Σωστά δομημένα βιογραφικά…

Μην παρενοχλείτε τους άριστους.

… κενά περιεχομένου.

Πολλοί ασχολούνται με το κομματόσκυλο (δεν ξέρω τι άλλη ιδιότητα έχει) Κυρανάκη κυρίως από άχτι, επειδή πριν τις εκλογές του ’19 έπαιζε με επιτυχία τον συριζομάστιγα.

Αντιλαμβάνομαι ότι ο όρος κομματόσκυλο ξενίζει όταν δεν αναφέρεται σε κνίτη ή νεολαίο της Αριστεράς, άντε σε πρασινοφρουρό του περασμένου αιώνα, παρά σε έναν ξυρισμένο νέο με γραβάτα που τρώει στη Μαντζάρου και πίνει στη Μηλιώνη. Όμως πώς αλλιώς να αποκαλέσεις έναν άνθρωπο του οποίου η μόνη εργασία υπήρξε να υπηρετεί ένα κόμμα, και μάλιστα κόμμα εξουσίας;

Όσον αφορά την ιδιότητά του ως συριζομάστιγα τώρα: το ότι ένας ημιμαθής ισόβιος νεολαίος, που μάζευε ψηφαλάκια προεκλογικώς ποζάροντας με τον αποσχηματισμένο πια π. Ανδρέα Κονάνο, έριχνε κατραπακιές σε στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ θα έπρεπε να προβληματίζει το πρώην κόμμα της διανοούμενης, ριζοσπαστικής και ανανεωτικής αριστεράς για τα χάλια του τα μαύρα.

Οι φίλοι του ΣΥΡΙΖΑ θα έπρεπε λοιπόν να προβληματιστούν για τα χάλια του έτι διασωληνωμένου κόμματός τους, αντί να εκτονώνουν την πικρία τους πάνω σε ακόμα έναν αργόμισθο, από τους αμέτρητους που έχουνε βγάλει το Κολωνάκι, τα κάθε λογής κολλέγια (ή άντε, η ΔΑΠ νομικών σχολών) και η Μεγάλη Δεξιά Παράταξη.

Μιλάμε για ανθρώπους που δεν έχουνε δουλέψει ποτέ στη ζωή τους.

Βεβαίως η μομφή «δεν έχει δουλέψει ποτέ στη ζωή του» αποτελούσε μεγάλη μπουμεριά μέχρι περίπου το 2008: ήταν χαρακτηριστική μομφή που θα σου κόλλαγε κάθε μπάρμπας επειδή π.χ. είσαι καλλιτέχνης, μαθηματικός ή αρχιτέκτονας και δεν πήγες «να μάθεις μία τέχνη εκεί χάμω» κτλ.

Ωστόσο, μετά τον Δεκέμβρη του 2008 και κατά τη διάρκεια του άγους της Μνημονιοκρατίας, χιλιάδες νέοι αναγκάστηκαν να πολιτικοποιηθούν ή και να ριζοσπαστικοποιηθούν απότομα, βίαια κι ακούσια ακριβώς γιατί και δουλεύουν επισφαλώς σε μία και δύο δουλειές, συνήθως ημιαπασχόληση, και καταλήγουν να ζουν εγκλωβισμένοι στη γονική εστία.

Γι’ αυτούς τους νέους το «δεν έχει δουλέψει μία μέρα στη ζωή του» είναι βαθιά ταξική και ουσιαστικότατη περιγραφή των μελών μιας κλίκας γόνων που απλώς λιγάκι ζορίστηκαν τη δεκαετία που μας πέρασε αλλά τελικά βρήκαν τις αργόμισθες άκρες τους. Με επίσημη ή ανεπίσημη κομματική ιδιότητα.

Πάντως είναι χαρακτηριστικότατο: σε μια χώρα που τάχα ηγεμονεύεται ιδεολογικά από την Αριστερά, ο βαθμός μηδέν της ιδεολογίας, οι ντιφώλτ οι ρυθμίσεις της, είναι ο βασιλόφρων μπάρμπας, ο κρυφοχουντικός γυμνασιάρχης και η σεμνότυφη γιαγιά με ολίγη από πασόκο εργολάβο που «βαρέθηκε τα πολιτικά».

Συνεπώς, ακόμα και σήμερα όταν κάποιος θέλει να αναφερθεί σε κομματόσκυλα ή (χειρότερα) σε αλήτες νεολαίους στα πανεπιστήμια στάνταρ στοχοποιεί κνίτες κι εαακίτες. Γιατί ξέρω γω αναρτούν πανό και κολλάνε αφίσες. Η δαπίτικη (και πασπίτικη παλιότερα) λαμογιά κι αλητεία ήτανε πάντοτε περιγραμμάτου και κομιλφώ, άρα μια χαρά.

Δεν είναι λοιπόν πρόβλημα να φροντίζεις να εκλέγονται οι λάθος άνθρωποι σε νευραλγικές θέσεις, δεν είναι πρόβλημα το πανεπιστήμιο να μετατρέπεται σε σχολή προπαίδευσης για τις «επιχειρήσεις» (και, προσέχτε, για τις ελληνικές επιχειρήσεις της εργασιακής ληστείας και της εργοδοτικής αρπαχτής, δεν μιλάμε για καναν βαρύ καπιταλισμό)· πρόβλημα είναι οι καταλήψεις που μας κάνουν να χάνουμε το εξάμηνο, στο οποίο ξέρω γω διδάσκουν εξαθλιωμένοι ισόβιοι 407 ή διάφοροι εκλεκτοί.

Κι έτσι για ακόμα μια φορά βλέπουμε τι πραγματικά ενοχλεί τον Έλληνα μιας γενιάς που ελπίζω να πεθαίνει, αυτόν τον Γηρυόνη με κεφάλια μπάρμπα, γυμνασιάρχη, γιαγιάς κι εργολάβου. Τον ενοχλεί και τον αγανακτεί να είσαι αχτένιστος, λέτσος και λίγο κάφρος — όχι να είσαι τσάτσος, απατεώνας και επίδοξο λαμόγιο.

Jai guru deva om / जय गुरुदेव ॐ

vlcsnap-2017-02-04-15h59m45s048
Από τις Ήσυχες μέρες στο Κλισύ (1970)

Γιατί γράφεις; Γράφεις γιατί θέλεις να εγκιβωτίσεις τον μικρό πολύτιμο κόσμο σου μέσα σε κάτι που μπορείς να αποθηκεύσεις και να φυλάξεις όχι μόνον μέσα σου αλλά και κάπου όπου θα μπορούσε οποιοσδήποτε να τον διαβάσει. Αυτό κάνεις. Γράφεις κόσμους για να διαβαστούν. Κόσμους που θα ήθελες να παραμείνουν μικρές Εδέμ αμετάβλητες που ταξιδεύουν μέσα στο σύμπαν, αΐδιες, αμετάβλητες, απρόσβλητες, απαραβίαστες.

Φυσικά πρόκειται για πλάνη: ο θάνατος θα αλλάξει και θα συνθλίψει τον κόσμο αυτό και θα ανατινάξει κάθε ιριδίζουσα και πολύτιμη σαπουνόφουσκα.

Αλλά όχι αν προλάβεις να τη γράψεις: κάπου κάτι θα σωθεί. Ή τουλάχιστον έτσι νομίζεις, έχοντας κλείσει τα μάτια σου πολύ πριν να καούν οι βιβλιοθήκες, πριν να σβήσουν για πάντα οι σέρβερ.

*

Γιατί γράφεις; Γιατί δεν είμαστε μόνοι. Γιατί ως είδος είμαστε από τη βιολογία μας κοινωνικοί. Γιατί θέλουμε να πιστεύουμε ότι υπάρχει κάπου κάποιος ακροατής και, αν πιστέψουμε σε ερήμους και στέπες ότι δεν υπάρχει, θα τον ονομάσουμε Θεό και θα τον αφήσουμε να αναρρηθεί στα ουράνια και να μας κυβερνάει στέλνοντας ήλιους και φεγγάρια να περιστρέφονται γύρω από εμάς και μόνον από εμάς. Υπάρχει ο Ομιλητής, υπάρχει και ο Ακροατής· τρίτο πρόσωπο δεν υπάρχει γιατί όλα τα υπόλοιπα είναι αρνητικές τιμές και απουσία.

