Ουαί;

defeatist

Κάθε εποχή, λέει, έχει τον ιδανικό της άνθρωπο, το ίνδαλμά της: τον ήρωα οι ομηρικοί χρόνοι, τον καλόν καγαθόν οι κλασικοί, τον άγιο ή τον ιππότη κάποιες εκδοχές του Μεσαίωνα, τον πανεπιστήμονα κάποιες εκδοχές της Αναγέννησης, το ελεύθερο πνεύμα ο λογοτεχνικός 19ος αιώνας κτλ.

Επίσης κάθε ομάδα, κίνημα αλλά και καθένας ξεχωριστά που έχει γνώμη (δηλαδή όλοι) επικεντρώνουν την κριτική τους για τα δεινά της εποχής ή της κοινωνίας σε μία κοινωνική ομάδα ή σε έναν τύπο ανθρώπου, πραγματικό ή πεποιημένο: ο Σωκράτης στους σοφιστές και ο Αριστοφάνης στον Σωκράτη, ο Χριστός στους Φαρισαίους ― άλλωστε μόνον αυτούς και μια συκιά καταράστηκε ο Κύριος, αφήνοντας τις υπόλοιπες κατάρες για τη δεύτερη Παρουσία Του.

Αυτή την πρακτική τη βλέπουμε να εφαρμόζεται συνέχεια: παλιότερα τα νεοελληνικά δεινά τα ενσάρκωνε ο μαλλιαρός ή ο καθαρευσιάνος, αργότερα ο χαφιές ή ο κομμουνιστής ή ο βασιλικός ή ο υπαρξιστής· αυτόν τον αιώνα ήρθε η σειρά των γιδιών, του κυρ-Παντελή (που δεν ήθελε να μεταρρυθμιστεί), των νεοφιλελέ ή των συριζαίων.

Πάντως σε περιόδους σχετικής ανάπαυλας από τον λεγόμενο διχασμό (δηλαδή από κάθε μορφής ταξική διαμάχη στην οποία οι αδύναμοι δεν έχουν ηττηθεί εξαρχής) ο ελληνικός λαός τα ρίχνει όλα συλλογικώς στον εαυτό του («δεν είμαστε λαός», «είμαστε ζώα») και στη «φυλή» και τις κατάρες της· άλλοτε τα ρίχνει στο Κράτος που δεν υπάρχει, αν και η παρουσία η δική του είναι διαρκής και θριαμβεύουσα σε όσα αφορούν το ίδιο και τους εκάστοτε ιδιοκτήτες του.

Ποτέ όμως ποτέ δεν φταίει η Εκκλησία (στην αφηρημένη εκδοχή της), το ΚΚΕ (που τραβάει την ανηφόρα, μοναχικό, ασχέτως πού πάει), ο απλός ο κόσμος (που τον εκμεταλλεύονται) αλλά και οι (κατά φαντασίαν) αστοί μας: αυτά τα πανάκριβα μπιμπελό που γεμίζουν τα κενά τραπεζοκαθίσματα αναίτια ακριβών εστιατορίων, καφέ και μπιστρό αλλά και κοσμούν τις κερκίδες του Ηρωδείου, του Μεγάρου, της Επιδαύρου ή τις κλίνες του τρέχοντος «καλού» νησιού και της Αράχωβας.

Το να τα ρίχνεις όλα σε κάποιον τύπο (π.χ. τον φασαίο, την ίφλουεσερ, τον κυρ-Παντελή ή τον πρασινοφρουρό) δεν είναι απαραιτήτως παράλογο: κάθε κοινωνία διαθέτει είτε μια μικρή ομάδα που την καθορίζει με τον δυναμισμό, την αδράνειά ή με τα προνόμιά της είτε μια μικρή ομάδα (ή και τύπο) που με τα χαρακτηριστικά της την αντανακλά τρόπον τινά.

Συνήθως το πρόβλημα βρίσκεται στην επιθυμία μας να αναγνωρίσουμε ή να κατασκευάσουμε τον αίτιο των δεινών μας με βάση τις δικές μας επιθυμίες ή τα δικά μας απωθημένα ― και δεν μιλάω καν για τον μολυσματικό βάλτο του κάθε ρατσισμού («οι Εβραίοι φταίνε για όλα») ή της θηριώδους μισανθρωπίας («εισβολή λάθρο για να μας εξισλαμίσουν αφού πρώτα μαγαρίσουν διάφορα περιουσιακά μας όπως π.χ. τις γυναίκες μας»).

