Ζώνες ελευθερίας

Αυτό που ψάχνουμε οι περισσότεροι, όσοι δεν έχουμε στεγνώσει από την κίβδηλη ταύτιση της ευτυχίας με την κατανάλωση, της προσωπικότητας με την ψυχική ασθένεια και της άποψης με τη μιμητική σαχλαμάρα, είναι το πέρασμα σε μια ζώνη ελευθερίας.

Για πάρα πολλούς από εμάς η μόνη ζώνη ελευθερίας που θα μας χαριστεί ποτέ είναι αυτή που οικοδομούν η φαντασία, η φαντασίωση και το όνειρο. Για επίσης πολλούς η ζώνη ελευθερίας γνέθεται από μουσική, ταινίες και σειρές, ονειροπόληση… Εάν διαθέτουμε το ελάχιστο οικονομικό και κοινωνικό προνόμιο ίσως να μας χαριστεί και ένας λιγότερο ή περισσότερο «ευρύς χώρος προσωπικής νωχέλειας, […] χωρίς τον [οποίο] καμία ανθρώπινη απελευθέρωση και καμία κοινωνική χειραφέτηση δεν είναι εφικτή».

Όπως πάντα, τα πράγματα γίνονται πιο ενδιαφέροντα όταν οι ζώνες ελευθερίας γίνονται πιο συλλογικές: από μικρά διαμερίσματα και ρωγμές ελεύθερου χρόνου όπου καταφεύγουν ζευγάρια για να ζήσουν στιγμές ή ζωές ολόκληρες μέχρι συλλογικότητες και safe spaces και παρέες, ακόμα και όσα τον καιρό της πανδημίας αποκαλούνται κάπως υπεροπτικά «bubbles».

Βλέπω ένα ντοκυμαντέρ για το American Place Theater του Wynn Handman. Ο τύπος όχι μόνο δίδαξε γενιές ηθοποιών προστατεύοντας κι ενθαρρύνοντάς τους αλλά άνοιξε το θέατρο στους Αφροαμερικανούς δημιουργούς, στους Ασιατοαμερικανούς δημιουργούς, στις γυναίκες δημιουργούς, ενώ ανέβασε έργα που δεν ήθελε κανείς να δει, στην αρχή τουλάχιστον. Έτσι γίνονται οι δουλίτσες· και έτσι, ορθότερα.

Οι ζώνες ελευθερίας είναι εύθραυστες και πολύτιμες. Επίσης έχουν ένα μειονέκτημα: όταν πάψουν να επεκτείνονται καταντούν σκάφανδρα ή, στην καλύτερη περίπτωση, ενυδρεία.

Μέρος λοιπόν του τι επιδιώκουν τα κινήματα αντίστασης και απελευθέρωσης κάθε είδους είναι ο πολλαπλασιασμός των ζωνών ελευθερίας και η διαρκής επέκταση όσων ήδη υπάρχουν: από τον ποιοτικό ελεύθερο χρόνο μέχρι τα καταφύγια κακοποιημένων γυναικών, από την ερωτική ελευθερία μέχρι αυτοργανωμένες συλλογικότητες, από ομάδες ονλάιν μέχρι πραγματικά οριζόντια κινήματα.

Οι τρόποι δεν θα είναι πάντα κόσμιοι και δεν χρειάζεται. Άλλωστε, σπανίως η απελευθέρωση, από την πιο δειλή μέχρι την πιο βίαιη, είναι υπόθεση κοσμιότητας, ενώ συνήθως απαιτεί αρετή και τόλμη.

Στο θαμπό ημίφως ενός τευτονικού χειμώνα

Όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, τον ονειρεύομαι μέσα στο θαμπό ημίφως ενός τευτονικού χειμώνα. Κάτω από κουβέρτες και παπλώματα ή έξω στο κρύο. Το όνειρο αυτό δεν αποτελούνταν από εικόνες κλεψίτυπες από την τηλεόραση και τις εικονογραφημένες εγκυκλοπαίδειες ούτε από τις αφηγήσεις των άλλων, παρά συνιστούσε γνήσια και αδιαμεσολάβητη προβολή της ψυχής μου και της disposition μου ― εντάξει, ίσως προβολή της ψυχής μου και της disposition μου με τη διαμεσολάβηση του Μπετόβεν που άκουγε ο πατέρας μου.

Βεβαίως η ζωή με κράτησε στη στεγνή και λαμπρή Αθήνα μέχρι να με στείλει στη χλιαρή και νωπή Αγγλία και τελικά να με καταβάλει στην άνυδρη σκονισμένη υπερθερμασμένη Μέση Ανατολή. Προς υπεράσπισή μου θα πω ότι 6 χρόνια στην Αγγλία για τον καιρό παραπονέθηκα μόνο μία φορά, μια πνιγηρά υγρή νύχτα με 26 βαθμούς.

Εγώ λοιπόν, που πάντοτε ήθελα να είμαι αλλού και όταν βρισκόμουν εκεί που ήθελα αγωνιούσα να φύγω, αυτή τη δυσοίωνη χρονιά αφέθηκα να νιώθω, κατάφερα να είμαι παρών· ένιωσα .

Δεν είμαι πια απλώς ζώδιο της κρύας θαμπής φωτιάς: είμαι εγώ ο ήσυχος αλλά γεμάτος θαλπωρές τευτονικός χειμώνας· δεν είμαι πολλοί όντας ένας, δεν είμαι κάποιος άλλος: είμαι ένας με πολλούς τρόπους. Είμαι ο Σραόσα.

Και εις άλλα με υγεία.

2020

2020, 24 hours to go

I wanna be sedated

Ramones ‘I wanna be sedated’

Φωτιά θα πέσει να με κάψει αν πω ότι (μέχρι στιγμής, βράδυ 30ης Δεκεμβρίου) το 2020 μού φέρθηκε άσχημα. Κόσμος πεθαίνει ― και θα μπορούσε να μην πεθαίνει αν ο καπιταλισμός μας δεν ήταν τόσο ληστρικός και τόσο δογματικός ταυτόχρονα. Ο ανορθολογισμός και η αντίδραση μαζικοποιούνται ενώ τα κινήματα απελευθέρωσης, χειραφέτησης και δικαιοσύνης φαίνεται να έχουν πέσει σε κώμα. Εκατομμύρια άνθρωποι θα πεινάσουν ή ήδη πεινάνε ή έχουν καταστραφεί οικονομικά.

