Το σώμα και ο τρόπος

furtive

Δεν είμαι κατά των ερωτικών βοηθημάτων και παιχνιδιών· βασικά δεν είμαι κατά κανενός πράγματος που χρησιμοποιούν συναινούντες ενήλικοι για να χαρούν (ας τελειώνουμε λίγο με τη μιζέρια τού «να περάσουν καλά»). Όμως πρέπει να υπενθυμίζουμε στον εαυτό μας κάθε τόσο πόσο εκτενείς είναι οι δυνατότητες για συγκινήσεις, ηδονές και χαρά που μας προσφέρουν τα ίδια τα σώματά μας. Και δεν χρειάζεται να είναι τα φανταιζίστικα ινσταγκραμικά σώματα που μας πλασάρονται ως τα μόνα κατάλληλα για ιμέρους και λαγνείες, αφήνοντας σε εμάς τους υπόλοιπους μόνο τον ρόλο του σχολιαστή-μπανιστιρτζή.

Ίσα ίσα οι μεγάλες κι ωραίες εκπλήξεις στον έρωτα προκύπτουν από σώματα κάθε άλλο παρά ινσταγκραμάμπλ και συμβατικώς γαμάμπλ.

Όχι, μην περιμένετε να σας πλέξω το εγκώμιο της ασχήμιας ή της δυσμορφίας ή του σαγρέ, της μαλθακότητας και των πτυχών που αφήνει πάνω μας ο χρόνος. Όχι βεβαίως γιατί εξαιρούνται από τη χαρά ή γιατί απέχουν από την απόλαυση ή γιατί αποτρέπουν τις ηδονές αλλά γιατί οι ασχήμιες μας και οι ατέλειες και οι όποιες αναπηρίες μας δεν αποτελούν ακόμα ένα φετίχ: κανένα μέλος πάνω στο ανθρώπινο σώμα και καμμιά ιδιαιτερότητά του δεν είναι φετίχ.

Βεβαίως και ο καθένας από εμάς έχει τις προτιμήσεις του· όμως οι ερωτικές προτιμήσεις μας, τι μας αρέσει ή τι μας καυλώνει στην άλλη ή στον άλλο, δεν είναι ούτε μεταφυσικές ενέργειες αλλά ούτε και κάργα σχετικοποιημένες συνέπειες κάποιων ατυχημάτων του βίου μας. Τα γούστα μας και τι μας σαγηνεύει δεν είναι ιερά κι απαραβίαστα, και σίγουρα δεν είναι αμετάβλητα· δεν είναι όμως ούτε ευτελή καθέκαστα, αντανακλάσεις που μπορεί να εντοπίσει και να ευτελίσει είτε η ψυχολογικοποίηση του ποδαριού είτε η τάχα ψυχαναλυτική λαβίδα κάθε μεγαλόσχημου πατερναλιστή. Ό,τι κι αν λένε.

Έχω ερωτευτεί εξαιτίας της ομορφιάς κι έχω αγαπήσει χάρη στην ομορφιά και δεν είμαι από αυτούς που θα μεταπωλήσουν το πελώριο ψέμα της νεοσυντηρητικής εποχής μας ότι τάχα η εμφάνιση δεν μετράει ή ότι δεν θα έπρεπε να μετράει. Ακόμα ακριβέστερα, η ίδια η «εμφάνιση» δεν μετράει ακριβώς γιατί στην ερωτοπραξία αλλά και στον έρωτα, ακόμα και στην αγάπη, η εμφάνιση δεν είναι εμφάνιση, δηλαδή κάτι που ενατενίζεις από μια απόσταση μικρή ή μεγάλη. Η όψη του άλλου ή της άλλης είναι αυτό που λαχταράς και καίγεσαι να αγγίξεις, να γλείψεις, να φας και να σε φάει, να σε περιχωρήσει και να την περιχωρήσεις και να μπλεχτείς μαζί της εντελώς, από τα μπούτια και πάνω. Μόνο που, άπαξ και έγιναν αυτά, δεν είναι πια μόνον όψη. Πλέον δεν βλέπεις μόνο: έχεις χωθεί κι έχεις ανοίξει.