Κάθε φορά που κάποιος στήνει τον αχυράνθρωπό του ή την ομάδα σκιάχτρων του για να ρίξει κατάρες κι αναθεματισμούς, κάθε φορά δηλαδή που κάποιος περιγράφει τον αποδιοπομπαίο τράγο του σκέφτομαι την Τασσώ Καββαδία στον ρόλο της στη Στέλλα, εκεί όπου μιλάει με απέχθεια για τα φρικτά μπουζούκια. Συγκεκριμένα, σκέφτομαι  τρία πράγματα:

  1. πόσο φρικτά μπορεί να είναι τα χατζιδακικά μπουζούκια;
  2. πόσο φρικτά μπορεί να είναι τα μπουζούκια όταν η εναλλακτική σου λύση είναι το ελαφρύ τραγούδι, τα απόνερα σανσόν και λάτιν ρυθμών αλλά κι ό,τι απέμεινε από Αττίκ;
  3. μήπως μπερδεύουμε την ύπαρξη του άλλου με την όποια επιρροή ή επιδραστικότητά του; ακόμα χειρότερα, μήπως τον θεωρούμε αυθαίρετα χαρακτηριστικό μιας πολύ μεγαλύτερης ομάδας;

Αυτά εν ολίγοις· και ο νοών νοείτω, που έλεγαν κι οι επιφυλλιδογράφοι.

Μπλογκ το 2020;

Photo 16-5-20, 23 42 24

Άνοιξα το μπλογκ σχεδόν για πλάκα γιατί ζήλεψα τον Τάλω, μετά μου φάνηκε ότι θα λειτουργούσε άριστα ως χρήσιμο αποθετήριο κειμένων μου.

Και πού αλλού να δημοσίευα;

Άκρες στον λογοτεχνικό κόσμο της Ελλάδας δεν είχα, και ούτε θα αποκτήσω: με περιορίζουν η απόσταση, οι μειωμένες αντοχές, η απροθυμία να πάρω στα σοβαρά τον εαυτό μου, καθώς και η αμέλεια στην καλλιέργεια και φροντίδα διασυνδέσεων. Επίσης, φευ, είμαι ατάλαντος, ιδίως σε σύγκριση με τις λαμπρές «γραφίδες» των νεοελληνικών γραμμάτων.

Επίσης οι εφημερίδες και τα περιοδικά ήταν εκτός συζήτησης, αφού τον επαγγελματικό δρόμο προς τις εφημερίδες μού τον έκλεισε ο πατέρας μου νωρίς (ευχαριστώ, πατέρα, όπως σε ευχαριστώ που δεν είσαι αυθεντία σε τίποτα, ώστε να πρέπει και σε αυτό να αναμετρηθώ μαζί σου περιφέροντας τα στίγματα των υικών Παθών μου).

Παράλληλα, όπως ο Πρύτανης των Ελλήνων μπλογκάδων μού τόνισε κάποτε, όσα γράφω εδώ μέσα (και ελάχιστα αλλού) είναι για μένα πάρεργο: αλλού δραστηριοποιούμαι, άλλη δουλειά κάνω, αλλού πατάω, αλλού βρίσκομαι ― εδώ καλά καλά δεν ανέβαζα κείμενα για να βρω γκόμενες, παρά για το γούστο… Με άλλα λόγια, μου λείπει και η δέουσα σοβαρότητα και αφοσίωση που απαιτεί η ενασχόληση με τη Γραφή (με γάμμα κεφαλαίο).

Πιθανόν για όλους αυτούς τους λόγους γράφω ακόμα εδώ μέσα, και πρόκειται να συνεχίσω. Άλλωστε μού είναι απεχθής η αδυναμία αρχειοθέτησης και η λήθη που συνοδεύουν όσα γράφονται στα σοσιαλμήντια.

Άσε που το μπλογκ, εκτός από το ωραίο ταξίδι, μου έδωσε και τα τρία βιβλία μου: το Νάφε, το Κυρίως το σεξ και το De amore· ας είν’ καλά και πολυχρονεμένος ο παλαβός ο άνθρωπος που πήγε και δημοσίευσε τα ξινόμηλα που γράφει ένας ψευδώνυμος άσχετος.

«Δεν είσαι δομικά αστός»

Photo 12-11-15 - 22 19 48

Γιώργος Παπαναγιώτου: Πάντως επειδή δεν θέλω να σε αδικήσω: υπάρχει μια ωραιοπάθεια, δεν θα την πω ναρκισσισμό γιατί δεν τους λείπει η ενσυναίσθηση, σ[τον Παπαγιώργη] και στον Βακαλόπουλο και σ’ όλη τη γενιά, που αφορά την εποχή και τον τρόπο που βλέπουν τα πράγματα, μια ωραιοπάθεια εμπειρίας και ματιάς στον κόσμο, κατ’ επέκταση ανάγνωσης και καταγραφής του. Ως αποτέλεσμα αυτής προκύπτει αυτό που χαρακτηρίζεις ακατανόητο. Νομίζω αντιστέκεσαι ― υγιές ― να υποκύψεις στη λογική της. Όσοι αφήνονται σ αυτήν γίνονται δέσμιοι. Συχνά τους αρέσει κι ο Σαββόπουλος 😛

Σραόσα: Σωστά το θέτεις. Εμένα και ο μη-δοκιμιακός πρώιμος Βακαλόπουλος μού άρεσε, και ο Σαββόπουλος μέχρι τα Τραπεζάκια: είμαι ένας απλός χαρούμενος άνθρωπος κατά βάθος.

