Βιογραφικά σημειώματα

The child I lost replaced by fear

Είμαι από αυτούς που για χρόνια τους στοίχειωνε η αίσθηση ότι επέρχεται το τέλος, η κατάλυση της προσωπικότητας, η κίνηση που θα έδινε μία και θα σκόρπιζε αμετάκλητα τη ζωή. Κάποτε μου είχαν πει ότι ήμουν σαν τον μικροσκοπικό ιππέα του Αρτεμισίου: ένα αποθηριωμένο άλογο του πάθους που το κυβερνάει ένας μικρός στο μάτι αλλά ικανός Λόγος.

Δεν μπορώ να πω ότι πείστηκα ποτέ από αυτή την εικόνα, όσο εμβληματική και δυναμική κι αν φάνταζε. Κάπως ήξερα ότι δεν είμαι έτσι, κάπου ένιωθα ένα τραύμα άλλου είδους.

Ο στίχος των New Order από το ένα τους τραγούδι που σχεδόν ξέρω απ’ έξω θα μπορούσε να μου είχε δώσει την απάντηση εάν βεβαίως μπορούσα να αναγνωρίσω την απάντηση: δεν ήμουν παρά ένα άτακτο και ζωηρό (πολύ ζωηρό) παιδί φυλάκισμένο στη σιωπή ενός άδειου και βασανιστικά εύτακτου σπιτιού. Ένα παιδί γεμάτο φόβο για τον εαυτό του και για το στοιχειό που είναι.

Ευτυχώς όλα αυτά ψηλαφήθηκαν κι ανασκάφτηκαν προτού το γήρας κάνει τον φόβο απάλευτο.

When we feel the storm

Πολύ με εντυπωσιάζουν όσες κι όσοι έχουν την όρεξη ή την ικανότητα να μιλούν για τον έρωτα με λεπτομέρεια, με ευφράδεια κι ωραίες εικόνες. Εγώ πάλι είμαι από αυτούς τους πολλούς που απλώς χαίρονται να χαίρονται όσα άλλοι περιγράφουν και εικονογραφούν ή απεικονίζουν: όλες αυτές τις μεταφορές και τις περιγραφές και τους λεπτούς υπαινιγμούς που εγώ απλώς νιώθω να με χτυπάνε σαν θείο ισχαιμικό σε ανύποπτες στιγμές μέσα στη μέρα ή όταν ξυπνάω το πρωί και προσπαθώ να συγκροτήσω από την αρχή ποιος είμαι και πού βρίσκομαι.

Κι έτσι τα ξαναζώ: βουβά κι ολοζώντανα όπως έρχονται και με βρίσκουν απρόοπτα.

Αυτά τα πράγματα είναι άλλωστε θύελλα ποτιστική και καταιγίδα ηλεκτρική, δεν είναι κατάλογος πλοίων να κάτσεις να τον καταγράψεις.

Wir sind die Zukunft und wir sind die Tat

Όλα όσα πρέπει να ξέρουμε για την πολιτική δράση και ποιοι πρέπει να την αναλάβουν βρίσκονται συμπυκνωμένα σε αυτόν τον στίχο. Όσοι ταυτίζονται μαζί του είναι έτοιμοι να κάνουν κάτι και να σπρώξουν τον κόσμο λίγο πιο μπροστά· τα υπόλοιπα είναι κουβέντες, κουτσομπολιά και θεολογίες.

Όσοι νιώθουν ότι είναι το μέλλον κι όσοι γνωρίζουν πως είναι η πράξη και η δράση θα αναλάβουν να τα πραγματώσουν. Γιατί μια χαρά είναι τα όνειρα και οι επιδιώξεις, πλάκα έχουν τα παιχνίδια που παίζουμε με λέξεις και ήχους και εικόνες, αλλά καλύτερη είναι η πραγματικότητα ― ξέρετε, αυτή του σώματος.

