Το τελευταίο σημείωμα του Sraosha για το Κυπριακό

Με διάφορες όψεις του Κυπριακού έχω ασχοληθεί αρκετά στο προηγούμενο μπλογκ. Οι ζεύξεις είναι οι ακόλουθες, με αντίστροφη χρονολογική σειρά:

Cyprus meze
Χρονομηχανή: tua res agitur
Μικρή νεκρολογία για ένα οδόφραγμα
Κυπριακό εικονογραφημένο
Δεν έχει (;) σίδερα η καρδιά σου να με κλείσει
«πειρασμός… σαγήνη… κακεντρέχεια»
Sine studio et ira
Cum grano salis

Ο λόγος που αυτό είναι το τελευταίο (δικό μου) σημείωμα είναι ο εξής: «το Κυπριακό τελείωσε, άμετε στα σπίτια σας«. Το γράφω με αφορμή μια διαφωτιστική κουβέντα με έναν (πρώην) βουλευτή της Κύπρου και μια συναρπαστική συζήτηση με έναν σοβαρό άνθρωπο στην Ελλάδα. Είναι χαρακτηριστικές περιπτώσεις και οι δύο: ο μεν πρώην βουλευτής επειδή, ως πρώην, αισθάνεται ότι μπορεί πια να μιλήσει για πράγματα που έμαθε κατά τη θητεία του, ο δε σοβαρός άνθρωπος ως σπάνιο δείγμα σοβαρού ανθρώπου στην Ελλάδα.

Το θέμα μου είναι πώς συζητάμε το Κυπριακό στην Ελλάδα. Εντοπίζω τρεις πτυχές:

Η πρώτη

Μιλώντας με τον σοβαρό άνθρωπο, θιασώτη του Όχι, ξανάκουσα μια άποψη που έχω ακούσει πάρα πολλές φορές και την οποία συνοψίζω πιο κάτω. Πρόκειται για μια γνώμη και μια οπτική αρκετά δημοφιλή στην Ελλάδα:

Οι Ελληνοκύπριοι χωρίζονται σε όσους αναγνωρίζουν και αποδέχονται την ελληνική ταυτότητά τους και σε όσους προσπαθούν να την υπονομεύσουν ή και να την απεκδυθούν. Οι δεύτεροι, οι λεγόμενοι ‘νεοκύπριοι’, με την αγγλική τους παιδεία και τις ποικίλες εξαρτήσεις τους από την νεοαποικιακή πολιτική της Βρετανίας, προσπαθούν να επιβάλουν μια ετεροκαθοριζόμενη ‘κυπριακή’ ταυτότητα και να απομακρύνουν την Κύπρο από τη σφαίρα επιρροής του ελληνισμού.

Είναι πραγματικότητα ότι διαφορετικοί Ελληνοκύπριοι αντιλαμβάνονται διαφορετικά τη συμμετοχή τους στον ελληνισμό, όχι μόνο ποσοτικά αλλά και ποιοτικά, όσον αφορά τον τρόπο, δηλαδή. Αυτό είναι αναπόφευκτο στην περιφέρεια μια ζώνης επιρροής, είτε αυτή λέγεται ‘ελληνισμός’, είτε λέγεται ‘Ευρώπη’, είτε κάτι άλλο. Σε κάθε περίπτωση είμαι κατά του ετεροκαθορισμού: κανείς δε θα πει σε κανέναν Ελληνοκύπριο πόσο Έλληνας (οφείλει να) είναι ή πώς.

