Προτού γίνουν αξιοθέατα

στον Άρη Καλαντίδη

Το ζήτημα σε μια πόλη δεν είναι τελικά αν είναι βρώμικη, θορυβώδης, χαοτική. Το γιατί θα προσπαθήσω να το εξηγήσω παρακάτω. Φρονώ πάντως πως το πραγματικό ζήτημα σχετικά με το κατά πόσο μια πόλη είναι «ανθρώπινη» έγκειται στο πόσο αφήνεται να γίνει πολύ βρώμικη, πολύ θορυβώδης, πολύ χαοτική.

Στερεοτυπικά κι επανειλημμένα η Αθήνα χαρακτηρίζεται ως ακριβώς αυτά: βρώμικη, θορυβώδης, χαοτική. Βεβαίως, η Αθήνα είναι και άλλα πράγματα, όπως ξαναείδαμε κι εδώ το 2007:

η Αθήνα (μιλάω τώρα για την ευρύτερη περιοχή μέχρι τα ‘σύνορα’ του πάλαι Σταυρού Αγίας Παρασκευής και χωρίς το Μενίδι) είναι λειτουργικότατη πόλη, όπως έδειξε η περίφημη μελέτη Δοξιάδη τη δεκαετία του 70 — και (για) την οποία αδυνατώ να βρω ονλάιν. Τι εννοώ. Σε αντίθεση με πολλές (μεγαλου)πόλεις, για κάθε κάτοικό της ο χρόνος πρόσβασης στις διάφορες χρήσεις είναι ανάλογος του πόσο αναγκαία είναι η χρήση: σε λίγη ώρα βρίσκεις ψιλικατζίδικα και έβγες και περίπτερα, σε λίγο περισσότερη φαγάδικα, σε λίγη ακόμα φαρμακεία, σε αρκετά περισσότερη σινεμά — και ούτω καθεξής. Αν αυτό φαίνεται αυτονόητο (όπως λ.χ. η σταθερά χαμηλή εγκληματικότητα), δείτε το συγκρότημα του Λονδίνου, μικρότερες αγγλικές πόλεις, τις πόλεις του κομμουνισμού ή της Άπω Ανατολής ή ακόμα και τη Λευκωσία (για να μην πιάσουμε τις βορειοαμερικάνικες πόλεις), όπου πρέπει να πας (με αυτοκίνητο) στην άλλη άκρη για να αγοράσεις ψωμί, γάλα, εφημερίδα και ένα μπουκάλι κρασί…

Η Αθήνα επίσης έχει διάφορες αρετές, που αποσιωπώνται ή παραγνωρίζονται ακόμα και από πολυταξιδεμένους ευρωπόφιλους.

Πρώτον, στην Αθήνα δεν υπάρχουν γκέτο, όπως εξηγεί η μελέτη που λινκάρω. Εν μέρει και λόγω της αντιπαροχής, ευνοήθηκε «η συγκέντρωση και διάχυση ολόκληρου του πληθυσμού στα κέντρα των πόλεων και με ανάμεικτο τρόπο». Με άλλα λόγια, το λεγόμενο ευρωπαϊκό μοντέλο του κουκλίστικου κέντρου που περιβάλλεται από προάστια και από γκέτο που απαρτίζονται από θηριώδη μπλόκα μπρουταλιστικής εμπνεύσεως κι εκτέλεσης δεν δούλεψε στην Αθήνα. Κι έτσι ενώ «στας Ευρώπας» το φροντισμένο κέντρο είναι συνήθως μεγαλοαστικό υπνωτήριο ή εμπορικό κέντρο συνδυασμένο με διασκεδαστήριο κι αξιοθέατο, στην Αθήνα μπορεί να έχεις μεγαλοαστούς στην ίδια πολυκατοικία με φοιτητές ή εργάτες.

Δεύτερον, η ποιότητα του πόσιμου νερού στην Αθήνα είναι ασύλληπτα υψηλή. Ρωτήστε κατοίκους άλλων μεγαλουπόλεων, ή και κατοίκους πόλεων πέριξ των Άλπεων, που άσπιλο λιωμένο χιονάκι πίνουν.

Τρίτον, το κλίμα της Αθήνας. Ναι, παρά τη θερμική συμπεριφορά του μπετόν. Και πάλι, αρκεί να ζήσει 3-4 μήνες σε μια πόλη π.χ. της Ιταλίας κανείς. Επίσης είναι χαρακτηριστικό ότι μια πόλη με τόσο λίγους ανοιχτούς χώρους πρασίνου (άλλωστε το πράσινο χωρίς διαρκείς βροχοπτώσεις προϋποθέτει κοινωνικό κράτος και μάλιστα σε επίπεδο αυτοδιοίκησης), οι δρόμοι είναι γεμάτοι δέντρα.

Αναρωτιέμαι παρεμπιπτόντως με τι υλικό ήθελαν οι τσιμεντοφοβικοί να χτιστεί μια ελληνική μεγαλούπολη: σκέτο τούβλο με φτενούς ατσάλινους σκελετούς; πέτρα ηπειρώτικη; ξυλεία; Κι όσοι απεχθάνονται την κατακόρυφη ανάπτυξη, μήπως θα προτιμούσαν να φτάνει η Αθήνα μέχρι τα Μέγαρα και τη Μαλακάσα;

Μιλώντας για μπετό, που κυριαρχεί και λίγο έξω από τα κουκλίστικα κέντρα της Ιταλίας ή της Ισπανίας, εκεί όπου τελειώνει ο ακριβότερος σοβάς, αναρωτιέμαι και πάλι αν έχουμε επίγνωση ενός απλού γεγονότος: η μορφή της μαζικής στέγασης σε μια πόλη αποτυπώνει την ιστορία της πόλης. Η Αθήνα δεν αναπτύχθηκε ούτε επί αρντεκό, ούτε επί Ωσμάν, ούτε επί βασίλισσας Βικτώριας. Με άλλα λόγια, η μαζική στέγαση παντού φέρει το αποτύπωμα και του ρυθμού και των τάσεων της εποχής της αλλά και του φορέα που ανέλαβε να την υλοποιήσει, είτε είναι το αμελές κράτος είτε κάποιοι άπληστοι ιδιοκτήτες κι εργολάβοι.

Θέλω τέλος να σταθώ σε δύο πιο σημαντικά θέματα.

Πρώτον, πόλεις που ο μέσος στραβοταξιδεμένος ευρωκομπλεξικός Έλληνας χαρακτηρίζει ως καθαρές και κουκλίστικες, είναι καθαρές και κουκλίστικες ακριβώς σε εκείνες τις γειτονιές στις οποίες οι κατά τόπους δήμοι αναπτύσσουν τις δυνάμεις καλλωπισμού και καθαριότητας που έχουν στη διάθεσή τους. Έχω περάσει σαν παγοθραυστικό μέσα από λονδρέζικα και παρισινά σκουπιδομάνια με τις δυνάμεις καθαριότητας να με ακολουθούν, έχω βρεθεί μέχρι τον αστράγαλο μέσα σε σαββατιάτικο σκουπίδι σε σταθμούς της Στουτγάρδης, μιας κατά τα άλλα αγκυλώμένης πόλης.

Δεύτερον, για να κλείσουμε όπως ξεκινήσαμε, όλες οι πόλεις είναι θορυβώδεις, βρώμικες, χαοτικές προτού καταστούν (ή καταντήσουν) αξιοθέατα, η καθεμία στην ανάλογη κλίμακα βεβαίως: η Κωνσταντινούπολη του 13ου αιώνα περισσότερο από το Ζάλτσμπουργκ του 18ου, το Μιλάνο του 16ου περισσότερο από τη Σιένα του 14ου.