Και τελικά όλα τα οδηγεί ο τρόπος. Όλα όμως. Τα μικρά αλλά χαρακτηριστικά που έχουμε πάνω μας, που συνήθως περνούν απαρατήρητα αλλά κάποτε εντυπώνονται ανεξίτηλα, και παράλληλα πώς χειρίζεται η άλλη κι ο άλλος τα προφανή και τα ολοφάνερα από τα οποία χαρακτηρίζεται: αστεία δόντια και τέλεια στήθη, έλλειψη κόμπλεξ και τάση για πολυλογία, ανοικονόμητους κώλους και θελκτικά ψευδίσματα, αλλόκοτη τριχοφυία και θεοτικά χαμόγελα, μανία για φαστφούντ και εκλεπτυσμένα γούστα στο τζιν, ελαφρύ στραβισμό και κινηματογραφικές πλάτες… Δεν μιλάμε για τα ίδια τα χαρακτηριστικά, παρά για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν και στη λαγνουργία αλλά και έξω από αυτήν: στο πώς στεκόμαστε και πώς φλυαρούμε και πώς γελάμε και πώς πίνουμε και πώς χασμουριόμαστε.

Όσο κίβδηλη είναι η άποψη ότι η εμφάνιση δεν μετράει παρά, ξέρω γω, ο «εσωτερικός κόσμος», άλλο τόσο μικρόψυχη είναι η εμμονή με προδιαγραφές εμφάνισης: ναι, οι προτιμήσεις και τα γούστα μας είναι δεδομένα, ναι κανείς δεν πρέπει να πιέζεται μόνο και μόνο για να πει ότι πρωτοπόρησε. Όμως είναι καλό να αφήνεται κανείς στον τρόπο της άλλης ή του άλλου.

Στη σιγή του εγκλεισμού

Photo 01-01-2019, 22 46 16

Τι επιλέγεις να θυμάσαι: αναμνήσεις διαυγείς και με καθαρά περιγράμματα από τρεις με τέσσερις εποχές της ζωής ― και όλες οι υπόλοιπες αναμνήσεις είναι περιλήψεις απλές και συνοπτικές αφηγήσεις.

Και τι καταλαβαίνει κανείς από τη ζωή τελικά παρά το ότι δεν είναι απλή και ότι δεν χωράει στα πλάνα μας και στις ιδέες μας; Τι καταλαβαίνει παρά ότι ζωή είναι μόνο το τώρα της όπως το νοτίζει η νοσταλγία και όσο το μυρώνει διακριτικά η νοσταλγία; Δεν ρωτάω τι νιώθει, μόνο τι καταλαβαίνει.

Υπάρχουν πάρα πολλοί τρόποι να μιλήσει κανείς για κάτι ή για κάποια εποχή. Ο τρόπος μπορεί να είναι οποιοσδήποτε: τα γραπτά είναι όπως οι συναντήσεις με τους ανθρώπους, μπορούν να γίνουν με πολλούς τρόπους και ποτέ δεν ξέρεις εκ των προτέρων ποιος είναι ο ενδεδειγμένος, μόνον εκ των υστέρων. Όμως για τα κείμενα ισχύει το εξής: γράψε για κάτι από πάρα πολύ κοντά και λίγοι θα καταλάβουν τι λες και ακόμα λιγότεροι θα το καταλαβαίνουν σε 2, 3, 5, 10 χρόνια· γράψε για κάτι από υπερβολικά μεγάλη απόσταση και κανείς δεν θα ενδιαφέρεται για αυτό που θα εκλαμβάνει ως γενικολογίες. Ένα κακογραμμένο κείμενο μπορεί να σωθεί εάν βρίσκεται στην ιδανική απόσταση από το θέμα του.

Αντιλαμβάνομαι ότι πολλοί χτίζουν τη σχέση τους πάνω σε εντάσεις και καβγάδες και ζήλειες και ότι κατανοούν τον έρωτα ως ακριβώς αυτόν τον ιό που μας δίνει τα παραπάνω συμπτώματα. Στο πλευρό τους έχουν όλα τα ελληνικά σκυλάδικα, τον Πλάτωνα και μερικούς ακόμα. Όμως ξέρουμε πια τι παπάρας ήταν ο Πλάτωνας.

Σε πολλά τραγούδια ή μουσικά κομμάτια αγαπούμε το ότι λειτουργούν σαν σελιδοδείκτες: στο άκουσμά τους πάμε πίσω, και πίσω μόνο, στις στιγμές ή τις εποχές που επένδυσαν, στις εποχές των οποίων ήταν το σάουντρακ. Λειτουργούν βεβαίως ως κάτι παραπάνω από σελιδοδείκτες, αφού δεν παραπέμπουν απλώς, παρά επίσης αναπλάθουν τα καθέκαστα στα οποία καλούνται να παραπέμψουν ή αναζωπυρώνουν τη διάθεση μιας στιγμής ή και μιας εποχής.

