Οσμή παρωδίας πνευματικής

Ούτε που θέλω να ξέρω πώς μυρίζει

Όταν ήμουν φοιτητής είχα έναν φίλο που μετά έγινε καθηγητής πανεπιστημίου, πολύ μετά. Τον κορόιδευα συνέχεια μόνο και μόνο γιατί καταγόταν από την επαρχία: το ομολογώ ότι η ζωή στην επαρχία μού φαίνεται τόσο τραγελαφική και ταυτόχρονα τόσο μοχθηρή, που δυσκολεύομαι να ξεπεράσω ότι κάποιοι ξέρω ‘γω την αγαπούν. Σημειωτέον ότι ζω (και) στην επαρχία από το 1997.

Αυτός λοιπόν ο φίλος ισχυριζόταν ότι δεν ήταν πρόβλημα που παλιότερα ο κόσμος πλενόταν κάθε Πάσχα και Χριστούγεννα, επειδή οι παλιοί άνθρωποι δεν έτρωγαν πολύ κρέας και άρα δεν έζεχναν. Αυτό έλεγε.

Εμένα μου φαινόταν άτοπη αυτή η θέση επειδή η θεούσα θεία μου με είχε πάει σε αρκετά μοναστήρια μέχρι τότε ώστε να γνωρίζω καλά πώς μυρίζουν οι καλόγεροι, και δη από απόσταση.

Ως γνωστόν, οι μοναχοί οι σωστοί οι ορθόδοξοι αποφεύγουν τα μπάνια και τα λουτρά γιατί η θέα της γυμνότητας και η περιποίηση του σώματος μάς καθιστά ευάλωτους στους λογισμούς, κοινώς μας καυλώνει και (στην καλύτερη περίπτωση, αν είσαι μοναχός) σε κάνει μαλάκα.

Τέλος πάντων, όντως μεν δεν έζεχναν οι μοναχοί αλλά δεν μύριζαν κι ακριβώς σαν άνθρωποι ― και σίγουρα, όχι, δεν μύριζαν σαν άγγελοι. Η αποφορά τους ήταν μεν διακριτική αλλά στυφή και εντελώς μπαγιάτικη: περισσότερο ανέδιδαν άρωμα σκόνης παρά ξινισμένο ιδρώτα. Δεν είναι τυχαίο που οι μοναχοί αγαπούν τα βαριά αρώματα λειψάνων, επιταφίων, μύρων, ανθόκηπων, καλών λιβανιών και αλάδωτων σουπών.

Αργότερα γνώρισα και ευτυχισμένους μοναχούς, πιο ιδιόρρυθμους, πλυμένους, σιδερωμένους, οι οποίοι (ήθελα να πιστεύω) δεν την έβγαζαν μόνο με τον θείο έρωτα μιας φαντασιακής «ανάκρασης» με τον Χριστό τους (σωματική κι ερωτική η ρητορική, καθαρά διανοητική η πραγμάτωση του ζητούμενου).

Θρησκεία κι επιστήμη

Α

Ουαί σε όποιον χλευάζει την πίστη των ανθρώπων, απλών ή λιγότερο απλών.

Ουαί στους προνομιούχους με άκρες και σπίτια και ασφαλιστικές καλύψεις που μέλημά τους είναι να κοροϊδεύουν ή να προκαλούν όσους εναποθέτουν τις ελπίδες τους στον Φανταστικό Φίλο τους.

Ουαί σε όσους νομίζουν ότι σε έναν άπονο κόσμο που σε καταδιώκει, ακόμα και αν παρ’ ελπίδα σε αφήσει ήσυχο η οικογένειά σου, η πίστη είναι ανάγκη μόνον ασθενών και οδοιπόρων.

Β

Η πίστη είναι αναγκαία σε έναν άδικο κόσμο· αυτό ευελπιστούμε ότι κάποτε θα διορθωθεί, κάποιοι μάλιστα αγωνίζονται γι’ αυτό.

Η πίστη είναι αναγκαία επίσης σε έναν κόσμο στον οποίο είμαστε μόνοι μας ακριβώς όταν δεν πρέπει και στον οποίο δυναστευόμαστε από εξουσίες (από την οικογένεια και βάλε) όταν πρέπει να είμαστε ο εαυτός μας.

Η πίστη είναι εύλογη σε έναν κόσμο στον οποίο μπορεί να πεθάνουμε χωρίς πραγματικά να το θέλουμε.

Συνεπώς η κατεδάφιση της πίστης δεν θα προκύψει μετά από την Επανάσταση που θα κάνουν οι μαρξιστές όταν ωριμάσουν οι συνθήκες. Εκτός και αν μετά την Επανάσταση οι μαρξιστές δώσουν τη δυνατότητα στον καθένα να επιλέγει πότε και αν θα πεθάνει. Πράγμα μάλλον αμφίβολο, αν σκεφτεί κανείς πόσο δυσκολεύτηκαν να δώσουν δυνατότητες στον καθένα γενικώς και αν σκεφτεί κανείς ότι γι’ αυτούς οι συνθήκες για την Επανάστασή τους θα ωριμάσουν μόνο μέσα σε ερείπια.

Η πίστη πρέπει να κατεδαφιστεί σιγά σιγά και μεθοδικά, με τρόπους ελευθεριακά παιδαγωγικούς και οπωσδήποτε ανθρώπινους.

Γ

Η θρησκεία δεν θα απαλειφθεί αντικαθιστώντας τα ορόσημα και τις τελετές της με γιορτές του Ορθού Λόγου (όπως στη Γαλλική Επανάσταση) ή του Κράτους, όπως π.χ. προσπάθησαν να αντικαταστήσουν τις βαπτίσεις με εορτασμό της έκδοσης αστυνομικής ταυτότητας στην Ανατολική Γερμανία.

Η θρησκεία θα απαλειφθεί με την πρόοδο και την προαγωγή της επιστημονικής σκέψης.

Ναι: θρησκεία κι επιστήμη είναι ασυμβίβαστες.

Η επιστήμη κάνει ερωτήσεις και νομιμοποιείται όταν δουλεύει. Η θρησκεία νομιμοποιείται γιατί δεν θέλουμε να πεθάνουμε.

Δ

Βεβαίως η επιστήμη, ακόμα και η επιστήμη, έχει την τάση να εκφυλίζεται σε θρησκεία όταν ενδύεται τον χρυσοποίκιλτο μανδύα της απαιτώντας πίστης και να αναγνωρίζεται ως αυθεντία.

Αυτό είναι μια μικρή τραγωδία, μικρότερη πάντως από όσες έχουν επισύρει ή προκαλέσει οι θρησκείες που βασίζονται σε Φανταστικούς Φίλους (αλλά και ο Βουδισμός), μικρότερη και από τις τραγωδίες στις οποίες μάς έχει υποβάλει ο εκφυλισμός και της πολιτικής σε θρησκεία (σταλίνες και νεοφιλελεύθεροι, καλημέρα).

Επιστήμη και θρησκεία είναι ασυμβίβαστες.

Αφενός η επιστήμη είναι επιστήμη όταν δουλεύει: όταν δεν δουλεύει απλώς κάνουμε περισσότερη επιστήμη.

Αφετέρου η επιστήμη δεν αποδεικνύει τίποτα: μόνο στα μαθηματικά υπάρχουν αποδείξεις. Η θεωρία της εξέλιξης λ.χ. είναι αδιαμφισβήτητη επειδή δουλεύει, όχι επειδή «έχει αποδειχθεί» ή επειδή είναι δυνατόν «να αποδειχθεί».

Η διαρκής διερώτηση και ο βασανισμός των εμπειρικών δεδομένων τοποθετεί τη θρησκεία στον αντίποδα της επιστήμης: η θρησκεία δεν χρειάζεται να δουλεύει και δεν μπορεί να δουλεύει, αφού απαρτίζεται από αξιώματα που αφορούν όσα δεν ξέρουμε ακόμα ή όσα δεν θα μάθουμε ποτέ.