*

Γιατί γράφεις; Γιατί κάποια πράγματα παλεύονται και άλλα δεν παλεύονται όμως όλα πρέπει να λέγονται αλλά τελικά καλύτερα να γράφονται.

Γιατί στην πραγματικότητα η γραφή είναι σαν την ψήφο: αν ψηφίζει ο φασίστας πρέπει να ψηφίσει και ο άγγελος· αν γράφει ο καλικάντζαρος κι η λάμια πρέπει να γράψει και η άνεργη κόρη κι ο ατσούμπαλος χαμένος στον εαυτό του τριαντάρης.

Γιατί δεν μπορεί να αφεθεί η οικονομία στου κόσμου σε όσους έχουν και μπορούν απλώς γιατί τα βρήκαν.

*

Γιατί γράφεις; Γιατί ο χρόνος περνάει και ξεχνάς εύκολα και όλα αυτά για τα φύλλα που πέφτουν και τα δάκρυα στη βροχή βγαλμένα από τη ζωή είναι. Γιατί κάποιες στιγμές και κάποιες ώρες θες να υπάρχουν όσο υπάρχεις και να διαβάζεις γι’ αυτές και ποιος άλλος πιο κατάλληλος να γράψει γι’ αυτές από εσένα τον ίδιο; Γιατί κάποιες στιγμές και κάποιες ώρες θες να υπάρχουν και αφού πάψεις να υπάρχεις.

Γιατί απελευθερώθηκες τον Οκτώβριο του 2014 (αν κι ο αγώνας ξεκίνησε τον Απρίλιο του 2008) αλλά τι γίνεται μετά την απελευθέρωση; Ποιος αναλαμβάνει; Κάποια επαναστατική κυβέρνηση τίμια αλλά υπονομευμένη από παντού; Πρώην τσάτσοι των τυράννων; Ο λαός των επιθυμιών μέχρι να πλακώσουν οι κάθε λογής μπάτσοι;

Ποιος θα καταγράψει όσα γίνονται; Ποιος θα μιλήσει όταν σου λένε να σωπάσεις;  Ποιος θα δείξει αυτό από το οποίο όλοι αποστρέφουν το βλέμμα; Εσύ. Εσύ και μόνον εσύ. Μόνος και χωρίς ακροατή κι αναγνώστη. Εσύ είσαι η φωνή και η ματιά και η βιβλιοθήκη. Εσύ, δηλαδή εγώ. Εμείς.

*

Γιατί γράφεις; Γιατί είναι όμορφο. Γιατί είναι παρήγορο. Γιατί επουλώνει κι ερεθίζει ταυτόχρονα. Γιατί δεν μπορείς να φτιάξεις μουσική. Γιατί έτσι νικάς, έστω και για λίγο. Γιατί από την εικόνα θα θολώσουν ό,τι δεν τους αρέσει αλλά από το κείμενο τι στον πούτσο θα κάνουν; Θα βάλουν παπάκια και μπιπ κι αστερίσκους σε όσα προφανώς σημαίνουν;

*

Γιατί γράφεις; Γιατί υπάρχει αλήθεια στη ζωή μας και συνήθως βρίσκεται κρυμμένη μέσα στο παρελθόν μας, σε στιγμές θεοτικές έως και μπανάλ σε κάποιο εικοστετράωρο φαγάδικο: δεν το ήξερες τότε αλλά το ξέρεις τώρα. Όμως κανείς μα κανείς δεν σκάει από τη νοσταλγία και τη στέρηση της καρδιάς: η νοσταλγία απλώς υπάρχει. Οπότε γράφεις.

*

Κι όταν τελειώσουν όλοι οι λόγοι εσύ ακόμα γράφεις.

Όχι άλλες καλόγριες

Photo 14-12-17, 10 56 05

Υπάρχουν διάφορες παρανοήσεις που έχει δημιουργήσει η ατροφία του κριτικού λόγου.

Όταν λέω «κριτικός λόγος» εννοώ τον λόγο που πρώτα έχει διαβάσει ανθρωπιστικές, κοινωνικές και πολιτικές επιστήμες.

Πρώτο παράδειγμα παρανόησης, ο κυριολεκτισμός. Είναι η Αντιποίηση Αρχής του Κοτζιά ασφαλίτικο μυθιστόρημα (όπως σχεδόν ισχυριζόταν ο Ριζοσπάστης) επειδή είναι γραμμένο από την οπτική γωνία ενός χαφιέ; Είναι η Λολίτα παιδεραστικό μυθιστόρημα επειδή είναι γραμμένο από την οπτική γωνία ενός τύπου σεξουαλικοποιεί μια πιτσιρίκα;

Όχι.

Αυτά έχουν λυθεί εδώ κι ενάμιση αιώνα. Η λογοτεχνία δεν είναι ούτε εγχειρίδιο χρήσης της ζωής, ούτε βίβλος χρηστομάθειας, ούτε self help. Αφενός η λογοτεχνία καταβυθίζεται όπου κανείς και τίποτε άλλο δεν μπορεί να ποντιστεί γιατί δεν αντέχει την πίεση της αβύσσου (αναλογιστείτε ότι η λογοτεχνία είναι κάτι σαν βαθυσκάφος), αφετέρου στη λογοτεχνία δεν μπορεί να εφαρμόζεται κανένας κυριολεκτισμός. Η λογοτεχνία λειτουργεί λοιπόν περίπου όπως τα όνειρα: εκφράζει όσα δεν μπορούν να ειπωθούν αλλιώς, εξακτινώνοντας ταυτόχρονα όσα λέει και αναγκάζοντάς μας να τα ερμηνεύσουμε σε πολλά επίπεδα.

Πρακτικά τώρα: θέλει κανείς να βάλει αυτά τα σαχλά trigger warnings; Ας το πράξει. Ας ξεκινήσει όμως από τη ζωή την ίδια. Ας προχωρήσει μετά στις ειδήσεις. Ας περάσει μετά από την Ιλιάδα, όπου η σκηνή στην οποία ένα δόρυ μπαίνει από το λαρύγγι κάποιου άπαξ μνημονευμένου Τρώα, του κόβει τη γλώσσα και του καμακώνει το κρανίο με την αιχμή να βγαίνει ματωμένη και λεκιασμένη με μυαλά από τη βάση του σβέρκου ― σκηνή που με ανακατεύει εδώ και τριαντατόσα χρόνια. Τι να κάνουμε, η ζωή και η λογοτεχνία είναι γεμάτες από σκηνές φρίκης και καταπίεσης, από σκηνές που μας ανακαλούν τραύματα ή πολύ βαθιά γαντζωμένους φόβους: δεν θα γεμίσουμε βιβλία και μουσεία με σπόιλερ όμως.

Μια δεύτερη παρανόηση είναι η αντίληψη ότι ο κόσμος των ιδεών απαρτίζεται από συνεχή με δύο άκρα, ανάμεσα στα οποία πρέπει να εξισορροπήσει κανείς, συνήθως κάπου στη χρυσή μεσότητα. Ναι, θα μου πείτε, Αριστοτέλης. Ναι, θα σας πω: ο Αριστοτέλης πέθανε, κι όχι τώρα πρόσφατα.

Για να γίνω πιο συγκεκριμένος, δεν γίνεται να κατασκευάζουμε δίπολα εκ του προχείρου και μετά να καμαρώνουμε επειδή γενναία τάχα διαλέγουμε τη μία ή την άλλη άκρη. Δεν γίνεται να θεωρούμε ότι από εδώ βρίσκεται η κοινωνική δικαιοσύνη και από την άλλη η ερωτική ελευθεριότητα και να λέμε «ναι ρε, θα θυσιάσω την ελευθεριότητα για χάρη της κοινωνικής δικαιοσύνης!». Ξέρετε ποιο κίνημα το διακήρυξε αυτό; Όχι τίποτε πουριτανές φεμινίστριες αλλά ο πρώιμος χριστιανισμός: από τη μια η ερωτική ελευθεριότητα κι ερωτική ελευθερία των εύπορων Ρωμαίων πολιτών (άρα και αντρών) από την άλλη η χειραφέτηση των δούλων και των φτωχών κοριτσιών κι αγοριών που χρησιμοποιούσαν οι Ρωμαίοι πολίτες για τα γούστα τους. Ο πρώιμος χριστιανισμός και στο όνομα της κοινωνικής δικαιοσύνης πολέμησε την ερωτική ελευθεριότητα και την ερωτική ελευθερία. Ο πρώιμος χριστιανισμός, όπως και πολλά σύγχρονα κινήματα, αδυνατούσε να δει τους υπόλοιπους παράγοντες: φύλο, χρήμα, τάξη.