Βασιλόφρονες;

Πολλοί από όσους γουστάρουν βασιλιάδες και θρόνους και τέτοια δεν επιθυμούν απαραίτητα κληρονομικό αρχηγό κράτους παρά νοσταλγούν τον ετεροκαθορισμό που επιβάλλει ο σχολάρχης κι ο παπάς, την πειθαρχία που επιβάλλει ο χωροφύλακας κι ο καραβανάς, την ομερτά που επιβάλλει η γιαγιά και ο θείος· χωρίς ακτήμονες κι ανειδίκευτους που φωνάζουν, χωρίς πούστηδες και ζωντοχήρες, χωρίς Εβραίους και Γύφτους.

Την εθνική ενότητα όπως μας σερβίρεται νοσταλγούν.

Του βασιλιά ο θάνατος

Πολλοί πτυχιούχοι στη διοίκηση επιχειρήσεων με κανα μάστερ σε κλάδο των Οικονομικών αισθάνονται ότι είναι σε θέση να ερμηνεύουν την κοινωνία ή και τον κόσμο με βάση κάποιες απλές αρχές τις οποίες μάλιστα θεωρούν αυταπόδεικτες.

Μία από αυτές τις αρχές είναι ότι ο σοσιαλισμός είναι καλός και άγιος όταν υπάρχουν λεφτά αλλά σε περιόδους κρίσης είναι απαραίτητη η νεοφιλελεύθερη οικονομική διαχείριση ― ώστε να διασφαλίζεται η κανονικότητα. Βεβαίως ως κανονικότητα γίνεται αντιληπτή η απρόσκοπτη άνεση κι ευημερία των ελίτ με το τίμημα της στενότητας λόγω των όποιων κρίσεων (αναπόφευκτων ή τεχνητών) να το φορτώνονται τα συνήθη υποζύγια.

Βεβαίως η εν λόγω κανονικότητα δεν περιλαμβάνει απαραιτήτως τη διασφάλιση της λειτουργίας του κράτους δικαίου, ίσα ίσα. Επιπλέον, η λεγόμενη νεοφιλελεύθερη διαχείριση δεν είναι καθολου νεοφιλελεύθερη γιατί το κράτος (αυτός ο δαίμονας, ο αλάστωρ αυτός της ελευθερίας των προνομιούχων ατομικοτήτων) οφείλει να ξελασπώνει τις ελίτ και να τις χαρτζιλικώνει όταν τρώνε σφαλιάρα από το χέρι της αγοράς.

Ξεκινάμε λοιπόν από την παράδοχη ότι όσοι κι όσες σχηματικά περιέγραψα ως πτυχιούχους στη διοίκηση επιχειρήσεων με κανα μάστερ σε κλάδο των Οικονομικών (αδικώντας τη μεγάλη πλειοψηφία της συμπαθούς κοινότητας των πτυχιούχων στη διοίκηση επιχειρήσεων με κανα μάστερ σε κλάδο των Οικονομικών) είναι βαθιά αναξιόπιστοι κι αναξιόπιστες όταν ερμηνεύουν την κοινωνία ή και τον κόσμο με βάση κάποιες απλές αρχές τις οποίες θεωρούν αυταπόδεικτες, όση επιφάνεια ή και προβολή κι αν έχουν οι γνώμες τους στον δημόσιο λόγο.

Δεν θα έπρεπε λοιπόν να μας εκπλήσσει η ταύτιση των άνωθι με τους κύκλους που φαντασιώνονται στέμματα και θυρεούς· κι όλα αυτά βεβαίως με αφορμή τον θάνατο του έκπτωτου κληρονομικού αρχηγού του ελληνικού κράτους.

Οι κύκλοι αυτοί απαρτίζονται εν πολλοίς από νοσταλγούς της προνεωτερικότητας, της Εδέμ αυτής από την οποία εκδίωξε τη Ρωμιοσύνη ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός, μετατρέποντάς την σε Ελληνισμό ώστε μαζί με τις αγροτοποιμενικές της διαστροφές να αναλάβει και την ετεροκαθοριστική πολεμοκαπηλία αλλά και τη θηριώδη αλαζονία και βία του νεωτερικού εθνικού κράτους.

