Συμβουλές κι ευχολόγια

screen shot 2017-05-10 at 20.47.15
Από τον Codex Serafinianus

Ζαμπουνόπιτα. The usual disclaimers apply.

Η επιθυμία να μπινελικώσουμε σκαιά κάποιον προπετή ή κατά τα φαινόμενα ηλίθιο πρέπει να καταστέλλεται κάθε φορά: είναι προτιμότερο να τον προσβάλουμε με τρόπο που θα καταλάβουν οι άλλοι, αν όχι ο ίδιος.

*

Δεν είναι κακό να είμαστε μύωπες, οι περισσότεροι είμαστε μύωπες σχετικά με πολλά θέματα.

Δεν είναι καν κακό να μη θέλουμε να φοράμε γυαλιά: άλλωστε κοστίζουν, ζαλίζουν, αλλοιώνουν το ωραίο περίγραμμα του προσώπου μας.

Αλλά γινόμαστε πολυμαλάκες αν θέλουμε να πείθουμε τους γύρω μας πόσο εκ των πραγμάτων θολό είναι οτιδήποτε βρίσκεται πιο μακριά από τα δύο μέτρα.

*

Ποτέ δεν αποφαινόμαστε μπροστά σε μια γυναίκα αν είναι καλή μάνα: πρώτα να γίνουμε μάνες εμείς και μετά βλέπουμε.

Ποτέ δεν συγκρίνουμε γυναίκες σαν να είναι μοντέλα μοτοσυκλέτας, ιδίως μπροστά τους.

Ποτέ δεν σχολιάζουμε πόσους και ποιους έχει πάρει μια γυναίκα, ιδίως μπροστά της: στην καλύτερη περίπτωση μάς κάνει να φαινόμαστε ανασφαλείς, στη χειρότερη ανάγωγα σεξιστικά βόιδια.

*

Δεν μιλάμε για πράγματα που δεν ξέρουμε λες και γνωρίζουμε καλά το θέμα μας.

Επιπλέον, ξέρουμε λιγότερα από όσα νομίζουμε, ακόμα και όταν συζητούμε κάτι στο οποίο ειδικευόμαστε επί δεκατίες: για να το διαπιστώσει κανείς αρκεί μία ελαφρά μετατόπιση στην οπτική μας γωνία εξαιτίας κάποιου συνομιλητή.

*

Θε μου, φύλαγέ με από τον άνθρωπο που δεν παραδέχεται τα λάθη του, γιατί μόνον Εσύ μπορείς.

*

Και σε πολιτικό και σε προσωπικό επίπεδο είναι άτοπο να προσπαθείς να πετάξεις έξω τη δυστυχία σου ή την ταλαιπωρία σου και να τις συγκρίνεις με του άλλου. Μπορεί μάλιστα να γίνει προσβλητικό όταν ο άλλος ξεκινάει να μοιραστεί μαζί σου την ταλαιπωρία ή τη δυστυχία του, μήπως και την νιώσει κάπως λιγότερο αποπνικτική.

Παράλληλα, ισχύει η συμβουλή του Γρηγόριου του Θεολόγου: κάθε φορά που θες να την πεις σε κάποιον, δεν είναι κακό να του υπενθυμίσεις ότι κι εσύ ο ίδιος μετέχεις αυτού που στηλιτεύεις. Αυτό δεν είναι υποκρισία· ίσα ίσα, αν θες να κράξεις κάποιον επειδή λ.χ. πίνει ενώ εσύ δεν έχεις πιει ούτε σταγόνα λικεράκι στη ζωή, ενδεχομένως να μην καταλαβαίνεις καν γιατί θα μπορούσε πίνει.

*

Όσοι από εμάς είμαστε συνηθισμένοι να μας κολακεύουν οι άνθρωποι γύρω μας με τις εκμυστηρεύσεις τους και, γενικότερα, με την εμπιστοσύνή τους, καλό είναι να θυμόμαστε δύο λεπτομέρειες:

  1. Δεν ρωτάμε κάτι που δεν μας λέει ο άλλος, έστω κι αν 5 λεπτά πριν μας έχει αποκαλύψει μύχιες και απόκρυφες λεπτομέρειες των περιστάσεων του βίου του.
  2. Τάφος σημάινει τάφος. Τάφος. Ναι, ούτε στην γκόμενα ή στον γκόμενο. Σε κανέναν. Τάφος.
Advertisements