Να το θέσω κι αλλιώς: πολλά κινήματα προτιμούν να καταπνίξουν τις κατακτήσεις λίγων (ας πούμε την ελευθεριότητα), που αποτελεί προνόμιό τους, από το να αγωνιστούν τα κινήματα αυτά ώστε οι κατακτήσεις των λίγων να γίνουν κτήμα των πολλών. Για φανταστείτε να αποφάσιζε το ΚΚΣΕ ότι ο εξηλεκτρισμός πρέπει να κατασταλεί επειδή είναι προνόμιο λίγων· απεναντίας προτίμησε να επιδιώξει να εξηλεκτριστεί ολόκληρη η σοβιετική επικράτεια.

Στην εποχή μας δεν θα έπρεπε π.χ. να πολεμάμε τα προνόμια που δίνει η επιστημονική γνώση στους φορείς της παρά να αγωνιζόμαστε να κατακτηθεί η γνώση αυτή από τους πολλούς (κάτι που βεβαίως δεν θέλει κατά βάθος ο καπιταλισμός, και μιλάω μετά λόγου γνώσεως). Σε κάθε περίπτωση είναι παράλογο να στήνουμε ένα δίπολο στο οποίο βρίσκεται π.χ. η ελευθερία του λόγου ή των πεποιθήσεων από τη μια και η επιστημονική γνώση κι εξειδίκευση από την άλλη, ερήμην παραγόντων όπως φύλο, χρήμα, τάξη κτλ.

Μια τρίτη παρανόηση είναι η σεξουαλικοποίηση του αγγίγματος, όπως αποτυπώνεται στην επιβίωση μιας ιησουίτικης χρηστοήθειας περί το σώμα. Οι Ιησουίτες για σκοπούς διευκόλυνσης των εξομολογουμένων είχαν χωρίσει το σώμα σε ζώνες: ακούσιο ή (χειρότερα) εκούσιο άγγιγμα ισοδυναμούσε με διαφορετικής βαρύτητας αμάρτημα ανάλογα με το μέλος ποιας ζώνης του εξομολογούμενου ερχόταν σε επαφή με το άλλο σώμα, και με ποια ζώνη του. Λόχου χάρη, χέρι (Ζώνη Α) με χέρι (Ζώνη Α), σχεδόν οκέι, καυλί (Ζώνη Δ) εφαπτικώς σε κώλο (Ζώνη Δ), επιτίμια ― με όλες τις ενδιάμεσες διακυμάνσεις και συνδυασμούς.

Το πνεύμα, αν όχι το γράμμα, ενός τέτοιους συστήματος ζει ακόμα. Κάθε άγγιγμα σεξουαλικοποιείται, με υπόβαθρο κι έναν παλαιοφροϋδισμό κατά τον οποίο κάθε άγγιγμα είναι σώνει και καλά σεξουαλικό και δεν πα να λες ό,τι θες.

Βεβαίως έχω πλήρη επίγνωση της κουλτούρας του βιασμού, πλήρη όσο μου επιτρέπει το γεγονός ότι δεν την έχω υποστεί σχεδόν ποτέ· επίσης έχω ακόμα πληρέστερη εποπτεία της πονηριάς και της ευελιξίας και της γενικότερης ωμής μαλαγανιάς της κουλτούρας του βιασμού. Παρόλ’ αυτά τα αγγίγματα, όπως και τα κείμενα που λέγαμε πιο πάνω, ερμηνεύονται εντός πλαισίων και με βάση το περικείμενο: ποιος, πού, πώς, πότε, γιατί, τι προηγήθηκε κτλ. Δεν γίνεται να εξοστρακίσουμε το άγγιγμα από τη ζωή μας ή να το περιχαρακώσουμε μέσα σε ζώνες ασφαλείας, συμβολικές ή πραγματικές.

Βεβαίως εδώ τα πράγματα περιπλέκονται άσχημα γιατί ήδη βρίσκεται υπό διαμόρφωση ένα καινούργιο απατηλό δίπολο, το οποίο μάλιστα δεν διαθέτει καν ενδιάμεσες διαβαθμίσεις: από τη μια το «δεν αγγίζουμε κανέναν και καμμία» γιατί το άγγιγμα είναι εγγενώς σεξουαλικό και άρα (…) παραβιαστική συμπεριφορά· στο άλλο «άκρο» τα ελεύθερα πιασίματα, τα «παλαμαριαστείτε και χουφτωθείτε παντού κι όπως να ‘ναι», διάχυτος ερωτισμός όλων με όλους ανά πάσα στιγμή, βγαλμένα από τη χαζή Ροζ Ομίχλη του Μπορίς Βιάν.

Και πάλι εδώ δεν υφίσταται κανένα δίπολο μόλις συνυπολογιστούν οι παράγοντες του φύλου, της τάξης, αλλά και το γενικότερο περικείμενο και τα συμφραζόμενα: μάλλον είμαι κατά βάθος ελαφρώς τοξικό cis αρσενικό για να πιστεύω ότι όλες κι όλοι εκτός πλαισίου και ανά πάσα στιγμή θα σπεύσουν να ανταποκριθούν στις (ας πούμε) μόνιμες καύλες μου. Ακόμα πιο απλά, «παραμέρισε τη συναίνεση και όλα θα πάνε κατά διαόλου»: το δικό μου προνόμιο για όχι πρέπει να το έχουν όλες κι όλοι.

Συνοψίζοντας, αυτά που κινδυνεύει να χάσει η εποχή μας, και μιλάω για την προοδευτική και κινηματική και δυναμική εκδοχή της εποχής μας, είναι δύο:

Αυτό που λέμε nuance στα αγγλικά (και δυσκολεύομαι να μεταφράσω, όπως τη μπέσα, το φιλότιμο και το κέφι): δεν ερμηνεύονται τα πάντα με βάση απλούς τυφλοσούρτες, δεν κόβονται όλα τα υφάσματα πάνω στο ίδιο πατρόν, δεν μπορείς να σχεδιάσεις τα πάντα με κανόνα και γνώμονα ― μάλλον θα σου ξεφύγουν τα περισσότερο ενδιαφέροντα σχήματα αν το αποπειραθείς.

Το δεύτερο είναι η ανάγκη μας για όνειρο. Το βίτσιο, η λογοτεχνία, ο χαβαλές και άλλα πολλά είναι όνειρα· δεν είναι απαραιτήτως ευχάριστα ή τρυφηλά όνειρα, μπορεί να είναι ο εφιάλτης της κακοποίησης ή το καθαρτικό όνειρο της εκδίκησης ― βρίσκονται όμως στη βάση της ελευθερίας και πολλάκις της χαράς μας.

Δεν χρειαζόμαστε άλλες καλόγριες. Ίσως στο μέλλον να μη χρειαζόμαστε ούτε το «αντίθετό τους». Απλοϊκά μιλώντας, χρειαζόμαστε περισσότερη εμπιστοσύνη στο όνειρο, περισσότερη ελευθερία, καθώς και περισσότερη βάσανο και περισσότερο κόπο για να υφάνουμε αυτό το έρμο το nuance.

Σατάν

satan

Γενικά οι θρησκείες είναι για τα μπάζα· όλες οι θρησκείες: παλιές δοκιμασμένες λύσεις σε λάθος προβλήματα. Από την άλλη, οι θρησκείες είναι αρκετές ευρείες για να επιτρέπουν στους πιστούς τους να κάνουνε του κεφαλιού τους μέχρι ενός σημείου χωρίς καν να γίνουν αιρετικοί κι αφορισμένοι: από τους μειλίχιους ασκητές του Γάγγη μέχρι τα εθνικιστικά σκυλιά του BJP, από τους χαμογελαστούς βουδιστές χωρικούς μέχρι τους ζαμπόνηρους Ταϋλανδούς μοναχούς κ.ο.κ.