Της θρησκείας τής αρκούν η αξιωματική αυθεντία, η ηθικολογική ρητορική, η κοινωνική συμμόρφωση. Αυθεντία, ρητορική και συμμόρφωση που παράγει αφού καπηλευτεί την έμφυτη αίσθηση του θαύματος.

Η επιστημονική σκέψη μάς κάνει υγιέστερους, μακροβιότερους, σοφότερους, δικαιότερους ― όμως δεν μπορεί να περιχωρήσει την αίσθηση του θαύματος. Η επιστημονική σκέψη ωστόσο θα μας βοηθήσει να μην επενδύουμε την αίσθηση αυτή του θαύματος με πάνθεα και μυστικές δυνάμεις.

Ε

Ο εκφυλισμός της επιστήμης σε θρησκεία με ιερατεία λοιμωξιολόγων, σεισμολόγων ή και (όσο αστείο κι αν ακούγεται) οικονομολόγων είναι αποτέλεσμα της ανάγκης μας να μην πεθάνουμε πριν την ώρα μας ή άσχημα ή και τα δύο.

Ο εκφυλισμός αυτός δεν οφείλεται μόνο στα αντανακλαστικά που μας καλλιεργεί η οργανωμένη θρησκεία, αυτά μπορούμε να τα αμβλύνουμε με τρόπους ελευθεριακά παιδαγωγικούς και οπωσδήποτε ανθρώπινους. Στο κάτω κάτω αν πρόκειται κάποιος να αφεθεί να τον πατρονάρουν, θα προτιμήσει να τον πατρονάρουν εις το όνομα κάποιου Φανταστικού Φίλου.

Η θρησκεία υποχωρεί και θα συρρικνώνεται όσο έχουμε δικούς μας ανθρώπους γύρω μας και όταν την παλεύουμε κάπως απέναντι στις πολλές αυθεντίες και εξουσίες· υποχωρεί και θα συρρικνώνεται σε έναν κόσμο τον οποίο η επιστήμη ερμηνεύει, θρέφει, θεραπεύει, πλουτίζει.

Υπάρχει αρκετό θαύμα σε όσα ανακαλύπτουν και σε όσα επιτυγχάνουν οι επιστήμες, ανθρωπιστικές, κοινωνικές και θετικές, χωρίς να χρειάζεται κάποιος Φανταστικός Φίλος.

Η θρησκεία θα πάψει να μας σκοτώνει και να νεκρώνει τον κόσμο εντός μας μόνον όταν προχωρήσει η ψυχική υγεία, η κοινωνική δικαιοσύνη και όπου ανθούν και λειτουργούν οι κοινότητες.

Σε έναν κόσμο που θα πεθάνουμε η παρηγοριά είναι οι άλλοι και τα δώρα της επιστήμης, όχι τα πυρετώδη οράματα και τα κάλπικα θάματα.

Όσα μου έχουν λείψει

Το Galaxy, το Barreldier, το Booze, το κλαμπ που γοτθιαζόμαστε.

Να συναντάω τον Γιώργο στο Λονδίνο λες κι έχω ανέβει Μαρούσι να τον βρω.

Να βγαίνω βόλτα στις 11 (μμ) γιατί μπαΐλντισα ενώ μετά τα πιοτά να φάω και γιουβαρλάκια στο 24ωρο.

Η Κολωνία όπως είναι, ολόκληρη.

Να κανονίζω να βρεθούμε σε τρία τέταρτα.

Η Granta και το Eagle, καθώς και το κωλο-Λονδίνο.

Να περπατάω κατά τις τέσσερις παρά προς το σπίτι λίγο ζαλισμένος και λίγο αγχωμένος μην ξημερώσει ακόμα (because vampire).

Αυτά τα ουφ πάρα πολύ κουραστικά τριήμερα-τετραήμερα ταξίδια με τη δουλειά και αχ πόσο τα βαριέμαι (κάτσε τώρα σπίτι σου, Σραοσίτο).

Τσίπουρα με μεζέ μαζί με τον Γιατρό αλ φρέσκο αντ Ατένε.

Να κλαίγομαι πόσο έχει φλωρέψει το Βερολίνο (κι ακόμα να τρώω πόρτα στο Berghain, κακοχρονονάχουν).

«Ρε δεν πάμε Βόλο / Σαλονίκη;»: οι μόνοι λόγοι να φύγεις από την Αθήνα εκτός από τα βουνά ― είπαμε, δεν είμαι θερολάτρης.

Να μη νυστάζω από τις 10 και.

«Νάπολη ή Βαρκελώνη;» (μπουχουχού)

Κάτι μαγαζιά που ξέρουν μόνον οι Κερατσινιώτες. Σιγά μη μαρτυρήσω. Κερατσίνι ρουλζ.

Να βαριέμαι μέχρι να αρχίσει η συναυλία, και να κατουριέμαι λίγο από τις τεκίλες. Κάτσε τώρα να βλέπεις Κέιβ, PSB και Μέιντεν στο γιουτιούμπ.

Να βλέπω περισσότερους ανθρώπους από μπάτσους στον δρόμο.

Κανα θέατρο, να νιώσουμε σαν άνθρωποι. Όχι από αυτό του viva, κανονικό.

Αυτά τα πολύ μεγάλα ταξίδια που με αγχώνουν από πέντε μήνες πιο πριν και ωχ τι θα κάνω 10 ώρες στο αεροπλάνο και τελικά είναι γαμάτα.

Να μη νιώθω ότι ο κόσμος είναι φυλακισμένος στα σπίτια του γύρω στην πόλη μου, συγκρατούμενος με τους δαίμονές του και τους εντελώς ανθρώπινους κακοποιητές του.

Τρία τέρατα

Μέδουσα

Η κατά Καραβάτζιο Μέδουσα

Η ασώματη κεφαλή ή μάλλον ένα πρόσωπο και μόνο. Η όψη του προσώπου πετρώνει όποιον το αντικρύσει. Από το πρόσωπο αυτό πρέπει να αποστρέψεις το βλέμμα.

Το βλέμμα σου δεν πρέπει να συναντήσει το βλέμμα της.

Μια εναλλακτική λύση είναι να το αντικρύσεις μέσα από κάποιον καθρέφτη, δι᾽ ἐσόπτρου και ίσως ἐν αἰνίγματι. Διαμεσολαβημένο, το βλέμμα της Μέδουσας είναι πλέον ακίνδυνο.

Ειδάλλως η κεφαλή της Μέδουσας θα σε κάνει πέτρα, όχι με τη στυτική ανάγνωση της έκφρασης «έγινα πέτρα» που επιβάλλει η καθομιλουμένη αλλά ως υστερική παράλυση, ως διάλυση του εαυτού μέσω της απόλυτης αγκύλωσης, της πωρωτικής ακαμψίας.

Σφίγγα

Η Σφίγγα παρά τοις αρχαίοις

Το πρόσωπο της Σφίγγας δεν έχει ενδιαφέρον, δεν προκαλεί συνέπειες. Στην περίπτωσή της ο τρόμος δεν βρίσκεται στη όψη την τρομερή παρά στον λόγο της.

Ο λόγος σου πρέπει να αναιρέσει τον λόγο της, να απαντήσει στο αίνιγμά της. Εδώ δεν μπορείς να αποφύγεις την απειλή και δεν υπάρχει κάποιος καθρέφτης να διαμεσολαβήσει μεταξύ σας.

Απέναντι στην ερώτηση υπάρχει μόνο μία απάντηση. Η Σφίγγα δεν μπορεί να παρακαμφθεί, πρέπει να αντιμετωπιστεί.

Η αδυναμία να απαντήσεις στη Σφίγγα, να της αντιγυρίσεις τον λόγο, οδηγεί στον κατασπαραγμό σου από αυτήν. Δεν θα καταντήσεις μεν πέτρα, κάτι άβιο, αλλά θα καταλήξεις τροφή· και μάλιστα τροφή του τέρατος στο οποίο δεν κατάφερες να απαντήσεις, ή έστω να αντιμιλήσεις με επιτυχία.