Είναι επίσης πραγματικότητα ότι πολλοί από όσους αυτοκαθορίζονται ως Έλληνες ερωτοτροπούν (κάπως συμπλεγματικά) με έναν ελληνισμό ‘μητροπολιτικού’ τύπου, εντελώς ξένο με το νησί. Για παράδειγμα, πολλοί από τους συνειδητούς και γνήσιους Έλληνες της Κύπρου είναι λυσσαλέοι πολέμιοι της ντόπιας διαλέκτου, ως είδους μπάσταρδου και ως μιας λαλιάς που ανήκει είτε στο φολκλορικό παρελθόν, είτε στους αγγλοθρεμμένους ριψάσπιδες νεοκύπριους. Λαμπρή εξαίρεση σε αυτόν τον παραλογισμό αποτελεί ο κύκλος του Β. Φτωχόπουλου, ο οποίος αντιλαμβάνεται ότι ελληνική ταυτότητα δεν προϋποθέτει γλωσσικά την απάρνηση της κυπριακής ελληνικής (βεβαίως, πολιτικά, ο Φτωχόπουλος ταυτίζει τον ελληνισμό και την ελληνικότητα με την Ένωσιν, ταυτίζοντας έτσι απόλυτα τον πατριωτισμό με τον αλυτρωτισμό).

Από τη διχοτομία που περιέγραψα επάνω μέχρι τα σχηματικά δίπολα, ο δρόμος είναι αρκετά μακρύς αλλά πάντως κατηφορικός και έχει διανυθεί πολλές φορές χάρη και στις πολιτικές και τις τακτικές του μακαρίτη του Τάσσου Π.: Ελληνισμός-Ένωση/ενιαίο κράτος-αντίσταση/αντιαποικιακό πνεύμα-Όχι από τη μια, Ανθελληνισμός/Νεοκυπρισμός-Ομοσπονδία-υποταγή/ξενοδουλία-Ναι από την άλλη.

Επειδή το θέμα το έχω συζητήσει σε όλα τα παραπάνω ποστάκια, να ξαναπώ εδώ απλώς ότι η ίδια διχοτομία είναι πλαστή, εάν αυτό δεν έχει γίνει ήδη κατανοητό: σε έναν τόπο όπου τα πάντα αντιμετωπίζονται διλημματικά (ενδεχομένως κατ’ απαίτηση της μαμάς Ελλάδας), υπάρχει μια μικρή μερίδα ανθρώπων που αντιλαμβάνονται ότι οι περισσότεροι από εμάς έχουμε πολλαπλές ταυτότητες, και μάλιστα όσοι ορμώνται από τις περιφέρειες. Αυτό σε καμμία περίπτωση δεν τους κάνει αγγλόδουλους και φορείς του ‘διαίρει και βασίλευε’.

Η δεύτερη

Στην Ελλάδα μια άλλη τάση είναι να συζητιέται το κυπριακό με γεωπολιτικούς όρους, σχεδόν αποκλειστικά. Αυτό είναι αναμενόμενο, υπάρχουν σημαντικές γεωπολιτικές παράμετροι στο πρόβλημα. Ενδεχομένως μάλιστα η έμφαση στη γεωπολιτική μεριά να αντισταθμίζει υγιώς τον φρενήρη νομικισμό ο οποίος για πολλούς Ελληνοκύπριους φαντάζει η μόνη πλέον σημαίνουσα διάσταση του όλου θέματος, λες και λύθηκε ποτέ διεθνές πρόβλημα στα δικαστήρια. Δυστυχώς στην Ελλάδα η έμφαση στα γεωπολιτικά ζητήματα γίνεται λόγος να παραγνωρίζονται κάποιες ουσιώδεις συνιστάμενες του Κυπριακού προβλήματος: τα εγκλήματα της Ελληνικής και της Ελληνοκυπριακής πλευράς το 1957-58, το 1963-4, το 1967 και το 1974, η παρανόηση του αγώνα της ΕΟΚΑ (που, πριν την εκτροπή του 1957, υπήρξε ξεκάθαρα εθνικοαπελευθερωτικός και σε καμμία περίπτωση αντιαποικιακός, αντι-ιμπεριαλιστικός ή ταξικός), η αδιαλλαξία της πλευράς μας που για χρόνια χρησιμοποιούσε ως σκίαστρο την αγυρτεία του Ντενκτάς, την εμμονή μας να θεωρούμε ότι Τουρκοκύπριοι δεν υπάρχουν ή ότι δεν έχουν σημασία (ως δήθεν μαριονέττες μιας Τουρκίας που ήδη από τη δεκαετία του ’80 τους έχει αποξενώσει), η σαφής προτίμηση της πλειοψηφίας των Κυπρίων για μια διχοτομική λύση (που όμως θα κόστιζε αδιανόητα βαριά σε όποιον Ελληνοκύπριο πολιτικό θα την υπέγραφε, καθώς και στο κόμμα του).