Στην πραγματικότητα, η θανή του Κωνσταντίνου Ντεγκρέτσια λειτουργεί ως δείκτης, ως βάμμα ηλιοτροπίου. Το πένθος για την απώλεια ενός έκπτωτου αλαζονικού, άρπαγα, αδέξια ραδιούργου κι οριακά προδοτικού αρχηγού του κράτους συσπειρώνει τους εχθρούς του νεωτερικού κράτους ― κι όχι βεβαίως από το ελευθεριακό μετερίζι, όχι γιατί το ελληνικό κράτος καταπιέζει και συντρίβει και αφήνει τους προνομιούχους να αδικούν και να ασχημονούν αλλά επειδή δεν το πράττει α λα ρουαγιάλ: με χωροφυλακές και χρυσάφια, με ξερονήσια και αλόγατα, με χειροφιλήματα και στραταρχικές φαλλικές ράβδους.

Ναι. Είτε πρόκειται για παλιοημερολογίτες, είτε για φίλους και μέλη των περίφημων θρησκευτικών (ή «παρεκκλησιαστικών») οργανώσεων, είτε για Μακεδονομάχους και μεγαλοϊδεάτες αλυτρωτιστές της φακής, είτε για όψιμους αυλόδουλους που συγχέουν την αστική αβρότητα με τη δουλοπρέπεια και τους οποίους η Γαλλική Επανάσταση πέρασε και δεν ακούμπησε, είτε για σοφτ βασιλόφρονες που όλο αυτό το αυλικό με τα λιλιά τούς βγάζει λίγο καύλα, είτε για παραδοσιακούς μη-ναζί φασίστες.

Ιμπεριαλισμός είναι, μανίτσες μου

Ξέρω ότι σας πιάνω εξαπίνης με ένα θέμα επίτηδες ξεχασμένο, αλλά 300-τόσες μέρες μετά υπάρχει πια καμιά αμφιβολία ότι η Ρωσία χρησιμοποίησε ως πρόσχημα τις νατοϊκές προσδοκίες της Ουκρανίας για να εισβάλει και να κατακτήσει μέρος της χώρας συντρίβοντας το υπόλοιπο μέρος;

Όοοολη αυτή η κουβέντα περί γελοίου Ζελένσκι ή περί του πώς διάφορα ρυπαρά φασιστόμουτρα συνεισφέρουν στην άμυνα της Ουκρανίας είναι είτε άνευ περιεχομένου είτε δόλια. Αν μεθαύριο εισβάλει η Τουρκία επειδή ταλαιπωρούμε τους μετανάστες, στρατικοποιήσαμε τη Ρόδο και τάχα διώκουμε το Ισλάμ, με τον Κυριάκο θα είμαστε ― ναι, με αυτόν τον διεφθαρμένο αυταρχικό καραγκιόζη· όσο για το τι έχουν να πουν και να κάνουν σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο οι εγχώριοι φασίστες, ας μην το πιάσουμε.

Τέλος, αφενός βλέπουμε τι λουλούδια στις τάξεις των ρωσικών δυνάμεων απεργάζονται την «αποναζιστικοποίηση» της Ουκρανίας αφετέρου ακούσαμε την περίφημη μουσολινική ομιλία του Πούτιν την 30η Σεπτεμβρίου.

Είναι αλγεινό που τα προσχηματικά ψεύδη των Ρώσων, σαν αυτά που επικαλούνται οι ΗΠΑ για να υποτάσσουν λαούς και να καρπώνονται τον πλούτο τους («όπλα μαζικής καταστροφής!» «δικτάτορας!»), γίνονται αντικείμενο περισπούδαστης συζήτησης κι ανάλυσης από σοβαρούς ανθρώπους όταν τα ξεστομίζει ο Πούτιν.

Αγροτοποιμενικά ήθη

Κατά καιρούς προσπαθώ να περιγράψω τα ελληνικά ήθη χαρακτηρίζοντάς τα αγροτοποιμενικά.

Πολύς κόσμος, που εν έτει 2022 ακόμα ταυτίζει την επαρχία με γεωργούς και βοσκούς, προσβάλλεται. Βεβαίως κακώς προσβάλλεται. Τα αγροτοποιμενικά μας ήθη ορίζουν συμπεριφορές και στις πόλεις και στη λεγόμενη ύπαιθρο. Όπως το έθεσε η Δώρα Πεφάνη, «Χωριό: γνωστοί μαλάκες. Αθήνα: άγνωστοι μαλάκες». Ναι, λυπάμαι: από αυτή την άποψη μόνον η Αθήνα μετράει για πόλη.