Γιώργος Παπαναγιώτου: Εγώ νομίζω ότι είσαι κάτι περισσότερο σ’ αυτό τον κομμάτι: δεν είσαι δομικά αστός. Αυτό που περιγράφω παραπάνω είναι μια αστική συνθήκη. Μια συνθήκη παραγωγής αστικών υποκειμένων που ωραιοποιούν τα τραύματα τους για να τα αντιμετωπίσουν. Κτγμ τα μεγεθύνουν τελικά γιατί δεν αποστασιοποιούνται από τη συνθήκη αλλά τη μεγεθύνουν ως πεδίο ανάγνωσης και παραγωγής λόγου. Εσύ πιστεύω ότι δεν υποφέρεις από αυτό, άσχετα αν μεγάλωσες σε πόλεις. Δεν είναι τυχαίο ότι ως αντιδιαστολή επέλεξες τη λέξη «απλός», το άγιο δισκοπότηρο του αστού, αυτό που ποτέ δεν βρίσκει. Τέλος συνεδρίας, 100€ σε bitcoin, ευχαριστώ.

(Γιατί κάποιοι διάλογοι στο φέισμπουκ αξίζουν να απαθανατίζονται.)

Η αμηχανία απέναντι στο παρελθόν

plaque

Αγάλματα

Μετά το γκρέμισμα του ανδριάντα του δουλέμπορου Κόλστον στο Μπρίστολ ξανάνοιξε μια συζήτηση καίρια και αναγκαία: τι πρέπει να κάνουμε με τα μνημεία της βαρβαρότητας.

Θεσμοί και μη θεσμοί

Μια πρώτη παρατήρηση είναι η εξής: το αυθόρμητο λαϊκό ξέσπασμα που οδήγησε τον φιλάνθρωπο δουλέμπορο στον πάτο του Έιβον ακολούθησε χρονικά την εξαγγελία του κυβερνήτη της Βιρτζίνιας ότι επέκειτο (και επίκειται ακόμα) η αποκαθήλωση του έφιππου ανδριάντα του στρατηγού Λη από το κέντρο του Ρίτσμοντ. Η αυθόρμητη πράξη των Μπριστολιανών οδήγησε τον δήμο της Αμβέρσας να αποφασίσει να μετακινήσει τον ανδριάντα του Λεοπόλδου Β’ από την πλατεία την οποία κοσμούσε στο μουσείο Middelheim. Επίσης, η βίαιη noyade που υπέστη ο ανδριάντας του δουλεμπόρου έδωσε το έναυσμα στον δήμο του Λονδίνου να επανεξετάσει κατά πόσο τα μνημεία της πόλης αποτυπώνουν τον πολυσυλλεκτικό και πολυεθνικό χαρακτήρα της.

Βλέπουμε πώς η νομιμότητα (κυβερνήτης Βιρτζίνιας, δήμοι Αμβέρσας και Λονδίνου) και η αυθόρμητη λαϊκή βούληση (π.χ. των Μπριστολιανών) αλληλεπιδρούν με σύνθετους και περίπλοκους τρόπους.

Η αντίληψη ότι στις δημοκρατίες όλα ξεκινούν θεσμικώς από τους εκλεγμένους αντιπροσώπους και όλα τελειώνουν στην εκλογή αντιπροσώπων και τη θεραπεία των θεσμών είναι ένα υπεραπλουστευτικό σχήμα. Το εν λόγω σχήμα, που συνοψίζεται ως «τίποτε αδιαμεσολάβητο από θεσμούς, καμμία πολιτική πράξη που δεν προέρχεται από εκλεγμένους αντιπροσώπους», ενδεχομένως αποτελεί ιδεώδες κύκλων με ολιγαρχικές βλέψεις και ξέρουμε πλέον πως είναι ιδανικό για να νουθετεί αυστηρώς λαούς χωρών υπό χρεοκρατική ή άλλη κατάληψη· δεν αποτελεί ωστόσο θέσφατο ή αξίωμα.

Γκρέμισμα ή αντίστιξη;

Δεν θα έπρεπε να επαναχωροθετούμε κριτικά τα όποια μνημεία βαρβαροτήτων αντί να τα αποκαθηλώνουμε; Γκρεμίζοντας τα μνημεία δεν καταργούμε τη μνήμη; Εδώ έχω τρία σχόλια.