Ύδρα

Η Ύδρα αποθεωμένη (Urania’s Mirror)

Η Ύδρα δεν έχει πρόσωπο. Απεναντίας, θα μπορούσε να αποτελεί λεπτομέρεια στην κόμη της Μέδουσας: δρακόντεια κεφάλια στα οποία απολήγουν εννιά φιδόμορφοι πλόκαμοι.

Τα φαλλόσχημα κεφάλια της Ύδρας εξουδετερώνονται μόνο με ευνουχιστικό αποκεφαλισμό. Ωστόσο στη θέση του καθενός ξεφυτρώνουν δύο καινούργια.

Κάθε έργο που φαντάζει μάταιο ενσαρκώνεται στην αναγέννηση των λερναίων κεφαλών: «Ένα κόβεις, δύο φυτρώνουν.» Η Λερναία Ύδρα είναι σύμβολο κάθε φόβου ότι ματαιοπονούμε.

Η αυθόρμητη αναγέννηση των φαλλόσχημων κεφαλών της Ύδρας αποτελεί όμως μιαν άλλη λειτουργία της ως συμβόλου: ως υπόσχεση ακατάβλητης στύσης ή και πολυγαμικής πολλαπλότητας. Αυτό το τελευταίο το γνωρίζουν κάλλιστα οι πορνογράφοι της Ιαπωνίας.

Η Ύδρα συναρμόζει τον τρόμο της ματαιοπονίας με τη φαντασίωση της ακατάβλητης ρώμης ή της πολύπλευρης απόλαυσης. Το πιο αρχέγονο από τα τρία τέρατα είναι αμφίσημο και το πολυπλοκότερο.

Ταυτίσεις και μηνύματα

Παντού κατηχητικά

Νομίζω ότι πια βρισκόμαστε πια σε μια εποχή στην οποία υπερβολικά πολλοί μιλάνε σαν κατηχητές. Ούτε καν σαν καθοδηγητές της ΚΝΕ, οι οποίοι τέλος πάντων υπόσχονταν δικαιοσύνη και αλλαγή του κόσμου και στηρίζονταν στον «επιστημονικό» μαρξισμό-λενινισμό. Κατηχητές. Επικαλούνται κάποιο δόγμα και αποσκοπούν στον σωφρονισμό των αντιφρονούντων κουνώντας επιδεικτικά το δάχτυλο σαν υβρίδια γυμνασιάρχη και χωροφύλακα, ενώ παραμερίζουν κάθε αντεπιχείρημα ως υποτυπώδεις προφάσεις εν αμαρτίαις.

Ζούμε ακόμα μια έξαρση του διδακτισμού. Ο πατερναλισμός δεν είναι πια μανιέρα, παρά αποτελεί τρόπο σκέψης και οργάνωσης πολλών συζητήσεων. Είτε μιλάει κανείς με νηφάλια δεξιά περσόνα, μόνο ιδιοκτήτη του ορθού λόγου και ρέκτη του λεπτού χιούμορ, είτε με ουσιοκρατικών τάσεων φεμινίστρια, που θέλει να βγει να θερίσει με σαλπιγγόσχημο δρεπάνι ζώντες και νεκρούς για το συνεχιζόμενο έγκλημα της πατριαρχίας, είτε με σχεδόν μηδενιστή μπλαζέ αριστερό που απαξιώνει ως σοσιαλδημοκρατία και κρυόκωλο ημίμετρο κάθε συλλογική προσπάθεια που δεν είναι αμιγώς επαναστατική, μία είναι η σταθερά: διδακτισμός και άγιος ο θεός. Κι όποιος διαφωνεί μαζί τους είναι αφελής κι αν δεν είναι αφελής είναι ανόητος κι αν δεν είναι ανόητος είναι εγκάθετος κι αν δεν είναι εγκάθετος είναι απανθρωποποιημένο βουβάλι, αρουραίος, κάπρος ή και ύαινα.

Καχυποψία κι αμηχανία προκαλεί κάθε διαλεκτική απόπειρα, κάθε ένδειξη πολυφωνίας, κάθε αναπαράσταση που περιέχει αποστασιοποίηση, αμφιβολία, κριτική: κάθε τι μη κυριολεκτικό. Αυτό είναι ιδιαίτερα επώδυνο στην περίπτωση της νηφάλιας δεξιάς περσόνας, η οποία ρε διάολε αν μη τι άλλο εξαργύρωσε μέρος του προνομίου της σε προπόνηση στο αμφίσημο, στο μεταιχμιακό και στο αμφίθυμο. Ε, χάλια κι εκεί: ό,τι επιχειρεί να αναιρέσει την ιδεοληπτική βεβαιότητα ότι η νηφάλια δεξιά περσόνα βρίσκεται a priori αγκυρωμένη στον ορθολογισμό, στη νηφαλιότητα και στη μεσότητα αντιμετωπίζεται σκωπτικά, περιφρονητικά, απαξιωτικά ή και ολυμπίως αγανακτισμένα ― εξαρτάται από τον βαθμό εκνευρισμού που της προκαλεί το μακρινό ενδεχόμενο απώλειας κάποιου μικρού αλλά σημαίνοντος προνομίου της.

Αλλά δυστυχώς το κακό πάει πολύ πέρα από τις νηφάλιες δεξιές περσόνες και τις κάθε λογής κεντρώες ονειρώξεις τους.

Pepé le Pew

Είμαι από τους τελευταίους cis ανθρώπους χωρίς μήτρα που θα καταφερθώ κατά των «υπερβολών» του φεμινισμού, η γενική μου στάση είναι «και πολύ λίγα μάς κάνουν». Ταυτόχρονα είμαι αρκετά μεγάλος για να θυμάμαι την ΕΣΣΔ και μπορώ κάλλιστα να ανακαλέσω πώς ένα κίνημα που γίνεται αυταρχικό πάει και βγάζει τα ματάκια όχι μόνον του θεσμισμένου εαυτού του αλλά και κάθε υποκειμένου που προσπαθεί ή προσπάθησε να χειραφετήσει, στο παρόν και στο μέλλον.

Ο γάμος του φεμινισμού με τη φιλελεύθερη λογοκρισία θα αποβεί ολέθριος για τον πρώτο. Τα έχουμε ξαναπεί αυτά, και εννοείται ότι ο πληθυντικός δεν είναι της μεγαλοπρέπειας. Σκεφτείτε ας πούμε τον Pepé le Pew, που είχε την τύχη αθώων όπως ο Γούντυ Άλλεν, όχι τόσο αθώων όπως ο Κέβιν Σπέισι και μάλλον καθαρμάτων όπως ο τοπικός θεατρικός δερβέναγας και η σκιώδης παρέα του: όσα καρτούν τον έχουν ως χαρακτήρα δεν θα παίζονται, λέει.

Υπενθυμίζω λοιπόν ότι η δημιουργική αφήγηση δεν είναι ιστορίες του Κατηχητικού με δίδαγμα ή μυθιστορήματα της Ζωής και του Σωτήρος με ενάρετους χαρακτήρες διάφορων εκδοχών. Ο μεφίτης Πεπέ ήταν όντως παραβιαστικός και οριακά κακοποιητικός αλλά παρουσιαζόταν ακριβώς ως τέτοιος: δεν προβλήθηκε ποτέ ως γκόμενος ή ως πρότυπο μαγκιάς παρά ως ένας βρωμερός βλαξ που είναι έτοιμος να πηδήξει μια γατούλα με άσπρη ρίγα και δη το επιδιώκει με τρόπο παραβιαστικό και γλιτσιάρικο. Επίσης, συνήθως καταλήγει με μια τηγανιά στο κεφάλι, όπως αξίζει σε κάθε σεξιστή, και με το πουλί στο χέρι (μαζί πρέπει να πηγαίνουν αυτά). Όπως έγραφε κάποιος στο Facebook, ο Πεπέ είναι πρότυπο εραστή όσο ο Έλμερ Φαντ είναι πρότυπο κυνηγού ή ο Κογιότε πολυμήχανου αρπακτικού.