Στοιχείο της πόλης αναπόσπαστο είναι ο θόρυβος, η πολυπλοκότητα, το παράταιρο ― ακόμα και η βρωμιά. Εύτακτα, καλαίσθητα και καθαρά και ελκυστικά είναι τα αξιοθέατα των πόλεων και ― γενικά ― όσες γειτονιές η κοινότητα και η τοπική αυτοδιοίκηση δεν αφήνουν να ξεπέσουν εντελώς στον θόρυβο και στη βρωμιά.

Χωρίς υπόμνημα

Αν έχεις βγει από το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, είναι συγγνωστό να μην ξέρεις να γράφεις. Η διδασκαλία της γλώσσας και του εγγραμματισμού στο ελληνικό σχολείο κρατιέται σε πρωτόγονα επίπεδα, πιθανότατα επίτηδες. Ούτως ή άλλως βέβαια η γραφή είναι δύσκολη υπόθεση: προϋποθέτει συγκρότηση και προγραμματισμό.

Ωστόσο να μην ξέρεις τι διαβάζεις είναι ανεπίτρεπτο. Αυτό το λέω με αφορμή το γνωστό στάτους στο Facebook που προκάλεσε διασυρμό μου, ενθάρρυνε καμμιά δεκαριά υβριστές μου να μου προσάπτουν διάφορα τερατώδη με τρόπο αξιόποινο, ενώ (δυστυχώς για μένα) μού αποκάλυψε ποιοι αυτοδικαιωμένοι κρυπτοαλαζόνες που παρίσταναν τους φίλους απλώς μου την είχαν καρτερικά στημένη στη γωνία για να μου την πέσουν με virtue signalling και φω υπεροψία.

Ακόμα και σήμερα διάβασα ότι το στάτους αυτό «επιτίθεται στο #metoo». Επειδή, δυστυχώς για μένα, είμαι καλόγνωμος (όπως με αποκάλεσε ένας φίλος) σκέφτηκα επιτόπου να διαλύσω τις όποιες εναπομείνασες παρεξηγήσεις. Άλλωστε το προφίλ αυτό το έστησα το 2005 όχι για να λέω τον πόνο μου αλλά για να κάνω διάλογο: να μιλάω και να ακούω.

Σκέφτηκα λοιπόν να γράψω εδώ ένα υπόμνημα του στάτους, σημείο προς σημείο. Μα την αλήθεια. Το έχω ξανακάνει κιόλας.

Μετά πάλι σκέφτηκα ότι το κείμενό μου στο fb δεν είναι ούτε θεόπνευστο (αν και με εκφράζει απόλυτα) ούτε προφητεία (αν και εκπληρώθηκε), ενώ δεν είναι καν γραμμένο στη στριφνή πρόζα του Αριστοτέλη. Ένα γαμοστάτους είναι, γραμμένο σε μικρές προτάσεις και με μικρές παραγράφους. Σιγά που χρειάζεται κι υπόμνημα.

Το μόνο που χρειάζεται ο αναγνώστης του είναι ελάχιστη καλή πίστη, μια στοιχειώδη α πριόρι παραδοχή ότι ο γράφων δεν είναι καθήκι. Στην περίπτωσή μου, φρονώ ότι την καλή πίστη όσων με διαβάζουν την έχω κερδίσει και με όσα γράφω και με τον τρόπο που κουβεντιάζω με όσους έχουν αντιρρήσεις.

Ακόμα πιο ξεκάθαρα: δεν χρειάζεται υπομνηματισμό κάτι που ανεβαίνει στα ΜΚΔ. Δεν είναι καν τυπωμένο. Άλλωστε στα σοσιαλμήντια υπάρχει η δυνατότητα να σχολιάσει κανείς ή να ρωτήσει, κατ’ ιδίαν ή ακριβώς κάτω από το στάτους. Τα σχόλια και τα ίνμποξ είναι υπομνηματισμός ― και λειτουργούν πιο αποτελεσματικά από τον όποιο υπομνηματισμό ακριβώς επειδή γίνονται κατά παραγγελία: μπορείς να ρωτήσεις τον ποιητή τι θέλει να πει.

Θα δώσω μόνο δύο παραδείγματα χωρίων που θα μπορούσαν να ερμηνευτούν με ένα απλό ίνμποξ ή με σχόλιο:

Κάποιοι λοιπόν σκάλωσαν με το κάτωθι κι αναρωτιόντουσαν γιατί μίλαγα για δόλο:

θα έπρεπε να εξετάζονται οι ανώνυμες καταγγελίες με προσοχή από τους αποδέκτες τους, ιδίως αν υπάρχει υποψία δόλου.

Συνήθως (θέλω να πιστεύω) αυτό ακριβώς συμβαίνει.

Το παραπάνω είναι υπαινιγμός στην απόπειρα σπίλωσης του ονόματος δημοσίου προσώπου εκ μέρους τρολ με διασυνδέσεις στον φασιστικό υπόνομο ομάδων αλήθειας κτλ. Οι συλλογικότητες που έγιναν παραλήπτες των καταγγελιών αυτών τις εξέτασαν και τις απέρριψαν χωρίς να τις δημοσιοποιήσουν. Κοντός ψαλμός αλληλούια.

Επίσης μαθαίνω πως ακούστηκαν ερωτηματικά για τη διατύπωση και για τον «χρονισμό» του εξής χωρίου:

«Ο ευτελισμός και η κατάχρηση της ανώνυμης καταγγελίας προκαλούν ανυπολόγιστη ζημιά στην αυτοάμυνα των γυναικών και των ευάλωτων ατόμων.»

Ποια από τις τρεις περιπτώσεις που άγγιζα στο στάτους αφορούσε; την κουήρ ΕΚ; τη ΧΟ που στοχοποιήθηκε εξ αιτίας της καταγγελίας εναντίον θαμώνα του μαγαζιού της για βιασμό; ή την κουήρ φίλη του ΙΛ (στη θέση του οποίου καθυβρίστηκα και συκοφαντήθηκα); Και τις τρεις, εννοείται.

Βεβαίως οι κακόπιστοι παραναγνώστες συμπέραναν ότι αναφερόμουν στον ίδιο τον ΙΛ, που πάντως ούτε γυναίκα ούτε ευάλωτο άτομο είναι.

Ακόμα πιο σημαντικό: οι ίδιοι παραναγνώστες δεν αναρωτήθηκαν επίσης εκ μέρους ποιων υπαινίσσομαι ότι γίνεται «ευτελισμός και κατάχρηση της ανώνυμης καταγγελίας». Εκ μέρους των καταγγελλουσών μήπως; Θα έβγαζε νόημα μια τέτοια αιτίαση; Ότι δηλαδή τάχα τα θύματα κάνουν κατάχρηση του μόνου όπλου που τους βρίσκεται; Είναι δυνατόν; και μάλιστα σε κείμενο που ξεκινάει με την απερίφραστη κατάφαση του #metoo και συνεχίζει με την αναγκαιότητα της ανώνυμης καταγγελίας; Ε, άμα είσαι κακόπιστος είναι και παραείναι.

Τέλος πάντων, αντιλαμβάνομαι ότι εδώ μέσα είναι σοσιαλμήντια, δεν είναι παίξε γέλασε: δεν υπάρχει μνήμη, πολλοί δυσκολεύονται να κάνουν κλικ για να δουν τι άλλο έχεις πει και τι καπνό φουμάρεις, υπάρχουν αντανακλαστικά υπάρχει κι ελευθεροστομία. Τα έχουμε ξαναδεί εδώ κι εδώ κι εδώ κι εδώ.