Αυτό που αγάπησα στο σεξ, γιατί είμαι από αυτούς που αγαπούν το σεξ, που δεν τους αρέσει απλώς, είναι ότι αποτελεί κατά κάποιον τρόπο τα αιθέρια έλαια της ζωής μας: συμπυκνώνει ό,τι έχει να μας δώσει ο βίος, και ο βίος δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση. Ταυτόχρονα, υπάρχει και η πληρότητα και η μάλλον άφατη γαλήνη μετά το σεξ: ευδία που τη συνοδεύουν ησυχία και βαθειά ευδαιμονία, όπου όλα τα ταπεινά βιολογικά καθέκαστα αποκτούν χαρακτήρα μυστικό και ταυτόχρονα εντελώς πραγματικό.

Τίποτα όμορφο και τίποτα σημαντικό δεν είναι εύκολο, ενώ η ευτυχία βρίσκεται πάντοτε στο μεταίχμιο και σχεδόν ποτέ στις μεγάλες πεδινές βεβαιότητες.

Ο εθνικός μας ατομικισμός

Photo 14-3-20, 15 05 25

Από το 2005 που γράφω εδώ δυο-τρεις φορές έχω ακούσει την κριτική ότι είμαι μισέλληνας και ρατσιστής κατά των Ελλήνων. Προσπερνώντας τον παραλογισμό τέτοιων ισχυρισμών απλώς επισημαίνω ότι με απασχολούν τα τυφλά σημεία των κοινωνιών, και μάλιστα της ελληνικής κοινωνίας ― αφού τυγχάνω Έλληνας.

Απεχθάνομαι τους ανιστορικούς και αταξικούς λήρους περί λαού (που δεν είμαστε), περί Ευρώπης (που επίσης δεν είμαστε), περί Βαλκανίων (που όταν τσαντιζόμαστε νομίζουμε ότι είμαστε αλλά δεν είμαστε και πολύ). Επίσης περιφρονώ διάφορα κηρύγματα και χρηστομάθειες περί ατομικής ευθύνης όταν δεν θέλουν να αγγίξουν σοβαρούς παράγοντες (την εξουσία, την πατριαρχία, τον ιμπεριαλισμό, τον καπιταλισμό…) με το υποκριτικό πρόσχημα ότι «αυτά» είναι περίπου φυσικοί νόμοι…

Πιστεύω ωστόσο ότι βαραίνουν πάνω μας «η αγροτοποιμενική βαρβατίλα και βαρβαρότητα, που βεβαίως έχει επιμολύνει και την δυσκοίλια κομμουνιστική Αριστερά μας […]. Φαντασία δεν υπάρχει χωρίς ελευθερία και ελευθερία στην Ελλάδα υπήρχε και υπάρχει μόνο στις μεγαλύτερες ή στις παλιότερες πόλεις, γι’ αυτό και λοιδωρούνται τόσο πολύ. Με δυο λόγια: μας απασχολεί υπερβολικά μη μας κακολογήσουν. Αυτό είναι πρόβλημα σε μια κλειστή κοινωνία, όπου το ταλέντο γίνεται ορατό επειδή χλευάζεται».

Παράλληλα, μας κατατρύχει και η «γενικευμένη απαξίωση του δημόσιου χώρου στην Ελλάδα […]: ο δημόσιος χώρος στην Ελλάδα είναι νομανσλάνδη. Αυτό φαίνεται από τις πρακτικές της θείτσας Μαριγώς, που έχει αυλή λαμπίκο και σπίτι να ντρέπεσαι να πατήσεις αλλά πετάει τα σκουπίδια στο άδειο οικόπεδο, στον δημόσιο δρόμο, στον γιαλό κτλ., μέχρι τον φοιτητή που σπάει εποπτικό εξοπλισμό ξεφτιλίζοντας την κατάληψη, από τη χαρούμενη οικογένεια που μαζεύει τα σκουπίδια της από το κωλομώλ, τα βάζει σε ροζ πλαστική σακούλα περιπτέρου, και τα σουτάρει στην άκρη του δρόμου, μέχρι το γκρούβαλο που παριστάνει τον φυσιολάτρη αλλά είναι απλώς γκρούβαλο».