Το αντίθετο της στράτευσης;

Πήγα στην υπέροχη έκθεση του Μόραλη στο Μουσείο Μπενάκη και την καταχάρηκα. Δεν είμαι κριτικός τέχνης αλλά η έκθεση είναι εξαιρετική για δύο λόγους: πρώτον γιατί συγκεντρώνει πάρα πολλά έργα του ζωγράφου που βρίσκονται διασκορπισμένα σε ιδιωτικές συλλογές και που είναι χαρά να τα κοιτάζεις από κοντά, δεύτερον γιατί μπορείς να διακρίνεις και την πάλη του Μόραλη με τον Βελάσκεθ και τον Τσαρούχη στην αρχή της καριέρας του, καθώς και την ωραία σύνθεση Ματίς και Πικάσο στην ώριμη «γεωμετρική» περίοδό του.

Βλέπει κανείς πόσα πορτραίτα έχει κάνει ο Μόραλης, κάτι που προσωπικά μου διέφευγε: τραπεζίτες, διάφοροι άλλοι μεγαλόσχημοι, το ζεύγος Γερουλάνου (που εικονίζεται επάνω), ο βασιλιάς Παύλος. Κι εκεί άρχισα να σκέφτομαι το θέμα της στράτευσης στην τέχνη. Θυμήθηκα τις ατέλειωτες αίθουσες στη National Gallery στο Λονδίνο με πορτραίτα δουκών, κόμηδων και βαρώνων. Αναρωτιόμουν γιατί οι πλούσιοι και ισχυροί πελάτες αποτελούν τάχα ουδέτερο θέμα ενώ αν απεικονίσεις την εκτέλεση Κορεατισσών από Αμερικανούς κάνεις εκπτώσεις στην τέχνη σου και ξεπουλιέσαι στη συνθηματολογία.

Δεν κάνω κριτική στον Μόραλη, σιγά που θα ήμουν άξιος. Άλλωστε νομίζω ότι ο Μόραλης καταφέρνει να πάρει την υπόλοιπη τέχνη του, δείγματα της οποίας φωτογράφισα άτσαλα, και να την πάει πάρα πολύ μακριά. Ειδικά αυτό το γεωμετρικό γυμνό που τανυέται προς τα πίσω είναι μεγαλούργημα. Με δυο λόγια, η τέχνη του βρίσκεται πέρα από τα πορτραίτα διάφορων κυρίων και κυριών.

Είναι όμως υποκρισία να παριστάνουμε ότι η τέχνη, εικαστική ή άλλη, που απαθανατίζει και απομνημειώνει εμπόρους, βαρώνες, υπουργούς, πλουσιοκόρες κτλ. δεν είναι στρατευμένη και ότι η στράτευση αρχίζει με γυμνόστηθες σημαιοφόρους που πατούν επί πτωμάτων ή με μνημειακές συνθέσεις με τον Λένιν. Τα Πάθη του Μπαχ είναι στρατευμένα όσο και τα θεατρικά του Μπρεχτ — κι εξίσου κεφαλαιώδη για τον Δυτικό Κόσμο. Η «στρατευμένη» Γκερνίκα είναι εξίσου κρουστική με τις Δεσποινίδες της Αβινιόν, και οι δυο μπρεχτιανά σφυριά που σφυρηλάτησαν τον κόσμο μας.

Αν θέλουμε να συνεχίσουμε να χρησιμοποιούμε τον όρο «στρατευμένη τέχνη», μοιραία θα τον χρησιμοποιούμε απαξιωτικά. Ταυτόχρονα όμως θα πρέπει να παραδεχτούμε δύο πράγματα: αφενός ότι η αυλική και η θρησκευτική και η κολακευτική της μπουρζουαζίας τέχνη είναι τόσο στρατευμένη όσο ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός ή οι Ναπολέοντες του Νταβίντ· αφετέρου ότι την τέχνη δεν την καθιστά «στρατευμένη» η θεματολογία της και οι στόχοι της, παρά η αδυναμία ή η απροθυμία της να πάει πέρα από αυτούς.

Στις σκάλες του μετρό

steps

Για πρώτη φορά θα γράψω κάτι μόνο και μόνο για να απαθανατίσω μια στιγμή.