Όμως λίγο ώπα: ούτε όλοι έχουν τους φίλους που έσπευσαν να μου συμπαρασταθούν, ούτε όλοι είναι άνετοι με την έκθεση, πολλώ μάλλον την ξαφνική διαπόμπευση και τον διασυρμό, ούτε όλοι έχουν τη δυνατότητα να στέλνουν εξώδικα σε υβριστές και συκοφάντες. Λίγη απαλότητα, ρε παιδιά, και λίγο nuance. Κι αν δεν νιώθουμε ντιπ απ’ αυτά, δείξτε λίγη καλή πίστη ρε παιδιά.

Σημειώσεις από το Ωνάσειο

Μου αρέσει να ακούω μουσική ζωντανά γιατί απελευθερώνει τη σκέψη μου, λειτουργεί σαν ύπνωση, σαν ήπιο τριπάκι. Είτε είναι η PJ Harvey, είτε οι Cure, είτε ο Μπαχ, είτε η Sugahspank!, είτε (όπως χτες) ο Μέρτενς.

Τον Μέρτενς τον είχα ξαναδεί στο Ηρώδειο το ’17 αλλά δεν ήταν τόσο καλός όσο χτες στην Τεχνόπολη. Χτες με μάγεψε, αν και δεν ήμουν ποτέ φαν του, όχι μέχρι χτες τουλάχιστον. Συνήθως προτιμούσα τον πιο πιασάρικο Νάιμαν ή τον μικρό θεό που λέγεται Γκλας. Για μένα ο Μέρτενς ήταν ταυτισμένος μέχρι πρόσφατα με την Κοιλιά του αρχιτέκτονα: μουσική για κιονοστοιχίες, σπασμένες ή μη, και για υπερφίαλες αρχιτεκτονικές, με τη φωνή μιας άλτο να διαπερνά τις μελωδίες ― ώσπου έμαθα το ’17 ότι επρόκειτο για τη δική του φωνή κόντρα τενόρου.

Χτες χάρηκα βαθιά και με την αδέξια χαρά του επί σκηνής αλλά πολύ περισσότερο την ίδια τη μουσική του: απρόσμενη και παιχνιδιάρα αλλά πάντοτε σοβαρή με έναν τρόπο καθόλου συνοφρυωμένο, σαν καλόκαρδος και λιγάκι μποέμ Χατζιδάκις ακουγόταν. Περισσότερο χάρηκα τον λυρισμό του: στεγνό και καθόλου συναισθηματικό.

*

Το ζήτημα δεν είναι να ξεπεράσεις τις προσδοκίες που έχουν για σένα οι άλλοι· ούτε καν να τις εκπληρώσεις. Οι προσδοκίες των άλλων μπορεί να προέρχονται από τα δικά τους δυσεπίλυτα ζητήματα ή από μια επιπόλαιη εικόνα τους για σένα ή και για τον κόσμο.

Το ζήτημα να είναι στήσεις απέναντι τις δικές σου προσδοκίες για τον εαυτό σου, να τις κοιτάξεις, να σε κοιτάξουν καλά και να δουν ποιος είσαι και σε τι συνθήκες ζεις.

Ένα ακόμα ζήτημα είναι να μην αφήσεις ποτέ τον εαυτό σου να χάψει τη στρεβλή ιδέα ότι υπάρχει έστω και ίχνος ευγένειας ή αξιοσύνης στον πόλεμο που οι προσδοκίες των άλλων κάνουν εναντίον σου. 

*

Κάποιοι διαλέγουν τους φίλους τους και αναθεωρούν τους καταλόγους των φίλων τους με βάση τις κατ’ αυτούς αρετές τους. Μόνον οι ενάρετοι μπορούν να συμμετέχουν στις βίβλους της ζωής. Γι’ αυτούς το φίλος είναι αξιολογική κρίση και μόνο.

Κάποιοι θα στηρίξουν τους φίλους τους ό,τι κι αν κάνουν, όποιοι κι αν είναι ― περίπου όπως οι πατριώτες την πατρίδα. Γι’ αυτούς το φίλος είναι κυρίως μεταφυσική κατηγορία.

Κάποιοι δεν ξέρουμε και το ψάχνουμε και θα το ψάχνουμε. Σαφώς και πάντοτε φιλτέρα η αλήθεια, αλλά ο φίλος θα παραμείνει φίλος. Αν όμως το ζήτημα δεν είναι μόνον η αλήθεια κι ο φίλος προκύψει καθήκι ή (χειρότερα) και ψεύτης και καθήκι, ε εκεί στου πηγαδιού τον πάτο του Δάντη· και ζωή σ’ εμάς.

*

world without sex

«Η μόνη πανανθρώπινη αξία είναι ο ασκητισμός. Ο πόλεμος εναντίον του σεξ. Βρίσκεται παντού, σε βάθος και σε έκταση. Είναι καθολικού χαρακτήρα. Πείτε τον όπως αλλιώς θέλετε αν σας αρέσει η λιτότητα και η αυτοκυριαρχία και η άσκηση. Αλλά ο ασκητισμός ως ο πόλεμος κατά του σεξ (εκτός αν είσαι προνομιούχος, οπότε, δικό σου και το σεξ, όπως όλα τα άλλα) είναι το δηλητήριο της ανθρωπότητας. Από την Ινδία μέχρι τη Σικελία, από τον Αρκτικό Κύκλο μέχρι την Κίνα, από την Κορέα μέχρι τη Δυτική Αφρική.

Στον κόσμο που δεν έχει την επίπλαστη ευκολία και πρόσβασή μας και άρα βολοδέρνει μέχρι τον όποιο γάμο, το σεξ είναι όνειρο και βάσανο κι απωθημένο. Στον δυτικό μας τον κόσμο το ίδιο το σεξ, στην καθαρή και δραστική μορφή του, πουσάρεται ως κάτι έξω από εμάς, κάτι για κάποιους άλλους, ίσως πολύ πιο ωραίους· αν όχι για πιο ωραίους από εμάς, σίγουρα απευθύνεται σε κάποιους εγκιβωτισμένους μέσα σε μια φούσκα που απατηλά τους χαρίζει το ακαταδίωκτο και το ακατολόγιστο, που τους δίνει έναν χώρο προσωρινά προνομιακό και πλανερά προνομιούχο, έναν χώρο που δεν πολυμολύνει κάθε λογής ασκητισμός: ο αγροτοποιμενικός πουριτανισμός, η στεγνή αγριότητα της θρησκευτικής κακογαμίας, η μπαγιάτικη βικτωριανίλα.

Για εμάς το σεξ προορίζεται κυρίως για μπάνισμα και για κουτσομπολιό: ποιος πήρε ποιον, πόσες πήρε ο τάδε, πόσο παίρνεται η δείνα. Κυρίως όμως το σεξ είναι  εύχρηστη μεταφορά («η πούτσα της λιτότητας»), σχήμα λόγου («για τον πούτσο καβάλα») κι όρος σύγκρισης («γκολ σκέτη καύλα»). Και, οπωσδήποτε, θέμα συζήτησης. Κάποτε οι άνθρωποι αναλώνονταν στο να σχολιάζουν τας Γραφάς και τις απολύτως ακατανόητες βουλές του Κυρίου τους, τώρα υπομνηματίζουνε το σεξ. Σελίδες γράφονταν για μισό εδάφιο, τώρα σέρβερ υπερθερμαίνονται κι ανάβουν κάπου μακριά για  περιπτύξεις κάποιων άλλων που ίσως είδαμε κι εμείς ή μάλλον ακούσαμε γι’ αυτές: εμείς και η μισή Αθήνα, ακούγοντας Πάριο, για κάποια μυριοχαύνη ή για κάποιον κατά τα άλλα άγνωστο τετρακισχιλιοβινευτή.