Η τρίτηΣτην Ελλάδα έχουμε την πεποίθηση ότι η Κύπρος είναι ένα ελληνικό νησί με το γεωγραφικό ατύχημα να κείται μακράν, περίπου όπως το Καστελόριζο, αλλά πιο έντονα. Σε ένα έθνος που οικοδομήθηκε πάνω στη μία και μόνη ταυτότητα, και με την ιδέα της οποίας τρέφεται, είναι αδιανόητο το απλό γεγονός ότι η Κύπρος βρίσκεται στη Μέση Ανατολή, με πρόσφατο αποικιακό παρελθόν και με την ιδιορρυθμία να έχει παραμείνει πεισματικά ελληνόφωνη και ορθόδοξη. Όπως είχα πει και εδώ, πολλοί Έλληνες λόγιοι θέλουνε να βλέπουν υπεραναπληρωτικά στην Κύπρο την ουσία και την ειδοποιό διαφορά του ελληνισμού. Αυτό οδηγεί σε παρεξηγήσεις και τραγελαφικές ασυναρτησίες, που θα ήταν κωμικές εάν δε μαύριζαν τη ζωή τόσων ανθρώπων. Η μάταιη διανοητική άσκηση να ανακηρύξουμε την Κύπρο ελληνικότερη όλων των ελληνικών χωρών και πατρίδων είναι διπλά μάταιη: αφενός, όπως ο ποντιακός ελληνισμός ή η Κέρκυρα, η Κύπρος ανήκει στην περιφέρεια του νέου ελληνισμού (και η Κέρκυρα ευλογήθηκε να την έχει περπατήσει ο Θεός της Ελλάδας: ο Διονύσιος Σολωμός, ένας κόντες πιστοποιημένος από τη Γαληνοτάτη), ανήκει στο καβαφικό μείγμα. Φτάνει έτσι να θυμάται κανείς τους βρετόνους, που κάποτε παριστάνουν τους υπερ-γάλλους, όπως ο Ζαν-Μαρί Λεπέν λ.χ. Αφετέρου, το κέντρο του νέου ελληνισμού είναι εδώ και 177 χρόνια η Αθήνα, και 177 χρόνια είναι πολύς καιρός. Η συγκεντρωτική, μισαλλόδοξη, περίκλειστη Αθήνα. Κι αυτό δεν είναι προσωρινό κάταγμα, είναι μια εδραιωμένη ιστορική πραγματικότητα, τόσο εδραιωμένη στο παρόν μας όσο ότι στην Αμερική ζούνε και λευκοί, ότι στην Κύπρο μιλάνε κυρίως ελληνικά κι ότι στη Μακεδονία μιλάν ακόμα ντόπικα / (σλαβο)μακεδονικά.

Ένα μάθημα για τους ιακωβίνους της Αθήνας θα ήταν και το εξής: αντί να ψάχνουνε χαμένα κέντρα, να εξασκηθούν στην κατανόηση δυο πραγμάτων:
α. είμαστε ένα στάνταρ μικρομεσαίο ευρωπαϊκό κράτος (από τα Βαλκάνια έχουμε σαλπάρει μακριά ήδη από το 1913)
β. πιο πολλά κοινά έχουμε με τους Τούρκους του Αιγαίου και της Πόλης, με τους Μακεδόνες της Δ. της Μακεδονίας και τους απαίσιους Αλβανούς, παρά με τους προπάτορες Βυζαντινούς. Τον καφέ και το ντοματάκι το ψιλοκομμένο οι βυζαντινοί δε θα ήξεραν τι να τα κάνουν.

(Καλή Πρωτομαγιά! Να δείτε το Κύμα.)