Το πρώτο σχόλιο: είναι υποκριτικό να τίθενται τέτοια ερωτήματα από όσους χειροκροτούσαν το γκρέμισμα αγαλμάτων του Σαντάμ Χουσεΐν αλλά και του Λένιν.

Το δεύτερο: ο ναζισμός κι ο φασισμός, το δουλεμπόριο και η αποικιοκρατία δεν αποτελούν «αμφιλεγόμενες» περιόδους αλλά μαζικά εγκλήματα που βρίσκονται πέρα από τις ανθρώπινες (πολύ ανθρώπινες) αμαρτίες της τυραννίας ή και της μαζικής σφαγής.

Το ζητούμενο λοιπόν δεν μπορεί να είναι να πάρουμε σβάρνα τα μνημεία σε ανθρώπους που έκαναν «κακά πράγματα»: αφενός δεν θα μείνει κανένα όρθιο, αφετέρου μια τέτοια νηπιακή νοοτροπία ανήκει σε οπαδούς του Τραμπ και σε κάθε λογής συνωμότες της Νέας Αμάθειας .

Ταυτόχρονα, βεβαίως και θα ανατιναχτεί η σβάστικα στη γερμανική Καγκελαρία, βεβαίως ο Κόλστον (έστω και συμβολικά) ανήκει στου ποταμιού τον πάτο, βεβαίως και το μικρό πλην τίμιο Βέλγιο δεν έχει τίποτε να τιμήσει στο πρόσωπο του Λεοπόλδου του Β’. Απεναντίας, όσο και να μισεί κανείς τη Θάτσερ ή τον Ραμσή τον Β’, είναι προτιμότερο χωροταξικά να απαντήσει στα μνημεία τους με άλλα μνημεία, να αφήσει τα ορόσημα της μνήμης να συνδιαλέγονται στον δημόσιο χώρο. Όμως, ισχύει και το

Τρίτο σχόλιο: Ας μη γελιόμαστε πως τα δημόσια μνημεία  στήνονται από τις εκάστοτε αρχές για να τονώνουν τη μνήμη και να συνεισφέρουν στον διάλογο για το παρελθόν. Τα μνημεία στήνονται για να διδάσκουν σε ποιους ή σε ποιον πρέπει τιμή και (ενίοτε) προσκύνηση.

Σχεδόν κάθε μνημείο αποσκοπεί στην εργαλειοποίηση αν όχι στην καπήλευση της μνήμης ― μια βόλτα στη Θεσσαλονίκη, στην Αθήνα ή στην κεντρική πλατεία οποιασδήποτε επαρχιακής πόλης αρκεί να μας πείσει. Είναι λοιπόν αφελές να πει κανείς «αφήστε τον Κόλστον στο βάθρο του κι απέναντί του φτιάξτε ένα μνημείο για τους ανθρώπους που πούλαγε σαν δαμάλια κι ενίοτε φουντάριζε για να εισπράξει ασφάλεια». Το άκομψο δημώδες «σκατά στον τάφο του» είναι η κατάλληλη στάση εν προκειμένω.

Μικρές πλην άτιμες αποικιοκρατίες

Πολλοί κοροϊδεύουν τον βρετανικό ιδεασμό (ακόμα και εν έτει 2020) ότι η Αυτοκρατορία τους είχε εκπολιτιστική και γενικότερα φιλάνθρωπη στόχευση και δράση. Οι Γάλλοι και Ισπανοί αποικιοκράτες έχουν ξεφτιλιστεί προ πολλού. Μας ξεφεύγει όμως η ανείπωτη φρίκη του βελγικού Κογκό, προσωπικού φέουδου του Λεοπόλδου Β’ με τον τρόπο που η Σαουδική Αραβία είναι (εν έτει 2020) ιδιοκτησία του οίκου των Σαούντ. Μας ξεφεύγει η ολλανδική βαναυσότητα στην Ινδονησία, όπου οι τάχα πράοι τυροφάγοι έσφαζαν μαζικά και έδωσαν το καλό παράδειγμα για γενοκτονικές υπερπαραγωγές και για κακοδαιμονίες που αποτελούν πραγματικότητα ακόμα και εν έτει 2020.

Κείμενα

Τα κείμενα δεν είναι αγάλματα. Δεν στέκονται στον δημόσιο χώρο για να νουθετούν. Παράλληλα, τα κείμενα αποτυπώνουν την εποχή τους. Ήδη από την αρχαία Ινδία και τους Αλεξανδρινούς και τους κορανικούς φιλολόγους της Βαγδάτης γνωρίζουμε ότι τα κείμενα χρειάζονται υπομνηματισμό. Το υπόμνημα παρέχει το περικείμενο και τα συμφραζόμενα που χρειαζόμαστε για να κατανοήσουμε τα κείμενα και, αν είμαστε τυχεροί, να πάρουμε από αυτά μια ερμηνεία.