Έβγαινα από το μετρό. Δεν έχει σημασία ο σταθμός, τον ξέρουν όσοι με γνωρίζουν. Αφηρημένος και κουρασμένος ανέβαινα γρήγορα τη σκάλα. Μπροστά μου ανέβαινε τις σκάλες μία κοπέλα τρέχοντας, δρασκελίζοντας. Φόραγε κοντή φουστίτσα πλισέ που κυμάτιζε. Τα πόδια της ήταν στιλπνά κι υπέροχα, χυτά και αγαλματένια: ούτε πολύ μυώδη, ούτε πολύ στιβαρά. Υπέροχα πόδια· ανέβαιναν τις σκάλες και η φουστίτσα κυμάτιζε. Κοίταζα ακριβώς μπροστά μου και λίγο πάνω από εμένα τα πόδια της να αναπηδούν σκαλί στο σκαλί, μόλις που μπορούσα να δω το κωλαράκι της κάθε φορά που η φουστίτσα αναπηδούσε.

Και στο τελευταίο σκαλί, που αναπήδησε λίγο πιο έντονα, είδα και τι ωραίο και τραγανό που ήταν το κωλαράκι της. Και ότι τελικά δεν φορούσε στρινγκ.

Έλλειμμα φαντασίας

reading 2

Ο στόμφος και ο αφελής φροϋδισμός του Καραγάτση με ενοχλούσαν πάντοτε. Βεβαίως ο Τάρλοου μετέτρεψε και τη Χίμαιρα και τον Γιούγκερμαν σε συναρπαστικές παραστάσεις, τη δεύτερη σε διασκευή Στρατή Πασχάλη. Στον Γιούγκερμαν λοιπόν ακούγεται μια ατάκα του συγγραφέα Καραθάνου, alter ego του ίδιου του Καραγάτση, που μου άρεσε πολύ:

Οι Έλληνες είμαστε εντελώς πεζοί και φαντασιόπληκτοι ταυτόχρονα: πεζοί στις φαντασιώσεις μας και φαντασιόπληκτοι στις δουλειές μας.

Εντάξει, ο αφορισμός δεν είναι παρά μια από αυτές τις συμμετρικές αντιστροφές που έκανε μόδα ο Όσκαρ Ουάιλντ. Επιπλέον, έχουμε χορτάσει από μεγαλόστομες γενικεύσεις για τους Έλληνες και τους Νεοέλληνες, πατερναλιστικού χαρακτήρα συνήθως. Τέλος, δεν μπορώ να πω ότι καταλαβαίνω ως προς τι είμαστε φαντασιόπληκτοι στις δουλειές μας: έχω γνωρίσει Έλληνες που δεν δουλεύουν, Έλληνες που δουλεύουν και Έλληνες που καμώνονται ότι δουλεύουν — μήπως αυτή την τρίτη κατηγορία είχε κατα νου ο Καραγάτσης; Δεν ξέρω.

Ο καραγάτσειος / καραθάνειος αφορισμός πετυχαίνει πάντως την πεζότητα των νεοελληνικών φαντασιώσεων.

Δεν μιλάω αποκλειστικά για σεξουαλικές φαντασιώσεις, άλλωστε εκεί έχει κάνει θαύματα η υπερέκθεση στην πορνογραφία τα τελευταία είκοσι-τριάντα χρόνια. Μιλάω για τη γενικότερη ατολμία μας να φανταστούμε και να ψαχτούμε και να χαρούμε, εξαντλώντας πλέον όλη τη ρητορική μας για τόλμη και ευρηματικότητα στο πεδίο της «επιχειρηματικότητας» και τέτοιων ψευδαισθήσεων δημιουργίας.

Το συλλογικό μάγκωμά μας είναι πολλαπλής αιτιολογίας. Μπορεί να ξεκινήσει κανείς από τις πραγματείες του Νικόδημου του Αγιορείτη κατά της φαντασίας, αλλά ποιους αφορούσαν αυτές πριν τη νεορθόδοξη παλινόρθωση; Περισσότερο βαραίνουν πάνω μας η αγροτοποιμενική βαρβατίλα και βαρβαρότητα, που βεβαίως έχει επιμολύνει και την δυσκοίλια κομμουνιστική Αριστερά μας (υπάρχει σχετικά ένα ωραίο κείμενο του Πάνου Θεοδωρίδη, που δεν μπορώ να βρω). Φαντασία δεν υπάρχει χωρίς ελευθερία και ελευθερία στην Ελλάδα υπήρχε και υπάρχει μόνο στις μεγαλύτερες ή στις παλιότερες πόλεις, γι’ αυτό και λοιδωρούνται τόσο πολύ. Με δυο λόγια: μας απασχολεί υπερβολικά μη μας κακολογήσουν. Αυτό είναι πρόβλημα σε μια κλειστή κοινωνία, όπου το ταλέντο γίνεται ορατό επειδή χλευάζεται.

