τον Ζόλταρ, με τη Βάντα, με τον Νταρθ Βέιντερ, με όλους τους τύπους και τις τύπες που έκαναν μουάχαχα ρίχνοντας πίσω το κεφάλι τους με οίηση και μέθη.

Αλλά εδώ μιλάμε για θρησκεία, ρε μαν. Μου είναι δύσκολο να χωνέψω ότι παίρνεις τον κομπλεξικό πεπτωκότα άγγελο μιας μονοθεϊστικής θρησκείας, έναν κοσμικό Ιζνογκούντ, και χτίζεις μια θρησκεία πάνω του: «Άσε με να βασιλέψω δίπλα σου, Θεέ», «Όχι Εωσφόρε!», «Ντου αλάνια μου, πάρτε τον!», «Μιχαήλ, όρμα τους.», «Αααααααααα» ― εδώ στο «Αααααααααα» φανταστείτε τον στυλιζαρισμένο άγγελο των Led Zeppelin να πέφτει στην Άβυσσο.

Μια παρένθεση για τους δύο αρχαγγέλους Μιχαήλ και Γαβριήλ στα θυρόφυλλα του ιερού των εκκλησιών μας: δεν αντιπροσωπεύουν τις δύο κυρίαρχες εκδοχές του κουήρ άντρα; Ο ένας με στολή, ξίφος και μπρατσόνια, ο άλλος με μακιγιάζ, λέλουδο και κελεμπία. Εδώ τα υπόλοιπα για τους αγγέλους.

Λένε λοιπόν οι σατανιστές ότι ναι, ο Εωσφόρος που λατρεύουν, ο πεπτωκώς άγγελος, είναι ακριβώς αυτό: ο αντάρτης κατά της μονοθεϊστικής απολυταρχίας, αυτός που κρυγάζει non serviam απέναντι στην εξουσία και στους τσάτσους της που ανταποκρίνονται στα «στώμεν καλώς», η χαρά της Φύσης απέναντι στη σκυθρωπή αποστείρωση των αποπνευματωμένων, η ανταρσία του Ανθρώπου απέναντι στον υπερβατικό Τύραννο (με ολίγη από σφαγιασμένα κοτόπουλα και οργιάκια που τα κάνεις και χωρίς πεντάλφες ― αλλά ας μην πλατειάζω). Πολύ ωραία όλα αυτά. Με μία μικρή διαφορά: στην καλύτερη περίπτωση δεν υπάρχει ένας σατανάς αλλά δύο· στη χειρότερη ο σατανάς είναι ο τσάτσος του Θεού.

Ο ένας σατανάς είναι ο Εωσφόρος και η παρέα του, οι οποίοι στασίασαν και κατέληξαν στην Άβυσσο, κατέληξαν πιο συγκεκριμένα «εἲς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον τὸ ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καὶ ἀγγέλοις αὐτοῦ», αυτό το ίδιο για το οποίο σύμφωνα με τη γνωστή περικοπή ο Χριστούλης προορίζει κάθε λογής πλούσιους και μισάνθρωπους, παρεμπιπτόντως. Και εκεί βρίσκεται, λέει η μυθολογία, ο στασιαστής τσαμπουκάς: στην Κόλαση, στου πηγαδιού τον πάτο κατά τον Δάντη. Δεν έχει καν την ευχέρεια, σαν τον Μαμ-Ρα, να ξυπνάει κάθε τόσο από τον αιώνιο ύπνο του. Ο Διάβολος δεν είναι ο αφέντης της Κόλασης, είναι ο κατάδικος για τον οποίο φτιάχτηκε η Κόλαση. Σιγά μην του έφτιαχνε ο Άλλος βασίλειο του αντάρτη: Πανάγαθος είναι, όχι κομματάρχης.

Αυτός είναι ο ένας σατανάς λοιπόν, η εν πάση περιπτώσει ο σατανάς που εμπνέει τους σατανιστές να είναι φιλάνθρωποι και αντίθεοι και να βγάζουν κωλοδάχτυλα, κερατάκια και non serviam απέναντι στις εξουσίες: ο πεπτωκώς Εωσφόρος.

Πάντως πρέπει πριν την πτώση του να ήταν μεγάλη μούρη ο Εωσφόρος, όχι μόνο γιατί το λέει ο Μίλτον αλλά και λόγω του εξής μυστηριώδους ψαλμικού χωρίου (Ψαλμός 109, ή 110 αν είσθε αλλόδοξος): « Εἶπεν ὁ Κύριος τῷ Κυρίῳ μου· κάθου ἐκ δεξιῶν μου, ἕως ἂν θῶ τοὺς ἐχθρούς σου ὑποπόδιον τῶν ποδῶν σου. […] ἐκ γαστρὸς πρὸ ἑωσφόρου ἐγέννησά σε.» Η χριστιανική ερμηνεία είναι ότι ο Θεός Πατέρας μιλάει στον Θεό Υιό και τον συγκρίνει με τον Εωσφόρο, η ιουδαϊκή είναι είτε wtf, bro?, είτε φιλολογική.