Η επιμονή στην Ελλάδα για καθολική διδασκαλία των Αρχαίων Ελληνικών και, εσχάτως, των Λατινικών αποτελεί λοιπόν προσπάθεια να παρακαμφθεί το πραγματικό πρόβλημα: κείμενα κεφαλαιώδη για τον νεοελληνικό και τον ευρωπαϊκό και τον ανθρώπινο πολιτισμό παραμένουν κακομεταφρασμένα στα Νέα Ελληνικά και, ιδίως, μη υπομνηματισμένα. Ακόμα και όσοι μαθαίνουν τελικά Αρχαία στο σχολείο μπορούν μεν να κουτσοδιαβάσουν το καθ’ όλα αδιάφορο Ξενοφώντα αλλά δεν καταλαβαίνουν για τι πράγμα μιλάει ο Ηρόδοτος ή ο Ευριπίδης ή και ο Αριστοφάνης ― ακόμα κι αν περήφανα μπορούν να τους διαβάσουν από το πρωτότυπο (…). Αυτά τα λέει ο Γιώργης Γιατρομανωλάκης εδώ και τριάντα χρόνια.

Τα κείμενα χρειάζονται υπομνήματα, όχι damnatio memoriae. Πρέπει να εξηγήσεις στον αναγνώστη τι είναι η ίζμπα στον Ντοστογιέφσκι, τι είναι η μπουγιότα στον Τσίρκα, τι είναι τα άλφιτα στον Θουκυδίδη, αλλά και τι είναι ο σεξισμός στη Μήδεια του Ευριπίδη και ο ρατσισμός στον Χάκλμπερυ Φιν.

Γυμνότητα

23331043_521422624890655_6841865379767470265_o

Ξεκινάω να το γράφω αυτό ξεκαθαρίζοντας ότι δεν εξυπακούονται σεξουαλικές ή και ερωτικές ερμηνείες σε ό,τι θα πω. Δεν είναι η ερωτική γυμνότητα το θέμα μας εδώ.

Λέω λοιπόν ότι δεν γνωρίζεις κάποιον πραγματικά αν δεν έχεις τον δεις γυμνό.

Τέκνα του νεοπουριτανικού μας αιώνα, μην ταράζεστε: όταν λέω «γυμνό» εννοώ και με μαγιό.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Το πρόσωπο, ο πίνακας ελέγχου του σώματος κατά τον Κούντερα, λέει πολλά. Δεν τα λέει όμως όλα. Το πρόσωπο είναι μια ρητή και ενίοτε κραυγαλέα αλήθεια· όμως δεν είναι απαραίτητα όλη η αλήθεια.

Τα ρούχα πάλι μπορεί να λένε αυτά που θέλουμε εμείς ενώ κάλλιστα μπορεί να μην είναι καν υπό τον έλεγχό μας, αν ντυνόμαστε όπως να ‘ναι. Όμως, στην καλύτερη περίπτωση, λένε την ιστορία που θέλουμε εμείς να πούμε.

Ωστόσο το γυμνό μας σώμα είναι σχεδόν αδιάψευστο. Το γυμνό σώμα συμπληρώνει την ιστορία που λέει ή που προσπαθεί να πει το πρόσωπό μας. Πολλές φορές αναιρεί εν μέρει την ιστορία που θέλει το πρόσωπό μας να πει.

Όλα μιλάνε στο γυμνό μας σώμα: πώς στεκόμαστε, τα σημάδια του, οι εντάσεις και οι χαλαρώσεις του, οι επεμβάσεις μας σε αυτό είτε είναι αισθητικές είτε είναι γυμναστικές είτε είναι δερματοστιξίες και μικρά κομμάτια μέταλλο. Οι φτέρνες μας και οι παλάμες. Οι καμπύλη των γλουτών, πλάσμα γυμναστικής, καθισιού, μαχαιριού ή ατελείωτων διαδρομών. Η κοιλιά, ο μεγάλος μαρτυριάρης. Το σχήμα των ποδιών και η στάση της πλάτης. Η κηπουρική της όποιας τριχοφυΐας…

Η αλήθεια είναι γυμνή. Μπορεί να μην είναι όλη η αλήθεια αλλά πρέπει να είναι γυμνή.

Του Κούλη την ΥπΠο τη λέγανε Μενδώνη / ΜΓΔ

Rally in Athens against the ongoing austerity measures

στους φίλους μου εργάτες της δημιουργίας

Η κυρία Υπουργός είπε κάτι του στυλ ότι οι καλλιτέχνες έχουν εξαντλήσει την υπομονή ή την επιείκεια ή κάποιο άλλο υγρό που τάχα διαθέτει άφθονο η κυβέρνηση του Μητσοτάκη του Β’ του Σωτήρος και Φιλοπάτορος ― εννοώ κάποιο υγρό άλλο από την αριστεία και τη μετακλητότητα.