Πολλοί ξενίζονται ακόμα και από την αντίληψη ότι είναι κάτι μεμπτό τα αγροτοποιμενικά ήθη: αν μη τι άλλο η εξιδανίκευση του προ-αστικού παρελθόντος μας είναι συστατικό της εθνικής μας ιδεολογίας.

Τι είναι όμως τα αγροτοποιμενικά ήθη;

Πρώτον είναι η κατ’ αρχάς απόρριψη κάθε διάθεσης του υποκειμένου για αυτοπροσδιορισμό και αυτενέργεια: για τον καθένα και την καθεμιά υπάρχουν συγκεκριμένοι ρόλοι που πρέπει να παίζει, συγκεκριμένες έγνοιες που πρέπει να την απασχολούν. Τις νεαρές κοπέλες πρέπει να τις απασχολεί η παρθενιά κι ο γάμος, τους νέους άντρες η (όποια) λεβεντιά κι ο γάμος· ακολουθούν η τεκνογονία (αλλά όχι απαραιτήτως η γονεϊκότητα), η διαφύλαξη του καλού ονόματος κτλ.

Οι κάθε λογής ετεροπροσδιορισμοί δεν αποτελούν σύμπτωμα αλλά βασικό συστατικό των αγροτοποιμενικών ηθών. Ακόμα κι όσοι είναι παραβατικοί ή παραστρατούν, οφείλουν να το πράττουν μέσα σε πλαίσιο που έχει τεθεί από πριν. Πιο απλά: εξάρσεις όπως «ανήκω σ’ εμένα και τα ονειρά μου» ή «I did it my way» βρίσκονται στον αντίποδα των αγροτοποιμενικών ηθών.

Η προστασία και η επιβολή των ετεροπροσδιορισμών αυτών επιτυγχάνεται με το τι θα πει ο κόσμος. Είναι πάντως πολύ ενδιαφέρον που ο «κόσμος» δεν μιλάει για όλους και δεν μιλάει για τα πάντα. Ο κόσμος έχει π.χ. να πει αυτά που έχει να πει για γυναίκες (ιδίως νέες) ή για φτωχούς (ιδίως νέους), αλλά λ.χ. τηρεί θαυμαστή ομερτά και αλληλεγγύη με πιο εύπορους και πιο γηραιούς άντρες

Δεύτερον, κάθε παρέκκλιση ή συνειδητή απόρριψη των παραδεδομένων ρόλων είναι αντικείμενο συναισθηματικής αντίδρασης. Κάθε παραστράτημα εγείρει πάθη όπως οργή, αηδία, απέχθεια, τα οποία σωματοποιούνται συμβολικά (τι ωραία αντίφαση!) στο σώμα της παραστρατημένης ή του παραβάτη ως τελετουργική ακαθαρσία. Όποιος και όποια δεν συμμορφώνεται είναι λέρα, σιχαμένος, βρωμιάρα, ένα λέσι…

Ο τρόπος να απαλλαγεί κανείς από την ακαθαρσία αυτή, από το μίασμα (σκεφτείτε λίγο τη διαδρομή και τη γενεαλογία αυτής της έννοιας στη σύγχρονη Ελλάδα, μη γίνεστε φιλόλογος και κολλάτε στον Οιδίποδα Τύραννο), δεν είναι ούτε η πολυδιαφημισμένη στην εποχή μας χριστιανική μετάνοια, ούτε καν κάποιος συμβιβασμός: ο τρόπος να ξαναγίνεις σχεδόν καθαρή ή σχεδόν καθαρός είναι να υποταγείς στον ετεροπροσδιορισμό, δηλαδή να πάψεις να είσαι ο εαυτός σου. Εάν κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό, μπορείς απλούστατα είτε να συντριβείς είτε (αν προλάβεις) να πας στον διάολο: «μακριά από τον κώλο μας κι όπου θέλει ας πάει».