Ο άλλος σατανάς, ο ἄγγελος σατᾶν, είναι αυτός που ξέρουμε από τη δράση του στην ιουδαϊκή και στη χριστιανική μυθολογία: αυτός που απάτησε την Εύα (εκτός κι αν ήταν εκείνη η γκομενάρα η Λίλιθ, αλλά ας μην μπούμε στα αποκρυφιστικά), αυτός που καυλώνει μοναχούς και λαϊκούς, αυτός που έκανε ντηλ με τον Θεό για να καταστρέψει τον Ιώβ, έτσι για να δούν οι δυο τους μια Τρίτη απόγευμα αν θα βλαστημήσει και αν θα σιχτιρίσει τον Θεό του, αυτός που έπιασε τον Χριστό στην έρημο (σε μια από τις αγαπημένες μου βιβλικές σκηνές) και τον πέρασε κρας τεστ, άγρια και ζόρικα κρας τεστ ομολογουμένως.

Αυτός ο σατανάς δεν είναι παρά ένας μπράβος που «του επιτρέπει» ο Θεός να πηγαίνει να τσεκάρει αν οι δούλοι Του (αλλά και ο Υιός Του) Τού είναι πιστοί ή αν Του κάνουν νερά. Είναι ένας παρακρατικός του Θεού, οπότε οι λειτουργοί Του τον ταράζουν στη νομιμότητα και στους εξορκισμούς όπου τον πετύχουν αλλά ας μην κοροϊδευόμαστε: για τον Κύριο Σαβαώθ δουλεύει κι αυτός αλλά μαφιόζικα, στη σκιά.

Επιπλέον, αυτός ο διάολος είναι άλλοθι: εκείνος που, λέει, ευθύνεται για νεκρά παιδάκια (από καρκίνους, λιμούς, λιτότητες ή βόμβες ― αδιάφορο), που βάζει λευίτες να βιάζουν άλλα παιδάκια, που ξεκινάει πολέμους, που βάζει τους φονιάδες να γίνουν φονιάδες κτλ. Κάνει όλες τις βρωμοδουλειές με τις οποίες δεν θέλει να σπιλώσει τα άχραντα και άπλαστα χέρια Του το Μεγάλο Αφεντικό του (και δικό μας).

Εννοείται ότι αιώνες χριστιανικής και ισλαμικής θεολογίας προσπαθούν να μας πείσουν ότι αυτοί οι δύο σατανάδες είναι ο ένας και ο αυτός, ο πεπτωκώς άγγελος (η ιουδαϊκή θεολογία τον έχει σε γενικές γραμμές κλασμένο τον διάολο). Κι όμως αν δεν είναι δύο οι σατανάδες, ο ένας αντάρτης δεσμώτης και ο άλλος σκιώδης μπράβος, τότε ο Σατανάς είναι και τα δύο: αντάρτης που έγινε λίγο χαφιές, ένας κανονικός ασφαλίτης.

Ε, αυτόν θέλετε να λατρέψετε ρε παιδιά;

Ουαί;

defeatist

Κάθε εποχή, λέει, έχει τον ιδανικό της άνθρωπο, το ίνδαλμά της: τον ήρωα οι ομηρικοί χρόνοι, τον καλόν καγαθόν οι κλασικοί, τον άγιο ή τον ιππότη κάποιες εκδοχές του Μεσαίωνα, τον πανεπιστήμονα κάποιες εκδοχές της Αναγέννησης, το ελεύθερο πνεύμα ο λογοτεχνικός 19ος αιώνας κτλ.

Επίσης κάθε ομάδα, κίνημα αλλά και καθένας ξεχωριστά που έχει γνώμη (δηλαδή όλοι) επικεντρώνουν την κριτική τους για τα δεινά της εποχής ή της κοινωνίας σε μία κοινωνική ομάδα ή σε έναν τύπο ανθρώπου, πραγματικό ή πεποιημένο: ο Σωκράτης στους σοφιστές και ο Αριστοφάνης στον Σωκράτη, ο Χριστός στους Φαρισαίους ― άλλωστε μόνον αυτούς και μια συκιά καταράστηκε ο Κύριος, αφήνοντας τις υπόλοιπες κατάρες για τη δεύτερη Παρουσία Του.