Εγώ απλώς κλείνομαι σπίτι. Και στερήθηκα ανθρώπους και ταξίδια.

Ανοίγω λοιπόν την αγκαλιά μου νοερά από το δικό μου Fortress of Solitude σε όσους έχασαν ανθρώπους, ελπίδες, μαγαζιά, δουλειές, αξιοπρέπεια.

Σε όσους υφίστανται την οδύνη του εγκλεισμού μέσα σε θλιμμένα και θλιβερά διαμερίσματα ενώ στις πόλεις μας περισσεύουν άδεια σπίτια.

Στους απομονωμένους και φοβισμένους γέροντες τις νύχτες των οποίων φωτίζουν τηλεοπτικά μορμολύκεια.

Σε όσες γεύτηκαν τη βία του εγκλεισμού.

Σε όσες κι όσους υποφέρουν από ψυχική ασθένεια την οποία κανείς δεν παίρνει στα σοβαρά εάν δεν πρόκειται να τη δαιμονοποιήσει ― στίγμα της εποχής μας που στο φωτεινό μέλλον θα είναι εφάμιλλο της ανοχής του 18ου αιώνα στη δουλοκτησία.

Σε όσους έζησαν τη στέρηση όχι μόνον της ερωτοπραξίας αλλά και της απλής ανθρώπινης επαφής.

Σε όσες και όσους ανήμποροι παρακολουθούσαν και παρακολουθούν τα παιδιά τους να σαλτάρουν και να πλήττουν απομονωμένα μπροστά σε οθόνες.

Καλά κουράγια σε όλους. Και μην ξεχνάτε: είτε θα τους αλλάξουμε τον αδόξαστο είτε θα τους λιανίσουμε. Δεν χρειάζεται κόπο και πλειοψηφίες, αρετή και τόλμη και τρόπο θέλει.

Οι μυθολογίες των άλλων

Το 1951 ξαναζεί το 2017

Άξια θεολόγος που εκτιμώ πολύ επαναλάμβανε χτες στα σοσιαλμήντια τη γνωστή θέση ότι η αθεΐα ορίζεται αρνητικά, ως απουσία του Θεού και έλλειψή Του.

Τα έχουμε ξανακούσει αυτά: Οι άθεοι είναι λέει παιδιά (βεβαίως) πληγωμένα (οπωσδήποτε) που ψάχνουν τον Θεό με το να τον αρνούνται (whatever). Λογικά η θέση είναι καταγέλαστη, σαν να λέει κανείς ότι η αναρχία ορίζεται αρνητικά, ως απουσία της ιεραρχικής εξουσίας και έλλειψή της.

Ταυτόχρονα, αν παρακολουθήσει στενά κανείς τα καμώματα του μαχητικού και πατερναλιστικού αθεϊσμού, ιδίως της ισλαμοφοβικής εκδοχής του, μπορεί τελικά να καταλήξει να οικτίρει τους μουτζαχεντίν της συγκεκριμένης φράξιας του αθεϊσμού.

Ωστόσο το πραγματικό πρόβλημα της εποχής δεν είναι μόνον οι υπερασπιστές των ελίτ που καμώνονται τους αγωνιστές της ελευθερίας του λόγου και του ορθολογισμού. Ταυτόχρονα ζούμε σε μια εποχή στην οποία οι λόγιοι, οι μορφωμένοι και οι καλλιτέχνες τείνουν να παίρνουν πάρα πολύ στα σοβαρά κάθε λογής Ορθοδοξίες κτλ.

Σκεφτείτε το εξής: οι αρχαίοι τραγικοί κράταγαν περισσότερη απόσταση από την ιερή θεματολογία τους απ’ ό,τι έχουμε δει να κρατούν σύγχρονοι γραφιάδες από την Ορθοδοξία. Αυτό είναι μάλλον κωμικό αν επιπλέον σκεφτεί κανείς ότι οι τραγικοί έγραφαν δραματικά έργα για θρησκευτικές τελετές και εις δόξαν Διονύσου. Φανταστείτε λ.χ. να γράφει νεοέλληνας χριστουγεννιάτικο διήγημα που να αντιμετωπίζει τη μυθολογία της Γέννησης ή την ασυνάρτητα συμπιλημένη γενεαλογία του Χριστού από τον Δαβίδ ως αυτό που είναι: μυθολογία. Να μη φαντασιωθώ ότι π.χ. θα παρουσίαζε τον Χριστό ως πρόσφυγα, ε; Και δεν πιάσαμε καν το λεπτό θέμα της πατρότητάς Του.

Βεβαίως τίποτε στην Ελλάδα δεν είναι πρωτότυπο, από αρχαιοτάτων χρόνων, που λέμε (οκέι, εκτόα από το αλφάβητο· το αλφάβητο ήταν ελληνική πρωτοτυπία). Παρακολουθούσα στο γιουτιούμπ κηδεία Αψβούργου το 2011, που την αναμετέδιδε ζωντανά το ORF. Παρακολούθησα από κοντά τη λιτανεία του Αγίου Στεφάνου (όχι του Πρωτομάρτυρα, του Ούγγρου βασιλιά) το 2015 την ημέρα της εθνικής γιορτής της Ουγγαρίας, με πολιτικούς και αγήματα στρατού και όλα τα καλά, στην ίδια πόλη που το 1956 άλλα λιτανεύονταν. Έχω φάει στη μάπα την αναβίωση της μοναρχίας ως υπέροχης ιδέας στο θλιβερό μπάχαλο που λέγεται Βρετανία του Μπρέξιτ. Για την Πολωνία που ανακήρυξε τον Χριστό βασιλιά της και την υπερορθόδοξη Ρωσία τα ξέρουμε.

Λυπάμαι, αλλά ήδη από τη δεκαετία του ’70 το «reject modernity, embrace tradition» (κι αν χρειαστεί, επινοήστε την) είναι κάτι παραπάνω από μημ: είναι η βασιλική οδός που ακολουθούν κάθε λογής αντιδραστικές κινήσεις έκτοτε για να μας την πέσουν και να μας ρίξουν πίσω στον 17ο αιώνα.

Συμπεριλαμβανομένης και της δικιάς μας ορθόδοξης αναβίωσης: πρώτα μέσω λάιτ αριστερών, ρηγάδων και όσων έκαναν διάλογο «μαρξισμού κι Ορθοδοξίας», αργότερα με τον αμίμητο μοναρχικό και εθνικιστικό παλμό του Χριστόδουλου.