Τα παραπάνω βεβαίως είναι γνωστά και σχεδόν προφανή. Αυτό που δεν θέλουμε να συζητάμε είναι ο βαθύς ατομικισμός μας:

«Για τον Έλληνα υπάρχει η πάρτη μου, το σόι μου, άντε το χωριό μου το πολύ πολύ και όλοι οι υπόλοιποι να πάτε στον διάολο· θα ζήσω με γνώμονα τη γνώμη του κόσμου, αλλά ο «κόσμος» είναι το σόι και οι συγχωριανοί μου. Εξού και η πολύτιμη λειτουργία της ομερτάς και της υποκρισίας, τα «κάνε ό,τι θες αλλά μη μας το λες», «μακριά από πάνω μας κι όπου θέλει ας πάει» κ.ο.κ.»

Νομίζω ότι μας δυσκολεύει πάρα πολύ κάθε δραστηριότητα ή πρωτοβουλία που αποσκοπεί στο να δείξουμε αλληλεγγύη σε αγνώστους. Η έννοια της κοινότητας είναι επίσης πάρα πολύ προβληματική στην Ελλάδα: υφίσταται μόνον ως ιδέα και σπάνια σαν κάτι που μπορεί να κινητοποιήσει ανθρώπους για να δράσουν και να συμπεριφερθούν με έναν συγκεκριμένο τρόπο.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμα και η χριστιανική φιλανθρωπία στην Ελλάδα αποτελεί μια σχεδόν ιδιωτική υπόθεση· παράλληλα, κατά την έξαρση της Μνημονιοκρατίας οι δομές αλληλεγγύης κυριαρχούνταν από αναρχίζοντες κι από αριστερούς, από ανθρώπους δηλαδή των οποίων η αλληλεγγύη είναι ζήτημα αρχής κι όχι κάποια αντανακλαστικό «παραδοσιακού» χαρακτήρα. Αν κάποιος θεωρεί ότι όλα αυτά είναι λοιδωρίες θεωρητικής αφόρμησης, ας δει τι έγινε μετά την αθώωση βιαστών στην Ισπανία και μετά τις γυναικοκτονίες στην Ελλάδα ― κι εδώ μιλάμε για δύο εξίσου σεξιστικές κοινωνίες με συντηρητικά αντανακλαστικά αγροτοποιμενικής προέλευσης.

Οι περισσότεροι από εμάς δεν αισθανόμαστε καθόλου ότι ανήκουμε σε κάποια κοινότητα πέρα από την οικογένειά μας και το σόι μας ή (άντε) την ποδοσφαιρική ομάδα μας. Όλη η ρητορική γύρω από των Ελλήνων τις κοινότητες και τους κυκλωτικούς χορούς τους εξαντλείται ακριβώς εκεί: στο επίπεδο μιας ρητορικής, ως ένα στοιχείο μιας εν πολλοίς επινοημένης παράδοσης. Η βροντερή απουσία κάθε είδους «κοινοτικού πνεύματος» γίνεται αισθητλη στα χωριά μας όσο πουθενά αλλού, όπου βεβαίως ο καθένας είναι για την πάρτη του και τέλος.

Δεν είναι ακατανόητο το γεγονός ότι σε μια χώρα της οποίας τις κοινότητες άλεσε ο Εμφύλιος κάθε επίκληση σε κοινοτικές ή συλλογικές προσπάθειες συλλογικού χαρακτήρα αντιμετωπίζεται σχεδόν αυτομάτως με χλευασμό ή ψόγο, ως κάποια απάτη με σκοπό την κερδοσκοπία ή ως δυτικοφερμένη απολιτίκ αφέλεια. Αυτά τα αντανακλαστικά είναι διακιολογημένα εν πολλοίς, αν αναλογιστεί κανείς τα κίνητρα στην Ελλάδα όσων ζητούν την εθελοντική εργασία μας στο όνομα κάποιου συλλογικού σκοπού. Για την κοινότητα και κάτι τέτοια νοιάζονται κάτι κουτόφραγκοι, άλλωστε.

Ακόμα πιο επώδυνα, δεν μας μεγαλώνουν σε αυτόν τον τόπο ως μέλη κάποιας κοινότητας, για να ανήκουμε κάπου και για να προσφέρουμε σε κάποιους ― πέρα από ένα «να γίνεις χρήσιμος άνθρωπος στην κοινωνία», συνώνυμο συνήθως του να ενταχθείς στην αγέλη των νοικοκυραίων. Οι γονείς μας μας μεγαλώνουν για να μας δουν όπως οι ίδιοι επιθυμούν και για να πάμε εμείς ως ατομικότητες μπροστά, γαμώντας στην ανάγκη τους άλλους.