Αν θα ήθελε κάποιος να προσάψει κάτι στον Πεπέ ως χαρακτήρα είναι ότι αποτελεί ξενοφοβική καρικατούρα του λίγδα Γάλλου. Σε κάθε περίπτωση, δεν χρειάζεται και δεν πρέπει και δεν γίνεται να σχετιζόμαστε με κάθε «καλό» χαρακτήρα σε μια αφήγηση.

Άλλο ταύτιση (που κι αυτή δεν χρειάζεται), άλλο η προσδοκία ή και η απαίτηση το έργο «να χωράει στην εμπειρία του αναγνώστη ή να την αντανακλά». Αν η ταύτιση, δυναμική και ενεργητική διαδικασία, είναι αποτέλεσμα του να χρησιμοποιεί ο αναγνώστης ή θεατής το έργο σαν καθρέφτη του, η σχετισιμότητα μοιάζει με σέλφι: επιβεβαιώνει κολακευτικά τον σολιψισμό του θεατή ή αναγνώστη, του λέει αυτό που θέλει να ακούσει και του δείχνει τον εαυτό του με τον τρόπο που θέλει να τον βλέπει.

Διαφημιστές

Η φάση Κατηχητικό συναντάει τη φάση διαφήμιση και μαζί γεύονται την ολοκλήρωση: «Θα δείξω μόνον ό,τι έχω να προωθήσω. Θα προβάλω το μήνυμα. Δεν θέλω τίποτε που να συσκοτίζει το μήνυμα. Δεν θέλω να μπω μέσα στο μυαλό του παιδεραστή Χάμπερτ Χάμπερτ. Θέλω τα σωστά πρότυπα, τα σωστά μηνύματα, τα κατάλληλα συναισθήματα, που βεβαίως θα είναι θετικά κι αισιόδοξα.» Και ναι, στον εικοστό αιώνα ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός και η σοβιετική προπαγάνδα συνάντησε μυστικά τη μεγάλη μηχανή της διαφήμισης για να πουλήσει καθεμιά τα δικά της: η μεν μια επανάσταση που πωρώθηκε κι αγκυλώθηκε σε ένα ανελεύθερο γραφειοκρατικό καθεστώς, η δε τσιγάρα και μπιφτέκια κι αμάξια και διεφθαρμένους πολιτικούς.

Η κληρονομιά τους είναι η κυριολεξία, η μονοκρατορία του μηνύματος. Τίποτε αμφίσημο, τίποτε διαλεκτικό, τίποτε που να βασίζεται στην απορία, τίποτε που να το κινεί η αμφιβολία ― εκτός αν έχει καλό τέλος και καταλήγει σε πακτωμένη βεβαιότητα.

Το τελέσφορο μήνυμα είναι το μονοσήμαντο μήνυμα και δεν χρειάζονται ούτε λεπτές αποχρώσεις ούτε αμφισημίες ούτε αυτή η μονολεκτικώς αμετάφραστη μαλακία, το nuance. Nuance δεν θα πει ούτε σχετικισμός, ούτε ίσες αποστάσεις, ούτε επιπόλαιος αγνωστικισμός παρά να γνωρίζεις ότι τα πολυπαραγοντικά ζητήματα είναι πολυπαραγοντικά και ότι δεν είναι τα πάντα με ευκρίνεια περιγεγραμμένα κι ότι αν είσαι πολύ τυχερός μέσα στις γκρίζες ζώνες θα βρεις στην καλύτερη περίπτωση μια ή δύο φλέβες άσπρου και μαύρου (που έλεγε κι ο Κουάιν).

Εκτρώματα

Ο κύριος Κυμπουρόπουλος δήλωσε ότι ψήφισε όπως ψήφισε για βιωματικούς λόγους. Μιλώντας από τη μικρή μου πείρα ως εκλεγμένος αντιπρόσωπος σε συλλογικό όργανο 1-2 τάξεις μεγέθους λιγότερο σημαντικό από το Ευρωκοινοβούλιο, να επισημάνω κάτι μάλλον στοιχειώδες: όταν ψηφίζουμε σε τέτοια όργανα βάζουμε τα βιωματικά μας στον πάτο, κάτω από τις αρχές μας, κάτω από τους κανόνες και τους κανονισμούς του σχετικού οργανισμού ― και οπωσδήποτε κάτω από τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα.

Αδελφικός μου φίλος έγραψε σχετικά ότι ο ίδιος ήταν ανεπιθύμητος, «ατύχημα», κι ότι αν οι γονείς του είχαν ρίξει το έμβρυο από το οποίο προέκυψε, τότε δεν θα βρισκόταν ανάμεσά μας ― κάτι που εμένα προσωπικά θα με ζημίωνε αφάνταστα.

Μια και πιάσαμε λοιπόν ως ευαίσθητα αρσενικά τα βιωματικά μας, εγώ πάλι οφείλω την ύπαρξή μου σε εκτρώσεις: η μητέρα μου έκανε μία ή δύο πριν από μένα (δεν μιλάνε γι’ αυτά οι παλιοί) και μετά με φρίκη διαπίστωσε ότι είχε τάση για αποβολές, έχοντας αποβάλει επίσης μια-δυο φορές, άρα το ενδεχόμενο να μην κάνει παιδιά «στην ηλικία της» ήταν ορατό. Όταν έμεινε έγκυος σ’ εμένα ήταν λοιπόν πάρα μα πάρα προσεκτική. Αν κάποιο έμβρυο πριν από εμένα είχε την τύχη να κερδίσει το λαχείο της ύπαρξης μάλλον εγώ δεν θα βρισκόμουν ανάμεσά σας: το έμβρυο από το οποίο προέκυψα θα ήταν το έκτρωμα.

Επί της ουσίας τώρα. Όλο αυτό το ντίρι ντίρι που κάθε τόσο ανοίγουν άντρες καθώς και σεμνές γυναίκες της πατριαρχίας σχετικά με την άμβλωση ξεκινάει από την ανιμιστική πεποίθηση ότι υπάρχει ψυχή εν είδει ενός ghost in the shell: μια πνευματική ουσία που επικάθεται στο σώμα, η ίδια που πετάει μακριά όταν πεθαίνουμε.

Το επόμενο ερώτημα, αν δεχτεί κανείς αυτό το παραμύθι, είναι πότε «εμψυχούται το ανθρώπινο έμβρυο». Για λόγους καθαρά εσωτερικής συνέπειας θα πρέπει η στιγμή της εμψύχωσης να συμπίπτει με τη στιγμή της σύλληψης. Αν το σκεφτείτε, δεν θα μπορούσε το έμβρυο να γίνεται άνθρωπος σε κάποια άλλη φάση της κύησης, δεδομένης της ανιμιστικής καταγωγής της ιδέας της εμψύχωσης: άλλωστε οι τροφοσυλλέκτες ή βοσκοί που επινόησαν την ψυχή ως ghost in the shell δεν σκάμπαζαν από άλλα ορόσημα στην κύηση.

Βεβαίως αν το έμβρυο «εμψυχούται» με τη σύλληψη, αυτό συνεπάγεται τουλάχιστον δύο θαυμαστά: α) μια απόφυση της μήτρας χωρίς καν (αρκετά) νευρικά κύτταρα είναι έμψυχη άρα έχει ζωή κτλ. και β) δισεκατομμύρια αθάνατες ψυχές που δημιουργήθηκαν λίγες ώρες μετά από αντίστοιχες συνουσίες (αφού στις αβρααμικές θρησκείες οι ψυχές δεν ανακυκλώνονται) κατέληξαν ντουγρού στην Κόλαση, ή έστω κάπου αντιστοίχως δυσάρεστα, έστω, επειδή τα αντίστοιχα ζυγωτά ή έμβρυα αποβλήθηκαν αυθόρμητα 1-4 εβδομάδες μετά τη σύλληψη.