Περιβόλια ανοίχτε στην αγάπη

Αν ξεκινήσω τώρα να λέω ότι ο Παλαμάς είναι δυνατός ποιητής, θα αρχίσουνε πολλοί τις τσιρίδες. Είναι τόσο ντεμοντέ, που η ντεμοντεδιά του Ρίτσου ωχριά μπροστά της, άσε που ο Ρίτσος κυκλοφορεί και στο μετρό πια. Τον Παλαμά δεν τον ανακάλυψα στη Φιλοσοφική Σχολή του Καποδιστριακού, εκεί είναι δύσκολο να ανακαλύψεις οτιδήποτε (εκτός από φοιτήτριες). Θα φτάσουμε όμως και στον Παλαμά.

Ανήκω στους ανθρώπους που δυστυχούν γιατί πάντοτε ξέρουν ακριβώς τι θέλουν. Δεν είναι απαραίτητα εξεζητημένο ή αλλόκοτο αυτό που θέλουμε, είναι όμως αυτό και τίποτε άλλο. Είναι πολύ δύσκολο να ξέρεις ακριβώς τι θες, δε θα το βρεις εύκολα σε μικρούς τόπους.

Ανάμεσα σε πολλά και διάφορα, από 15 χρονών ήθελα επίσης να φύγω από το σπίτι και να ζήσω μόνος. Έγραφα και ποιήματα τότε, με τίτλους βεβαίως όπως ‘η φυγή’. Θα φτάσουμε και στα ποιήματα. Ακόμα μ’ αρέσει να μπορώ να μένω μόνος κι ευτυχώς συμβιώνω με μια συμβία που συμμερίζεται αυτή την ανάγκη.

Σε ηλικία 22 χρονών βγήκα για πρώτη φορά από την Ελλάδα, και μόνος. Δύο πράγματα με εντυπωσίασαν: η ύπαρξη των Άλλων και πόσο οι Άλλοι κι οι χώρες τους έμοιαζαν σ’ εμάς και στη χώρα μας. Έτσι: απλά, χαζά και διδακτικά.

‘Ανθρωπος όμως έγινα στο Λονδίνο, στα 23. Μέχρι τότε ήμουν δυνάμει άνθρωπος (που πα’ να πει μαλάκας, όμως ο γιατρός μου μού έχει απαγορεύσει αυστηρά να χρησιμοποιώ την αναλυτική κατηγορία ‘μαλάκας’, παρά μόνο για πρακτικούς σκοπούς). Πριν φύγω για το Λονδίνο, με είχε πιάσει κάτι σαν πανικός και έβλεπα ταινίες με τη σέσουλα: Μέχρι το τέλος του κόσμου, Lion King, Κουαρτέτο σε τέσσερις κινήσεις, Damage του Λουί Μαλ, Ωραία Καβγατζού (τέσσερις ώρες να μπανίζω τη Μπεάρ παρέα με μια Μαρία, με την οποία είχα βρεθεί και στη Μύκονο, και η οποία κατάλαβα ότι με ήθελε τρία χρόνια μετά τη νύχτα της Καβγατζούς — ζώον, σας λέω). Ευτυχώς είχε και στο Λονδίνο σινεμάδες όπου είδα λ.χ. το Crash και τον Ρωμαίο+Ιουλιέττα του Λέρμαν (κι έκλαιγα, αλλά από μέσα μου) και το Δαμάζοντας τα Κύματα του Φον Τρίερ (κι έκλαιγα απ’ έξω μου με λυγμούς κι έγινα κανονικό θέαμα μέσα στο Σινέ Renoir, οπότε από την επόμενη μέρα αποφάσισα να ξεχάσω τους έρωτες και την Anja και να γίνω κωλόπαιδο). Τα κυριακάτικα πρωινά, κατά τις 11 δηλαδή, άκουγα το Requiem του Μότσαρτ (Böhm, στερεοφωνική εκτέλεση του 1971) τέρμα, πετάγοντας επάνω τον μεγαλοφυή φυσικό, τον σεμνό Αφρικανό και τον αποστεωμένο κοκάκια ρέιβερ με τους οποίους γειτόνευα: quam olim Aaaaaabraaaaahae promisisti et semini eius. Το είχα αγοράσει από το υστέρημά μου, τις τελευταίες 30 λίρες πριν τα Χριστούγεννα, μαζί με το CD single του Insomnia των Faithless. Έχει κι ένα άλλο ωραίο μέρος στο Requiem, εξαιρετικά τρυφερό, το Recordare Iesu Pie, quod sum causa tuae viae, ne me perdas illa die. Πανέμορφο.