Τρίτον, στα αγροτοποιμενικά ήθη δεσπόζει η δυνατότητα (ή και η ανάγκη) να είναι εφικτή η φραγή της ενσυναίσθησης. Ο αγροτοποιμενικός τρόπος δεν είναι βεβαίως η γενικευμένη βαρβατίλα ή σκατοψυχιά, πολύ λιγότερο η γενικευμένη βαρβαρότητα: η σκατοψυχιά, η χολή, η μισανθρωπία, η ανείπωτη σκληρότητα είναι επιτρεπτές αν όχι επιβεβλημένες συμπεριφορές για όσες και όσους βρίσκονται πέρα από το αυστηρά καθορισμένο όριο της ενσυναίσθησης: για τους Τσιγγάνους, τους Εβραίους, τους φτωχούς ξένους, τις αδέσποτες γυναίκες, τα κάπως ζαβά ανήλικα, τους τρελούς του χωριού, τα νόθα βρέφη κτλ. Γνωστά αυτά:

τα τραχιά αγροτοποιμενικά ήθη υπαγόρευαν αλληλεγγύη, μπρατιμιές, καλοσύνες και τις όποιες αβροφροσύνες με όλους εκτός από τους σαπέρα, τους ξενομερίτες, τους ζαβούς, τους ξενομπάτες, τους κουρλούς και ζουρλούς και κάθε λογής τρελούς, τις πουτάνες και ζωντοχήρες, τους Οβριούς, τους Γύφτους κτλ. κτλ. κτλ.

Τον κακό μας τον (παλιό) καιρό

Με άλλα λόγια: ναι, αλληλεγγύη· ναι, προστασία διά της σιωπής υπό όρους («όλοι ξέρουν κανείς δεν μιλάει»)· ναι, συλλογικό και κοινοτικό πνεύμα ― όμως μέχρι εκεί και μόνον για όσους και (δευτερευόντως) όσες είναι από αυτή τη μεριά του νοητού φράχτη. Πέρα από αυτόν δεν υπάρχουν άνθρωποι, υπάρχουν γύφτοι, μπάσταρδα, ξενομερίτες, πουτάνες κτλ., δηλαδή όντα για τα οποία ισχύει όχι μόνο φραγή ενσυναίσθησης αλλά και της στοιχειώδους συμπόνοιας.

Από αυτόν τον κόσμο προέρχεται η συνήθως δεξιά ροπή προς τη νουθεσία ως μέσο καταστρατήγησης της αυτενέργειας και του αυτοπροσδριορισμού: «για το καλό σου» και γιατί ξέρεις ήδη «τι θα πει ο κόσμος». Δεν πρόκειται για διαπραγμάτευση, ούτε καν για διάλογο, παρά για πρόσκληση να συμμορφωθείς με τον ρόλο που σου αντιστοιχεί και τέλος.

Συνεπώς δεν είναι απρόσμενο το γεγονός ότι η αγροτοποιμενική κοινωνία μας και όσοι αναλαμβάνουν να επιβάλουν τα ήθη της, θεσμικώς ή εξωθεσμικώς ή παραθεσμικώς, απεχθάνονται την αντιλογία. Θυμηθείτε: το να είσαι «πνεύμα αντιλογίας» είναι μομφή, το να θες να κάνεις το δικό σου είναι εκ των προτέρων επιλήψιμο.

Κλείνω έτσι

Βαραίνουν πάνω μας η αγροτοποιμενική βαρβατίλα και βαρβαρότητα, που βεβαίως έχει επιμολύνει και τη δυσκοίλια κομμουνιστική Αριστερά μας (υπάρχει σχετικά ένα ωραίο κείμενο του Πάνου Θεοδωρίδη, που δεν μπορώ να βρω). Φαντασία δεν υπάρχει χωρίς ελευθερία και ελευθερία στην Ελλάδα υπήρχε και υπάρχει μόνο στις μεγαλύτερες ή στις παλιότερες πόλεις, γι’ αυτό και λοιδωρούνται τόσο πολύ. Με δυο λόγια: μας απασχολεί υπερβολικά μη μας κακολογήσουν. Αυτό είναι πρόβλημα σε μια κλειστή κοινωνία, όπου το ταλέντο γίνεται ορατό επειδή χλευάζεται.