Το φετίχ του βιβλίου

Εικονογράφηση: Apollonia Saintclair

Από μικρό παιδί ακούω για το βιβλίο. Το βιβλίο είναι φίλος, ο καλύτερος φίλος. Το βιβλίο είναι το καλύτερο δώρο. Χαρίστε βιβλία. Τα βιβλία ανοίγουν ορίζοντες.

Και φυσικά, επειδή για την επαρχιώτικη Ελλάδα μιλάμε, όλη αυτή η κουβέντα οργανωνόταν γύρω από το πόσο λίγο διαβάζει ο Έλληνας, αφού δεν είμαστε λαός, και από το πόσο μπροστά βρίσκονται οι προοδευμένοι λαοί επειδή διαβάζουνε παντού: στις συγκοινωνίες, στα πάρκα, στον καμπινέ, στην παραλία ― παντού.

Κατά κάποιον τρόπο αυτά τα τροπάρια συνεχίζουν. Άλλωστε στην Ελλάδα είμαστε πολύ φιλακόλουθοι εξ αποστάσεως και συνεπώς αγαπούμε κηρύγματα, εξάψαλμους, λιτανείες και ατελείωτα τροπάρια, ιδίως κάτι κασσιανά που κλαίνε τις αμαρτίες μας.

Την προηγούμενη δεκαετία τα τροπάρια αυτά συνοδευόντουσαν από ισοκρατήματα περί του επικείμενου θανάτου του έντυπου βιβλίου στα χέρια των κιντλ και των λοιπών συσκευών ανάγνωσης, αλλά μάλλον τα ηλεκτρονικά βιβλία δεν σκότωσαν τελικά τα έντυπα, όπως το ίντερνετ δεν σκότωσε την τηλεόραση (τη μετασχημάτισε), η τηλεόραση δεν σκότωσε το ράδιο (το επανοριοθέτησε), το ραδιόφωνο δεν σκότωσε τις εφημερίδες (τις ξανανοηματοδότησε) κτλ.

Εξακολουθούμε λοιπόν να επαναλαμβάνουμε πόσο σημαντικό είναι να διαβάζουμε βιβλία. Βιβλία. Σκέτο. Έτσι, γενικά κι αόριστα. Αυτή η πεποίθηση ότι η ανάγνωση βιβλίων αποτελεί αυτοσκοπό μάλλον είναι απότοκο αφελούς λογιοτατισμού ή αδαούς ευρωκεντρισμού. Ας πιάσουμε λοιπόν με τη σειρά τις πλάνες των βιβλιοφετιχιστών.

Πρώτον, δεν είναι κάθε βιβλίο καλό. No shit, Sherlock. Όποιος λ.χ. έχει υπόψη του έναν Λιακόπουλο κι έναν Άδωνι Γεωργιάδη μάλλον ξέρει ακριβώς για τι πράγμα μιλάμε. Να το θέσω κι αλλιώς: αν κάποιος θέλει να μου κάνει δώρο κάποιο έντυπο σκουπίδι δεμένο σε βιβλίο, προτιμώ να μου φέρει ένα μπουκάλι φτηνό ουίσκι, που θα με καλλιεργήσει περισσότερο.

Δεύτερον, όποιος έχει προσέξει τι βιβλία διαβάζουν «οι ξένοι», θα παρατηρήσει ότι διαβάζουν κυρίως από ελαφρά αναγνώσματα για να περνάει η ώρα μέχρι απίστευτες αηδίες που κάνουν τα βιβλία των εγχώριων τηλεπωλητών να μοιάζουν έως και αξιοπρεπή. Αυτό είναι αναμενόμενο τελικά, δεν ενδιαφέρονται όλοι να πάρουν τον Καντ στην παραλία μαζί τους, τον Ντοστογιέφσκι στο κρεβάτι, το Εγωιστικό Γονίδιο στην τουαλέτα. Άσε που τα βαριά βιβλία τραυματίζουν αν σε πάρει ο ύπνος και πέσουν στα μούτρα σου.

Μια στάση εδώ: η πλάνη ότι όταν λέμε «βιβλίο» εννοούμε είτε κλασικό μυθιστόρημα είτε βιβλίο επιστημονικής εκλαΐκευσης (τι διάολο, ούτε καν οι βιβλιοφετιχιστές δεν έχουν απαίτηση να διαβάζουμε ποίηση) ίσως τελικά να προέρχεται από συναντήσεις με τους παλιννοστούντες πολιτικούς πρόσφυγες του 1982, που μας ήρθαν από τους σοσιαλιστικούς παραδείσους.

Πράγματι, πίσω από το λεγόμενο Παραπέτασμα η υψηλή τέχνη συστηματικά προμοτάρονταν εις τόπον ποπ κουλτούρας, η οποία εκεί μύριζε ποδαρίλα και νάυλον πουκάμισα όταν δεν απουσίαζε τελείως. Θυμάμαι εικοσάχρονους Βορειομακεδόνες, Τσέχους, Ούγγρους, Ρουμάνους, Πολωνούς κ.ο.κ. να έχουν διάβασει περισσότερο μυθιστόρημα από όσο θα διαβάσω εγώ μέχρι τα 87 μου. Αντίστοιχα, οι δισκογραφικές εταιρείες των χωρών της ΚΟΜΕΚΟΝ έβγαζαν πολλές, καλές και φτηνές ηχογραφήσεις μεγάλης και όμορφης μουσικής, ως ανάχωμα στην από Δυσμάς πλημμυρίδα της Μαντόνας, των Στόουνς, της ντίσκο… Η λογική ήταν απροσμάχητη (ή μάλλον, απάλευτη): αν μπορείς να ακούς Μπετόβεν, Ενέσκου και Λιστ, σιγά μην ασχοληθείς με τις απλοϊκές αρμονίες της ποπ. Διαψεύστηκαν ωστόσο οι εργολάβοι των αναχωμάτων υψηλής κουλτούρας: ο κόσμος ήθελε ενίοτε και κάτι ελαφρύ, κάτι που δεν θα είναι μόνο μουσική αλλά κι ένας μικρός προσωπικός χώρος χαράς κι ονειροπόλησης.

Τρίτον λοιπόν, ισχύει αυτό που λέει η Αθηνά Καρτάλου για τον κινηματογράφο: όπως το σινεμά δεν είναι τέχνη αλλά μέσο, μέσο με το οποίο μπορείς να κάνεις και τέχνη και άλλα πολλά, το βιβλίο δεν είναι τέχνη, είναι μέσο. Το ίδιο το βιβλίο δεν είναι αγαθό· απεναντίας, το καλό βιβλίο (όπως το εννοεί ο καθένας) είναι αγαθό. Στην τρίτη δεκαετία του 21ου αιώνα είναι προτιμότερο να διαβάζει κανείς θησαυρούς στο ίντερνετ παρά έντυπο τζανκ με δεμένη ράχη.