Πριν φύγω για την Αγγλία μάζεψα όλα τα ποιήματά μου στη μπανιέρα του πατρικού και τα έκαψα. Ακόμα και τώρα που τα γράφω αυτά αισθάνομαι γαλήνη και ανακούφιση. Πάντως η μπανιέρα ακόμα έχει το σημάδι, πρέπει κάποτε να πληρώσω να την επισμαλτώσουν. Τα ημερολόγια από 11 έως 29 χρονών, αν και εξίσου ανατριχιαστικά κι ανόητα, τα κρατάω θαμμένα για ιστορικούς λόγους, αφού δεν έχω καλή μνήμη. Αυτά λοιπόν για τα ποιήματα.

Τέλος, ο Παλαμάς. Τον Παλαμά τον γνώρισα από το κομμάτι του Πράισνερ από το Κουαρτέτο της Ρικάκη που συνοδεύει αυτό το ποστ. Εδώ είναι η εκτέλεση με τον Λιδάκη. Αργότερα, έκατσα και διάβασα τον Δωδεκάλογο. Όποια κι αν είναι η γνώμη σας για τον Παλαμά, μάλλον θα συμφωνήσετε ότι μάς τον καταστρέφει το σχολείο, όπως σχεδόν καταφέρνει να το πράξει με τον Σολωμό και, σε μικρότερο βαθμό, με τον Ελύτη.

Η συμβία μού έμαθε επίσης να εκτιμώ τον άλλο καραπαρεξηγημένο, τον Σικελιανό, και να μην γκαρίζω στο άκουσμα του ονόματός του. Αλλά αυτό είναι θέμα για άλλο ποστ.

Ορμέμφυτος ο Έγκλειστος νικά (σχεδίασμα για κατιτίς)


Η εκκλησία
Δε μ’ αρέσει να πηγαίνω εκκλησία. Πλήττω. Η φλυαρία και ο πλατειασμός των ακολουθιών με ενοχλούν, για τη μουσική τα έχουμε ξαναπεί. Αξίζουνε τα ενενηντάλεπτα και τα τρίωρα για λίγες στιγμές ποίησης, έστω και συγκλονιστικής (λ.χ. «ο κλίνας τους ουρανούς τη αφάτω σου κενώσει»); Πολλοί πιστεύουν πως ναι, οπωσδήποτε. Εγώ πάλι όχι. Αν υπάρχει πάντως ένας λόγος για να πηγαίνει κανείς στην εκκλησία, ιδίως μεγαλοβδομαδιάτικα, είναι οι άνθρωποι. Δεν εννοώ τους κομψούς μορφωμένους επαγγελματίες πιστούς που συχνάζουνε σε γουάου γνησίως παραδοσιακούς ναΐσκους και γραφικά νεορθόδοξα μετόχια — όπου η ανάτασις, η κατάνυξις, η μεταρσίωσις και η μέθεξις είναι εγγυημένες. Μιλάω για τις ενορίες όπου πάει ο απλός καθημερινός πραγματικός κόσμος, εκεί όπου κοιτάς τα πρόσωπα και δε βλέπεις το κόρδωμα και την μπλαζέ ευσέβεια του καμαρωτού για την παράδοσή του εθνικού υποκειμένου. Μιλάω για εκκλησίες χαμένες μέσα σε χαμένες γειτονιές όπου δε θα σύχναζαν όσοι αναγνωρίζουν το κλείσιμο του ματιού του Ευαγγελιστή στους Εσσαίους και του Υμνωδού στους νεοπλατωνικούς. Βρέθηκα σε εκκλησίες όπου έζησα την πασχαλινή μελαγχολία των απλών ανθρώπων, σχεδόν απαραλλάχτη από τη μεγαλοβδομαδιάτικη μελαγχολία τους, γητεμένων από τα αρχαία ακατανόητα ιερά λόγια. Και μόνο γι’ αυτό θα άξιζε ένα σαραντάλεπτο στην εκκλησία.