Και το φετίχ; το να έχεις κι εσύ κάποιο φετίχ, έστω κι αν τό έχεις κατά διάνοια.»

«Πέρα από τους μαλάκες» από το «Πώς να μη γίνετε μαλάκας»

Όταν έχεις χρόνο να ασχολείσαι με ταξινομήσεις κτλ.

Γνώρισα προχτές έναν από αυτούς τους ανθρώπους που μονοπωλούν τις συζητήσεις. Ο συγκεκριμένος ανήκε στην κατηγορία όσων μιλούν ασταμάτητα για τον εαυτό τους. Έχω πρόβλημα με το να μιλάει κανείς για τον εαυτό του, ιδίως συνέχεια, ιδίως αν δεν του έχουν πει καν ένα «πες μας ρε ψυχή για τη ζωή σου». Αλλά εν πάση περιπτώσει, δικό μου ήταν το πρόβλημα, αφού το συγκεκριμένο άτομο πρέπει όντως να πέρασε ένα πολύ ευχάριστο δίωρο μιλώντας μας αναλυτικά για τη ζωή του.

Όταν επέστρεφα εξουθενωμένος κι ανακουφισμένος στο σπίτι αναλογιζόμουν ότι περισσότερο κι από το να μιλάει κανείς για τον εαυτό του με ενοχλεί η πεποίθηση τέτοιων ανθρώπων ότι κανείς άλλος σε μια ομήγυρη 5-6 ατόμων δεν έχει κάτι να πει για τον εαυτό του. Θα μπορούσε πράγματι ο συγκεκριμένος άνθρωπος να μη μιλάει για τον εαυτό του, αλλά για μακαρονάδες π.χ.: τι καλύτερο; Νόστιμο θέμα κι ανεξάντλητο. Όμως και πάλι θα με προβλημάτιζε η αυτοπεποίθηση με την οποία μονοπωλεί κάποιος την κουβέντα σε μια παρέα 5-6 ατόμων.

Τουλάχιστον με αυτούς τους ανθρώπους ξέρεις πάνω κάτω πού στέκεσαι: δεν θα σε αφήσουν να σταυρώσεις κουβέντα ώστε να σου πουν για τα φροντιστήρια των παιδιών τους, για τα παραπτώματα των άλλων (συνήθως εις βάρος τους), για τη φιλοσοφία τους (βιωμένη και πρακτική, εννοείται), για τους διάφορους συναρπαστικούς τόπους όπου έχουν ζήσει (Ζωγράφου, Καλλιθέα, Πτολεμαΐδα, Ρόδος, Χαριλάου, Σέρρες, Βόνιτσα) αλλά και για τα ακόμα πιο συναρπαστικά ταξίδια τους (Ζάλτσμπουργκ και «Άλπεις», Παρίσι τρεις μέρες, γύρος Ιταλίας, Τυνησία, Κρακοβία-Άουσβιτς και «το μεγαλείο της γερμανικής σκληρότητας!», Ντουμπάι). Άλλωστε, τι να πουν οι υπόλοιποι για τη ζωή τους…

Υπάρχουν όμως και χειρότερα.

Συναντάς λ.χ. πολλές φορές ανθρώπους οι οποίοι είναι σιωπηλοί, χαμηλόφωνοι ― ή και τα δύο μαζί. Είναι συμπαθείς. Πώς να μην είναι; Όπως η Τήλος, όπως οι Λειψοί και το Μεγανήσι, είναι κι αυτοί όπως αναρίθμητοι αφανείς τουριστικοί προορισμοί: κάτι που απλώς κείται εκεί όπου κείται και περιμένει να ανακαλυφθεί.

Εντός του σιωπηλού και χαμηλόφωνου αυτού ανθρώπου κάποτε πεταρίζει ένας μεγάλης βουλής άγγελος, όμως απλώς πεταρίζει και σε καμμία περίπτωση δεν πρόκειται να προσπαθήσει να σε εντυπωσιάσει κινηματογραφικώς με το άνοιγμα πτερύγων του ― όσο φαρδύ κι αν είναι αυτό. Το ουσιώδες είναι να τον προσέξεις, να πας εσύ σε αυτόν, να τον αναζητήσεις.

Επειδή ζούμε σε μια κοινωνία στην οποία επί της αρχής τόσο προσκυνούμε την ταπεινότητα και τους σεμνούς χαρακτήρες όσο στην πράξη υφιστάμεθα καθημερινές κι ασταμάτητες περιαυτολογίες, αυτός ο σιωπηλός και χαμηλόφωνος τύπος, αυτός ο φαινομενικά άνθρωπος χωρίς ιδιότητες, φαντάζει ιδεώδης για παρέα, αν όχι και για παραπάνω. Μοιάζει ψυχή τρυφερή, ντοστογιεφσκική: άκακος και μετρημένος, λίγο σαλός κι ίσως καημένος ― όμως αγνός κατά βάθος.

Ενδεχομένως να είναι πράγματι έτσι. Μπορεί όμως και όχι. Δεν γίνεται να ξέρεις έτσι εύκολα. Μπορεί ωστόσο το θρόισμα που κάνει εντός του το πετάρισμα του αγγέλου κάποιας μεγάλης βουλής να παραμένει σεμνό κι αθόρυβο θρόισμα ακριβώς επειδή δεν το συνοδεύει η δυνατότητα κι η θέληση να εκπληρωθεί η μεγάλη αυτή βουλή.

Η ατολμία αυτή, ο συστημικός αυτός δισταγμός, η διβουλία κι η καρτερική (πάντοτε καρτερική) αμφιθυμία μπορεί και να συνοδεύεται από τον φόβο του αυτογκόλ. Και πάλι, ποιος ξέρει. Ενίοτε ίσως τον άνθρωπο αυτό να τον κατατρύχει ο φόβος της σύγκρισης ή της αντιπαράθεσης· μπορεί να συμβεί σε όλους αυτό, μας συμβαίνει.

Μπορεί λ.χ. να σκέφτεται ο σιωπηλός Κακανός, ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες, ενώ γίνεται μια κουβέντα: «Πώς θα βγω να εξιστορήσω το ταξίδι μου στη Νότια Κορέα μπροστά στην παρέα; Αν τυχόν κάποιος ανάμεσά τους έχει πάει λ.χ. στη Βόρεια Κορέα; Όχι μόνο θα με επισκιάσει αλλά θα έχω εκτεθεί, αφήνοντας πίσω τη μεγαλοσύνη της σιωπής μου και τις πολλές υποσχέσεις που κρύβει για να καταντήσω απλό εφαλτήριο της ιστορίας κάποιου άλλου, κάποιου που είχα την ατυχία να μην τον έχει καλέσει η Σάμσουνγκ αλλά να έχει εισχωρήσει στα άδυτα της Πιονγιάνγκ». Κοινώς, καταστροφή.

Αν πράγματι ο Κακανός ανήκει σε αυτή τη φάρα, αν δεν είναι μια μάλλον σαλή αλλά αγνή και κάπως καημένη όμως σεμνή στη σιωπή της ψυχή, τότε μπορεί ενδεχομένως σε βάθος χρόνου να γίνει ένας μικρός σιωπηλός σκορπιός. Δείτε το κι αλλιώς:

Τον πληκτικό τύπο που μονοπωλεί τη συζήτηση τον ξεκόβεις από την πρώτη φορά, αν θες.