Έλλειμμα φαντασίας

Στην απεργία των ποιητών

Στις αρχές του αιώνα έγραψα ένα μυθιστόρημα. Το πρώτο μέρος είναι γαμάτο, το δεύτερο ασ’ τα να πάνε.

Το θυμήθηκα σήμερα με αφορμή την Τζέιν Ώστεν επειδή σκεφτόμουν ότι το να γράφεις μυθιστόρημα είναι αγώνας δρόμου που πρέπει να λήγει λίγο πριν η δεξιοτεχνία και η μαεστρία υποχωρήσουν απέναντι στις απαιτήσεις της αφήγησης, απέναντι στο εικός και το αναγκαίον, και υπό την πίεση πραγματολογικών παραγόντων, δηλαδή του πώς και του τι και του πότε και του γιατί.

Πάντως τίποτε πιο απογοητευτικό από ένα έργο, ό,τι έργο κι αν είναι, που αναπαράγει και επαναλαμβάνει ― έστω και πιο δυνατά, έστω πιο τσαχπίνικα ― όσα ήδη νομίζουμε πως ξέρουμε και όσα θέλουμε να δούμε και να ακούσουμε.

Αυτόν τον καιρό ας πούμε ελάχιστοι είναι ικανοποιημένοι ή ευχαριστημένοι ή έστω ενθουσιασμένοι με κάτι που φτιάχνουν ή που κάνουν: είναι proud. Η περηφάνεια είναι καραμέλα, σαν εκείνη της αγάπης. Όμως, συγγνώμη, περηφάνεια μπορεί να αισθάνεσαι όταν αυτό που είσαι, κάνεις ή φτιάχνεις είτε είναι αποτέλεσμα γενναιότητας, είτε είναι επίτευγμα ― και μάλιστα επίτευγμα που πάει κόντρα σε όσα ήδη νομίζουμε πως ξέρουμε και όσα θέλουμε να δούμε και να ακούσουμε.

Επίσης όλο και περισσότεροι αναφέρονται στην τέχνη, στο σινάφι, στην κοινότητά τους με τον όρο industry. Παιδιά, αν όλα είναι industry τότε τίποτα δεν είναι βιομηχανία. Αν όλα είναι δουλειά τότε τίποτε δεν είναι δουλειά. Εάν η μακαρίτισσα βασίλισσα των Άγγλων ήταν όντως «the working Queen», όπως την ήθελε η προπαγάνδα των σχεδόν προνεωτερικών πειθήνιων υπηκόων της, τότε τι είδους εργασία κάνουν οι ανθρακωρύχοι, όσες κι όσοι δουλεύουν στην εστίαση, οι καθαρίστριες και οι καθαριστές, οι πάντοτε θηλυκές κι άμισθες νοικοκυρές; Τι είδους εργασία κάνουν δασκάλες και δάσκαλοι, καρδιολόγοι, ογκολόγοι, νοσηλευτές και νοσηλεύτριες, σεξεργάτριες και σεξεργάτες και οι σκλάβοι των γραφείων;

Δεν είναι κάθε δουλειά τσάπα, δρεπάνι και σφυρί· μόχθος δεν είναι μόνο το γιαπί, το πηλοφόρι, το μυστρί αλλά δεν είναι κάθε δουλειά το ίδιο δύσκολη ή εξίσου εξαντλητική. Όπως όλο και περισσότερα άτομα λένε πια, κάπου ώπα. Και θα συμφωνήσω.

Αν

στον Θάνο Κόη και στους Lost Bodies

Τα πράγματα δεν πάνε πολύ καλά και μάλλον θα πάνε χειρότερα.