Αυτή την πρακτική τη βλέπουμε να εφαρμόζεται συνέχεια: παλιότερα τα νεοελληνικά δεινά τα ενσάρκωνε ο μαλλιαρός ή ο καθαρευσιάνος, αργότερα ο χαφιές ή ο κομμουνιστής ή ο βασιλικός ή ο υπαρξιστής· αυτόν τον αιώνα ήρθε η σειρά των γιδιών, του κυρ-Παντελή (που δεν ήθελε να μεταρρυθμιστεί), των νεοφιλελέ ή των συριζαίων.

Πάντως σε περιόδους σχετικής ανάπαυλας από τον λεγόμενο διχασμό (δηλαδή από κάθε μορφής ταξική διαμάχη στην οποία οι αδύναμοι δεν έχουν ηττηθεί εξαρχής) ο ελληνικός λαός τα ρίχνει όλα συλλογικώς στον εαυτό του («δεν είμαστε λαός», «είμαστε ζώα») και στη «φυλή» και τις κατάρες της· άλλοτε τα ρίχνει στο Κράτος που δεν υπάρχει, αν και η παρουσία η δική του είναι διαρκής και θριαμβεύουσα σε όσα αφορούν το ίδιο και τους εκάστοτε ιδιοκτήτες του.

Ποτέ όμως ποτέ δεν φταίει η Εκκλησία (στην αφηρημένη εκδοχή της), το ΚΚΕ (που τραβάει την ανηφόρα, μοναχικό, ασχέτως πού πάει), ο απλός ο κόσμος (που τον εκμεταλλεύονται) αλλά και οι (κατά φαντασίαν) αστοί μας: αυτά τα πανάκριβα μπιμπελό που γεμίζουν τα κενά τραπεζοκαθίσματα αναίτια ακριβών εστιατορίων, καφέ και μπιστρό αλλά και κοσμούν τις κερκίδες του Ηρωδείου, του Μεγάρου, της Επιδαύρου ή τις κλίνες του τρέχοντος «καλού» νησιού και της Αράχωβας.

Το να τα ρίχνεις όλα σε κάποιον τύπο (π.χ. τον φασαίο, την ίφλουεσερ, τον κυρ-Παντελή ή τον πρασινοφρουρό) δεν είναι απαραιτήτως παράλογο: κάθε κοινωνία διαθέτει είτε μια μικρή ομάδα που την καθορίζει με τον δυναμισμό, την αδράνειά ή με τα προνόμιά της είτε μια μικρή ομάδα (ή και τύπο) που με τα χαρακτηριστικά της την αντανακλά τρόπον τινά.

Συνήθως το πρόβλημα βρίσκεται στην επιθυμία μας να αναγνωρίσουμε ή να κατασκευάσουμε τον αίτιο των δεινών μας με βάση τις δικές μας επιθυμίες ή τα δικά μας απωθημένα ― και δεν μιλάω καν για τον μολυσματικό βάλτο του κάθε ρατσισμού («οι Εβραίοι φταίνε για όλα») ή της θηριώδους μισανθρωπίας («εισβολή λάθρο για να μας εξισλαμίσουν αφού πρώτα μαγαρίσουν διάφορα περιουσιακά μας όπως π.χ. τις γυναίκες μας»).

Κάθε φορά που κάποιος στήνει τον αχυράνθρωπό του ή την ομάδα σκιάχτρων του για να ρίξει κατάρες κι αναθεματισμούς, κάθε φορά δηλαδή που κάποιος περιγράφει τον αποδιοπομπαίο τράγο του σκέφτομαι την Τασσώ Καββαδία στον ρόλο της στη Στέλλα, εκεί όπου μιλάει με απέχθεια για τα φρικτά μπουζούκια. Συγκεκριμένα, σκέφτομαι  τρία πράγματα:

  1. πόσο φρικτά μπορεί να είναι τα χατζιδακικά μπουζούκια;
  2. πόσο φρικτά μπορεί να είναι τα μπουζούκια όταν η εναλλακτική σου λύση είναι το ελαφρύ τραγούδι, τα απόνερα σανσόν και λάτιν ρυθμών αλλά κι ό,τι απέμεινε από Αττίκ;
  3. μήπως μπερδεύουμε την ύπαρξη του άλλου με την όποια επιρροή ή επιδραστικότητά του; ακόμα χειρότερα, μήπως τον θεωρούμε αυθαίρετα χαρακτηριστικό μιας πολύ μεγαλύτερης ομάδας;

Αυτά εν ολίγοις· και ο νοών νοείτω, που έλεγαν κι οι επιφυλλιδογράφοι.