Γενικότερα, το πρόβλημα στην Ελλάδα δεν υπήρξε ούτε η έλλειψη βιβλίων (Θεός φυλάξοι: Έλληνες είμαστε!) ούτε τελικά το μέγεθος του αναγνωστικού κοινού. Σχετικά με το δεύτερο, όταν με τα πολυσέλιδα πασατέμπα των Λιβάνη, Ψυχογιού και Καστανιώτη εξερράγη η κυκλοφορία βιβλίων στις αρχές του αιώνα, διευρύνθηκε μεν το αναγνωστικό κοινό αλλά βεβαίως δεν ανεβήκαμε σκάλα, δεν πλησιάσαμε το ιδεώδες του πάρα πολύ καλλιεργημένου λαού. Θα αναρωτιόμουν τέλος πάντων ποιος θα μπορούσε να θεωρείται «καλλιεργημένος λαός» από αρτηριοσκληρωτικούς λογιότατους ή από αταξίδευτους ευρωκεμαλιστές.

Εναντίον της αποκλειστικής διάζευξης

«I’m a bisexual man who’s never had a homosexual experience.»

Brett Anderson 1992

Ως γνήσιο μέλος της Generation X, απολιτίκος τότε μεν αλλά αρκούντως φτωχός ώστε να μην μπορώ να ζήσω τ’ όνειρο, μεγάλωσα στον βροντώδη απόηχο ποζεράδικων δηλώσεων όπως η παραπάνω. Ανήκω σε μια γενιά της οποίας οι υποψίες και τα ψυχανεμίσματα θα γίνονταν ο τρόπος ζωής της επόμενης: η προγραμματική αμφισεξουαλικότητα ήταν μία από αυτές.

Από τη μια είχαμε την επαναστατική μαχητικότητα της εξεγερτικής ομοφυλοφιλίας, που τότε σήκωνε κεφάλι και διαλαλούσε ότι «έτσι κι αλλιώς όλη η γη θα γίνει κόκκινη», ή μάλλον ότι θα γινόταν κανονικοποιημένα γκέι. Είχα κάμποσους γνωστούς να μπερδεύουν το κουίρ με τη γκεϊοσύνη τους, την ανδρογυνία με την ομόφυλη επιθυμία, τη βούρτσα με την πούτσα και να διακηρύσσουν ότι όλοι οι άντρες θέλουμε να τον πάρουμε, κάτι που αυτομάτως, αυτοδικαίως και ουσιοκρατικώς θα μας καθιστούσε γκέι. Παράλληλα, ως ανασφαλείς κι ολιγόπιστοι επαναστάτες που ήταν, μας παρακινούσαν όλους τους σερνικούς να το πάμε all the way, να πάμε να γαμηθούμε αυθωρεί και παραχρήμα ώστε να πυκνώσουμε τις τάξεις των ηρωικών τύπων που έκαναν coming out (για το οποίο ελληνιστί δεν έχουμε όρους ακόμη, αντίθετα με τα αμφίψωμα και τους τροφοδιανομείς).

Από την άλλη είχαμε στο κεφάλι μας τη στυγνή ετεροκανονικότητα, προϊόν του διάχυτου τιμωρητικού τρόμου των μεγαλυτέρων και των ομοίων μας ότι μπορεί να λέγαμε κανα «καλέ» παραπάνω ή να πηγαίναμε για χορό στο DOM στην Ικαριέων, ότι μπορεί να προσχωρούσαμε στις αδερφές που βεβαίως κυβερνούσαν τον κόσμο — ξέρετε, με τον τρόπο που οι Εβραίοι κατέστρεφαν τη Γερμανία εκεί τον Νοέμβρη του 1938. Μιλάμε για την ίδια ετεροκανονικότητα που έστειλε στον θάνατο με συνοπτικές διαδικασίες τον Ζακ Κωστόπουλο / Ζάκι Ο, και άλλους πολλούς με πιο αργές και ακόμα πιο βασανιστικές διαδικασίες.

Στο μεταξύ, οι «γκέι ακτιβιστές» τότε δεν ενδιαφέρονταν ούτε για τους φτωχόπουστες, ούτε για τις ίου λεσβίες, παρά για ορατότητα (βιζιμπίλιτυ καλέ) στα λαμπρά κι ιδιωτικά κανάλια, άλλωστε δεν τους ενδιέφεραν τα πολιτικά και άλλα τέτοια βαρετά.

Ναι: ιδού ο μπανάλ και χυδαίος κόσμος της δεκαετίας του ’90, μεταξύ του 1979 της Θάτσερ και του 2008 των Λίμαν Μπράδερς, όταν ήταν μπανάλ να είσαι φτωχός, όταν όλοι θα μπορούσαμε να γίνουμε και καλά ζάπλουτοι αν δουλευαμε κι όταν όλα τα προβλήματα του κοσμάκη θα τα έλυνε ο πεφωτισμένος και ψύχραιμος ακτιβισμός της κάθε φιλανθρωπίας.

Τέλος πάντων, πέθαναν αυτά. Όπως γελάμε με την αυταρέσκεια των μπούμερ σήμερα θα γελάμε σε 50 χρόνια με την εκ του ασφαλούς μετριοπάθειά μας αλλά και με τις νεοπουριτανικές απόπειρες των γενεών μετά από τη δική μου να επιβάλουν λογοκρισίες, γενεών που έμαθαν την επιθυμία, την ψυχική ασθένεια και την ανισότητα μέσα από το τάμπλερ. Δυστυχώς θα είμαι χούφταλο τότε, αν όχι κιόλας νεκρός.

Επιστρέφοντας λοιπόν στην επιθυμία, μου ήταν αυτονόητο ότι «από τον καιρό του Κίνσεϋ το θέμα είναι λυμένο: είμαστε όλοι αμφισεξουαλικοί και όλοι πολυγαμικοί, σε διαφορετικό βαθμό βεβαίως ο καθένας». Βεβαίως αυτή η αυτονόητη θέση δεν ήταν κάτι που μπορούσες να συζητήσεις ποτέ ανοιχτά, αφού εκ μέρους ενός cis αρσενικού ήταν καταγέλαστη για κάθε λογής μονοσεξουαλικούς.