Όσοι γνωρίζουν από εμβρυολογία και από τα σχετικά ας με διορθώσουν, αλλά πριν την ανάπτυξη του νευρικού συστήματος του εμβρύου δεν μπορούμε να μιλάμε για ξεχωριστή οντότητα, ύπαρξη, ψυχή κτλ. Το γεγονός ότι νομοθέτες που έχουν αντίληψη του κόσμου κάπως επιστημονικότερη από τροφοσυλλέκτες και βοσκούς ορίζουν τις 12 εβδομάδες ως το όριο για τη διακοπή της κύησης δεν είναι τυχαίο. Δεν συμβαδίζει βεβαίως αυτό το όριο των 12 εβδομάδων με την ανιμιστική αντίληψη του κόσμου, αλλά και τι να κάνουμε.

Παρεμπιπτόντως, οι αγωνίες περί εμψύχωσης, πότε το έμβρυο παύει να είναι κάτι σαν τον πλακούντα και γίνεται Άνθρωπος, βασανίζουν και τους αρνητές της εξέλιξης: είχαν οι Νεάντερταλ (αθάνατη) ψυχή; Οι Homo erectus; Αλλά είμαι σίγουρος ότι ο αιώνας μας θα μας δώσει την ευκαιρία να ασχοληθούμε και με αυτά ξανά και ξανά, όπως ήδη αναιρούμε τα περί επίπεδης Γης και τη φονική πλάνη των αντιεμβολιαστών. Άλλωστε η «επιστήμη συνέχεια αλλάζει τη γνώμη της», σωστά;

Στον διάολο κι η Πατρίς

Λέει ο Πάνος Ντόντης: «Πάνω απ’ όλα με απογοήτευσε και με ξενέρωσε η αμηχανία μας και η άγνοιά μας απέναντι στην ίδια μας την Ιστορία, το ότι ακόμη δεν έχουμε απαντήσει στο ερώτημα «τι είναι ελληνικότητα» και τι σκατά κάναμε αυτά τα 200 χρόνια, ποιοι είμαστε, τι γίναμε και τι θέλουμε να είμαστε τα επόμενα 200.» Έχει ένα δίκιο.

Η κυρία Ευθυμίου αποχώρησε από την επιτροπή για τους εορτασμούς για τα 200 χρόνια της Επανάστασης κατηγορώντας την για «ουδετεροπατρία». Έχει ένα δίκιο.

Η αμηχανία απέναντι στο 1821 είναι δεδομένη. Η ιστορική έρευνα μιλάει για τη δεύτερη τελέσφορη εθνικοαπελευθερωτική επανάσταση στον κόσμο μετά την Αϊτινή (ίσως η τρίτη, αν θεωρήσουμε την Αμερικανική Επανάσταση εθνικοαπελευθερωτική). Μνημονεύουμε μια επανάσταση ανεπιτυχή με γενοκτονικές εξάρσεις (Τριπολιτσά), που βούλιαξε σε δύο εμφυλίους και τελικά καταπνίγηκε από τον Ιμπραήμ αν κι εξανάγκασε τις Μεγάλες Δυνάμεις να δώσουν ανεξάρτητο συγκεντρωτικό κράτος σε έναν λαό που περισσότερο του ταίριαζε (και ίσως ακόμα του ταιριάζει) ένα ομοσπονδιακότερο σύστημα διακυβέρνησης.

Το κράτος αυτό σχεδόν εξαρχής οριοθετήθηκε γεωγραφικά εντός του χώρου που οι Ευρωπαίοι λόγιοι αντιλαμβανόντουσαν τότε ως το «λίκνο» του πολιτισμού τους. Το κράτος αυτό κατόπιν απεργάστηκε στανικώς τη νεκρανάσταση ενός ανιστορικού ελληνικού έθνους, που τάχα έπεσε σε νάρκη το 146 μ.Χ., με εργαλεία τη χαλκευμένη ιστορία, τη γλωσσική ομοιογένεια, τη λαογραφία με τα απίθανα «επιβιώματά» της, την αρχαιολογία. Αυτά αργότερα εμπλουτίστηκαν με την Ορθοδοξία, που στην τοπική εκδοχή της αποσπάστηκε βίαια από το Φανάρι και από τους Σλάβους, καθώς και με τη γενικότερη επαναδιαπραγμάτευση της ελληνικότητας της γενιάς του ’30.

Τι σχέση έχουν όλα αυτά με τα ασκέρια Ρουμελιωτών, Αρβανιτών, Μωραϊτών και Φιλελλήνων που έκαναν την Επανάσταση; Μικρή αλλά όχι ουσιώδη. Τι σχέση έχουν όλα αυτά με την Ελλάδα του 2021; Πέρα από το φολκλόρ, καμμία.

Κι έχουμε μετά και το ελληνικό κράτος. Ήδη από τις απαρχές του το κράτος το περιφρονούσαν οι πατριώτες γιατί περιέκλειε ένα μίζερο υποσύνολο του Ελληνισμού· το εχθρεύονταν κάποιες ελίτ γιατί βρισκότανε στα χέρια άλλων ελίτ· το αντιμετώπιζαν με καχυποψία τα λαϊκά στρώματα και οι κάθε λογής μειονότητες (από τους Εβραίους, τους Αρβανίτες και τους Βλάχους μέχρι τους ακτήμονες, τις ψυχοκόρες, τους τοιούτους, τις φασονίστριες, τους χωριάτες και τις πουτάνες) γιατί τα παραγκώνιζε όταν δεν τα πολεμούσε ανοιχτά. Το ελληνικό κράτος διαχρονικώς απαντούσε στους μεν πατριώτες με εθνικισμό και πολέμους (θα επανέλθουμε), στις ριγμένες ελίτ με απρόθυμους συμβιβασμούς, στα λαϊκά στρώματα και στις μειονότητες με περισσότερο πόλεμο: πραγματικό πόλεμο αλλά και ρητορικό κι ιδεολογικό, κραδαίνοντας το μορμολύκειο του «Διχασμού» απέναντι σε ό,τι αντιστρατευόταν την αυθαιρεσία του. Τι σχέση έχουν αυτά με την Ελλάδα του 2021; Κεφαλαιώδη: εδώ ακριβώς βρισκόμαστε.

Η Ελλάδα είναι κράτος με μικρό ενδιαφέρον για τις υλικοτεχνικές υποδομές ή την ευημερία των πολιτών του αλλά με λαχτάρα για παιδεία που δημιουργεί εθνικά υποκείμενα. Η Ελλάδα είναι θεμελιωμένη και ταγμένη στον πολιτισμό, στις τέχνες και στα γράμματα παρότι για 200 χρόνια διέπρεψε σε ένα πράγμα: στον πόλεμο.

Αυτό αποτυπώνεται εξόφθαλμα στο Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη: τόσα πεδία μαχών, χωρίς καν αυτοκρατορία ή αποικίες. Επίσης, τόσες μα τόσες ήττες ― σε αυτό συναγωνιζόμαστε το πρότυπό μας, τους Γάλλους (που είχαν και αυτοκρατορία για λίγο και αποικίες για πολύ).

Αυτό το κράτος προέκυψε από μια Επανάσταση που συγκίνησε στην εποχή της και έβαλε στους λαούς ιδέες για άλλες πολλές. Την εποχή των εθνικισμών υπήρχαν άλλωστε πολλοί φοίνικες έτοιμοι να αναγεννηθούν. Το κράτος όμως, το προϊόν της, είναι αυτό που είπαμε.