Όλα αυτά αποτυπώνονται και στην πεζή τέχνη μας. Η τέχνη μας (του λόγου και της εικόνας) περιστρέφεται διαρκώς γύρω από θέματα ταυτότητας με τρόπο σχηματικό κι επαρχιώτικο, μούσκεμα στη δουλική διακειμενικότητα ή στην παραδοσιοκρατία. Είναι δειλή.

Θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία κτλ.

Η μεγάλη μετανάστευση της αφήγησης

0908icon-holy-wisdom
Ρωσικό εικόνισμα που απεικονίζει ένθρονη τη Σοφία του Θεού.

«Γιατί πια οι ιστορίες μας είναι γεμάτες ζαβούς κι ανώμαλους;»

Η συνοπτική απάντηση: επειδή μόνον αυτές οι ιστορίες μάς ενδιαφέρουν ως είδος. Από τον Γιλγαμές μέχρι όποιον σύγχρονο χαρακτήρα θέλετε.

Η λιγότερο συνοπτική απάντηση: τα ομηρικά έπη ασχολούνται με ήρωες, σκιές μιας εποχής που είχε προ πολλού εκλείψει, ινδάλματα ενός κόσμου που υπήρχε μόνον ως θαμπή ανάμνηση. Η κλασική εποχή, όταν δεν φέρνει τη σκιά του Δαρείου από τον Άδη, διηγείται ξανά και ξανά τις ίδιες ιστορίες. Ο χριστιανικός κόσμος επί χίλια χρόνια (σκεφτείτε το: χίλια χρόνια) διηγείται βίους αγίων και μέσα από την αγιολογία και τα συναξάρια προσπαθεί να φιλτράρει ολόκληρη την ανθρώπινη εμπειρία. Οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές των βίων τι είναι όμως; Σίγουρα εξαιρέσεις, άνθρωποι που δεν θα συναντήσεις εύκολα ή που δεν θα ήθελες να συναντήσεις, όταν δεν είναι βεβαίως ζαβοί κι ανώμαλοι κατά κόσμον.

Στις αφηγήσεις της εποχής μας κυριαρχούν μάλλον εύποροι και σχετικά αργόσχολοι συνήθως άντρες που έχουν απωθημένα, κενά κι αναζητήσεις. Οι υπόλοιποι και οι υπόλοιπες συνήθως είναι δευτεραγωνιστές: αξεσουάρ και πάτροκλοι, μούσες και παλλακίδες, ραζουμίχιν και πυλάδης, θεραπαινίδες και μέγαιρες, μέρλιν και νέστορες, sidekick και δωρητές, εχθροί και μαυλίστρες. Επί περίπου διακόσια πενήντα χρόνια προσπαθούμε να σουρώσουμε όλη την ανθρώπινη εμπειρία μέσα από το στραγγιστήρι του μάλλον εύπορου, ίσως νέου, σχεδόν αργόσχολου, ερωτικώς ενεργού άντρα· ναι, και της Έμμας Μποβαρύ (γι’ αυτό θα μείνει αθάνατος ο Φλωμπέρ).

Το νεοφιλελεύθερο ιερατείο θα προσπαθούσε να αντικαταστήσει τον ήρωα, τον άγιο, τον σχεδόν αστό με τον επιχειρηματία. Δεν φαίνεται να τα καταφέρνει. Ίσα ίσα, μέσα από το παραπόρτι της επιστημονικής φαντασίας και του fantasy, χάρη στο σινεμά και στην πορνογραφία, οι αφηγήσεις μας γέμισαν αληθινά ζαβές και ζαβούς καθώς και χαρακτήρες που η τρεχάμενη ηθική έχει για ανώμαλους κι ανώμαλες ενώ λάμπουν μέσα από τη μοναδικότητα της εμπειρίας τους ή του αγώνα της ψυχής τους εναντίον του κόσμου.