Οι μεν γνησίως και ορθοδόξως ετεροφυλόφιλοι τη θεωρούσαν είτε πρόφαση για ανώμαλου χαρακτήρα ανευθυνότητα και πολυγαμικότητα και γενικότερη ασυδοσία, είτε ψυχολογικοποιημένα ευτελές πρόσχημα κρυπτομοφυλοφιλίας. Σε αυτό το τελευταίο συνέπιπταν με τους μαχητικούς κι ανένδοτους γκέι: κατ’ αυτούς όλοι οι μπάι όχι μόνον είναι κατά βάθος γκέι σε άρνηση (άλλως τε γιατί να σου αρέσουν τα μουτζά, καλέ;) αλλά και θέλουν να τον παίρνουν από άντρες, συνήθως τους ίδιους.

Κάτι τόσο ευτελώς προφανές όσο η επιθυμία για σώματα και των δύο ή παραπάνω φύλων είτε ψυχολογικοποιούνταν ως αυτοτιμωρητική καταπίεση και υποκρισία είτε ευτελιζόταν ως πρόφαση να ενδυθεί μια κάποια αξιοπρέπεια η ανευθυνότητα, ασυδοσία και λιμπιντινική ασυναρτησία όσων αντρών δήλωναν αμφισεξουαλικοί: τα πράγματα ήταν απλά, ή ήθελες να τον δίνεις πάντοτε ή ήθελες να τον παίρνεις πού και πού — τα υπόλοιπα ήταν πίπες (με την κακή έννοια).

Ούτε που φαντάζομαι πώς πρέπει να ήταν η φάση με γυναίκες που τόλμαγαν να δηλώνουν αμφισεξουαλικές: σίγουρα ήταν κι αυτές ή κοτούλες που δεν άντεχαν να προσχωρήσουν στον πούρο λεσβιανισμό, είτε απλώς καριολίτσες και πουτανάκια που τα θέλουν όλα. Διότι ακόμα και για τη γενιά που άνθισε τη δεκαετία του ’90 μόνον όσοι είναι σερνικοί δικαιούνταν να τα θέλουν όλα (και να τα θέλουν αμέσως).

Αυτά σήμερα λέγονται bi erasure (άραγε υπάρχει όρος ελληνικός; ποιος ξέρει). Τότε λεγόταν κοινή λογική: αυτονόητη υπεράσπιση της γκεϊοσύνης και της στρέιτ καθαρότητας. Διότι αλίμονο αν αδερφές και παλληκάρια γίνουμε μαλλιά κουβάρια: ούτε τα παλληκάρια αλλά ούτε κι οι αδερφές δεν θα το ήθελαν αυτό, πολλώ μάλλον ο Θεός ο ίδιος.

Βεβαίως, τα πράγματα το 2020 είναι πια ξεκάθαρα και σαφή: «είμαστε όλοι αμφισεξουαλικοί και όλοι πολυγαμικοί, σε διαφορετικό βαθμό βεβαίως ο καθένας». Κι όποιος ή όποια ακόμα αναρωτιέται πού βρίσκεται στο φάσμα της αμφισεξουαλικότητας ή της πολυγαμικότητας μπορεί να κάνει κάποιο τεστ ονλάιν. Ακόμα καλύτερα, μπορεί να στρέψει το βλέμμα προς τα πίσω και να αντικρύσει με ψυχραιμία τη ζωή του και τις επιθυμίες του.

Πλαίσια και κορνίζες

The smart way to keep people passive and obedient is to strictly limit the spectrum of acceptable opinion, but allow very lively debate within that spectrum – even encourage the more critical and dissident views. That gives people the sense that there’s free thinking going on, while all the time the presuppositions of the system are being reinforced by the limits put on the range of the debate.

Noam Chomsky «The Common Good» σ. 43

Ίσως δεν έχει νόημα να πασχίζει κανείς να συνεχίζει τον διάλογο όταν το πλαίσιό του είναι δεδομένο και περιορισμένο εξαρχής. Το πλαίσιο αυτό το ορίζει εκείνος που ξεκινάει τη συζήτηση, ιδίως όταν βρίσκεται ιεραρχικά σε θέση εξουσίας. Πολλές φορές μάλιστα ο συνομιλητής που ξεκινάει τη συζήτηση μπορεί να επιμένει στανικώς να κάνεις διάλογο, να «απαντήσεις» στη θέση του, βάζοντάς σε να παίξεις το δικό του παιχνίδι.

Παράδειγμα. Ας πούμε ότι 9 (εννέα) άτομα βάζουμε να δούμε το Αμαντέους του Μίλος Φόρμαν. Μετά την ταινία ακολουθεί συζήτηση, μεταξύ μπάφου και τζιν, πίτσας και ωμών καρότων, τσιψ και σουλτανίνας ― αναλόγως.

Βγαίνει ο ένας, ας τον πούμε Βασίλη, και λέει: «Ναι αλλά ο Φόρμαν παραγνωρίζει το κουίρ στοιχείο της σχέσης Μότσαρτ-Σαλιέρι.» Πετάγεται η (ας την πούμε Σταυρούλα) και επισημαίνει ότι κάποιο τέτοιο στοιχείο δεν προκύπτει από την ταινία· ο Βασίλης απαντάει πως αυτό ακριβώς είπε: ότι η ταινία κάνει αβαβά πόσο απεγνωσμένα ποθούσε ο Σαλιέρι τον Μότσαρτ, ότι για την «ναι, να, για την κουιριά δεν λέει τίποτα». Ήδη η συζήτηση είναι εγκιβωτισμένη στην αρχική πρόταση, ας την ονομάσουμε «η κουίρ διάσταση του Αμαντέους».

Φανταστείτε τώρα ότι προσπαθώντας να αναπλαισιώσει την κουβέντα πετάγεται και η Χριστίνα και λέει ότι το Αμαντέους είναι μυθοπλασία, ότι η αντιπαλότητα (ερωτικού χαρακτήρα ή μη) μεταξύ Μότσαρτ και Σαλιέρι είναι εύρημα του Πίτερ Σάφερ κι ότι στην πραγματικότητα ο Σαλιέρι ήταν φίλος και υποστηρικτής του Μότσαρτ: έχουμε μάλιστα και σχετικές πηγές, όπως μια επιστολή του Μότσαρτ.