Να βρω τη δήλωση, να είμαι ακριβής. Ah, la voilà :

«Εξαντλήθηκε η επιείκεια της Κυβέρνησης και του Υπουργείου Εργασίας προς τους καλλιτέχνες.» Αυτό είπε η πολιτική προϊσταμένη του Υπουργείου Πολιτισμού της Ελλάδας.

Επειδή εδώ και χρόνια δεν ζούμε στην Ελλάδα αλλά στη Σημιτική Ξεβλαχία που μετά κατέκτησαν οι Μενευρωπαίοι και τη μετέτρεψαν σε Μνημονιολάνδη (ενδιάμεσα κυβέρνησε κάποιος χρήσιμος βλαξ αλλά τον ξέχασαν), να κάνω μια αναδρομή.

Πολύ πριν γίνει Ξεβλαχία ακολουθώντας το φωτεινό μονοπάτι του Κλικ και του χρυσομέτριου τεχνοκράτη η χώρα λεγόταν Ελλάδα. Η Ελλάδα παρήγε αρχαία και σταφίδα. Μετά ήρθε η Μεταπολίτευση και η ΕΟΚ και στο μεταξύ αποκτήσαμε βιομηχανία και επιδοτούμενη γεωργία και γενικά χόρτασε ο κόσμος ψωμί και μπριζόλες. Παράλληλα, η Μεταπολίτευση και αργότερα το ΠΑΣΟΚ μάς γέμισαν θέατρα, περισσότερα και πιο συναρπαστικά κι αβανγκάρντ από του Λονδίνου, μουσικές τρέλες, ΝΕΚ μαλακίες και υπέροχο ΝΕΚ, εικαστικούς, ποιητές και συγγραφείς σε Αθήνα και Σαλονίκη και αλλού· άσε που γέμισαν οι επαρχιακές πόλεις θιάσους και χορωδίες (πρωτεύουσα των οποίων ήταν η Καρδίτσα).

Κατόπιν γίναμε Ξεβλαχία: οι βιομηχανίες ρευστοποιήθηκαν κι έκλεισαν και έγιναν χαρτζηλίκια των πρώην βιομηχάνων, οι άντρες έπαθαν πανικό ότι τους ευνουχίζουν και σταμάτησαν να πηδιούνται με τη Λίτσα ή τον Κώστα ή τη Λιλή ή με ό,τι πηδιόσαντε τέλος πάντων και αποφάσισαν να γίνουν σαμπανιζέ κοκάκηδες όλοι και να πηδάνε μόνο τα μακρόστενα μοντέλα του Χέλμουτ Νιούτον και τους ίσκιους του Χερμπ του Ριτς. Παράλληλα η τέχνη κι ο πολιτισμός και το βιβλίο κι όλα αυτά έγιναν παλαιοπασόκ «πολιτιστικά» τζάτζαλα. Άλλωστε ποιος τους γαμούσε πια τους Αχαρνής: είχαμε τώρα ιδιωτική τηλεόραση και ευπώλητα παπάρια μάντολες των 770 σελίδων και Mykonos και ψώνια στο Μιλάνο και, über alles, Χριστόδουλο κι Ορθοδοξία. Αυτή ήταν η ζωή, η αυγή της Ξεβλαχίας, το πέρασμα από τη Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς και τις αξύριστες παρτούζες της με μαυροδάφνη στα smooth ντεφιλέ της οδού Φραγκοκκλησιάς.

Το παρόν: το 2020 εκτός από τουριστικός προορισμός η Ελλάδα δεν υφίσταται ως συλλογικό όραμα εκτός αν είσαι Βελόπουλος ή φασίστας (σόρυ, ναι), η Ορθοδοξία είναι τόσο μπίζνες αζ γιούζουαλ που κλαίνε οι πιστοί (και δεν γελάω καθόλου με αυτό), οι ταξικοί αγώνες είναι καπούτ, ο αριστερός στοχασμός είναι είτε για να τον συζητάω εγώ κι άλλοι 15-16 νοματαίοι στο Galaxy, στο Low Profile (οι πουρότεροι) ή στο Residents (όσοι είναι Σαλονικιοί και δεν πρέπει να ξυπνήσουν να εκκλησιαστούν με κάποιον Ψωμιάδη), η αντικουλτούρα δεν ξέρω τι κάνει, να μας πει η ίδια ― να μη συνεχίσω, καταλαβαίνετε.

Ως τι υφίσταται λοιπόν η Ελλάδα; Ως τόπος και λαός που δημιουργεί πολιτισμό και τέχνη. Ναι, δεν μας αρέσει όλη. Ναι, στο θέατρο είμαστε θεοί, στα εικαστικά κάτω από μαύρη νύστα, άλλοι έτσι, άλλοι αλλιώς. Όμως Ελλάδα δεν υφίσταται πια ως τίποτε άλλο πέρα από τόπος και λαός που δημιουργεί. Σόρυ.