Κι έτσι στις ιστορίες μας μεταναστεύουν σιγά σιγά τρυφεροί μοιχοί, ευτυχισμένες μοιχαλίδες, ελεύθερες γυναίκες, ασκητικές ποιήτριες, γυναίκες που ηγούνται και που πολεμούν, κορίτσια που ξέρουν τι θέλουν και δεν περιμένουν τον κάθε πρίγκηπα της ψώλας, γυναίκες που άρχουν με αγάπη, κακιές μάνες, γαμιόλες και καριόλες που ευτυχούν κι ανθίζουν, αγιασμένες αλαφροΐσκιωτες, ευαίσθητοι γκέι, νταβραντισμένοι γκέι, γκέι δάσκαλοι, εξημερωμένοι γκέι, ευτυχισμένοι γκέι που δεν θα πεθάνουν στο τέλος, ιντερσέξ στη γειτονιά, ιντερσέξ εργαζομενοι (κι όχι μόνο τσιρκολάνοι και καλλιτέχνες), τρανς γυναίκες που την παλεύουν και προχωρούν, τρανς άντρες που δεν ασχολούνται με το παρελθόν τους νυχθημερόν, ευτυχισμένα πρεζόνια και στοχαστικοί αλκοόλες, πεισματάρικα ΑμεΑ, ΑμεΑ που έχουνε γραμμένες τις ανάγκες τους και κάνουν ό,τι έχουνε να κάνουν — και πάει λέγοντας. Δεν είναι πια ο Άλλος της αφήγησης μόνο κακός ή εξεγερμένος ή στο περιθώριο· ποτέ ξανά.

Μπορεί λοιπόν να κλείνουνε ξανά οι κοινωνίες γύρω μας αλλά οι ιστορίες μας έχουν ανοίξει αμετάκλητα, τώρα που τις κατοικεί ένα τόσο πολύχρωμο και πολύτροπο πλήθος.

Ein Ding an sich, my ding-a-ling

Screen Shot 2018-12-07 at 11.03.44 PM
Uroboros and Sisyphus του pakowacz

Πρέπει να το πάρουμε απόφαση ότι τα κείμενα κάποιων ανθρώπων είναι τα κείμενά τους και μόνο και τίποτε παραπέρα. Τα κείμενα αυτά δεν μιλούν για κάτι έξω από αυτά, δεν λένε τίποτα, δεν εξηγούν κάτι, δεν επιθυμούν να φωτίσουν ή να ερμηνεύσουν τίποτα· υπάρχουνε μόνο και μόνο για να υπάρξουν ως κείμενα. Περιέχουν τον σκοπό τους ή μάλλον αποτελούν τα ίδια τον σκοπό τους.

Υπάρχουνε λοιπόν με έναν τρόπο γνήσια αυτοαναφορικό: δεν μιλάνε για τον συντάκτη τους παρά στέκουν και δικαιολογούν την ύπαρξή τους μόνον ως κείμενα που υπάρχουν.

Σε σπάνιες περιπτώσεις, κείμενα που ανήκουν σε αυτό το κειμενικό είδος, για το οποίο δεν υπάρχει όνομα, θα ξεστρατίσουν και θα μπούνε στον πειρασμό να υπαινιχθούν με τον αναιμικότερο δυνατό τρόπο πόσο σημαντικά πρέπει να είναι για να τα έχουν συντάξει εκείνοι που τα έγραψαν. Είναι απαραίτητο η αυτοπροβολή αυτή να γίνει με τον διακριτικότερο δυνατό τρόπο, αφού πρόκειται για αυτοπροβολή όχι του γράφοντος (προς Θεού!) αλλά του ίδιου του κειμένου και όσων το χαρακτηρίζουν: της σοφίας, της λιτότητας, της αρμονίας, της τάξης και της άτεγκτης ορθότητάς του τελικά.

Με άλλα λόγια, αυτά τα κείμενα υπάρχουν όχι μόνον ως κείμενα που υπάρχουν αλλά και ως βαρυσήμαντα κείμενα (τα οποία βεβαίως υπάρχουν). Δεν υπάρχει καν λόγος να διαβαστούν, αφού αρκεί το ότι υπάρχουν, ότι έχουν γραφτεί.

Με δυο λόγια: μερικά κείμενα είναι απλώς τα κείμενα κάποιων ανθρώπων.