Η Γιουρσενάρ στο Τρίτο
Η στιγμή της αλήθειας και της ανάτασης μου ήρθε στον δρόμο, πηγαίνοντας να βρω τον Μεγάλο Δάσκαλο Τέττιγα το βράδυ της Δευτέρας του Πάσχα. Άκουσα από το Τρίτο Πρόγραμμα την καταπληκτική Μαγδαληνή της Γιουρσενάρ με μουσική επένδυση κάποια νοτιοϊταλικά Laudes: αν ήταν έτσι (ακόμα) η εκκλησιαστική μουσική μας, θα πήγαινα συχνότερα στην εκκλησία. Περισσότερες πληροφορίες για τα Laudes, τη Μαγδαληνή ή την εκπομπή που άκουσα, θα τις προσδοκώ με αδημονία.


Ο γίγαντας της Κρήτης
Γνώρισα και τον Τάλω από κοντά. Ντάξει, ο άνθρωπος είναι φυσιογνωμία. Βρίσκεται καμμιά σαρανταριά χιλιόμετρα μπροστά από εμάς τους υπόλοιπους. Η συνάφεια του ίσκιου του εδώ μέσα στο διαδικτυακό σπήλαιο των ψευδώνυμων σκιών με την πραγματική μορφή και παρουσία του με παρηγόρησε. Υπάρχει ο Τάλως; υπάρχει ελπίς. Κι ας εμπιστεύεται τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. του Αλέξη Τσίπρα. Τουλάχιστον, χάρη σε τύπους σαν τον Τάλω δεν έχουμε φτάσει να μας διαφεντεύουν αποκλειστικά ροβεσπιερικοί και προχειροφιλελεύθεροι ακόμα. Το είπα και θα το ξαναπώ πολλάκις: In talos we trust. Ζήτω, εύγε και ευάν ευοί.

(Να τα ακούει αυτά και να ζηλεύει ο ευαίσθητος γίγας thas, μπας και ανασκουμπωθεί και ανασυγκροτηθεί και επανακάμψει.)


Δι’ εσόπτρου και εν αινίγματι
Σε εκείνη τη χαμένη εκκλησία στη χαμένη συνοικία είδα μια τοιχογραφία που εικονογραφούσε αυτό το χωρίο. Λεγόταν ‘ο της μεγάλης βουλής άγγελος‘ (στο εδάφιο 9: 5) και βρισκόταν σε αντιβολή με τον Μελχισεδέκ. Μ’ αρέσουν αυτές οι μυστηριακές και κάπως μυστηριώδεις προεικονίσεις του Χριστού, όπως μ’ αρέσει και η απεικόνισή Του ‘εν Ετέρα Μορφή’, στην τσάρκα προς Εμμαούς. Έχει κι άλλα ωραία από θεματολογικής άποψης η αγιογράφηση εκείνου του ναού (μια σειρά αγιογραφίες από τη σύλληψη και την παιδική ηλικία της Παναγίας, μια οσία Ταώρ κ.α.), αλλά θα τα κουβεντιάσουμε άλλη φορά.