Προσέξτε τώρα πώς α) έχει ενταχθεί στις παραμέτρους της συζήτησης η κουίρ επιθυμία, μάλιστα προϋποτίθεται αν δεν δεσπόζει, και β) η παρέμβαση αυτή ανοίγει μια καινούργια διάσταση στην κουβέντα (μυθοπλασία εναντίον πραγματικότητας) χωρίς να διευθετεί ποσώς τα περί κουίρ διάστασης.

Κατά κάποιον τρόπο, η απόπειρα της Χριστίνας να φέρει τη συζήτηση «πίσω» σε μια πιο θεμελιώδη διάκριση, αυτή μεταξύ μυθοπλασίας και πραγματικότητας, απλώς επιτείνει τη σύγχυση, δημιουργώντας ακόμα μία διάσταση κατά μήκος της οποίας μπορεί να σκορπίσει η συζήτηση. Αντί να ανοίξει η κουβέντα απλώς τανύεται και ξεχειλώνει κατά μήκος δύο διαστάσεων τώρα.

Στο τέλος οι υπόλοιποι πέντε, που απλώς παρακολουθούσαμε τη συζήτηση Βασίλη, Σταυρούλας και Χριστίνας, θα συμφωνήσουμε με τον Βαγγέλη, ο οποίος αναπόφευκτα θα αποφανθεί ότι «όλα παίζουν», ότι «κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος» κι ότι ενδεχομένως ο Σαλιέρι να δηλητηρίασε σιγά σιγά τον Μότσαρτ γιατί όντως είχε καύλες, μουσικές και πιο χειροπιαστές, για τον Αυστριακό πιτσιρικά που δεν του καθόταν. Ποιος μπορεί να ξέρει; Πάνε και δυόμιση αιώνες. Μπορεί και να του έκατσε τελικά του Ιταλού μπάρμπα και μετά να τον γκόσταρε. Ποιος ξέρει. Ποτέ δεν θα μάθουμε. Όλα παίζουν, φίλε μο.

Έτσι γίνονται πολτός οι συζητήσεις που γίνονται εκτός αυστηρά καθορισμένων παραμέτρων (π.χ. «επιστημονικών»), όπως οι πολιτικές συζητήσεις στα σοσιαλμήντια. Ακριβώς επειδή γίνονται εν θερμώ και επειδή κάθε καινούργιο σχόλιο δυνητικά προσθέτει ακόμα μία διάσταση κατά μήκος της οποίας μπορεί να σκεδαστεί η κουβέντα, μετά από ένα σημείο απλώς γίνεται κακός χαμός. Φυσικά αυτό συμβαίνει εδώ και αιώνες ήδη στις δημόσιες συζητήσεις: ξεκινάς να μιλάς για τη συγκομιδή της πατάτας και στάνταρ θα υπάρξει ερώτηση π.χ. για την υπεροχή της βότκας από σιτάρι.

Και τι να κάνουμε;

Πολλές φορές ο καλύτερος τρόπος να κρατήσεις τη συζήτηση ανοιχτή είναι να μην απαντήσεις καθόλου σε όποιον πάει να την ξεχειλώσει προς την κατεύθυνση που θέλει εκείνος. Αν θέλω να καλύψω τα πάντα (ή σχεδόν τα πάντα) για τη συγκομιδή της πατάτας, δεν θα καταπιαστώ με το ποια βότκα είναι ανώτερη. Αν θέλω να συζητήσω το Αμαντέους δεν θα ασχοληθώ με το αν η Αυστριακή αυτοκρατορία καταπίεζε τους Ιταλούς υπηκόους της ή αν ο Σαλιέρι ενδεχομένως ήθελε να κουτουπώσει τον Μότσαρτ.

Θα συνεχίσεις λοιπόν να μιλάς για τη συγκομιδή της πατάτας. Αν η βοή που οι βοτκάκηδες δημιούργησαν δεν σου το επιτρέπει, θα σιωπήσεις και θα ασχοληθείς με το τζιν, τον μπάφο, την πεπερόνι, τα καροτάκια ― ή ό,τι άλλο. Ιδίως εάν εκείνος που ξεχειλώνει τη συζήτηση δεν είναι ο Βασίλης αλλά η εξουσία.

Αντίχριστος

Βαγγέλης Παπαθανασίου intensifies

Ο Αντίχριστος εμφανίστηκε στον κόσμο στις 6/6/1976, όταν βγήκε η Προφητεία στις αίθουσες. Η σχετική τριλογία ολοκληρώθηκε το 1981. Μετά ανέλαβαν οι Iron Maiden και κάποιοι Αμερικανοί Ευαγγελικοί. Εντωμεταξύ στην Ελλάδα τα πονήματα ενός μάλλον ξεχασμένου φανατικού ορθόδοξου παπά, του π. Χαράλαμπου Βασιλόπουλου, αποκτούν τη δεκαετία του ’90 δημοσιότητα μεταξύ κάποιων φανατικότερων από το συνηθισμένο ορθόδοξων πιστών, που περίμεναν την έλευση του Αντιχρίστου επ’ ευκαιρία της «ενωμένης Ευρώπης» του Μάαστριχτ το 1992. Με αφορμή το ορόσημο του 1992 είχε γίνει χριστιανικό μπεστ σέλερ το βιβλίο «Πότε θα γίνει η Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου μας;» κάποιου άγνωστου τότε παπά με το όνομα Νεκτάριος Μουλατσιώτης.

Ποιος όμως είναι ο Αντίχριστος; Μέχρι την κινηματογραφική αναβίωση του 1976 ήταν βεβαίως ο Πάπας της Ρώμης, αν ήσουν φανατικός προτεστάντης. Αν πάλι δεν ήσουν φανατικός προτεστάντης της εσχατολογικότερης σχολής, ποσώς σε ενδιέφερε ο Αντίχριστος. Παλιότερα, για Αντίχριστος πλασαρίστηκε ο Ναπολέων (από τους Εγγλέζους), ο Χίτλερ ή, κατά την χριστιανοφασιστική προπαγάνδα του Φράνκο, ο Στάλιν. Ο αρχικός κι αυθεντικός αντίχριστος είναι βεβαίως ο Νέρωνας. Άλλωστε το άθροισμα των γραμμάτων της λέξης λατείνος δίνει το μοιραίο 666. Που, βεβαίως, λατίνοι είναι και οι πάπες.