Οι μεγάλες θρησκείες είναι όντως αυτό που οι Άγγλοι λένε broad churches, αρκεί να είσαι έτοιμος να ερμηνεύσεις την κωμική μυθολογία τους ως απείκασμα πνευματικού βάθους και μεταρσιωτικού ύψους.

Από αυτή την άποψη είναι τερατώδες να αξιολογούμε ένα δισεκατομμύριο μουσουλμάνους με βάση τη συμπεριφορά μιας μερίδας φανατικών ή αυτής των γνήσια καταχθόνιων ουαχαμπιστών. Φανταστείτε να αξιολογούνταν η Χριστιανοσύνη με βάση τους αμερικανούς Βαπτιστές ή τους μοναχούς της ερήμου της Ιουδαίας.

Αυτά για τις μεγάλες θρησκείες, γιατί οι μικρές και οι σύγχρονες θρησκείες, κάτι μάρτυρες του Ιεχωβά, μορμονισμοί και σαηεντολογίες, τείνουν να είναι κανονικά τρελοκομεία και όσον αφορά το κοινό τους και όσον αφορά την οργάνωσή τους (επιτήρηση και τιμωρία κτλ.).

Μια μικρή θρησκεία που καθόλου δεν μου κάθεται είναι ο σατανισμός. Μη με παρεξηγείτε, πάντοτε ήμουν με τους κακούς όταν έβλεπα κινούμενα σχέδια και παρόμοια: με τον Ζόλταρ, με τη Βάντα, με τον Νταρθ Βέιντερ, με όλους τους τύπους και τις τύπες που έκαναν μουάχαχα ρίχνοντας πίσω το κεφάλι τους με οίηση και μέθη.

Αλλά εδώ μιλάμε για θρησκεία, ρε μαν. Μου είναι δύσκολο να χωνέψω ότι παίρνεις τον κομπλεξικό πεπτωκότα άγγελο μιας μονοθεϊστικής θρησκείας, έναν κοσμικό Ιζνογκούντ, και χτίζεις μια θρησκεία πάνω του: «Άσε με να βασιλέψω δίπλα σου, Θεέ», «Όχι Εωσφόρε!», «Ντου αλάνια μου, πάρτε τον!», «Μιχαήλ, όρμα τους.», «Αααααααααα» ― εδώ στο «Αααααααααα» φανταστείτε τον στυλιζαρισμένο άγγελο των Led Zeppelin να πέφτει στην Άβυσσο.

Μια παρένθεση για τους δύο αρχαγγέλους Μιχαήλ και Γαβριήλ στα θυρόφυλλα του ιερού των εκκλησιών μας: δεν αντιπροσωπεύουν τις δύο κυρίαρχες εκδοχές του κουήρ άντρα; Ο ένας με στολή, ξίφος και μπρατσόνια, ο άλλος με μακιγιάζ, λέλουδο και κελεμπία. Εδώ τα υπόλοιπα για τους αγγέλους.

Λένε λοιπόν οι σατανιστές ότι ναι, ο Εωσφόρος που λατρεύουν, ο πεπτωκώς άγγελος, είναι ακριβώς αυτό: ο αντάρτης κατά της μονοθεϊστικής απολυταρχίας, αυτός που κρυγάζει non serviam απέναντι στην εξουσία και στους τσάτσους της που ανταποκρίνονται στα «στώμεν καλώς», η χαρά της Φύσης απέναντι στη σκυθρωπή αποστείρωση των αποπνευματωμένων, η ανταρσία του Ανθρώπου απέναντι στον υπερβατικό Τύραννο (με ολίγη από σφαγιασμένα κοτόπουλα και οργιάκια που τα κάνεις και χωρίς πεντάλφες ― αλλά ας μην πλατειάζω). Πολύ ωραία όλα αυτά. Με μία μικρή διαφορά: στην καλύτερη περίπτωση δεν υπάρχει ένας σατανάς αλλά δύο· στη χειρότερη ο σατανάς είναι ο τσάτσος του Θεού.

Ο ένας σατανάς είναι ο Εωσφόρος και η παρέα του, οι οποίοι στασίασαν και κατέληξαν στην Άβυσσο, κατέληξαν πιο συγκεκριμένα «εἲς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον τὸ ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καὶ ἀγγέλοις αὐτοῦ», αυτό το ίδιο για το οποίο σύμφωνα με τη γνωστή περικοπή ο Χριστούλης προορίζει κάθε λογής πλούσιους και μισάνθρωπους, παρεμπιπτόντως. Και εκεί βρίσκεται, λέει η μυθολογία, ο στασιαστής τσαμπουκάς: στην Κόλαση, στου πηγαδιού τον πάτο κατά τον Δάντη. Δεν έχει καν την ευχέρεια, σαν τον Μαμ-Ρα, να ξυπνάει κάθε τόσο από τον αιώνιο ύπνο του. Ο Διάβολος δεν είναι ο αφέντης της Κόλασης, είναι ο κατάδικος για τον οποίο φτιάχτηκε η Κόλαση. Σιγά μην του έφτιαχνε ο Άλλος βασίλειο του αντάρτη: Πανάγαθος είναι, όχι κομματάρχης.

Αυτός είναι ο ένας σατανάς λοιπόν, η εν πάση περιπτώσει ο σατανάς που εμπνέει τους σατανιστές να είναι φιλάνθρωποι και αντίθεοι και να βγάζουν κωλοδάχτυλα, κερατάκια και non serviam απέναντι στις εξουσίες: ο πεπτωκώς Εωσφόρος.

Πάντως πρέπει πριν την πτώση του να ήταν μεγάλη μούρη ο Εωσφόρος, όχι μόνο γιατί το λέει ο Μίλτον αλλά και λόγω του εξής μυστηριώδους ψαλμικού χωρίου (Ψαλμός 109, ή 110 αν είσθε αλλόδοξος): « Εἶπεν ὁ Κύριος τῷ Κυρίῳ μου· κάθου ἐκ δεξιῶν μου, ἕως ἂν θῶ τοὺς ἐχθρούς σου ὑποπόδιον τῶν ποδῶν σου. […] ἐκ γαστρὸς πρὸ ἑωσφόρου ἐγέννησά σε.» Η χριστιανική ερμηνεία είναι ότι ο Θεός Πατέρας μιλάει στον Θεό Υιό και τον συγκρίνει με τον Εωσφόρο, η ιουδαϊκή είναι είτε wtf, bro?, είτε φιλολογική.

Ο άλλος σατανάς, ο ἄγγελος σατᾶν, είναι αυτός που ξέρουμε από τη δράση του στην ιουδαϊκή και στη χριστιανική μυθολογία: αυτός που απάτησε την Εύα (εκτός κι αν ήταν εκείνη η γκομενάρα η Λίλιθ, αλλά ας μην μπούμε στα αποκρυφιστικά), αυτός που καυλώνει μοναχούς και λαϊκούς, αυτός που έκανε ντηλ με τον Θεό για να καταστρέψει τον Ιώβ, έτσι για να δούν οι δυο τους μια Τρίτη απόγευμα αν θα βλαστημήσει και αν θα σιχτιρίσει τον Θεό του, αυτός που έπιασε τον Χριστό στην έρημο (σε μια από τις αγαπημένες μου βιβλικές σκηνές) και τον πέρασε κρας τεστ, άγρια και ζόρικα κρας τεστ ομολογουμένως.

Αυτός ο σατανάς δεν είναι παρά ένας μπράβος που «του επιτρέπει» ο Θεός να πηγαίνει να τσεκάρει αν οι δούλοι Του (αλλά και ο Υιός Του) Τού είναι πιστοί ή αν Του κάνουν νερά. Είναι ένας παρακρατικός του Θεού, οπότε οι λειτουργοί Του τον ταράζουν στη νομιμότητα και στους εξορκισμούς όπου τον πετύχουν αλλά ας μην κοροϊδευόμαστε: για τον Κύριο Σαβαώθ δουλεύει κι αυτός αλλά μαφιόζικα, στη σκιά.