Docete gentes
Σε μια Αθήνα άδεια αλλά πάντοτε ταλαίπωρη, περπάτησα πολύ και στα Εξάρχεια. Περπατάω στα Εξάρχεια εδώ και πολλές δεκαετίες και πάντα διαβάζω τις αφίσες των αναρχικών, αφού διαβάζονται σαν μαοϊκές εφημερίδες τοίχου: μπόλικο κείμενο και πυκνό. Και συνήθως κενό νοήματος. Εδώ και δεκαετίες διαβάζω τις ίδιες πολεμικές ιαχές για άλωση των πάντων, τις ίδιες δαιδαλώδεις διατυπώσεις που και διδάκτορα θα αποθάρρυναν (ε, χμ, καλά — αυτό ας το αφήσουμε τώρα), τις ίδιες συλλογιστικές που θεμελιώνονται στην ίδια καταστασιακή-αντορνοϊκή βάση προϋποθέσεων: είμαστε όλοι ζόμπι, όλοι κορόιδα, όλοι παθητικοί δέκτες επίλεκτης και ζαμπόνηρης προπαγάνδας. Βρίθουν από συνθηματολογικές διατυπώσεις και σχηματικές απεικονίσεις, πάντα δοσμένες με αναίτια θεωρητικόλαγνη ορολογία. Απεικονίζουν ηθικά σύμπαντα κόμικ υπερηρώων της δεκαετίας του ’60 (Εκδικητές και έτσι). Διάβαζα λ.χ. ένα αυτοκόλλητο ακτιβιστριών λεσβιών, που (δικαιολογημένα) θέλανε να συσχετίσουν τον αυτοπροσδιορισμό των γυναικών, τη σεξουαλική απελευθέρωση και τον πόλεμο κατά της πατριαρχίας. Κατάλαβα ότι αυτά ήθελε να πει μετά από προσεκτική μελέτη περίπου ενάμισυ λεπτού. Οι περαστικοί θα νόμισαν ότι θα είδα καμμιά ασύλληπτη θεογκόμενα από αυτές που κυκλοφορούν στην πόλη μας ή — πιο κοντά στο πνεύμα των ημερών — τον Κύριό μας επιλοχία. Διάβαζα κι ένα άλλο που εξηγούσε ότι πρέπει να απελευθερωθούν κάτι ληστές τραπεζών, αφού οι τράπεζες ληστεύουν κτλ. Εντάξει, ξέρω ότι είμαι κουμάσι ρεφορμιστής και πουλημένος, αλλά για φανταστείτε ότι ακόμα κι ο Χριστούλης (μια και Τον έφερε η κουβέντα πιο πάνω) κήρυσσε λέγοντας ότι δεν ήρθε να αλλάξει τον Νόμο του Μωυσή. Για φανταστείτε να έλεγε (τουλάχιστον κατά τη διδασκαλία της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής’):

«Τυπολάτρες, κορόιδα, καλησπέρα. Είμαι ο Δημιουργός σας: είμαι το δεύτερο Πρόσωπο της μιας τριαδικής Θεότητας (θα σας εξηγήσω μέσω Αγίου Πνεύματος σε τρεις αιώνες — Άχρονος είμαι) που μιλάω στους πατέρες σας κάθε τόσο. Λοιπόν, ό,τι ξέρατε να το ξεχάσετε. Αντί για ζώα, θα θυσιάζομαι Εγώ στο εφεξής κατά τη διάρκεια τελετών που θα αναπαριστούν επεισόδια της ζωής Μου. Επιπλέον, τις προάλλες τα έλεγα με τον Μωυσή και τον Ηλία στο Θαβώρ…» κτλ.

Ακόμα και οι πιο μεγάλες αλήθειες πρέπει να λέγονται με σεβασμό στον ακροατή.


Ρητορικές ασκήσεις για αρχαρίους και προχωρημένους συνθηματολόγους
Όσο για τα συνθήματα των αναρχικών πάνω στους τοίχους των κομψών σπιτιών των Εξαρχείων, σχεδόν πάντα η ίδια φόρμουλα του Όσκαρ Ουάιλντ. Κατά το ‘Every silver lining has a cloud’ (που αναποδογυρίζει το ‘every cloud has a silver lining’): ‘Το σύστημα της διδασκαλίας είναι η διδασκαλία του συστήματος’ και τα λοιπά.