Είμαστε στερεά και με πείσμα ατομικιστές.

Θεούσες

κούκλα σαταν

«Αναμενόμενα είναι αυτά, είναι θεούσες.»

«Ε και;»

«Η θεούσα, άντρας ή γυναίκα, είναι ανθρωπότυπος.»

«Δηλαδή;»

«Είναι αυστηροί με τους άλλους γιατί είναι αυστηροί με τον εαυτό τους· επίσης επιδιώκουν να είναι αυστηροί με τα παιδιά τους ακόμα και αν δεν υπάρχει λόγος. Όπως για τους καριερίστες μπαμπάδες τα χατίρια υποκαθιστούν τον χρόνο που δεν περνούν με το παιδί τους, για τις θεούσες η αυστηρότητα υποκαθιστά την παιδαγωγία και τη μέριμνα.

Περιφρονούν την εξωτερική εμφάνιση αλλά μεριμνούν για αυτή όπως ο φαντάρος για τη στολή του πριν την παρέλαση: τόσο σχολαστικά όσο χρειάζεται ώστε να περνιούνται για κανονικοί άνθρωποι και νοικοκυραίοι.

Παράλληλα έχουν αποστροφή προς την καθαριότητα και την υγιεινή, που ίσως αντιλαμβάνονται σαν πολυτέλειες ή σαν λαγνικά προστάδια. Ωστόσο αυτή η αποστροφή θα εκδηλώνεται είτε ως προς την προσωπική τους καθαριότητα είτε προς την καθαριότητα των χώρων όπου ζουν ― συνήθως όχι και στις δύο.

Είναι πάντως λάγνοι, πιο λάγνοι από μένα κι από σένα, όμως αρνούνται στις επιθυμίες τους κάθε φαντασία και κάθε παιχνίδι και ― κυρίως ― κάθε χαρά.

Είναι πολύ επιμελείς σε ό,τι θεωρούν πως είναι σημαντικό, ιδίως αν αφορά κάποιου είδους άσκηση, την οποία πολλάκις ταυτίζουν παραδόξως με την οικονομία. Τους διακρίνει καρμιριά και φροντίδα για εξοικονόμηση και ανακύκλωση ― που δεν είναι όμως παρά πεπαιδευμένη φιλαργυρία.

Ωστόσο υπάρχουν τομείς στους οποίους σπαταλούν σχεδόν με αφροσύνη, ιδίως αν αφορά αυτό που θεωρούν ανώτερες επιδιώξεις, εγωιστικού χαρακτήρα συνήθως.

Βεβαίως θεωρούν τους εαυτούς του ανώτερους από όλους τους άλλους, όπως ακριβώς τα είπε ο Χριστούλης στην παραβολή με τον Φαρισαίο. Σε αυτό μοιάζουν με τους ημιμαθείς δεξιούς και με τους μορφωμένους αριστερούς.»

 

Νέοι της Σιδώνος (2020 μ.Χ.)

P1030063

Ας ξεκινήσουμε με τα πολύ βασικά, τίποτε δεν πρέπει πια να θεωρείται δεδομένο.

Το παρακάτω είναι ένα ποίημα του Κ. Π. Καβάφη γραμμένο το 1920:

Νέοι τῆς Σιδῶνος (400 μ.Χ.)

Ὁ ἠθοποιός πού ἔφεραν γιά νά τούς διασκεδάσει
ἀπήγγειλε καί μερικά ἐπιγράμματα ἐκλεκτά.

Ἡ αἴθουσα ἄνοιγε στον κῆπο ἐπάνω
κ’ εἶχεν μιάν ἐλαφρά εὐωδία ἀνθέων
πού ἑνώνονταν μέ τά μυρωδικά
τῶν πέντε ἀρωματισμένων Σιδωνίων νέων.