Σε μια χώρα που η επιστημονική έρευνα συνεχίζει να αριστεύει παρά το διαρκές κρατικό σαμποτάζ ταξικής αριστείας και παρά τις εκ των έσω επιδρομές ― άρα όχι για πολύ ακόμα ― μόνον ο πολιτισμός μάς μένει. Η κυρία Μενδώνη δεν το ξέρει αυτό ή δεν θέλει να το ξέρει. Η κυρία Μενδώνη ασχολείται με το ασανσέρ στην Ακρόπολη, λες και η Ελλάδα είναι καμμιά Μάλτα του ενός μνημείου, το οποίο πρέπει να μας απασχολεί κατ’ αποκλειστικότητα (όταν δεν μας απασχολεί το Κενό Μνημείο της Αμφιπόλεως). Η κυρία Μενδώνη, ακόμα μία άγαρμπη και μπλαζέ υπουργός Πολιτισμού όπως σχεδόν όλοι οι προκάτοχοί της, είναι κουλ που υποφέρουν οι καλλιτέχνες και δεν θέλει να είναι επιεικής μαζί τους. Άραγε πού καλούνται να δείξουν την επιείκεια τους οι αρχαιολόγοι, όπως η κυρία Μενδώνη; Στο ότι δεν ανασκάπτουν με γκρέιντερ και μπουλντόζες; Αν ναι, καήκαμε πριν καν πει οτιδήποτε.

Η ισχυρή Ελλάδα, η Ελλάδα των τραπεζών που αγόραζαν Βαλκάνια, η Ελλάδα της δουλειάς και των βιομηχανικών ζωνών, η αγροτική Ελλάδα, η Ελλάδα της οποίας η Μεγάλη Ιδέα ήταν εκδοχές της εδαφικής επέκτασης (τελικά εις βάρος μειονοτήτων, ντοπιολαλιών και εκατομμυρίων ξεριζωμένων από Μικρασία και Βαλκάνια) ― όοοολες αυτές οι Ελλάδες τελείωσαν. Πάνε. Πάπαλα. Καπούτ. Μπιτί. Υπάρχει πια η Ελλάδα των γκαρσονιών από τη μια και του πολιτισμού και της γνώσης από την άλλη. Εγώ ξέρω με ποια είμαι. Η κυρία Υπουργός;

Πυρηναία

man with the movie camera
Τζίγκα Βερτόφ ― Ο άνθρωπος με την κινηματογραφική μηχανή

Ο 19ος αιώνας πάσχισε και κατάφερε να δημιουργεί αισθητική συγκίνηση από ανεκπλήρωτους πόθους, ερωτικούς αλλά και κοινωνικούς και πολιτικούς και πνευματικούς και άλλους.

Ο 20ος αιώνας πάσχισε να ολοκληρώσει το έργο της δημιουργίας αισθητικής συγκίνησης από την εκπλήρωση των ίδιων πόθων· δυστυχώς δεν τα κατάφερε ή δεν πρόλαβε.

Ο 21ος μας πάει δέρνοντας μέχρι στιγμής αλλά έχουμε χρέος να ολοκληρώσουμε το έργο του 20ου: να δημιουργήσουμε αισθητική συγκίνηση από την εκπλήρωση πόθων, τώρα που ξέρουμε ότι το ιδιωτικό είναι και πανανθρώπινο.

«Φίλε»

Μεζές με Παυλάκη

Γνώρισα κάποτε έναν κύριο που με ενθουσιασμό μερικώς ειλικρινή και με συνοπτικές διαδικασίες ανακήρυσσε φίλους του ενδιαφέροντες ή και αξιοσημείωτους ανθρώπους γύρω του. Τους συναναστρεφόταν όντως πολύ φιλικά αλλά με την πρώτη επίδειξη κακού γούστου (εκ μέρους τους!) ή θεμελιώδους διαφωνίας μαζί του τους έπαυε από φίλους και τους έχωνε και ένα damnatio memoriae για να μάθουν.

Αυτό είναι το μεσογειακό μοντέλο φιλίας.

Προσωπικά αργώ πάρα πολύ να ανακηρύξω κάποιον φίλο μου, μόνον οι εκκλησιαστικές αρχές παλαιάς και νέας Ρώμης είναι πιο ζόρικες, όταν ανακηρύσσουν αγίους. Συναναστρέφομαι με χαρά και με μερική αφοσίωση ανθρώπους αλλά ο τίτλος «φίλος» έρχεται ως επιστέγασμα της φιλίας μας παρά ως απαρχή της. Απάξ όμως και ανακηρυχθούν φίλοι είναι φίλοι, καθόλου δεν χρειάζεται να κάνουν τον άγιο, παραμένουν φίλοι ακόμα κι αν κάνουν μαλακίες. Άλλωστε, αν δεν σου πει ο φίλος πότε κάνεις μαλακίες, τότε ποιος;

Αυτό είναι το βορειοευρωπαϊκό μοντέλο φιλίας.