Τον οριακά αλλοπρόσαλλο πάλι τον ξεκόβεις στους έξι με δεκαπέντε μήνες, αν έχεις τύχη ― ξέρετε, αυτόν που μοιράζει δεξιά κι αριστερά κατακρίσεις, που λοιδωρεί ό,τι τον ενοχλήσει βγάζοντάς το σκάρτο, για τα σίδερα, προϊόν ανεπίλυτων ψυχολογικών προβλημάτων και που θεωρεί τη μανική αυστηρότητά του ένδειξη βαθειάς σοφίας και μαντικής οξυδέρκειας επειδή συνοδεύεται από ανελέητη ικανότητα για αυτοτιμωρία.

Τον κακό Κακανό όμως; Πώς να τον ξεκόψεις; Δεν θα ήταν ένδειξη αναισθησίας ή και σκληρότητας; Άλλωστε μπορεί τελικά να μην είναι κακός.

Και πώς να ξέρεις αν ο Κακανός είναι κακός; Μην ξεχνάμε ότι όποιος δεν μίλησε δεν έχασε, κι ο Κακανός το ξέρει. Seul le silence est grand, κουτουλού: είτε είσαι σιωπηλός διδάχος, είτε ηγεμών εκ Δυτικής Λιβύης· είτε σε παραλύει ο φόβος του αυτογκόλ, είτε σε μεταρσιώνει η συμπονετική κατανόηση για τις αδυναμίες του κόσμου· είτε κάτι το ενδιάμεσο. Η σιωπή πάντως σε συμφέρει κάργα αν είσαι σκορπιός: σκάσε και πιέσου και θα ‘ρθει η ώρα να κεντρίσεις.

Αν λοιπόν τελικά είσαι από τη σκάρτη τη φάρα την κακανική, κρατάς προσεκτικά το κεντρί σου ακίνητο και σφίγγεσαι. Σφίγγεσαι και περιμένεις. Θα έρθει η ευκαιρία να σπάσεις τη σιωπή σου, μα σε δέκα, μα σε δεκαπέντε, μα σε είκοσι χρόνια. Άλλωστε, για να σωπαίνεις τόσο καιρό, για να έχεις υπάρξει τόσο καρτερικός με τα βόλια και τα βέλη της ανελέητης μοίρας σου, ε, κάτι πάρα πολύ βαθύ θα έχεις να πεις: το κέντρισμά σου θα είναι αρκούντως τοξικό.

Στο τέλος με μια κίνηση μικρή και κατ’ επίφαση συμπονετική, του δίνεις του αλλουνού να καταλάβει. Ιοβόλα.

Φθόνος

Hippolyte Flandrin ― Ο Δάντης (όχι εγώ) παρηγορεί τις ψυχές των φθονερών στο Καθαρτήριο

Ένας φίλος ― αν και πλέον θα έπρεπε να χρησιμοποιώ αυτό τον χαρακτηρισμό με φειδώ αυστηρότερη από τη συνηθισμένη μου ― με πείραζε τις προάλλες σχετικά με το για ποια θέματα δεν έχω γράψει εδώ μέσα. Είναι δύσκολο να αφήσεις απ’ έξω πολλά θέματα όταν γράφεις συστηματικά για ό,τι σου κατεβαίνει επί δεκάξι χρόνια.

Ανέφερα τα μακαρόνια στον φίλο μου, που όντως πρόκειται για παράλειψη: γιατί να μην έχω γράψει για μακαρόνια; Ανέφερα και κάτι άλλο, που δεν θυμάμαι τώρα.

Η αλήθεια είναι ότι δεν έχω γράψει ποτέ για τον φθόνο, ενώ για τη ζήλεια έχω υπάρξει λαλίστατος.

Έβλεπα πρόσφατα σε ένα βίντεο της εξαίσιας Νάταλι Γουίν να λέει ότι η απαρίθμηση των προνομίων μας δεν είναι ούτε πράξη πολιτική ούτε χειρονομία ταπεινοφροσύνης, παρά πεπαιδευμένος κομπασμός. Από αυτήν την άποψη ζορίζομαι να πω ότι ένας άνθρωπος με τα προνόμιά μου (προς το παρόν μόνο λεφτά κι ομορφιά μού λείπουν) δεν είναι κομψό να μιλάει για τον φθόνο: Ναι ρε μάγκα μο, θα σε φθονήσουν. Ευτυχώς δεν πιστεύω στο κακό το μάτι.

Η αλήθεια είναι ότι είμαι πάρα πολύ κακός στο να τον εντοπίζω τον φθόνο. Κάθε φορά που νομίζω ότι κάποιος φθονεί κάποιον άλλο, ψάχνω να βρω εναλλακτικές ερμηνείες της συμπεριφοράς τους: μπορεί να μην είναι φθόνος αλλά αδέκαστο ηθικό κριτήριο, που ετάζει νεφρούς και καρδίας· μπορεί να μην είναι φθόνος παρά η φωνή της αλήθειας, ή και του Κυρίου άμα λάχει· μπορεί να μην είναι φθόνος αλλά προβολή δικών μου υπαρκτών ή και ανύπαρκτων αγχών και φοβιών.

Δεν μπορεί ρε συ, δεν γίνονται αυτά: ο φθόνος είναι πολύ ομηρικό κίνητρο, άντε σαιξπηρικό. Δεν φθονούν οι άνθρωποι, ρε μαλάκα, έλεγα στον μαλάκα που ξέρω καλύτερα, δηλαδή τον εαυτό μου: απλώς όσοι νομίζεις ότι φθονούν πασχίζουν να φτάσουν αυτό που ζηλεύουν και να το ξεπεράσουν. Δεν υπάρχει φθόνος, είναι ηθοποιοί: υπάρχουν μόνο ζήλιες, δηλαδή αθώα πράματα: παιδικά.

Θα μου πει κανείς (δικαίως) «Ώπα ρε μαλάκα (να τος πάλι ο μαλάκας), προνομιούχε άνθρωπε κι έτσι μεγαλόκαρδε και γουάου, εσύ δηλαδή δεν έχει νιώσει ποτέ φθόνο;».

Βεβαίως. Πρώτα πρώτα έχω νιώσει ταξικό φθόνο. Έχω αγανακτήσει με όσους μού πούλαγαν μαγκιά, ανεμελιά κι εναλλακτίλα με δυο νοίκια το μήνα να τρέχουν στον λογαριασμό τους ενώ εγώ ακόμα και ως μισθωτός (και τι μισθωτός, ε; ε;) έχω περάσει τρίτα δεκαήμερα Αυγούστου με 20 ευρώ. Έχω σπαστεί φρικτά που μου έλεγαν πόσο κότα, φλώρος κι άτολμος είμαι άνθρωποι που… τέλος πάντων, έγινα κατανοητός. Αλλά δεν τους την έχω φυλαγμένη. Θέλω να πω, οκέι, στον καπιταλισμό ζούμε: άλλοι τρων από τους γονείς κι άλλους τους τρων οι γονείς και σ’ όποιον δεν αρέσει να πάει «στην Κομμούνα», όχι των Παρισίων, παρά σε αυτή που μας ξεπάτωσε.

Επίσης ζήλεψα πολύ για χρόνια έναν συνάδερφο: Όλα γαμάτα τα έκανε, όλοι τον πήγαιναν. Ζήλευα. «Τον κερατά», έλεγα σαν εβδομηντάχρονος. Μετά έμαθα ότι δεν τα έκανε όλα γαμάτα, κατόπιν συνειδητοποίησα ότι κι εγώ έκανα πάρα πολύ γαμάτα πράγματα ενώ παράλληλα μεγάλωνα ως ψάρι σε μια μικρή λίμνη (κατά το ρητό των Αμερικάνων) ώσπου έκανα και διεθνή καριέρα, και μάλιστα λίγο καλύτερη από της απόλυτης Άννας Βίσση. Στο τέλος έμαθα κι ότι δεν τον πήγαιναν όλοι γιατί ήταν λιγάκι τρόμπας (όχι πολύ, λίγο), ενώ πάρα μα πάρα πολλοί παν εμένα. Μερικοί μάλιστα με πάνε τόσο πολύ που δεν με λένε καν μαλάκα, παρά «καλόγνωμο». Επίσης μ’ αγαπάνε. Σοκ αλλά ναι.