Διαβάσθηκαν Μελέαγρος, καί Κριναγόρας, καί Ριανός.
Μά σάν ἀπήγγειλεν ὁ ἠθοποιός,
«Αἰσχύλον Εὐφορίωνος Ἀθηναῖον τόδε κεύθει –»
(τονίζοντας ἴσως ὑπέρ τό δέον
τό «ἀλκήν δ’ εὐδόκιμον», τό «Μαραθώνιον ἄλσος»),
πετάχθηκε εὐθύς ἕνα παιδί ζωηρό,
φανατικό γιά γράμματα καί φώναξε

«Ἆ δέν μ’ ἀρέσει τό τετράστιχον αὐτό.
Ἐκφράσεις τοιούτου εἴδους μοιάζουν κάπως σάν λιποψυχίες.
Δῶσε -κηρύττω- στό ἔργον σου ὅλην τήν δύναμί σου,
ὅλην τήν μέριμνα, καί πάλι τό ἔργον σου θυμήσου
μές στήν δοκιμασίαν, ἤ ὅταν ἡ ὥρα σου πιά γέρνει.
Ἒτσι ἀπό σένα περιμένω κι ἀπαιτῶ.
Κι ὄχι ἀπ’ τόν νοῦ σου ὁλότελα νά βγάλεις
τῆς Τραγωδίας τόν Λόγον τόν λαμπρό –
τί Ἀγαμέμνονα, τί Προμηθέα θαυμαστό,
τί Ὀρέστου, τί Κασσάνδρας παρουσίες,
τί Ἑπτά ἐπί Θήβας – καί γιά μνήμη σου νά βάλεις
μ ό ν ο πού μές στῶν στρατιωτῶν τές τάξεις, τόν σωρό
πολέμησες καί σύ τόν Δᾶτι καί τόν Ἀρταφέρνη.»

Όταν πήγαινα σχολείο οι (πραγματικά άξιοι) φιλόλογοι τόνιζαν ότι δεν είναι σαφές «με ποιανού το μέρος είναι ο ποιητής». Προτού προχωρήσω, αφενός ο ποιητής δεν έχει ανάγκη να είναι με το μέρος κανενός, αφετέρου αν είναι γερός ποιητής το ποίημα θα πάει πέρα και από τις συμπάθειες και από τις πεποιθήσεις του.

Αλλά ας πούμε ότι μας νοιάζει εδώ με ποιον είναι ο ποιητής: με τους νέους της Σιδώνος, ηδυπαθώς μεν αρωματισμένα και φανατικά για γράμματα τεκνά αλλά με κάποια ροπή στον στόμφο; ή είναι με τον άνθρωπο της αυστηρής τέχνης ποιητή των Περσών (οι οποίοι αποσιωπώνται από τον προπετή επικριτή του…) που έβαλε τον συλλογικό αγώνα πάνω από το έργο του και επέλεξε να τον θυμούνται γι’ αυτόν;

Η απάντηση πρέπει είναι σύνθετη, αφού η όχι και πολύ λεπτή ειρωνεία με την οποία αποδίδεται η πομπώδης αξιολόγηση του Αισχύλου εκ μέρους κάποιου ανώνυμου σιδώνιου νεαρού συνυπάρχει με τον υπαινιγμό της επιθυμίας εκ μέρους του ποιητή για ακριβώς αυτόν τον νεαρό. Τέλος, αυτός ο ανώνυμος νεαρός μιλάει περισσότερο σαν θρασύ οξμπριτζιανό κολλεγιόπαιδο σύγχρονο με τον ποιητή, άρα μάλλον πιο ρεαλιστικά επιθυμητό: μεταφράστε στα αγγλικά τη γνώμη του για τον Αισχύλο και θα πεισθείτε.

Το θέμα μας είναι άλλο: οι νέοι της Σιδώνος όχι του 400 ή του 1920 (ή του 1971) αλλά του 2020. Ταγμένοι με πεποίθηση και νηφαλιότητα στο πλευρό της αυθεντίας και της εξουσίας, είναι «νέα παιδιά που φωνάζανε χρόνια για την κατάντια του ελληνικού κράτους και την ανάγκη ανασυγκρότησης μιας Ελλάδας που δεν τρώει τα παιδιά της, και μπλα μπλα μπλα, το μόνο που ήθελαν ήταν μια διαβεβαίωση ότι εξακολουθούν να είναι προνομιούχοι και ασφαλείς», όπως γράφει ο Στέργιος Χατζηκυριακίδης. Η ταύτισή τους με ό,τι θεωρούν αυθεντία και με τους φορείς της εξουσίας απορρέει από την ανάγκη τους να διατηρήσουν τα όποια προνόμιά τους, και δη αβάδιστα.