Επιπλέον, αυτός ο διάολος είναι άλλοθι: εκείνος που, λέει, ευθύνεται για νεκρά παιδάκια (από καρκίνους, λιμούς, λιτότητες ή βόμβες ― αδιάφορο), που βάζει λευίτες να βιάζουν άλλα παιδάκια, που ξεκινάει πολέμους, που βάζει τους φονιάδες να γίνουν φονιάδες κτλ. Κάνει όλες τις βρωμοδουλειές με τις οποίες δεν θέλει να σπιλώσει τα άχραντα και άπλαστα χέρια Του το Μεγάλο Αφεντικό του (και δικό μας).

Εννοείται ότι αιώνες χριστιανικής και ισλαμικής θεολογίας προσπαθούν να μας πείσουν ότι αυτοί οι δύο σατανάδες είναι ο ένας και ο αυτός, ο πεπτωκώς άγγελος (η ιουδαϊκή θεολογία τον έχει σε γενικές γραμμές κλασμένο τον διάολο). Κι όμως αν δεν είναι δύο οι σατανάδες, ο ένας αντάρτης δεσμώτης και ο άλλος σκιώδης μπράβος, τότε ο Σατανάς είναι και τα δύο: αντάρτης που έγινε λίγο χαφιές, ένας κανονικός ασφαλίτης.

Ε, αυτόν θέλετε να λατρέψετε ρε παιδιά;

Ουαί;

defeatist

Κάθε εποχή, λέει, έχει τον ιδανικό της άνθρωπο, το ίνδαλμά της: τον ήρωα οι ομηρικοί χρόνοι, τον καλόν καγαθόν οι κλασικοί, τον άγιο ή τον ιππότη κάποιες εκδοχές του Μεσαίωνα, τον πανεπιστήμονα κάποιες εκδοχές της Αναγέννησης, το ελεύθερο πνεύμα ο λογοτεχνικός 19ος αιώνας κτλ.

Επίσης κάθε ομάδα, κίνημα αλλά και καθένας ξεχωριστά που έχει γνώμη (δηλαδή όλοι) επικεντρώνουν την κριτική τους για τα δεινά της εποχής ή της κοινωνίας σε μία κοινωνική ομάδα ή σε έναν τύπο ανθρώπου, πραγματικό ή πεποιημένο: ο Σωκράτης στους σοφιστές και ο Αριστοφάνης στον Σωκράτη, ο Χριστός στους Φαρισαίους ― άλλωστε μόνον αυτούς και μια συκιά καταράστηκε ο Κύριος, αφήνοντας τις υπόλοιπες κατάρες για τη δεύτερη Παρουσία Του.

Αυτή την πρακτική τη βλέπουμε να εφαρμόζεται συνέχεια: παλιότερα τα νεοελληνικά δεινά τα ενσάρκωνε ο μαλλιαρός ή ο καθαρευσιάνος, αργότερα ο χαφιές ή ο κομμουνιστής ή ο βασιλικός ή ο υπαρξιστής· αυτόν τον αιώνα ήρθε η σειρά των γιδιών, του κυρ-Παντελή (που δεν ήθελε να μεταρρυθμιστεί), των νεοφιλελέ ή των συριζαίων.

Πάντως σε περιόδους σχετικής ανάπαυλας από τον λεγόμενο διχασμό (δηλαδή από κάθε μορφής ταξική διαμάχη στην οποία οι αδύναμοι δεν έχουν ηττηθεί εξαρχής) ο ελληνικός λαός τα ρίχνει όλα συλλογικώς στον εαυτό του («δεν είμαστε λαός», «είμαστε ζώα») και στη «φυλή» και τις κατάρες της· άλλοτε τα ρίχνει στο Κράτος που δεν υπάρχει, αν και η παρουσία η δική του είναι διαρκής και θριαμβεύουσα σε όσα αφορούν το ίδιο και τους εκάστοτε ιδιοκτήτες του.

Ποτέ όμως ποτέ δεν φταίει η Εκκλησία (στην αφηρημένη εκδοχή της), το ΚΚΕ (που τραβάει την ανηφόρα, μοναχικό, ασχέτως πού πάει), ο απλός ο κόσμος (που τον εκμεταλλεύονται) αλλά και οι (κατά φαντασίαν) αστοί μας: αυτά τα πανάκριβα μπιμπελό που γεμίζουν τα κενά τραπεζοκαθίσματα αναίτια ακριβών εστιατορίων, καφέ και μπιστρό αλλά και κοσμούν τις κερκίδες του Ηρωδείου, του Μεγάρου, της Επιδαύρου ή τις κλίνες του τρέχοντος «καλού» νησιού και της Αράχωβας.

Το να τα ρίχνεις όλα σε κάποιον τύπο (π.χ. τον φασαίο, την ίφλουεσερ, τον κυρ-Παντελή ή τον πρασινοφρουρό) δεν είναι απαραιτήτως παράλογο: κάθε κοινωνία διαθέτει είτε μια μικρή ομάδα που την καθορίζει με τον δυναμισμό, την αδράνειά ή με τα προνόμιά της είτε μια μικρή ομάδα (ή και τύπο) που με τα χαρακτηριστικά της την αντανακλά τρόπον τινά.

Συνήθως το πρόβλημα βρίσκεται στην επιθυμία μας να αναγνωρίσουμε ή να κατασκευάσουμε τον αίτιο των δεινών μας με βάση τις δικές μας επιθυμίες ή τα δικά μας απωθημένα ― και δεν μιλάω καν για τον μολυσματικό βάλτο του κάθε ρατσισμού («οι Εβραίοι φταίνε για όλα») ή της θηριώδους μισανθρωπίας («εισβολή λάθρο για να μας εξισλαμίσουν αφού πρώτα μαγαρίσουν διάφορα περιουσιακά μας όπως π.χ. τις γυναίκες μας»).

Κάθε φορά που κάποιος στήνει τον αχυράνθρωπό του ή την ομάδα σκιάχτρων του για να ρίξει κατάρες κι αναθεματισμούς, κάθε φορά δηλαδή που κάποιος περιγράφει τον αποδιοπομπαίο τράγο του σκέφτομαι την Τασσώ Καββαδία στον ρόλο της στη Στέλλα, εκεί όπου μιλάει με απέχθεια για τα φρικτά μπουζούκια. Συγκεκριμένα, σκέφτομαι  τρία πράγματα:

  1. πόσο φρικτά μπορεί να είναι τα χατζιδακικά μπουζούκια;
  2. πόσο φρικτά μπορεί να είναι τα μπουζούκια όταν η εναλλακτική σου λύση είναι το ελαφρύ τραγούδι, τα απόνερα σανσόν και λάτιν ρυθμών αλλά κι ό,τι απέμεινε από Αττίκ;
  3. μήπως μπερδεύουμε την ύπαρξη του άλλου με την όποια επιρροή ή επιδραστικότητά του; ακόμα χειρότερα, μήπως τον θεωρούμε αυθαίρετα χαρακτηριστικό μιας πολύ μεγαλύτερης ομάδας;

Αυτά εν ολίγοις· και ο νοών νοείτω, που έλεγαν κι οι επιφυλλιδογράφοι.

Μπλογκ το 2020;

Photo 16-5-20, 23 42 24

Άνοιξα το μπλογκ σχεδόν για πλάκα γιατί ζήλεψα τον Τάλω, μετά μου φάνηκε ότι θα λειτουργούσε άριστα ως χρήσιμο αποθετήριο κειμένων μου.

Και πού αλλού να δημοσίευα;

Άκρες στον λογοτεχνικό κόσμο της Ελλάδας δεν είχα, και ούτε θα αποκτήσω: με περιορίζουν η απόσταση, οι μειωμένες αντοχές, η απροθυμία να πάρω στα σοβαρά τον εαυτό μου, καθώς και η αμέλεια στην καλλιέργεια και φροντίδα διασυνδέσεων. Επίσης, φευ, είμαι ατάλαντος, ιδίως σε σύγκριση με τις λαμπρές «γραφίδες» των νεοελληνικών γραμμάτων.