Από πού προέρχεται όμως η ιδέα του Αντιχρίστου; Και σε τι συνίσταται;

Η εύκολη απάντηση είναι τα κεφάλαια 13 και 17 της Αποκάλυψης του Ιωάννη. Ο Αντίχριστος είναι το θηρίον που τόσο πολύ αγαπούν οι μεταλάδες. Πριν μπούμε στο ζουμί της υπόθεσης, πρέπει ωστόσο να έχουμε υπόψη μας μερικά fun facts για την Αποκάλυψη:

  • Μπορεί ο Ηλίας Πετρόπουλος να θεωρεί ότι ολόκληρη η Αποκάλυψη είναι ένα τρελό τριπ κάποιου που την έχει ακούσει δυνατά (…από την πολλή νηστεία;) αλλά στην πραγματικότητα αποτελεί συρραφή από εικόνες και στοιχεία ό,τι προφητικού κειμένου της Παλαιάς Διαθήκης βάζει ο νους σας. Λόγου χάρη, 666 τάλαντα χρυσού ήταν το ετήσιο εισόδημα του βασιλιά Σολομώντα (Α’ Βασιλειών 10, 12).
  • Η γνησιότητα του βιβλίου αμφισβητούνταν σοβαρά από την αρχαία Εκκλησία. Ευλόγως, αφού κυκλοφορούσαν ψευδεπίγραφα και απόκρυφα ευαγγέλια, πράξεις και αποκαλύψεις δέκα στον παρά.
  • Οι πατέρες κι ερμηνευτές σνομπάρουν κανονικά την Αποκάλυψη, με εξαίρεση κάποιον Βασίλειο Αγκύρας. Δεν υπάρχουν άλλα συστηματικά υπομνήματα κι ερμηνείες του βιβλίου, αν και περιστασιακά σχόλια περί Αντιχρίστου υπάρχουν κάμποσα.

Λέει λοιπόν η Αποκάλυψη στο κεφάλαιο 13:

«Καὶ ἐστάθην ἐπὶ τὴν ἄμμον τῆς θαλάσσης· καὶ εἶδον ἐκ τῆς θαλάσσης θηρίον ἀναβαῖνον, ἔχον κέρατα δέκα καὶ κεφαλὰς ἑπτά, καὶ ἐπὶ τῶν κεράτων αὐτοῦ δέκα διαδήματα, καὶ ἐπὶ τὰς κεφαλὰς αὐτοῦ ὀνόματα βλασφημίας. καὶ τὸ θηρίον ὃ εἶδον ἦν ὅμοιον παρδάλει, καὶ οἱ πόδες αὐτοῦ ὡς ἄρκου, καὶ τὸ στόμα αὐτοῦ ὡς στόμα λέοντος. καὶ ἔδωκεν αὐτῷ ὁ δράκων τὴν δύναμιν αὐτοῦ καὶ τὸν θρόνον αὐτοῦ καὶ ἐξουσίαν μεγάλην»

Παρακάτω στο ίδιο κεφάλαιο σκάει βεβαίως κι άλλο θηρίο, αλλά όχι τόσο τύπου Giger: αυτό είναι σαν αρνί αλλά μίλαγε σαν δράκοντας. Δεν είναι άλλος από τον Ψευδοπροφήτη, φερέφωνο κι ορντινάντζα του Αντιχρίστου.

Εντωμεταξύ στο κεφάλαιο 17 υπάρχει η ερμηνεία του θηρίου:

«῟Ωδε ὁ νοῦς ὁ ἔχων σοφίαν. αἱ ἑπτὰ κεφαλαὶ ὄρη ἑπτά εἰσιν, ὅπου ἡ γυνὴ κάθηται ἐπ ̓ αὐτῶν, καὶ βασιλεῖς ἑπτά εἰσιν· οἱ πέντε ἔπεσαν, ὁ εἷς ἐστιν, ὁ ἄλλος οὔπω ἦλθε, καὶ ὅταν ἔλθῃ, ὀλίγον αὐτὸν δεῖ μεῖναι. καὶ τὸ θηρίον ὃ ἦν καὶ οὐκ ἔστι, καὶ αὐτὸς ὄγδοός ἐστι, καὶ ἐκ τῶν ἑπτά ἐστι, καὶ εἰς ἀπώλειαν ὑπάγει. καὶ τὰ δέκα κέρατα ἃ εἶδες δέκα βασιλεῖς εἰσιν, οἵτινες βασιλείαν οὔπω ἔλαβον, ἀλλ ̓ ἐξουσίαν ὡς βασιλεῖς μίαν ὥραν λαμβάνουσι μετὰ τοῦ θηρίου. οὗτοι μίαν γνώμην ἔχουσι, καὶ τὴν δύναμιν καὶ τὴν ἐξουσίαν αὐτῶν τῷ θηρίῳ διδόασιν.»

Πολύ απλά: το θηρίο είναι και η απολυταρχική εξουσία της Ρώμης (ὄρη ἑπτά: επτάλοφος) και κάποιος υιός της απωλείας: το αντίθετο του Χριστού, ψευτομεσσίας και οικουμενικός ηγέτης. Η δημοφιλία της ιδέας του Αντιχρίστου πατάει λοιπόν σε δύο πόδια.

Από τη μια το θηρίο ως εξουσιαστικός οργανισμός, και δη τερατώδης, αποτελεί μια θαυμάσια ευκαιρία για τη θεολογική καταδίκη της απολυταρχικής εξουσίας (όταν δεν αρέσει στον κλήρο) και, στα νεώτερα χρόνια, του ολοκληρωτισμού (όταν δεν αρέσει στον κλήρο). Οι ιστορίες για χαράγματα στο χέρι και στο μέτωπο, για διωγμούς, για επταετή εξουσία του θηρίου, που ο Θεός θα κολοβώσει σε τριάμιση χρόνια για χάρη των πιστών Του, ακριβώς εκεί μας πάνε: η απόλυτη εξουσία και η επιτήρηση είναι δουλειά του δράκοντος, του σατανά. Δεν μπορώ να πω ότι δεν μου αρέσει η ιδέα ότι το απολυταρχικό κράτος που συντρίβει και μαρκάρει τους ανθρώπους σαν μοσχάρια είναι ένα γκροτέσκο σατανικό θηρίο που συνοδεύεται από ένα προπαγανδιστικό Ψευδοπροφήτη. Αυτό είναι: καλά τα είπε ο μύστης της Πάτμου.