Εξού η ουδετεροπατρία και η αμηχανία. Ποια πατρίδα να εορτάσει και να τιμήσει και να γεράρει η καημένη η Επιτροπή των διακοσίων ετών; Της καταστολής; Της φτώχειας; Των πολέμων, των τυραννιών και της προπαγάνδας; Της μοναρχίας που δεν ξεκουμπιζόταν με τίποτα; Της Δεξιάς που διαφεντεύει και α λα Λαναράδες απομυζά τον πλούτο αυτού του τόπου ή την Πασοκάρα που πάσχισε να πράξει το ίδιο για την πελατεία τη δική της; Των ευρωπαϊκών οραμάτων που αναδιπλώθηκαν στα πρόσωπα και στη διαχείριση των Σόιμπλε, Ντάισελμπλουμ και φον ντερ Λάιεν;

Κι αν όχι το κράτος, τι; Τι να γιορτάσουμε; Τη μικρόψυχη και αδρανή και μισαλλόδοξη ντόπια Ορθοδοξία, που έτσι κι αλλιώς προϋπήρχε ωραιότατα; Την απέραντη ποικιλία και τη βασανιστική ομορφιά ενός τοπίου που κατά τόπους αρμέγεται δίχως αύριο; Τις κυκλικές κουβέντες περί ελληνικότητας, περί «άνω Ελλάδας» και περί μαγικής ιδιοσυστασίας μας οι οποίες δεν έχουν επαφή με τον κόσμο στον οποίο ζούμε; Σε έναν ακόμα πόλεμο, αόρατο ή πολύ πολύ πραγματικό;

Θα μου πείτε και τι να κάνουμε; Το γνωστό σύνθημα τα λέει σχεδόν όλα:

Η Ελλάδα να πεθάνει, να ζήσουμε εμείς

Στον διαόλο η οικογένεια, στον διάολο κι η Πατρίς.

Δεν λέει βεβαίως κανείς να παραδώσουμε τα κλειδιά στον Ερντογάν (άσε που θα μας κόψει το τουίτερ δαύτος) ή να τα εμπιστευτούμε στους Ευρωπαίους εταίρους (που ήδη από το 2012 έχουν τον κλειδαρά δικό τους). Λέω να κάνουμε έξι βήματα πίσω και να αναλογιστούμε πως μάλλον δεν είμαστε οι απόγονοι των όποιων προγόνων οι οποίοι φέρουν γενετικά έναν ανώτερο πολιτισμό που πρέπει να εξαπλώσουν στανικώς με τη δύναμη των συμβολικών ή πραγματικών όπλων κτλ.

Εντάξει όλα αυτά, ας μετατρέψουμε την αμηχανία σε κάτι όχι απαραίτητα καινούργιο αλλά σίγουρα σε κάτι δικό μας, κάτι που θα αγκαλιάζει όσο δυνατόν περισσότερους και δεν θα απευθύνεται σε αφαιρέσεις και πρότυπα πλασμένα από φιλολόγους, τον Πέτρο Κωστόπουλο ή τον Γρηγόρη Φαράκο. Ίσως πράγματι υπάρχει αφορμή να υψώσουμε γροθιά και κωλοδάχτυλο σε ό,τι προσπαθεί να καλουπώσει τη ζωή μας όπως γουστάρει χωρίς να μας ρωτάει και (ενίοτε) χωρίς καν να μας δίνει τις ευκαιρίες και τα μέσα εμείς να πλάσουμε ίσως τη ζωή μας όπως εμείς θα θέλαμε. Γιατί όμως βρε καρδούλα μου «η Ελλάδα να πεθάνει»; Γιατί τόση κακία;

Η απάντηση είναι περίπου «αχ, κακούργα κοινωνία». Ας μιλήσω λίγο σαν γκουρού του μάρκετινγκ: αν έχει ένα πανίσχυρο brand name, όπως το «Ελλάδα», όντως δεν το πετάς στα σκουπίδια: δεν πας να βγάλεις μόνος σου τα ματάκια σου. Από την άλλη υπάρχουν δύο θέματα: αφενός ποιος διαχειρίζεται και ιδίως ποιος εκμεταλλεύεται το brand name· αφετέρου, αν το brand name (π.χ. Agfa, Fuji, Kodak) σε βαραίνει τόσο ώστε να συνεχίσεις να ασχολείσαι με ένα πεθαμένο προϊόν, ε τότε ξεφορτώσου το brand name.

Ζητώντας να πεθάνει η Ελλάδα και να πάει στο διάολο η Πατρίς δεν αρνούμαστε ούτε τους τόπους ούτε τους τρόπους ούτε βεβαίως τους ανθρώπους και όλα τα όμορφα παραμύθια τους που μας πλάθουν, που τελικά είναι η πατρίδα μας. Πολύ περισσότερο δεν απαρνούμαστε έναν πολιτισμό που είναι κτήμα της ανθρωπότητας, από τον Παρθενώνα και τον Σοφοκλή μέχρι την Κομνήνεια ζωγραφική και τον Καβάφη: όχι μόνο δεν είναι επιθυμητό αλλά δεν είναι καν εφικτό κάτι τέτοιο.

Όπως όμως ξέρουμε ότι πρέπει να αφήσουμε πίσω μας την αρχαιοελληνική δουλεία, τη βυζαντινή συγκεντρωτική θεοκρατία, τον μισογυνισμό της λαϊκής παράδοσης ή τη Μεγάλη Ιδέα του αίματος και των εθνοκαθάρσεων, άλλο τόσο είναι καιρός να στείλουμε ολόκληρη την «Πατρίς» πακέτο στον διάολο. Από την απόσταση των έξι βημάτων που λέγαμε πριν να της ρίξουμε μια ωραία ελευθεριακή ομοβροντία, το αντίστοιχο του Μπολιβάρ του Εγγονόπουλου. Επανάσταση ξανά.

Λατινική Αμερική

Μαθαίνω ότι η κυβέρνηση σκοπεύει να δημιουργήσει στο Ελληνικό περιφραγμένες γειτονιές, αυτό που στα αγγλικά αποκαλείται ευφημιστικώς ‘gated community‘, εκεί όπου θα γινόταν Μητροπολιτικό Πάρκο. Πρωτοείδα από κοντά τέτοιες γειτονιές στη Βραζίλία κι έφριξα: δεν υπάρχει παραστατικότερη αναπαράσταση μιας αλωμένης κοινωνίας τρομακτικά φτωχών πλειοψηφιών που (δεν) συνυπάρχουν με πάρα πολύ πλούσιες ελίτ, οι οποίες υψώνουν μαντρότοιχους για να περιχαρακώσουν τις γειτονιές τους, πολλές φορές και με ηλεκτροφόρα σύρματα.

Τη Λατινική Αμερική θυμίζουν και τα όνειρα της κυβέρνησης για αστυνομοκρατούμενα πλην όμως πεντακάθαρα Πανεπιστήμια, ιδιωτικά ή υποταγμένα στα R&D μεγάλων και τάχα γενναιόδωρων εταιρικών χορηγών, πανεπιστήμια τα οποία θα τρέχουν μανατζεράδες και που θα παράγουν τεχνικούς και χρήσιμα στελέχη. Δεν είναι τυχαία τα συγχαρητήρια της Αμερικανικής Πρεσβείας στην κυρία Κεραμέως. Είναι πάντως χαρακτηριστικό ότι στη Βραζιλία και στην Αργεντινή, όπως στην Ελλάδα, η έρευνα δεν βγαίνει από το πλήθος ιδιωτικών πανεπιστημίων για τα φιντάνια των ελίτ αλλά από τα υποχρηματοδοτούμενα δημόσια πανεπιστήμια…

Η εικόνα της επιδιωκόμενης μετατροπής μας σε κάποιου είδους αυταρχική λατινοαμερικανική πολιτεία συμπληρώνεται από το τέλος των ΜΜΕ στην Ελλάδα. Από τη μια είναι αναγκαία η ύπαρξη μέσων όπως οι σταθμοί, τα κανάλια και οι εφημερίδες, όχι για κάποιον μεταφυσικό ή ιστορικό λόγο, αλλά επειδή αντίθετα με τα σοσιαλμήντια, ό,τι δημοσιεύεται σε αυτά προέρχεται από επαγγελματίες της ενημέρωσης και της γνώμης και απευθύνεται σε όλους και όχι σε φούσκες φτιαγμένους από δίκτυα «φίλων» και συνδρομητών (αυτών που λέμε ακόλουθους).