Επίσης οι εφημερίδες και τα περιοδικά ήταν εκτός συζήτησης, αφού τον επαγγελματικό δρόμο προς τις εφημερίδες μού τον έκλεισε ο πατέρας μου νωρίς (ευχαριστώ, πατέρα, όπως σε ευχαριστώ που δεν είσαι αυθεντία σε τίποτα, ώστε να πρέπει και σε αυτό να αναμετρηθώ μαζί σου περιφέροντας τα στίγματα των υικών Παθών μου).

Παράλληλα, όπως ο Πρύτανης των Ελλήνων μπλογκάδων μού τόνισε κάποτε, όσα γράφω εδώ μέσα (και ελάχιστα αλλού) είναι για μένα πάρεργο: αλλού δραστηριοποιούμαι, άλλη δουλειά κάνω, αλλού πατάω, αλλού βρίσκομαι ― εδώ καλά καλά δεν ανέβαζα κείμενα για να βρω γκόμενες, παρά για το γούστο… Με άλλα λόγια, μου λείπει και η δέουσα σοβαρότητα και αφοσίωση που απαιτεί η ενασχόληση με τη Γραφή (με γάμμα κεφαλαίο).

Πιθανόν για όλους αυτούς τους λόγους γράφω ακόμα εδώ μέσα, και πρόκειται να συνεχίσω. Άλλωστε μού είναι απεχθής η αδυναμία αρχειοθέτησης και η λήθη που συνοδεύουν όσα γράφονται στα σοσιαλμήντια.

Άσε που το μπλογκ, εκτός από το ωραίο ταξίδι, μου έδωσε και τα τρία βιβλία μου: το Νάφε, το Κυρίως το σεξ και το De amore· ας είν’ καλά και πολυχρονεμένος ο παλαβός ο άνθρωπος που πήγε και δημοσίευσε τα ξινόμηλα που γράφει ένας ψευδώνυμος άσχετος.

«Δεν είσαι δομικά αστός»

Photo 12-11-15 - 22 19 48

Γιώργος Παπαναγιώτου: Πάντως επειδή δεν θέλω να σε αδικήσω: υπάρχει μια ωραιοπάθεια, δεν θα την πω ναρκισσισμό γιατί δεν τους λείπει η ενσυναίσθηση, σ[τον Παπαγιώργη] και στον Βακαλόπουλο και σ’ όλη τη γενιά, που αφορά την εποχή και τον τρόπο που βλέπουν τα πράγματα, μια ωραιοπάθεια εμπειρίας και ματιάς στον κόσμο, κατ’ επέκταση ανάγνωσης και καταγραφής του. Ως αποτέλεσμα αυτής προκύπτει αυτό που χαρακτηρίζεις ακατανόητο. Νομίζω αντιστέκεσαι ― υγιές ― να υποκύψεις στη λογική της. Όσοι αφήνονται σ αυτήν γίνονται δέσμιοι. Συχνά τους αρέσει κι ο Σαββόπουλος 😛

Σραόσα: Σωστά το θέτεις. Εμένα και ο μη-δοκιμιακός πρώιμος Βακαλόπουλος μού άρεσε, και ο Σαββόπουλος μέχρι τα Τραπεζάκια: είμαι ένας απλός χαρούμενος άνθρωπος κατά βάθος.

Γιώργος Παπαναγιώτου: Εγώ νομίζω ότι είσαι κάτι περισσότερο σ’ αυτό τον κομμάτι: δεν είσαι δομικά αστός. Αυτό που περιγράφω παραπάνω είναι μια αστική συνθήκη. Μια συνθήκη παραγωγής αστικών υποκειμένων που ωραιοποιούν τα τραύματα τους για να τα αντιμετωπίσουν. Κτγμ τα μεγεθύνουν τελικά γιατί δεν αποστασιοποιούνται από τη συνθήκη αλλά τη μεγεθύνουν ως πεδίο ανάγνωσης και παραγωγής λόγου. Εσύ πιστεύω ότι δεν υποφέρεις από αυτό, άσχετα αν μεγάλωσες σε πόλεις. Δεν είναι τυχαίο ότι ως αντιδιαστολή επέλεξες τη λέξη «απλός», το άγιο δισκοπότηρο του αστού, αυτό που ποτέ δεν βρίσκει. Τέλος συνεδρίας, 100€ σε bitcoin, ευχαριστώ.

(Γιατί κάποιοι διάλογοι στο φέισμπουκ αξίζουν να απαθανατίζονται.)

Η αμηχανία απέναντι στο παρελθόν

plaque

Αγάλματα

Μετά το γκρέμισμα του ανδριάντα του δουλέμπορου Κόλστον στο Μπρίστολ ξανάνοιξε μια συζήτηση καίρια και αναγκαία: τι πρέπει να κάνουμε με τα μνημεία της βαρβαρότητας.

Θεσμοί και μη θεσμοί

Μια πρώτη παρατήρηση είναι η εξής: το αυθόρμητο λαϊκό ξέσπασμα που οδήγησε τον φιλάνθρωπο δουλέμπορο στον πάτο του Έιβον ακολούθησε χρονικά την εξαγγελία του κυβερνήτη της Βιρτζίνιας ότι επέκειτο (και επίκειται ακόμα) η αποκαθήλωση του έφιππου ανδριάντα του στρατηγού Λη από το κέντρο του Ρίτσμοντ. Η αυθόρμητη πράξη των Μπριστολιανών οδήγησε τον δήμο της Αμβέρσας να αποφασίσει να μετακινήσει τον ανδριάντα του Λεοπόλδου Β’ από την πλατεία την οποία κοσμούσε στο μουσείο Middelheim. Επίσης, η βίαιη noyade που υπέστη ο ανδριάντας του δουλεμπόρου έδωσε το έναυσμα στον δήμο του Λονδίνου να επανεξετάσει κατά πόσο τα μνημεία της πόλης αποτυπώνουν τον πολυσυλλεκτικό και πολυεθνικό χαρακτήρα της.

Βλέπουμε πώς η νομιμότητα (κυβερνήτης Βιρτζίνιας, δήμοι Αμβέρσας και Λονδίνου) και η αυθόρμητη λαϊκή βούληση (π.χ. των Μπριστολιανών) αλληλεπιδρούν με σύνθετους και περίπλοκους τρόπους.

Η αντίληψη ότι στις δημοκρατίες όλα ξεκινούν θεσμικώς από τους εκλεγμένους αντιπροσώπους και όλα τελειώνουν στην εκλογή αντιπροσώπων και τη θεραπεία των θεσμών είναι ένα υπεραπλουστευτικό σχήμα. Το εν λόγω σχήμα, που συνοψίζεται ως «τίποτε αδιαμεσολάβητο από θεσμούς, καμμία πολιτική πράξη που δεν προέρχεται από εκλεγμένους αντιπροσώπους», ενδεχομένως αποτελεί ιδεώδες κύκλων με ολιγαρχικές βλέψεις και ξέρουμε πλέον πως είναι ιδανικό για να νουθετεί αυστηρώς λαούς χωρών υπό χρεοκρατική ή άλλη κατάληψη· δεν αποτελεί ωστόσο θέσφατο ή αξίωμα.

Γκρέμισμα ή αντίστιξη;

Δεν θα έπρεπε να επαναχωροθετούμε κριτικά τα όποια μνημεία βαρβαροτήτων αντί να τα αποκαθηλώνουμε; Γκρεμίζοντας τα μνημεία δεν καταργούμε τη μνήμη; Εδώ έχω τρία σχόλια.

Το πρώτο σχόλιο: είναι υποκριτικό να τίθενται τέτοια ερωτήματα από όσους χειροκροτούσαν το γκρέμισμα αγαλμάτων του Σαντάμ Χουσεΐν αλλά και του Λένιν.

Το δεύτερο: ο ναζισμός κι ο φασισμός, το δουλεμπόριο και η αποικιοκρατία δεν αποτελούν «αμφιλεγόμενες» περιόδους αλλά μαζικά εγκλήματα που βρίσκονται πέρα από τις ανθρώπινες (πολύ ανθρώπινες) αμαρτίες της τυραννίας ή και της μαζικής σφαγής.