Από την άλλη το θηρίο ως πρόσωπο, ως ο υιός της απωλείας, ο Αντίχριστος, είναι ήδη από τους πρώτους αιώνες ψευτοχριστός. Τι είναι ψευτομεσσίας; Μα βεβαίως κάποιος που θα βγει να πει ότι είναι Μεσσίας (ελληνιστί: Χριστός), άρα θα είναι είτε σατανικός είτε ο Μεσσίας των Εβραίων (που ακόμα τον περιμένουν) είτε, βεβαίως, και τα δύο. Ο Αντίχριστος ως ο ψευτομεσσίας των Εβραίων που θα κυβερνήσει τον κόσμο είναι το απόλυτο και διαχρονικό σύμβολο του στυγερότερου αντισημιτισμού. Πράγματι, αν το θηρίο είναι ψεύτικος μεσσίας, τότε η ελπίδα των Εβραίων για τον Μεσσία, τον ηγέτη που θα αποκαταστήσει το κράτος του Ισραήλ (του οποίου η ίδρυση άνευ Μεσσία ενοχλεί τους χασιδιστές), δεν συνθέτει απλώς ένα μυθολογικό αίτημα πολιτικής ελπίδας αλλά και προσδοκία για τον παγκόσμιο αντι-Μεσσία: είναι αντίχριστη και σατανική.

Όπως λοιπόν υπάρχουν δύο σατανάδες, υπάρχουν και δύο αντίχριστοι. Ο πρώτος είναι προφανής, είναι ο Λεβιάθαν της εξουσίας· ο δεύτερος είναι ειδεχθής, βουτηγμένος στο αίμα των πογκρόμ.

Και η Δεξιά αγωνίζεται να αλλάξει η κοινωνία

Εύλογες απορίες

Αυτό που συμβαίνει τουλάχιστον πανευρωπαϊκά δεν είναι αποτέλεσμα βλακείας, ανικανότητας κτλ.

Με αφορμή την πανδημία ή, χειρότερα, με αφορμή το «πολιτικό Ισλάμ», οι κρατούντες και οι αντιδραστικοί προσπαθούν να αλλάξουν τον κόσμο καταφεύγοντας και σε αυταρχικές πολιτικές και στη βία, αστυνομική ή άλλη. Αγωνίζονται να κάνουν την κοινωνία πιο κλειστή, τους ανθρώπους πιο μειλίχιους και υπάκουους, τις εξουσίες (και την οικογένεια) πιο στεγανές κι αυθαίρετες, την παραγωγή και το κέρδος κέντρο της ανθρώπινης ύπαρξης, τον ετεροκαθορισμό νόρμα.

Βεβαίως, αν προσπαθείς να αλλάξεις τον κόσμο προς όφελος των πολλών είσαι βολονταριστής, ουτοπιστής και αιθεροβάμων. Αν όμως προσπαθείς να τον καταντήσεις κάτι μεταξύ Children of Men, Elysium, Blade Runner 2049 και Handmaid’s Tale, τότε είσαι πραγματιστής.

Έτσι δουλεύει ανέκαθεν η Αντίδραση, και πριν τον καπιταλισμό σας: 30% συντήρηση, 70% κοινωνική αλλαγή προς τον αυταρχισμό και την εκμετάλλευση.

Μπάτσοι

Ας πούμε ότι το πρότυπο που προέβαλλε η δεκαετία του ’80 ήταν μπουζούκια και τσόντα στο βίντεο. Ας πούμε ότι το πρότυπο της δεκαετίας του ’90 ήταν, παραφράζοντας το Μαξ, που ακολουθούσε το Κλικ, «κόκα, φράγκα και παλάτια, άντε και καλά κρεβάτια»: μια επαρχιώτικη εκδοχή φθίνοντος νεοϋορκέζικου γκλαμ με ολίγη από στεγαστικό δάνειο. Μετά δεν θυμάμαι τι έγινε: οι μέρες περνούσαν, τον Σημίτη διαδέχτηκε ο Κώστας ο Νιντέντο, όλοι ήτανε λίγο-πολύ (νεο)ορθόδοξοι ενώ στεγαστικά για μεζονέτες δινόντουσαν ακόμη.

Τον Δεκέμβριο του 2008 φάνηκε ότι παρά τα κανάλια και το ίντερνετ και τον Τύπο που μοίραζε ντιβιντί και βιβλία, υπήρχαν πάρα πολλοί που δεν είχαν φωνή, πολλοί και μάλιστα νέοι. Έκτοτε το πρότυπο που πασχίζει να προβάλει ο παλιός κόσμος, αυτός που απαρτίζεται κυρίως από εκείνους που θίγονται να τους αποκαλούν αμερικανιστί «μπούμερ», είναι το πρότυπο του μπάτσου.

Στη Μνημονιοκρατία το έργο της αστυνόμευσης το επιτελούσαν κυρίως οι δημοσιογράφοι και δημοσιολογούντες, εξωνημένοι γραφιάδες, παρέα με κάτι άμισθους ελπιδοφόρους ημιμαθείς και λοιπούς θεράποντες του καθεστώτος. Τώρα πια, και ελέω πανδημίας, βρισκόμαστε χωμένοι σε μια κατάσταση στην οποία το έργο της αστυνόμευσης και της τιμωρίας όσων παρεκκλίνουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο από τα πρέποντα και τα σωστά βρίσκεται στα χέρια όλων. Αντί να σκοτώσουμε τον μπάτσο που έχουμε μέσα μας, ο μπάτσος βγήκε από μέσα μας σαν άλιεν και κορυβαντιά κανιβαλίζοντας όποιον βρει μπροστά του.

Με δυο λόγια, δεν έχει απλώς στρατικοποιηθεί η αστυνομία διεθνώς τα τελευταία χρόνια. Είναι και κάτι άλλο: η κοινή γνώμη αλλά και τα κινήματα, ακόμα και τα κινήματα αιχμής, έχουν αναπτύξει κι έχουν καλλιεργήσει αντανακλαστικά μπάτσου: ιδέες, συναισθήματα, γούστα, ακόμα και αυθόρμητες αντιδράσεις αστυνομεύονται. Ιδέες, συναισθήματα, γούστα, αυθόρμητες αντιδράσεις πρέπει να συμμορφώνονται με τα ιδεώδη των αυτόκλητων μπάτσων, ιδεώδη που αφορμώνται είτε από αντιδραστικές και αυταρχικές αντιλήψεις, τις πιο τρελές φαντασιώσεις μοναχικών σχολαρχών, είτε και από τη μανία να συμμορφωθούν όλοι με αρχές ευγενέστερες αλλά ελλιπώς καλλιεργημένες.