Βεβαίως για να φτάσω να τα νιώσω όλα αυτά πουλήθηκα και πουλιέμαι στην ψυχανάλυση ενώ αφήνομαι σε ανθρώπους αληθινά δικούς μου· γι’ αυτό και τελικά έπαψα να φθονώ έστω και λίγο τον συνάδερφο.

Άρα τι να γράψω για τον φθόνο: περνάει αφενός με δικούς σου ανθρώπους αφετέρου με την κατάλληλη για σένα ψυχοθεραπεία. Ευκολάκι.

Το καθρέφτισμά μας

Η πρόοδος και η οπισθοδρόμηση δεν αφορούν κάθε πτυχή του δημόσιου βίου: αλλού πάμε πίσω, αλλού πάμε μπροστά. Αλλού μένουμε στάσιμοι.

Ο Τύπος σήμερα έχει σαφώς οπισθοδρομήσει. Ζούμε τον θρίαμβο της Απογευματινής και της Αυριανής.

Η Απογευματινή ήταν μια φυλλάδα που πιανόταν από θέματα του αστυνομικού δελτίου και τα παρουσιάζε με τον χυδαιότερο δυνατό τρόπο (έτσι νομίζαμε τότε) και σίγουρα με τον ηδονοβλεπτικότερο. Φωτογραφίες και λεπτομέρειες που τότε λέγονταν απλώς «γαργαλιστικές», από φωτογραφίες δολοφονημένων καλλονών μέχρι παραβιαστικές λεπτομέρειες για κάθε λογής έγκλημα, έσκαγαν στην πρώτη της σελίδα. Τα θύματα διαπομπεύονταν ενώ ύποπτοι και συλληφθέντες διασύρονταν και μάλιστα πολλές φορές για ζητήματα άσχετα με την υπόθεση.

Σήμερα ολόκληρη η Απογευματινή είναι δυο μονόστηλα στο Μακελειό ή στην Εσπρέσσο.

Η Αυριανή ήταν μια προπαγανδιστική φυλλάδα με αποστολή τον διασυρμό των εχθρών του παπανδρεϊκού ΠΑΣΟΚ (πάντοτε κατά την κρίση του εκδότη της Κουρή) ή και του Μάνου Χατζιδάκι. Ο τρόπος που απευθυνόταν στο αναγνωστικό κοινό της ήταν πατερναλιστικός και τάχα λίγο λαϊκός α λα Ριζοσπάστης ― κάτι σαν Πολάκης με ευφράδεια Παφίλη και ήθος Σαμαρά. Σε μια χώρα όπου ο Τύπος ήταν (και είναι) ανοιχτά αντιδραστικός όταν δεν ήταν (τότε) απλώς δεξιός, η Αυριανή έγινε το λιγδωμένο και ραιβό δεκανίκι ενός ΠΑΣΟΚ που μετά το ’85 δεν τα πήγαινε τόσο καλά και που έπρεπε να διαπραγματεύεται με τον ηγεμονικό Λαμπράκη, με τον σκιώδη Μπόμπολα και με τον ενίοτε απρόβλεπτο Τεγόπουλο.

Σήμερα η Αυριανή έχει διαχυθεί σε όλα τα Μέσα, έντυπα κι ηλεκτρονικά. Μέχρι κι ο Κούλης ακούγεται σαν μέτριος μαθητής της, προσπαθώντας κάθε τόσο να πει καμιά μαγκιά. Απλώς κάποια από αυτά τα σημερινά μέσα παριστάνουν ακόμα το (τότε) Βήμα και την (τότε) Καθημερινή: πάρα πολύ σοβαρά, ελαφρώς ξινά και τάχα ψύχραιμα φύλλα που απευθύνονται σε αυτά τα προϊόντα μυθοπλαστικής επεξεργασίας της πραγματικότητας: τους Έλληνες αστούς.

Εδώ η οπισθοδρόμηση είναι εμφανής και κατακλυσμική.

Ωστόσο, εκείνη την εποχή όσα αναρίθμητα κείμενα γράφονταν για φυλλάδες όπως η Απογευματινή και η Αυριανή ανέλυαν την ύπαρξή τους και τη λειτουργία τους συνήθως με γνώμονα την αναλυτική κατηγορία του κιτρινισμού. Αυτό συνέβαινε ενδεχομένως γιατί τις δεκαετίες του ’80 και του ’90 ο κριτικός λόγος βρισκόταν στα χέρια δημοσιογράφων καθώς και διάσημων φιλολόγων-εκθεσάδων.

Τι ήταν ο κιτρινισμός; Μια αναλυτική κατηγορία σαν αυτή του σημερινού λαϊκισμού: απόρροια του ρηχού ελιτισμού όσων δεν θέλουν να αντικρύσουν τις όντως ηγεμονικές σχέσεις μέσα σε μια κοινωνία, πού βρίσκεται η εξουσία και τι εξασφαλίζουν τα λεφτά.

Τουλάχιστον σήμερα ξέρουμε (και το λέμε) ότι ο φτωχός ξένος βιαστής είναι δυο (και τρεις) φορές βιαστής και τέρας από πάνω, ότι οι γυναίκες παν γυρεύοντας, ότι υπάρχουν εγκλήματα πάθους κι εγκλήματα τιμής αλλά με δράστες άντρες, ότι οι παπάδες είναι στο απυρόβλητο και οι μικρές κοινωνίες προσπελάσιμες μόνον από τη Νικολούλη, ότι μπορούν να πνιγούν και να φυλακιστούν χιλιάδες άνθρωποι αρκεί να μην είναι Έλληνες, ότι οι εκδότες μας ζήλωσαν τη δόξα του Μέρντοκ, ότι οι ξένες απειλούν με διαζύγιο ή προκαλούν αλλά και οι Ελληνίδες τσούλες είναι, ότι οι αστυνομικοί καλώς φονεύουν και παρανομούν, ότι κάθε βίαιο έγκλημα μπορεί να είναι θέαμα αν το θύμα είναι γυναίκα.

Γενικότερα, έχει ξεδιπλωθεί μπροστά στα μάτια μας το πανόραμα της φοβικής μισαλλοδοξίας, του απερίφραστου και φυσικοποιημένου ρατσισμού, του στυγνού μισογυνισμού, του βάρβαρου τοπικισμού, της επί 200ετία υπερφίαλης παραίσθησης εθνικού μεγαλείου, του υποκριτικού πουριτανισμού, της περιφρόνησης στα παιδιά και της χλεύης στα γηρατειά ― όλων όσων μας στοιχειώνουν και όσων ο Τύπος αποτυπώνει πια χωρίς ταμπού, χυδαία και απροσχημάτιστα.

Εδώ η πρόοδος, το ότι επιτέλους βλέπουμε, είναι εμφανής αν κι επώδυνη.

Φιλόπατρις;

Όπως όλοι μας, αγαπώ την πατρίδα μου. Εννοείται ότι πατρίδα μου είναι ο τόπος που με γέννησε και με έπλασε, αυτό ισχύει για όλους μας ανεξαιρέτως.