Μ’ αρέσει να τρώω
Συνιστώ για φαγητό:

Κουκούτσι στον Κορυδαλλό, εκεί σε μια πλατεία (αν και ο Κορυδαλλός — δεν είχα ξαναπάει — είναι σαν να έβαλε κάποιος τη Λάρισα δίπλα στη Νίκαια: καραμπανάλ χωριατιά στα 40 λεπτά από την Ομόνοια, ναι, 40, τώρα που θα μπαίνει η κίτρινη φυλή στους λεωφορειόδρομους). Κάθε πιάτο μια ευχάριστη έκπληξη. Σοβαρά.

Βάιος στο Κερατσίνι: συγκλονιστικά μύδια με κρασί και σκόρδο. Εξαιρετικά ψαρικά και θαλασσινά. Μύδιαααα…

Εύχαρις (αχ, αυτά τα τριτόκλιτα) πίσω από τον σταθμό του Μοναστηρακίου, για τσίπουρο και ούζο. Να πάρετε τον μικρό κρεατομεζέ, είναι κολοσσιαίων διαστάσεων και νόστιμος.

Τα υπόλοιπα τα ξέρετε ήδη.


Σοφία Χιλλ
Ευτυχώς πρόλαβα να δω τη Σοφία Χιλλ στο Mademoiselle Julie. Χρόνια είχα να στραβωθώ έτσι στο θέατρο (‘στραβωθώ’ όπως η Σεμέλη). Βγήκα έξω και κατάλαβα γιατί πηγαίνω στο θέατρο ακόμα. Επίθετα τύπου ‘συγκλονιστικό’, ‘πανίσχυρο’ και ‘διαπεραστικό’ είναι λίγα. Αισθάνθηκα απεριόριστο θαυμασμό για την κυρία Χιλλ. Διέγνωσα διαισθητικά τη σύζευξη ταλέντου, σωματικής αυτοπειθαρχίας, μελέτης και βαθειάς σκηνικής σοφίας. Η φωνή της λάξευε το κείμενο με εξωπραγματική ακρίβεια. Τυχεροί είμαστε να έχουμε ζήσει εμπειρίες όπως αυτή η παράσταση.


Ο έρως και τα προσώπατα
Η Αίγινα ήταν πράσινη και ανθισμένη. Αλλόκοτο. Η θάλασσά της ήτανε σαν λίμνη. Μια κάπως μουντή θλίψη σαν αυτή που μόνο ο thas μπορεί να αποδώσει και να περιγράψει γλύκαινε το τοπίο. Το βράδυ της Κυριακής του Πάσχα πήγαμε στα Περδικιώτικα και στο Καφέ Βαρτάν. Τα Περδικιώτικα έχουνε πλέον μετατραπεί σε εστιατόριο — τουλάχιστον έπεσα πάνω σ’ έναν φίλο εκεί. Μετά πήγαμε στον θρυλικό Τσίτρα (κατά κόσμον ‘International Corner’), αλλά γι’ αυτόν θα μιλήσουμε στο Δεύτερο Βιβλίο Περί Ποιητικής, που λέει κι ο Έκο. Καταλήξαμε στο Καφέ Βαρτάν. Θα επαναλάβω, κουραστικά πλέον, πόσο ωραίες γυναίκες κυκλοφορούν στην Ελλάδα γενικά και — συγκεκριμένα — στο Καφέ Βαρτάν. Επίσης θα ξαναπώ χωρίς να μπω σε λεπτομέρειες κάτι που έχω ξαναπεί και μάλλον θα ξαναπώ στο μέλλον (επέρχεται συντριπτικώς η άνοια): στην Ελλάδα έχουμε πλεόνασμα αισθησιασμού και (τζάμπα) πρόκλησης αλλά σοβαρό έλλειμμα ερωτοπραξίας. Άχαρα πράματα. Άχαρος κόσμος. Άχαρα κορμιά. Άχαρες χαρές; Ελπίζω πως όχι.


Επίλογος
Με λένε Sraosha. Είμαι στοιχειό. Είμαι ζώδιο της κρύας θαμπής φωτιάς.