Σλόγκαν τους είναι το καλλιμάχειο «σικχαίνω πάντα τὰ δημόσια». Οι νέοι της Σιδώνος του 2020 περιφρονούν οτιδήποτε συλλογικό· συντάσσονται με κάτι ελαφρώς λιπαρούς και παλαιάς κοπής παραμυθάδες μπούμερ ως προς τη δοξασία ότι τίποτα συλλογικό δεν τελεσφορεί ποτέ, ότι οι επαναστάσεις καταντούν τυραννίες αφού προδοθούν, ότι το δημόσιο είναι χυδαίο και το ιδιωτικό βαρύτιμο και μυρωμένο. Φαίνεται να μην ξέρουν ότι τίποτε από όσα κάνουν τον κόσμο μας ελλιπώς κι επισφαλώς ελεύθερο και πολιτισμένο κερδήθηκαν μές στῶν διαδηλωτῶν τές τάξεις, τόν σωρό.

Θέλω να ελπίζω ότι δεν θα φάω καμμιά χελώνα κατακέφαλα τώρα κοντά γιατί δεν έχω δώσει ακόμα στό ἔργον μου ὅλην τήν δύναμί μου, ὅλην τήν μέριμνα: θέλω να ελπίζω ότι έχω χρόνο ακόμα. Όσο όμως και να αγαπώ τη δουλειά μου (για την οποία δεν μιλάω ποτέ εδώ, και μια χαρά το καταφέρνω εδώ και 15 χρόνια), όσο και να θυμάμαι μές στήν δοκιμασίαν, αν με ρωτήσει κάποιος για τι νιώθω περήφανος, θα μνημονεύσω όταν μές στῶν διαδηλωτῶν τές τάξεις, τόν σωρό πολέμησα καί ἐγώ χειρότερους από τόν Δᾶτι καί τόν Ἀρταφέρνη, έστω και χωρίς όπλα, έστω και σε μια μικρή και ανώνυμη πόλη.

Αυτό που ξέρουμε 100 χρόνια μετά το 1920 είναι ότι αρωματισμένοι νέοι και φανατισμός για γράμματα και άλλα πολλά και σαφώς σημαντικότερα δεν μπορούν να υπάρξουν για πολύ σε έναν κόσμο ατομικών προνομίων και της νηφαλιότητας των προνομιούχων. Οι νέοι της Σιδώνος, με τη ρητορική τους προπέτεια και τον όλο βεβαιότητες κατακτιρικό στόμφο τους επιμένουν να το παραγνωρίζουν.

Paradise Circus

Photo 12-2-20, 21 10 47

Ποτέ ποτέ ποτέ δεν έπαψα να έχω επίγνωση πόσο προνομιούχος είμαι. Είμαι παιδί αγρότισσας και τεχνικού αλλά υπήρξα προνομιούχος και μετά έγινα ακόμα πιο προνομιούχος. Όχι προνομιούχος όπως οι γόνοι, οι καημένοι γόνοι που τους βαραίνει το βαρύ όνομα κάποιου βαρετού αλλά πολύ πολύ σημαντικού μπαμπά· όχι προνομιούχος όπως όσοι ζουν από ενοίκια και μετοχές και θέλουν να αφήσουν έργο πίσω τους, ενίοτε ματαιοπονώντας· όχι προνομιούχος όπως οι όντως προνομιούχοι ― αλλά προνομιούχος πάντως.

Τα προνόμια σου επιτρέπουν να πετάς λίγο πιο εύκολα από όταν είσαι σκλάβος, γυναίκα, φτωχός, πρεκάριος, πούστης κτλ. Όμως όλοι θέλουμε να πετάμε. Όλοι. Ακόμα και αυτός που περιφρονούμε και βδελυσσόμαστε σαν καλοί φαρισαίοι που είμαστε. Ακόμα και αν δεν ήταν το Ενσαρκωμένο Απόλυτο, ο Εβραίος Προφήτης ενός ασυνάρτητου κόσμου που δεν ήθελε ακριβώς να προσαρμοστεί στην ειρήνη του Καίσαρα και Αυγούστου ήξερε πολύ καλά τι έλεγε όταν μίλαγε για φαρισαίους και κρόσια ευσεβείας. Και είχε δίκιο ότι οι τσούλες κι οι κάγκουρες προάγουσιν ημάς εις την Βασιλείαν των Ουρανών, έχουν πιο δυνατή από εμάς και πιο ανεμπόδιστη την ανάγκη να πετάμε. Οι τσούλες και οι κάγκουρες, αυτοί που δεν είναι προνομιούχοι, αυτοί για τους οποίος το πέταγμα στα ουράνια είναι δύσκολο.