Τα λέει πολύ όμορφα αυτά η Έμμα Γκόλντμαν στην αυτοβιογραφία της, εξηγώντας την προφανή διαφορά μεταξύ πατρίδας και του κράτους (ή των κρατών) στο οποίο ή στα οποία βρίσκονται οι πατρίδες μας. Αυτά τα ξέρουν καλά πολλοί γείτονές μου στου Κυνοσάργους, στη γειτονιά μου, που γεννήθηκαν εδώ από Αλβανούς γονείς: πατρίδα τους είναι η Αθήνα, σίγουρα όχι η άστοργη Ελλάδα και μάλλον ούτε η Αλβανία, στην οποία δεν είναι παρά «Έλληνες», κι ας μιλάν αλβανικά κι ας γεννήθηκαν εκεί οι γονείς τους. Για να μην πούμε για τους Αφροέλληνες της Κυψέλης και λιγοθυμήσει κανας ρατσιστής.

Στην περίπτωσή μου πατρίδες είναι η Αθήνα και το Λονδίνο και μερικοί άλλοι τόποι. Γενικότερα, πατρίδες είναι οι τόποι και οι άνθρωποί τους ― ας μην υπεισέλθουμε τώρα στα παιδικά μας χρόνια, στα «σώματα που αγάπησες κι ανοίξανε θυρίδες στα σκοτάδια» και σε άλλες νοσταλγίες. Πατρίδα δεν είναι πάντως ό,τι περικλείουν τα σύνορα, δεν είναι ούτε όσοι περικλείονται σε σύνορα, δεν είναι (ακόμα λιγότερο) όσοι έχουν ΑΜΚΑ, ταυτότητα, ΑΦΜ.

Να το πω κι αλλιώς: Το 2021 οποίος μιλάει για το κράτος με τον όρο «πατρίδα» είναι τουλάχιστον αγύρτης.

Μετά από τη Μνημονιοκρατία κι όσα δεινότερα πρόκειται να ακολουθήσουν (hey mitsotaki), ξέρουμε ότι υπάρχει ελληνική κοινωνία, ξέρουμε ότι υπάρχουν λιγότερο προνομιούχοι στην ελληνική κοινωνία και ξέρουμε ότι το καθήκον κάθε πολιτικής δράσης συνοψίζεται στην υπεράσπισή τους και στην πρόοδό τους. Όσοι έχουν προνόμια και χρήματα είναι βεβαιωμένο ότι θα φροντίσουν τη δική τους ηγεμονία και τη δική τους πρόοδο: ούτε πατρίδα ούτε καν κράτος δεν χρειάζονται (όταν δεν τους δυσκολεύουν).

Και ναι μεν όλα αυτά φαίνονταν κάπως πολωτικά σε έναν κόσμο που πίστευε με ζέση και αγνή καρδιά ότι υπάρχει μεσαία τάξη· ωστόσο το 2021 η μεσαία τάξη τείνει να ταυτιστεί με τους θεράποντες των ελίτ και μόνο, ενώ όλοι οι υπόλοιποι είμαστε πρεκάριοι: από τους εμπόρους μέχρι τους πανεπιστημιακούς δασκάλους και από τους δημόσιους υπαλλήλους μέχρι τους ιδιωτικούς υπαλλήλους…

Ομολογώ ότι, εντάξει, ριγώ στην ανάκρουση του εθνικού ύμνου σε αθλητικές διοργανώσεις ― αυτές τουλάχιστον δεν σπιλώνονται ούτε από την αποφορά του χυμένου αίματος και από την μπόχα καμένων σωμάτων, λεπτομέρεια αναπόδραστη κάθε πολεμικού ανδραγαθήματος, ούτε από πνιγμένα παιδιά στο Αιγαίο μας. Στο κάτω κάτω σε εθνικό κράτος μεγάλωσα, όχι στην τσαρική Ρωσία. Ομολογώ επίσης ότι γουστάρω να βλέπω τη γαλανόλευκη να κυματίζει στην Ακρόπολη αλλά και στους λίγους αγώνες του λαού στους οποίους προσπάθησε να τη διεκδικήσει από τους «πατριώτες». Ωστόσο πολιτική με το ρίγος και με το τι γουστάρουμε κάνουν μόνον οι φασίστες, άντε κι όσοι ζηλεύουν τα μιαρά επιτεύγματά τους.

Είμαι βέβαιος ότι πολλοί σκάλωσαν: «άλλο πατριώτης κι άλλο εθνικιστής». Ναι, βεβαίως. Όπως «άλλο Ορθοδοξία κι άλλο η Ορθοδοξία τα τελευταία χίλια χρόνια» (τη μόλυνε ο ευσεβισμός, λέει)· όπως «άλλο λενινισμός κι άλλο η σταλινική παρέκκλιση» (φυσικά η Ρόζα προειδοποιούσε από το 1904 αλλά κάποια ζώα δεν την πιστεύανε κτλ.)· «άλλο αλκοόλ κι άλλο ναρκωτικά» (…) κτλ. κτλ.

Πιο απλά: κάθε επίκληση στην πατρίδα αφορά μόνον την ποίηση, την τέχνη και την ψυχή μας· ακριβώς επειδή πατρίδες δεν είναι οι επικράτειες των κρατών.

Νοσταλγία

Η νοσταλγία δεν είναι ποτέ νοσταλγία για κάτι που υπήρξε. Ακόμα ακριβέστερα, η νοσταλγία αφορά μόνο μια επιλογή αυτού που νοσταλγούμε. Τι επιλέγουμε ή τι αφηνόμαστε να νοσταλγήσουμε μιλάει βεβαίως για εμάς κι όχι για το τι νοσταλγούμε.

Νοσταλγώντας επιλέγουμε για ποιες όψεις ή ποια χαρακτηριστικά ή για ποιες στιγμές του αντικειμένου της νοσταλγίας μας θα νιώσουμε την έλλειψη της γλύκας ή την έλλειψη της γαλήνης. Άλλωστε νοσταλγία δεν είναι παρά η έλλειψη της γλύκας ή η έλλειψη της γαλήνης ― και η στερεοτυπικά γλυκόπικρη αίσθηση που αφήνει η έλλειψη αυτή.

Ο μετανάστης ή ο πρόσφυγας στην ξενιτειά δεν νοσταλγεί σε καμμία περίπτωση το σύνολο της ζωής και της εμπειρίας του στην πατρίδα που άφησε πίσω του: επιλέγει στιγμές, μουσικές, γεύσεις, τόπους· αυτές θα γίνουν «η πατρίδα» εντός του και η αφορμή της νοσταλγίας του. Πολλές φορές η νοσταλγία μπορεί να γίνει ακόμα πιο αφηρημένη: να νοσταλγούμε π.χ. δυστυχισμένες ή δύσκολες εποχές επειδή λ.χ. τότε ελπίζαμε ή επειδή ήμασταν υγιείς.

Νοσταλγώντας δεν φοράμε κόκκινα γυαλιά παρά περνάμε σε μία κατάσταση κατά την οποία αντικρύζοντας το εκεί ή το τότε στο οπτικό μας πεδίο δεσπόζει ένα εκτενές τυφλό σημείο, μέσα στο οποίο υπάρχουν μόνο κάποιες νησίδες που διακρίνονται καθαρά: μια αυλή, μελωδίες, μια γιορτή, ένα φιλί, τηγανητές πατάτες, η παραλία μιας Κυριακής. Όλα τα υπόλοιπα παραμένουν θολά ή κι αόρατα, όλα όμως: για κάθε αυλή με το μεγάλο δέντρο της υπάρχει ένα μικροσκοπικό διαμέρισμα που η νοσταλγία δεν βλέπει, για κάθε ερωτική βραδιά υπάρχουν ανόητες μικρές παρεξηγήσεις που τις σκεπάζει το τυφλό σημείο της σαν νύχτα, για κάθε πιλάφι που μοσχομυρίζει μπορεί να υπάρχουν μήνες στενοχώριας ή και κακοποίησης.