(Προ)καταλήψεις

antifa

Δεν ξέρω αν όντως ο Μπένιαμιν έγραψε ότι πίσω από κάθε φασισμό κρύβεται μια αποτυχημένη επανάσταση (όπως λέει ο Ζίζεκ), αλλά γίνεται να μας εκπλήσσει η οικειοποίηση κινηματικών τακτικών και δράσεων από τους φασίστες; Αυτή η «καταστολή από τα κάτω» είναι μέρος του ορισμού του τι είναι φασισμός.

Μιλώντας για τακτικές και δράσεις, ας ξεκινήσουμε με τις καταλήψεις που οργανώνουν φασίστες με αφορμή για το Μακεδονικό. Οι καταλήψεις είναι μέσο, καθεαυτές δεν αποτελούν προνόμιο των κοινωνικών κινημάτων. Επίσης, για δεκαετίες γίνονται σοβαρές καταλήψεις, λιγότερο σοβαρές καταλήψεις, γίνονταν και καταλήψεις-βανδαλισμοί. Κανείς «προοδευτικός άνθρωπος» δεν ήτανε πρόθυμος να κριτικάρει τις καταλήψεις-βανδαλισμούς ούτε ήθελε να ζυγίσει και να αξιολογήσει τις καταλήψεις εν γένει με γνώμονα τα αιτήματά τους. Καταλήψεις είναι; Καλές είναι. Ε (και) αυτή η πλάνη μάς τελείωσε.

Η ταραχή κι η φρίκη που προκαλεί η εικόνα σχολείων κατειλημμένων από φασίστες ενισχύεται από το γεγονός ότι είμαστε παιδιά μεγαλωμένα με Ελευθεροτυπία. Αντιλαμβάνομαι ότι η Ελευθεροτυπία είναι αντικείμενο νοσταλγίας ή και στοργής για πολλούς, ενδεχομένως ως μετωνυμία της νιότης τους. Ταυτόχρονα πρέπει να αναγνωρίσουμε όμως ότι η Ελευθεροτυπία αφενός χρησιμοποιούσε το ηθικό πλεονέκτημα της Αριστεράς ως επιχείρημα κι υπενθυμίζω ότι αυτό λέγεται φαρισαϊσμός: «είμαι καλύτερος από εσένα άρα έχω δίκιο», αφετέρου καλλιέργησε μέχρι ναυτίας τη λατρεία της νιότης και τον φετιχισμό των «δεκαεξάρηδων» που έσωζαν την τιμή των κινημάτων με τον αγνό δυναμισμό τους και την ασθενική πολιτικοποίησή τους την εποχή τω μεγάλων σχολικών καταλήψεων. Γιατί αυτό ήθελε η καθ’ ημάς gauche caviar: πολιτικοποίηση αλλά όχι πολύ ταξική, δυναμική αισθητική πολιτικού μάρκετινγκ και ακτιβιστική λάμψη στα μάτια, προσηλυτισμό στη λατρεία της νιότης: «οι δεκαεξάρηδες δεν μπορούν να κάνουνε λάθος». Κι ας γρύλλιζε αποδοκιμαστικά μέσα στη στριφνή κι απάνθρωπη συλλογική σοφία του το γερονταριό του Περισσού.

Η Ελευθεροτυπία όμως είναι το μικρότερο από τα προβλήματά μας. Η προφανής γενίκευση είναι ότι όποιος σπέρνει εθνικισμούς θερίζει φασισμούς. Τελεία. Ο εθνικισμός έπαψε να λειτουργεί ως εργαλείο το 1933, άντε το 1945. Έκτοτε είναι τοξικό απόβλητο, το οποίο τα κράτη που χτίστηκαν με αυτόν πλασάρουνε για λίπασμα. Ταυτόχρονα η πατριωτική Αριστερά, κάτι ανρχορθόδοξοι, κάτι μπααθιστές παλαιοπασόκοι αλλά και το ίδιο το τιμημένο ΚΚΕ, αυταπατώνται ότι ο εθνικισμός μπορεί να ξαναγίνει εργαλείο αποσυναρμολόγησης της ιμπεριαλιστικής παγκοσμιοποίησης — σαν να λέμε ότι θέλουν με ένα ψόφιο μουλάρι στις ράγες να σταματήσουν το τραίνο που έρχεται κατά πάνω τους. Ακόμα και αν δεν έχουν τέτοιες ψευδαισθήσεις, οι πατριωτικώς αριστεροί επιμένουν ότι δεν πρέπει «να αφήσουμε τον πατριωτισμό στους δεξιούς». Σωστά, όπως δεν τους αφήσαμε την Ορθοδοξία με τα νεορθόδοξα ανανεωτικά καμώματα της δεκαετίας του ’80, και τώρα δεν ξέρουμε πού να ανακόψουμε την επέλαση των δεσποτάδων. Με δυο λόγια: δεν μπορούμε να περιχωρήσουμε οτιδήποτε και κάποια πράγματα καλό είναι να τα αφήνουμε σε αυτούς που τους εξυπηρετούν και οι οποίοι παλαιοθεν τα χρησιμοποιούν για να κηδεμονεύουν τον κόσμο.