Όμως εγώ είμαι προνομιούχος και δεν έχω τον θεό μου.

Ο θεός της Ελλάδας βεβαίως δεν είχε τίποτε άλλο στην νου του μηγαρίς ελευθερία και γλώσσα. Αυτό με τη γλώσσα, τι να πω, δεν ξέρω, η γλώσσα είναι σαν αυτές τις υπέροχες εργαλειοθήκες με 37 κατσαβίδια και 23 γαλλικά κλειδιά και 2-3 κάβουρες κι έναν καλό βερνιέρο ― γιατί να έχεις εκεί τον νου σου; Για να κάνεις τη δουλειά του νου σου την έχεις τη γλώσσα. Αλλά ελευθερία, ε ναι. Ναι. Ναι και πάντα ναι. Εκεί είχα πάντα κι εγώ τον νου μου: περισσότερη ελευθερία, καλύτερη ελευθερία, βαθύτερη ελευθερία, ιλαρότερη ελευθερία, πνευματικότερη ελευθερία. Πώς να το πω αλλιώς: να πετάμε πιο ψηλά και πιο μακριά, σαν ακροβάτες που δεν φοβούνται τη βαρύτητα ή μάλλον που έχουν αποδεχτεί τι μπορεί να τους κάνει η βαρύτητα αλλά επιμένουν να πετούν και να πιάνονται ο ένας από τον άλλο καθώς πέφτουν στο κενό.

Και τι άλλο είχα πάντοτε στον νου. Τα σώματα. Τη χαρά των σωμάτων. Ναι, ο νους μας πάει στην ανεκλάλητη χαρά της καύλας, στον μονότονο κι αναπόδραστα ιμερικό παλινδρομικό χορό της και όσα τον συνοδεύουν, αλλά δεν είναι μόνον αυτή· δεν είναι αυτή η μόνη χαρά στις πολλές και διαφορετικές εκδοχές της και στο πώς τη χρωματίζει ο χρόνος, η νοσταλγία, η προσμονή ή ― κάποτε ― η βαθιά λαχτάρα για έναν άνθρωπο που άργησε να έρθει εκεί όπου θα μπορούσαμε να τον συναντήσουμε: σε μια κλειστή στοά, σε μια υπαίθρια σκακιέρα, σε μια οικεία ή ξένη πόλη όλο υποσχέσεις.

Δεν είναι μόνον αυτή η χαρά των σωμάτων. Είναι και η θάλασσα, για όσους στέργετε την κολλώδη αλμύρα της και την απατηλή δροσιά της που σας περικλείει, είναι και το εγερτήριο φίλημα της πρωινής ψύχρας και η στεγνή παγωνιά των βουνών (εκεί κλίνω εγώ, αλλά μη σας νοιάζει) και το να στέκεσαι ζωντανός πάνω σε μια κορφή και να λες πολύ αμερικάνικα στον θάνατο που όλους μας καρτερεί «not today». Είναι να ξέρεις στο πετσί σου και στο χορτάτο από ύπνο και έρωτα δέρμα σου ότι μία είναι η ημέρα που ζούμε και θα τη ζήσουμε ξανά και ξανά και όσο πιο ευφρόσυνα γίνεται. Θα είμαστε για ακόμα μια μέρα μαγεμένα παιδιά στο τσίρκο του εφήμερου παραδείσου της μικρής ζωής μας.

Είμαι ο Σραόσα

2011-12-04 00.28.09

Αυτές τις μέρες το ζώδιο της κρύας θαμπής φωτιάς, ο μόνος όρθιος στην αυλή του Αχούρα Μάζντα, ο μπλογκάς που διαβάζουν μόνον 500 άνθρωποι αλλά όλοι τους έφτιαξαν συγκροτήματα, κλείνει 15 χρόνια.

Αντί να ξαναλέω τα επετειακά, απλώς θα πω ότι πλέον ο Σραόσα είναι παραπάνω από ψευδώνυμο, από μια απλή μάσκα. Για το μεγαλύτερο πλέον μέρος της ενήλικης ζωής μου ο Σραόσα αποτελεί τρόπο ύπαρξης για μένα. Ένας τρόπος για να μπορώ να είμαι περισσότερο αυτό που αλλού επιβάλλεται να είμαι λιγότερο.