Ποτήριον σωτηρίου λήψονται

Christs-hand-blessing

στον Ιάσονα, που σήμερα γίνεται 40

Ας μιλήσουμε λίγο για τη Θεία Κοινωνία.

Τον 18ο, τον 19ο και τον 20ο αιώνα διάφοροι Δυτικοί σχολιαστές επισήμαιναν με προβληματισμό ότι οι Ορθόδοξοι κοινωνούν σπανιότατα. Υπάρχει και σχετική κουβέντα από τον Νικόδημο τον Αγιορείτη, τον προπάτορα του σύγχρονου Ορθόδοξου σκοταδισμού ― δεν θυμάμαι πια τι λέει.

Όταν ήμουν παιδί τις δεκαετίες του ’80 και του ’90 πράγματι ο κόσμος κοινωνούσε αραιά και πού, και μιλάω μεν για θρησκευάμενο κόσμο αλλά για κανονικούς ανθρώπους. Το επιχείρημά τους ήταν «δεν είμαι άξια / δεν είμαι άξιος».

Εξαίρεση αποτελούσαν οι άνθρωποι κοντά στις οργανώσεις (Ζωή, Σωτήρ, Σταυρός κτλ.), οι οποίοι επιδίωκαν να κοινωνούν κάθε Κυριακή γιατί «αυτός είναι ο λόγος που γίνεται η Λειτουργία». Λέω «επιδίωκαν» γιατί οι πνευματικοί-χωροφύλακες τούς έριχναν την ακοινωνησία ως επιτίμιο για πάσαν χαράν και πάσαν μαλακίαν, ή αν απλώς είχαν περίοδο.

(Διαβάστε σχετικά το «Καταφύγιο ιδεών» του Γιανναρά του πρεσβύτερου, θα πάρετε μια ιδέα για τις καταβολές βαθιά μέσα στο 1950-φεύγα της Ελλάδας του 2020.)

Όλα αυτά τα παρακολουθούσα μέχρι περίπου το 1995. Μετά με κέρδισε το numinus του κτιστού, πλην όμως υπαρκτού, κόσμου.

Το 2020 ξαφνικά όλοι, ξομολογημένοι κι αξομολόγητοι, αγόρια και κορίτσια, στεφανωμένοι κι αστεφάνωτοι, νεορθόδοξοι, μαρξορθόδοξοι, κομποσχοινάδες, ρασκόλνικοι του Κλικ, πνευματικοπαίδια πονηρών γεροντάδων ετών 40κάτι, θεολογόπαιδα και λογιόπαιδα, καθώς και μπογδανόπουλα συρρέουν να μεταλάβουν Σώμα και Αίμα Χριστού, εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον, ώστε ως λέοντες πυρ πνέοντες να κάνουν να τήκεται ο κορωνοϊός ως κηρός από προσώπου πυρός.

Ουκ απαρνησόμεθά σοι, τρέντυ Ορθοδοξία.

Ψ

Fire Buddha

Ω όχι, δεν είμαι πια ο getting away with it (all messed up), δεν είμαι εκείνος ο always anxious, always timid.

Φυλακές στεγανότερες από εκείνες που χτίζουμε γύρω μας δεν υπάρχουν: γνωστά πράγματα.

Σε κάθε σχέση με ανθρώπους πρέπει να θυμόμαστε ποιο μέρος τους μας αφορά και ποιο όχι.

Πολεμώντας τη Μηχανή έμαθα τελικά ότι χρειάζεσαι απόσταση από αυτήν για να τη νικήσεις: τους αγχέμαχους τους αιχμαλωτίζει και τους αφομοιώνει.

Ξανά: στους άλλους βλέπουμε και κρίνουμε αυτό που μας τρώει.

Κάθε τρυφερότητα και κάθε χαρά και κάθε στόρυ τελειωμένο κι ατελείωτο αναδεικνύεται καθώς αναδύεται μέσα από τα σύννεφα της ενοχής και του φόβου κι αστράφτει σαν αεροσκάφος.

I chose not to choose, I chose something else.

Η Μηχανή δεν είμαι εγώ. Η Μηχανή θέλει να γίνει εγώ.

Εμπέδωσα πια το pecca fortiter και κατάφερα να το συνεχίσω με το crede firmiter. Παραμένω στο Hier stehe ich, αλλά το ich kann nicht anders περισσεύει.

Δεν θα γίνουμε τα πάντα όχι μόνον τοις πάσι αλλά ούτε καν για έναν και μόνον έναν άνθρωπο.

Α δεν φοβάμαι πια, όχι τόσο πολύ, όχι ανυπεράσπιστα.