Κι έτσι έχουμε πια και πορείες και καταλήψεις και μοίρασμα φέιγ βολάν από φασίστες και ναζί (όταν δεν δέρνουνε και δεν σκοτώνουν κόσμο). Γιατί, είπαμε, το αντικίνημα και η «καταστολή από τα κάτω» βρίσκονται στην καρδιά του φασισμού.

Παράλληλα έχουμε τους συνήθεις νηφάλιους και ισαποστασάκηδες που αντί να αναδείξουν τον ρολο σε όλα αυτά του εθνικισμού που μας ταΐζουν τα σχολεία και τα κανάλια, τα βάζουν με την πολιτικοποίηση των νέων. Αυτοί οι εγχώριοι centrists, οι πτωχοί ακροκεντρώοι, ζούνε κι αναπνέουν με το όραμα μιας ιδανικής κοινοβουλευτικής νηνεμίας στην οποία κανείς δεν απεργεί, κανείς δεν διαμαρτύρεται, κανείς δεν συναθροίζεται δημοσία παρά μόνο για να γιορτάσει την πολύχρωμη αγάπη (ανώδυνα, σεμνά και απολίτικα) ή για να τρέξει τον Αυθεντικό Μαραθώνιο. Άπαξ και αναθέσαμε την εξουσία και την ελπίδα και τη ζωή μας σε ένα ατελές αντιπροσωπευτικό σύστημα πρέπει κατ’ αυτούς να αποσυρθούμε από τα κοινά και να συζητάμε πολιτικά πολιτιζμένα με καλούς φίλους τρώγοντας μακαρονάδες και τηγανητές  πατάτες, πίνοντας εκλεκτά κρασιά ή γκομενίζοντας όλο έπαρση. Μέχρι εκεί. Δεν είναι τυχαίο ότι κανένας νηφάλιος αφυψηλάτορας δεν φαίνεται να αντιμετωπίζει υλική επισφάλεια στον βίο του.

Οι καταλήψεις από εκκολαπτόμενους εχθρούς της Δημοκρατίας και τους υποκινητές τους είναι εδώ. Η κανονικοποίηση του φασισμού προχωρεί: όχι μόνο έχει σηκώσει κεφάλι αυτό το 20% που μας λερώνει, αλλά είναι το σκοτεινό αντικείμενο του εκλογικού πόθου εκ μέρους μιας βαθιά ανεύθυνης ΝΔ υπό την ηγεσία ενός ολίγιστου κι ασυνάρτητου γόνου που θαρρεί πως το πολιτικό μάρκετινγκ φτιάχνει ηγέτες. Είναι πλεόν σοβαρό το ενδεχόμενο να μας σβερκωθεί και στην Ελλάδα ο νεός φασισμός, που θα δουλεύει μέσω μιας προσχηματικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας: δεν χρειάζεσαι τανκς αν στέλνεις τους φασίστες στη Βουλή να νομοθετήσουν.

Τι μπορούμε να κάνουμε; Ο γερμανικός λαός, αφήστε κατά μέρος την ηγεσία του, μας δείχνει τον δρόμο γιατί και αντιφασιστική κουλτούρα κι εμπειρία διαθέτει και (αντίθετα με εμάς και το απερινόητο μεγαλείο μας) διάθεση αυτοκριτικής και αυτοσαρκασμού: μαζικές αντισυγκεντρώσεις παντού όπου τους βρούμε (και λίγο μπερντάχι πού και πού)· wir sind mehr!