Δυστυχώς ο Τύπος στην Ελλάδα ήδη από τη Μνημονιοκρατία τροφοδοτείται από εγκάθετους γνωμοδότες, από δημοσιεύσεις ξένων ΜΜΕ ή (οποία ειρωνεία!) των ΜΚΔ, αλλά και από δελτία τύπου (κυρίως της ΕΛ.ΑΣ.)· παράλληλα το όποιο ρεπορτάζ βρίσκεται στα χέρια ελάχιστα νηφάλιων δημοσιογράφων ― όταν δεν είναι κι αυτοί εξωνημένοι.

Μπορεί οι παλιότεροι να θυμόμαστε την (όποια) φρεσκάδα έφεραν τα ιδιωτικά κανάλια αλλά και το τετράπτυχο: σοβαρά δεξιά Καθημερινή, σοβαρά κεντροδεξιό Βήμα, σοβαρά κεντροαριστερά Νέα, σοβαρή σοσιαλίζουσα Ελευθεροτυπία ― όμως σήμερα δεν μας απομένουν παρά διαφορετικές εκδοχές της ίδιας μηχανής προπαγάνδας που ζει από την κρατική διαφήμιση και προάγει ιδεοληψίες και την πιο αντιδραστική ιδεολογία.

Η αντίδραση η δική μου στα παραπάνω είναι ότι αυτά δεν γίνονται σε μια χώρα ευρωπαϊκή. Μετά θυμάμαι την Ουγγαρία και την Πολωνία και, βεβαίως, αυτό που είπε ο Μαζάουερ: «η Ελλάδα πάντοτε υπήρξε το εργαστήριο στο οποίο δοκιμάστηκαν οι «νέες ιδέες» στην Ευρώπη: η εθνική επανάσταση το 1821, η μεταρρύθμιση της μοναρχίας το 1864, η αποσυναρμαλόγηση φεουδαρχικής αυτοκρατορίας διά του πολέμου το 1912-13, η εθνοκάθαρση το 1923, ο Ψυχρός Πόλεμος το 1944 και το 1946-49, η δημιουργία οικονομικών προτεκτοράτων στον Πρώτο Κόσμο το 2010 — ενδεχομένως και άλλες».

Δεξιές ιδεοληψίες

Μεγάλωσα με μία σταθερή κι απαράλλαχτη κριτική απέναντι σε οποιοδήποτε κίνημα επιζητούσε ή επιδίωκε να αλλάξει κάτι στον κόσμο.

Κάθε μα κάθε τέτοιο κίνημα απαρτιζόταν τάχα από ιδεοληπτικούς, ενώ οι τρόποι και οι μέθοδοι που θα άλλαζαν κάτι στον κόσμο χαρακτηρίζονταν ως αποκυήματα ιδεοληψίας και βολονταρισμού. Αυτά πάνω κάτω ακούει κανείς ακόμα, είκοσι χρόνια μετά την έναρξη του Μέλλοντος, του 21ου αιώνα.

Η Δεξιά, ας την πούμε με το όνομά της, πλασαριζόταν ανέκαθεν ως η ιδεολογία της ψυχραιμίας, του ρεαλισμού, της στενής σχέσης με το εφικτό. Εδώ δεν είχαμε να κάνουμε με τρελά όνειρα, με ανέφικτες ουτοπίες ή με αιτήματα κι απαιτήσεις που θα έφερναν ταραχή και βία: η Δεξιά πλασαριζόταν και πλασάρεται ως η μέθοδος (όχι η παράταξη) του πολιτικά εφικτού, μια ψύχραιμη εκδοχή της σοσιαλδημοκρατίας, πιο κοντά στην καρδιά του φιλήσυχου και εξ όψεως σεμνού ανθρώπου.

Πάντοτε βεβαίως διέθετε η Δεξιά τη διάσταση εκείνη της ελλειμματικής ενσυναίσθησης, στα όρια της ψυχοπάθειας, που τόσο όμορφα έδενε με την ελληνική ιδεολογία: «να ψοφήσουν όλοι εκτός από το σόι μου» (ή και επιλεγμένα μέλη του), «μακριά από τον κώλο μας κι όπου θέλει ας πάει», «κρύψε να περάσουμε». Αυτή όμως δεν ήταν η «σοβαρή» Δεξιά των ιδεοληψιών που μας απασχολούν εδώ, παρά η άλλη.

Αυτό λοιπόν που πούλαγε και πουλάει η Δεξιά στον μέσο άνθρωπο και σώφρονα ψηφοφόρο είναι το εξής: «θες ακροβασίες, αιθεροβάμονες και βολονταριστές, ή κάτι που θα δουλέψει; θες επώδυνες λύσεις και μια δόση θανάτου λόγω αδήριτων αναγκών και της σάπιας ανθρώπινης φύσης ή λόγω ιδεολογιών του κάθε κουλτουριάρη; Σίγουρα το πρώτο· άρα τη Δεξιά. Άλλωστε, οι κομμουνιστές (δηλαδή συλλήβδην όσοι δεν είναι ακριβώς ευχαριστημένοι με το πώς πάει ο κόσμος) θα μας πάρουνε τα σπίτια, όχι τίποτα καταχρεωμένες τράπεζες.

Κι όμως είναι προφανές ότι η ψύχραιμη Δεξιά της παπανούτσειας μεσότητας είναι εξίσου ιδεοληπτική με οποιοδήποτε κίνημα που θέλει να αλλάξει κάτι στον κόσμο και ίσως έχει χάσει λιγάκι τον δρόμο του. Επίσης, είναι πιο ζημιογόνα από όλους αυτούς τους άπλυτους κι άφρονες βολονταριστές γιατί η Δεξιά δεν έχει καμμία επίγνωση πόσο ιδεοληπτική, αφελώς ιδεοληπτική, είναι. Πώς το λένε οι επιστημολόγοι: όταν καμώνεσαι πως δεν έχεις θεωρία απλώς δεν μας λες ποια θεωρία πρεσβεύεις.

Για παράδειγμα, ήταν απλούστερος κι ειλικρινέστερος ο κόσμος τον παλιό καλό καιρό; Αν ρωτήσει κανείς τον μέσο δεξιό η απάντηση είναι θετική. Συνεπώς, αν υπάρχει κρίση αξιών σήμερα είναι επειδή κάποτε οι αξίες γινόντουσαν σεβαστές και συνήθως έστεκαν, έστω κι αν όχι ακλόνητες. Γενικότερα, η δεξιά ιδεοληψία έγκειται στην ταύτιση κάθε πολιτικού προβλήματος με κάποια κρίση αξιών, συνήθως επινοημένη. Στον πυρήνα καθεμιάς από αυτές τις τάχα κρίσεις υπάρχει ένα τιμιότερο και ευθυφρονέστερο παρελθόν, ένας κόσμος απλός αλλά ντόμπρος. Ο κόσμος ήταν καλύτερος στο παρελθόν όχι βεβαίως επειδή ήταν δικαιότερος αλλά επειδή ήταν απλούστερος και ειλικρινής: είτε (πολύ) ωμός και κυριολεκτικός είτε υποκριτικός όσο έπρεπε. Η ευτέλεια ενός τέτοιου ιδεασμού ξεπερνάει ακόμα και την τυπικά αριστερή ιδεοληψία ότι π.χ. «ο λαός έχει πάντα δίκιο», αν και ίσως αποτελεί το είδωλό της.