Είναι επικίνδυνο πράγμα η νοσταλγία, όπως η ελπίδα: και οι δύο τους λειτουργούν επιλεκτικά, μας ωθούν και οι δύο στη δράση. Η νοσταλγία και η ελπίδα μοιάζουν μάλλον με σφυριά, κατά την προσφιλή στον Μπρεχτ παρομοίωση για την τέχνη: μπορούν να χτίσουν και να σφυρηλατήσουν, μπορούν απλώς και να σπάσουν κεφάλια.

Οι αδιόρατοι σύνδεσμοι μεταξύ μας

untitled, 2001/2004

Ίσως επειδή από μικρό με εμπιστευόντουσαν με τα μυστικά τους και τα μύχια ζητήματά τους πολλοί άνθρωποι, κάποτε και εντελώς άγνωστοί μου, ίσως γι’ αυτό με γοήτευε και με παρηγορούσε η πραγματικότητα των αδιόρατων συνδέσμων ανάμεσα στους ανθρώπους, αυτού του ιστού που τον αποτελούν λεπτά ιριδίζοντα νήματα μεταξύ φαινομενικά άσχετων ανθρώπων.

Με άλλα λόγια, με γοητεύει και με παρηγορεί ακριβώς αυτό που αποτελεί το υλικό και τη θεματική του συνήθως κακεντρεχούς κουτσομπολιού: σύνδεσμοι που υπήρξαν και δεν υπάρχουν πια, σύνδεσμοι που δεν άντεξαν, σύνδεσμοι που άλλαξαν χαρακτήρα, και ω, βεβαίως: οι επίτηδες εφήμερες συνδέσεις.

Εννοείται πως οι περισσότεροι μεταφράζουμε τις παραπάνω διατυπώσεις κάπως έτσι: ποιοι τα είχανε και χώρισαν, ποιοι τα είχαν και τα σπάσανε, ποιοι το διέλυσαν και παρέμειναν κοντά ο ένας στον άλλο, ποιοι κάποτε πηδήχτηκαν. Ας είναι: την εποχή που θα πάψουμε να ντρεπόμαστε για τις χαρές μας ή για την προσπάθειά μας να κατακτήσουμε χαρά, θα συμφιλιωθούμε που ως άνθρωποι συνδεθήκαμε με νήματα τα οποία έχασαν σιγά σιγά το φως τους ή και κόπηκαν, θα συμφιλιωθούμε και με όσα νημάτια έλαμψαν με σκοπό να σβήσουν, αφήνοντας κάποιο αποτύπωμα ή και καθόλου.

Θα έρθει μια εποχή που δεν θα μας αφορούν ούτε οι εξιδανικεύσεις ούτε η μανία να αξιολογούμε και να ελέγχουμε τις ζωές των άλλων, την καύλα και τις αποτυχίες τους, τη χαρά ή την αστοχία τους, όσα ζουν κι όσα λαχταρούν.

Μέχρι τότε μπορούμε να χαιρόμαστε που άνθρωποι συνδέθηκαν, συνεννοήθηκαν, συνυπήρξαν ή «απλώς» πηδήχτηκαν. Τι ζωή θα ήταν αυτή όπου όλοι θα ήταν στοχοπροσηλωμένοι και πετυχημένοι στην αναζήτηση της μιας κλήσης, του ενός φίλου, του ενός ταιριού· τι άνυδρος και μονολιθικός βίος χωρίς καταβυθίσεις αλλά και χωρίς πετάγματα, των πέντε λεπτών, των πέντε μηνών, των πέντε ετών, των πέντε δεκαετιών…

Ψ2

Μετά από μια μάλλον τραυματική και σίγουρα επώδυνη απόπειρα για ψυχανάλυση, κατά την οποία ο ψι διέκοψε τη δεύτερη συνεδρία μας στη μέση και μου ζήτησε να μη συνεχίσουμε, πριν κάτι χρόνια χτύπησα το κουδούνι μιας άλλης ψι.

Νομίζω ότι είναι τα καλύτερα χρήματα που έχω ξοδέψει και έκτοτε με βασανίζει ακριβώς το ότι χρειάζονται τόσα χρήματα για να έχει κανείς πρόσβαση στις πολύτιμες υπηρεσίες ενός ψι, γεγονός που συνεπάγεται ότι η μεγάλη πλειοψηφία τις στερείται.

Στην ερώτησή της γιατί ήθελα να ξεκινήσω τη διαδικασία, η απάντησή μου ήταν ότι δεν θέλω να καταντήσω σαν τους γονείς μου: υγιείς ανθρώπους που δεν μπορούν να χαρούν τίποτε γιατί δεν μερίμνησαν για την ψυχική τους ευεξία και υγεία όταν είχαν τη δυνατότητα να ασχοληθούν μαζί της.

Έκτοτε τα πράγματα πηγαίνουν θαυμάσια και ενίοτε θαυμαστά, χωρίς να λείπουν βεβαίως οι λυσσαλέες επιθέσεις του διώκτη και δεσμοφύλακά μου, εμού του ιδίου δηλαδή. Ωστόσο οι επιθέσεις γίνονται κάθε φορά όλο και πιο ασθενικές, όλο και πιο προσχηματικές έως και γκροτέσκες: σταδιακά εξασθενούν και καταντούν σκιές του παλιού τερατώδους εαυτού τους.

Η φωνή μου πια μπορεί να αρθρωθεί και το βλέμμα μου να αντικρύσει. Τα τέρατα από τα οποία απέστρεφα το βλέμμα ήταν τελικά απλώς θηρία που τελικά αποδείχτηκαν γατάκια και μόνο. Ταυτόχρονα μπορώ πια να αφεθώ στο βλέμμα των άλλων, αφού πλέον ξέρω ότι εμένα βλέπουν κι όχι ό,τι νόμιζα πως οι άλλοι θαρρούν ότι είμαι.

Όμως όσο προχωράει η διαδικασία δεν μετατρέπομαι σε κάποιον Νίο, που κοιτάζοντας γύρω του αντικρύζει παντού τον κώδικα του Μάτριξ. Ίσα ίσα, μαθαινω να μη χρειάζεται να ερμηνεύω. Αν αγάπη είναι κατά την Τατιάνα Γκορίτσεβα η παραίτηση από τη δύναμη, τότε ανάλυση είναι στη δική μου περίπτωση είναι παραίτηση από την αγωνία μου να ερμηνεύσω πρώτος και να ελέγχω τις συνέπειες.

Όσο προχωράει η διαδικασία δεν μετατρέπομαι σε κάποιον Νίο, που κοιτάζοντας γύρω του αντικρύζει τον κώδικα του Μάτριξ. Ενδεχομένως να τον διακρίνω πολλές φορές αλλά δεν έχει πια και τόση σημασία, τώρα συμμετέχω παρατηρώντας· είμαι παρών, χωρίς διαφορά φάσης, χωρίς να εκπίπτω στο λίγο πιο πριν ή στο λίγο πιο μετά: βρίσκομαι στο εδώ και τώρα και μπορώ να αφεθώ στο εδώ και στο τώρα.

Και το εδώ και το τώρα δεν βρίσκονται ούτε από τη μια μεριά ούτε από την άλλη κάποιου συνόρου. Δεν βρίσκονται καν στην γκρίζα ζώνη μεταξύ δύο πόλων, δύο άκρων. Το εδώ είναι εδώ και το τώρα είναι ένας καινός τόπος υπό διαρκή δημιουργία, που χωροθετείται και δομείται σε πραγματικό χρόνο.