Το ζητούμενο λοιπόν δεν μπορεί να είναι να πάρουμε σβάρνα τα μνημεία σε ανθρώπους που έκαναν «κακά πράγματα»: αφενός δεν θα μείνει κανένα όρθιο, αφετέρου μια τέτοια νηπιακή νοοτροπία ανήκει σε οπαδούς του Τραμπ και σε κάθε λογής συνωμότες της Νέας Αμάθειας .

Ταυτόχρονα, βεβαίως και θα ανατιναχτεί η σβάστικα στη γερμανική Καγκελαρία, βεβαίως ο Κόλστον (έστω και συμβολικά) ανήκει στου ποταμιού τον πάτο, βεβαίως και το μικρό πλην τίμιο Βέλγιο δεν έχει τίποτε να τιμήσει στο πρόσωπο του Λεοπόλδου του Β’. Απεναντίας, όσο και να μισεί κανείς τη Θάτσερ ή τον Ραμσή τον Β’, είναι προτιμότερο χωροταξικά να απαντήσει στα μνημεία τους με άλλα μνημεία, να αφήσει τα ορόσημα της μνήμης να συνδιαλέγονται στον δημόσιο χώρο. Όμως, ισχύει και το

Τρίτο σχόλιο: Ας μη γελιόμαστε πως τα δημόσια μνημεία  στήνονται από τις εκάστοτε αρχές για να τονώνουν τη μνήμη και να συνεισφέρουν στον διάλογο για το παρελθόν. Τα μνημεία στήνονται για να διδάσκουν σε ποιους ή σε ποιον πρέπει τιμή και (ενίοτε) προσκύνηση.

Σχεδόν κάθε μνημείο αποσκοπεί στην εργαλειοποίηση αν όχι στην καπήλευση της μνήμης ― μια βόλτα στη Θεσσαλονίκη, στην Αθήνα ή στην κεντρική πλατεία οποιασδήποτε επαρχιακής πόλης αρκεί να μας πείσει. Είναι λοιπόν αφελές να πει κανείς «αφήστε τον Κόλστον στο βάθρο του κι απέναντί του φτιάξτε ένα μνημείο για τους ανθρώπους που πούλαγε σαν δαμάλια κι ενίοτε φουντάριζε για να εισπράξει ασφάλεια». Το άκομψο δημώδες «σκατά στον τάφο του» είναι η κατάλληλη στάση εν προκειμένω.

Μικρές πλην άτιμες αποικιοκρατίες

Πολλοί κοροϊδεύουν τον βρετανικό ιδεασμό (ακόμα και εν έτει 2020) ότι η Αυτοκρατορία τους είχε εκπολιτιστική και γενικότερα φιλάνθρωπη στόχευση και δράση. Οι Γάλλοι και Ισπανοί αποικιοκράτες έχουν ξεφτιλιστεί προ πολλού. Μας ξεφεύγει όμως η ανείπωτη φρίκη του βελγικού Κογκό, προσωπικού φέουδου του Λεοπόλδου Β’ με τον τρόπο που η Σαουδική Αραβία είναι (εν έτει 2020) ιδιοκτησία του οίκου των Σαούντ. Μας ξεφεύγει η ολλανδική βαναυσότητα στην Ινδονησία, όπου οι τάχα πράοι τυροφάγοι έσφαζαν μαζικά και έδωσαν το καλό παράδειγμα για γενοκτονικές υπερπαραγωγές και για κακοδαιμονίες που αποτελούν πραγματικότητα ακόμα και εν έτει 2020.

Κείμενα

Τα κείμενα δεν είναι αγάλματα. Δεν στέκονται στον δημόσιο χώρο για να νουθετούν. Παράλληλα, τα κείμενα αποτυπώνουν την εποχή τους. Ήδη από την αρχαία Ινδία και τους Αλεξανδρινούς και τους κορανικούς φιλολόγους της Βαγδάτης γνωρίζουμε ότι τα κείμενα χρειάζονται υπομνηματισμό. Το υπόμνημα παρέχει το περικείμενο και τα συμφραζόμενα που χρειαζόμαστε για να κατανοήσουμε τα κείμενα και, αν είμαστε τυχεροί, να πάρουμε από αυτά μια ερμηνεία.

Η επιμονή στην Ελλάδα για καθολική διδασκαλία των Αρχαίων Ελληνικών και, εσχάτως, των Λατινικών αποτελεί λοιπόν προσπάθεια να παρακαμφθεί το πραγματικό πρόβλημα: κείμενα κεφαλαιώδη για τον νεοελληνικό και τον ευρωπαϊκό και τον ανθρώπινο πολιτισμό παραμένουν κακομεταφρασμένα στα Νέα Ελληνικά και, ιδίως, μη υπομνηματισμένα. Ακόμα και όσοι μαθαίνουν τελικά Αρχαία στο σχολείο μπορούν μεν να κουτσοδιαβάσουν το καθ’ όλα αδιάφορο Ξενοφώντα αλλά δεν καταλαβαίνουν για τι πράγμα μιλάει ο Ηρόδοτος ή ο Ευριπίδης ή και ο Αριστοφάνης ― ακόμα κι αν περήφανα μπορούν να τους διαβάσουν από το πρωτότυπο (…). Αυτά τα λέει ο Γιώργης Γιατρομανωλάκης εδώ και τριάντα χρόνια.

Τα κείμενα χρειάζονται υπομνήματα, όχι damnatio memoriae. Πρέπει να εξηγήσεις στον αναγνώστη τι είναι η ίζμπα στον Ντοστογιέφσκι, τι είναι η μπουγιότα στον Τσίρκα, τι είναι τα άλφιτα στον Θουκυδίδη, αλλά και τι είναι ο σεξισμός στη Μήδεια του Ευριπίδη και ο ρατσισμός στον Χάκλμπερυ Φιν.

Γυμνότητα

23331043_521422624890655_6841865379767470265_o

Ξεκινάω να το γράφω αυτό ξεκαθαρίζοντας ότι δεν εξυπακούονται σεξουαλικές ή και ερωτικές ερμηνείες σε ό,τι θα πω. Δεν είναι η ερωτική γυμνότητα το θέμα μας εδώ.

Λέω λοιπόν ότι δεν γνωρίζεις κάποιον πραγματικά αν δεν έχεις τον δεις γυμνό.

Τέκνα του νεοπουριτανικού μας αιώνα, μην ταράζεστε: όταν λέω «γυμνό» εννοώ και με μαγιό.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Το πρόσωπο, ο πίνακας ελέγχου του σώματος κατά τον Κούντερα, λέει πολλά. Δεν τα λέει όμως όλα. Το πρόσωπο είναι μια ρητή και ενίοτε κραυγαλέα αλήθεια· όμως δεν είναι απαραίτητα όλη η αλήθεια.

Τα ρούχα πάλι μπορεί να λένε αυτά που θέλουμε εμείς ενώ κάλλιστα μπορεί να μην είναι καν υπό τον έλεγχό μας, αν ντυνόμαστε όπως να ‘ναι. Όμως, στην καλύτερη περίπτωση, λένε την ιστορία που θέλουμε εμείς να πούμε.

Ωστόσο το γυμνό μας σώμα είναι σχεδόν αδιάψευστο. Το γυμνό σώμα συμπληρώνει την ιστορία που λέει ή που προσπαθεί να πει το πρόσωπό μας. Πολλές φορές αναιρεί εν μέρει την ιστορία που θέλει το πρόσωπό μας να πει.

Όλα μιλάνε στο γυμνό μας σώμα: πώς στεκόμαστε, τα σημάδια του, οι εντάσεις και οι χαλαρώσεις του, οι επεμβάσεις μας σε αυτό είτε είναι αισθητικές είτε είναι γυμναστικές είτε είναι δερματοστιξίες και μικρά κομμάτια μέταλλο. Οι φτέρνες μας και οι παλάμες. Οι καμπύλη των γλουτών, πλάσμα γυμναστικής, καθισιού, μαχαιριού ή ατελείωτων διαδρομών. Η κοιλιά, ο μεγάλος μαρτυριάρης. Το σχήμα των ποδιών και η στάση της πλάτης. Η κηπουρική της όποιας τριχοφυΐας…

Η αλήθεια είναι γυμνή. Μπορεί να μην είναι όλη η αλήθεια αλλά πρέπει να είναι γυμνή.