Μια άλλη δεξιά ιδεοληψία είναι η μετάφραση σε θεομηνία κάθε αποτυχίας του κράτους (όταν βρίσκεται στα χέρια της) ή των οικονομικών συμφερόντων που υπηρετεί. Από τον Στρατηγό Άνεμο του γραφικού Πολύδωρα το 2007 μέχρι την τρομακτική καταστροφή στο Φράγμα Βάγιοντ το 1963, από τους σεισμούς που ισοπεδώνουν κτίρια χτισμένα από λαμόγια μέχρι την πυρκαγιά στον πύργο Γκρένφελ το 2017, ό,τι κακό και συμφορά επιπίπτει είναι προϊόν αποκλειστικά θεομηνίας. Η ετυμηγορία της θεομηνίας μπορεί να συνοδεύεται από (τυπικά δεξιές) θυμοσοφίες για τα ραιβά δοκάρια πάνω στα οποία είναι χτισμένη η ανθρώπινη φύση κτλ., με μια δόση από memento mori. Πολλές φορές ο ιδεοληπτικός οίστρος επεκτείνεται και σε δημοσιονομικές πολιτικές ή και σε στρατιωτικές αποφάσεις: πότε η ΤΙΝΑ πότε η κακιά στιγμή. Σχετική βεβαίως με αυτόν τον ιδιότυπα μοιρολατρικό ιδεασμό είναι η καθολική και εκ των προτέρων απαξίωση της πολιτικής («τίποτα δεν θα αλλάξει») αλλά και το περίφημο «όλοι ίδιοι είναι».

Ένας τρίτος ιδεασμός; ποιος άλλος από το ότι η Δεξιά ταυτίζεται με τον συντηρητισμό, με τη διατήρηση κάθε καλού πράγματος από ένα ιδανικό παρελθόν (όταν και καλά οι αξίες δεν είχαν ακόμα εκπέσει). Η Δεξιά θα αυτοπροβάλλεται πάντοτε ως υπερασπιστής της ασφάλειας και ως φύλακας της κανονικότητας. Κι όμως, και η Δεξιά αγωνίζεται να αλλάξει τον κόσμο: «αν προσπαθείς να αλλάξεις τον κόσμο προς όφελος των πολλών είσαι βολονταριστής, ουτοπιστής και αιθεροβάμων. Αν όμως προσπαθείς να τον καταντήσεις κάτι μεταξύ Children of Men, Elysium, Blade Runner 2049 και Handmaid’s Tale, τότε είσαι πραγματιστής. Έτσι δουλεύει ανέκαθεν η Αντίδραση, και πριν τον καπιταλισμό σας: 30% συντήρηση, 70% κοινωνική αλλαγή προς τον αυταρχισμό και την εκμετάλλευση.» Κάθε απόπειρα να αλλάξεις τον κόσμο προς την αντίθετη κατεύθυνση, είναι βεβαίως διχαστικός βολονταρισμός.

Τι άλλο να πει κανείς κλείνοντας εκτός από δύο πράγματα: «Ντου από παντού» και «Να πεθάνει η Ελλάδα να ζήσουμε εμείς». 

Εγκλήματα

Όσο γράφονται αυτές οι αράδες, ο Δημήτρης Κουφοντίνας είναι ακόμα ζωντανός.

Διαβάστε πρώτα αυτό το κείμενο του Διονύση Καλιντέρη. Δεν συμφωνώ με όλα όσα λέει, όμως η θέση του αποτελεί μια εξαίσια αφετηρία.

Από ό,τι θυμάμαι ο ίδιος, η 17 Νοέμβρη έχασε την όποια νομιμοποίηση ή έστω δημοφιλία της όταν έπαψε να σκοτώνει χουντικούς βασανιστές και σταθμάρχες της CIA και έστρεψε την προσοχή της και τα όπλα της προς αντιπαθείς μεν αλλά μάλλον ανάξιους πολιτικής δολοφονίας στόχους: από εκδότες μέχρι τον δύστυχο Ronald Stewart· χωρίς καν να μιλήσουμε για την ακατανόητη gambizzazione του Καψαλάκη, για τον Μπακογιάννη που τελικά τιμωρήθηκε για την «προδοσία» του ΚΚΕ, ή για τον αδικοχαμένο Αξαρλιάν.

Οι στόχοι της οργάνωσης από ένα σημείο και μετά επιλέγονταν χωρίς σοβαρή ταξική, κινηματική ή έστω στρατηγική λογική. Όλοι περιμέναμε σαστισμένοι τις προκηρύξεις για να καταλάβουμε γιατί π.χ. ο Αθανασιάδης ή ο Παλαιοκρασάς και όχι λ.χ. ο Λαμπράκης ή ο Παπαδόγγονας.

Οι προκηρύξεις δυστυχώς δεν μας διαφώτιζαν: αποτελούσαν γραπτά μνημεία ασυναρτησίας, βερμπαλισμού και ασύγγνωστης ιδεολογικής σύγχυσης. Η οργάνωση που περνιόταν για κάτι σαν Τουπαμάρος ή Μπάαντερ-Μάινχοφ φαινόταν από μια εποχή και μετά να χτυπάει εύκολους μα όχι καίριους στόχους και κατόπιν να δικαιολογεί τα χτυπήματά της με προκηρύξεις γεμάτες ντεμέκ εαμικό πατριωτισμό, αντιτουρκισμό και ξενοφοβία, σάχλες, μαρξισμό ποιότητος ΕΠΑΜ.

Σιγά σιγά από επίδοξος τιμωρός στο όνομα του λαού, από διάδοχο του ΠΑΚ (όπως φαντασιώνονταν πολλοί αριστερότεροι πασόκοι), από τον τρόμο του Κεφαλαίου, των ιμπεριαλιστών και των φασιστών, η 17Ν κατάντησε μια θανάσιμη περφόρμανς η οποία κάθε τόσο θα την έπεφτε ένας θεός ξέρει σε ποιον και για λόγους δυσνόητους.

Πιο σοβαρά, η ζημιά που έκανε η ασυνάρτητη εγκληματική δράση της οργάνωσης στα κινήματα δεν έχει ακόμα γίνει πλήρως αντιληπτή. Δεν έχω υπόψη μου μόνον την απαξίωσή τους ή την ταύτισή τους με την τρομοκρατία, ταύτιση που απεργαζόταν συστηματικά ο αντιδραστικός Τύπος. Η ζημιά συνίσταται κυρίως στο εξής: υπήρχε εποχή που ο κόσμος είχε ξεχάσει νεοναζί, χουντικά σταγονίδια και φασίστες τρομοκράτες και απειλούνταν αόριστα από το ενδεχόμενο να φάει βόμβα ή αδέσποτη ρουκέτα της 17Ν στο άσχετο, ακόμα και πριν από το «ατύχημα» με τον Αξαρλιάν.

Επιπλέον, όσο πέρναγε ο καιρός ο κόσμος ρώταγε όλο πιο συχνά «μα γιατί δεν τα βάζουν πια με το μεγάλο κεφάλαιο;» (είχαν προσπαθήσει να σκοτώσουν τον Βαρδή Βαρδινογιάννη και είχαν σκοτώσει τον Δημήτρη Αγγελόπουλο). Η απάντηση που γενικά δινόταν τότε είναι αυτή που υπαινίχθηκα πιο πάνω: γιατί ήταν ευκολότεροι στόχοι ο Μομφεράτος, ο Πέτσος (!) και κάτι Τούρκοι διπλωμάτες.

Η εκδικητική και παράνομη στάση της κυβέρνησης απέναντι στον κρατούμενο Δημήτρη Κουφοντίνα και η καταπάτηση των δικαιωμάτων του είναι στοχευμένες: αποσκοπούν τελικά να συσπειρώσουν γύρω από τη ΝΔ τα ακροδεξιά ορφανά της ναζιστικής συμμορίας και τους λοιπούς φασίστες που μας μολύνουν από το 1944 και μετά. Ταυτόχρονα η επιβολή της θανατικής ποινής σε αργή κίνηση στον Κουφοντίνα ενισχύει τη θέση ότι οι «νόμιμοι ιδιοκτήτες της χώρας», δηλαδή οι ψευδεπίγραφοι τοποτηρητές της αριστείας και οι διανομείς σε ιδιώτες του δημόσιου πλούτου, βρίσκονται υπεράνω του Νόμου. Αυτά όμως δεν καθιστούν τον κρατούμενο ήρωα.