Του Κούλη την ΥπΠο τη λέγανε Μενδώνη / ΜΓΔ

Rally in Athens against the ongoing austerity measures

στους φίλους μου εργάτες της δημιουργίας

Η κυρία Υπουργός είπε κάτι του στυλ ότι οι καλλιτέχνες έχουν εξαντλήσει την υπομονή ή την επιείκεια ή κάποιο άλλο υγρό που τάχα διαθέτει άφθονο η κυβέρνηση του Μητσοτάκη του Β’ του Σωτήρος και Φιλοπάτορος ― εννοώ κάποιο υγρό άλλο από την αριστεία και τη μετακλητότητα.

Να βρω τη δήλωση, να είμαι ακριβής. Ah, la voilà :

«Εξαντλήθηκε η επιείκεια της Κυβέρνησης και του Υπουργείου Εργασίας προς τους καλλιτέχνες.» Αυτό είπε η πολιτική προϊσταμένη του Υπουργείου Πολιτισμού της Ελλάδας.

Επειδή εδώ και χρόνια δεν ζούμε στην Ελλάδα αλλά στη Σημιτική Ξεβλαχία που μετά κατέκτησαν οι Μενευρωπαίοι και τη μετέτρεψαν σε Μνημονιολάνδη (ενδιάμεσα κυβέρνησε κάποιος χρήσιμος βλαξ αλλά τον ξέχασαν), να κάνω μια αναδρομή.

Πολύ πριν γίνει Ξεβλαχία ακολουθώντας το φωτεινό μονοπάτι του Κλικ και του χρυσομέτριου τεχνοκράτη η χώρα λεγόταν Ελλάδα. Η Ελλάδα παρήγε αρχαία και σταφίδα. Μετά ήρθε η Μεταπολίτευση και η ΕΟΚ και στο μεταξύ αποκτήσαμε βιομηχανία και επιδοτούμενη γεωργία και γενικά χόρτασε ο κόσμος ψωμί και μπριζόλες. Παράλληλα, η Μεταπολίτευση και αργότερα το ΠΑΣΟΚ μάς γέμισαν θέατρα, περισσότερα και πιο συναρπαστικά κι αβανγκάρντ από του Λονδίνου, μουσικές τρέλες, ΝΕΚ μαλακίες και υπέροχο ΝΕΚ, εικαστικούς, ποιητές και συγγραφείς σε Αθήνα και Σαλονίκη και αλλού· άσε που γέμισαν οι επαρχιακές πόλεις θιάσους και χορωδίες (πρωτεύουσα των οποίων ήταν η Καρδίτσα).

Κατόπιν γίναμε Ξεβλαχία: οι βιομηχανίες ρευστοποιήθηκαν κι έκλεισαν και έγιναν χαρτζηλίκια των πρώην βιομηχάνων, οι άντρες έπαθαν πανικό ότι τους ευνουχίζουν και σταμάτησαν να πηδιούνται με τη Λίτσα ή τον Κώστα ή τη Λιλή ή με ό,τι πηδιόσαντε τέλος πάντων και αποφάσισαν να γίνουν σαμπανιζέ κοκάκηδες όλοι και να πηδάνε μόνο τα μακρόστενα μοντέλα του Χέλμουτ Νιούτον και τους ίσκιους του Χερμπ του Ριτς. Παράλληλα η τέχνη κι ο πολιτισμός και το βιβλίο κι όλα αυτά έγιναν παλαιοπασόκ «πολιτιστικά» τζάτζαλα. Άλλωστε ποιος τους γαμούσε πια τους Αχαρνής: είχαμε τώρα ιδιωτική τηλεόραση και ευπώλητα παπάρια μάντολες των 770 σελίδων και Mykonos και ψώνια στο Μιλάνο και, über alles, Χριστόδουλο κι Ορθοδοξία. Αυτή ήταν η ζωή, η αυγή της Ξεβλαχίας, το πέρασμα από τη Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς και τις αξύριστες παρτούζες της με μαυροδάφνη στα smooth ντεφιλέ της οδού Φραγκοκκλησιάς.

Το παρόν: το 2020 εκτός από τουριστικός προορισμός η Ελλάδα δεν υφίσταται ως συλλογικό όραμα εκτός αν είσαι Βελόπουλος ή φασίστας (σόρυ, ναι), η Ορθοδοξία είναι τόσο μπίζνες αζ γιούζουαλ που κλαίνε οι πιστοί (και δεν γελάω καθόλου με αυτό), οι ταξικοί αγώνες είναι καπούτ, ο αριστερός στοχασμός είναι είτε για να τον συζητάω εγώ κι άλλοι 15-16 νοματαίοι στο Galaxy, στο Low Profile (οι πουρότεροι) ή στο Residents (όσοι είναι Σαλονικιοί και δεν πρέπει να ξυπνήσουν να εκκλησιαστούν με κάποιον Ψωμιάδη), η αντικουλτούρα δεν ξέρω τι κάνει, να μας πει η ίδια ― να μη συνεχίσω, καταλαβαίνετε.

Ως τι υφίσταται λοιπόν η Ελλάδα; Ως τόπος και λαός που δημιουργεί πολιτισμό και τέχνη. Ναι, δεν μας αρέσει όλη. Ναι, στο θέατρο είμαστε θεοί, στα εικαστικά κάτω από μαύρη νύστα, άλλοι έτσι, άλλοι αλλιώς. Όμως Ελλάδα δεν υφίσταται πια ως τίποτε άλλο πέρα από τόπος και λαός που δημιουργεί. Σόρυ.

Σε μια χώρα που η επιστημονική έρευνα συνεχίζει να αριστεύει παρά το διαρκές κρατικό σαμποτάζ ταξικής αριστείας και παρά τις εκ των έσω επιδρομές ― άρα όχι για πολύ ακόμα ― μόνον ο πολιτισμός μάς μένει. Η κυρία Μενδώνη δεν το ξέρει αυτό ή δεν θέλει να το ξέρει. Η κυρία Μενδώνη ασχολείται με το ασανσέρ στην Ακρόπολη, λες και η Ελλάδα είναι καμμιά Μάλτα του ενός μνημείου, το οποίο πρέπει να μας απασχολεί κατ’ αποκλειστικότητα (όταν δεν μας απασχολεί το Κενό Μνημείο της Αμφιπόλεως). Η κυρία Μενδώνη, ακόμα μία άγαρμπη και μπλαζέ υπουργός Πολιτισμού όπως σχεδόν όλοι οι προκάτοχοί της, είναι κουλ που υποφέρουν οι καλλιτέχνες και δεν θέλει να είναι επιεικής μαζί τους. Άραγε πού καλούνται να δείξουν την επιείκεια τους οι αρχαιολόγοι, όπως η κυρία Μενδώνη; Στο ότι δεν ανασκάπτουν με γκρέιντερ και μπουλντόζες; Αν ναι, καήκαμε πριν καν πει οτιδήποτε.

Η ισχυρή Ελλάδα, η Ελλάδα των τραπεζών που αγόραζαν Βαλκάνια, η Ελλάδα της δουλειάς και των βιομηχανικών ζωνών, η αγροτική Ελλάδα, η Ελλάδα της οποίας η Μεγάλη Ιδέα ήταν εκδοχές της εδαφικής επέκτασης (τελικά εις βάρος μειονοτήτων, ντοπιολαλιών και εκατομμυρίων ξεριζωμένων από Μικρασία και Βαλκάνια) ― όοοολες αυτές οι Ελλάδες τελείωσαν. Πάνε. Πάπαλα. Καπούτ. Μπιτί. Υπάρχει πια η Ελλάδα των γκαρσονιών από τη μια και του πολιτισμού και της γνώσης από την άλλη. Εγώ ξέρω με ποια είμαι. Η κυρία Υπουργός;