Αν δεν ασχοληθεί κανείς με την κλιματική αλλαγή και με το ότι νοεμβριάτικα μας βαράει ο ήλιος κατάμουτρα από την αλλαγή της ώρας σε χειμερινή γιατί δεν υπάρχει χειμερινό συννεφάκι να φιλτράρει το φως το πρωί ώστε να μας χαρίσει ελάχιστη αναψυχή ή παρηγοριά, μπορεί κάλλιστα να δει τι γίνεται από εκλογικά αποτελέσματα παγκοσμίως: το μέλλον μας πλέον είναι διάφορες εκδοχές του φασισμού, αφού το σημαντικό στην κοινωνία της ελεύθερης αγοράς είναι να έχεις πολλές επιλογές από σχεδόν το ίδιο πράγμα αλλά να χαίρεσαι που έχεις τη δυνατότητα να επιλέγεις εσύ ― προς θεού, όχι μονοπώλια!

Αν δεν μουδιάσει κανείς με το πόσο ανίερα έχουνε μπλέξει τα μπούτια τους θεοί εν ουρανοίς με τους επί γης φασίστες, μπορεί να φρίξει από τη διάβρωση του φιλελεύθερου κράτους δικαίου στα χέρια διάφορων φιλελευθέρων, νέων ή και μη. Αν δεν τον πτοεί ούτε κι αυτό, ενδεχομένως γιατί είναι τεθωρακισμένος με βαρειά μαρξιστική-λενινιστική κατάρτιση, ίσως να τον θορυβήσει κάπως η συμπαράταξη των όπου γης αριστερών κομμάτων όχι με τους κολασμένους της γης παρά με όσους κραδαίνουν δικράνια και πυρσούς απαιτώντας να λυθούν τα προβλήματα του κόσμου με περισσότερους μπάτσους, με βαρύτερες ποινές, με περισσότερες και στεγανότερες φυλακές και ανυπερθέτως με στυγνότερο πουριτανισμό. Διότι μόνον οι αειπάρθενοι και οι ευνούχοι είναι άμεμπτοι, διότι ένας (1) μπάφος οδηγεί αναπόδραστα στην πρέζα, διότι κάθε τι στο σεξ που δεν είναι συμπεφωνημένο και συνομολογηθέν εξ αρχής και ρητώς δεν είναι παρά η αρχή στην κατηφόρα: προς την παραβίαση, την κακοποίηση, τον βιασμό.

Αν δεν απελπιστούμε με το δικαιωματικό κουκλοθέατρο της απολίτικης πολιτικής ταυτοτήτων στο οποίο πρωταγωνιστούν φασίστριες μεν αλλά γυναίκες ή ζάπλουτοι τρανσφοβικοί μεν αλλά ινδικής καταγωγής πρωθυπουργοί, όπου ζάπλουτα καθεστωτικά ΛΟΑΤ άτομα «κάνουν represent» κάθε περιθωριοποιημένο, μπορούμε σίγουρα να γελάσουμε πικρά με την τάχα αντιναζιστική φονική εκστρατεία ενός ανθρώπου που βούλιαξε τη Ρωσία πίσω στη λάσπη των τσαρικών πογκρόμ εις το όνομα μιας ιδεολογίας που δεν διαφέρει πολύ από εκείνη του φίλου των ναζί Μπενίτο Μουσολίνι. Στο μεταξύ πόσο ίντερνετ ξοδεύεται, θε μου, για να μη βλέπουμε ότι η προπαγάνδα (σόρυ: η πληροφόρηση) βρίσκεται στα χέρια τόσο λίγων και τόσο φαύλων όσο τον καιρό του Γουίλιαμ Ράντολφ Χερστ ή της Globo στη Βραζιλία του 1980-2000.

Αν δεν καταθλιβεί κανείς με τα εγκλήματα κατά μεταναστών (πόσοι πνίγηκαν πάλι σήμερα; ποιος θυμάται; πόσα χρόνια (θα) πάει αυτό;) και κατά παιδιών και γυναικών και κατά εργατών που σκοτώνονται συνοπτικώς κι αμενσιωτί σε «εργατικά ατυχήματα», αν ξεχάσει ότι σκότωσαν τον Ζακ μέρα μεσημέρι στο κέντρο της Αθήνας μόνο και μόνο γιατί δεν τον γούσταραν τον πούστη κι ότι σαν τον Ζακ είναι άλλοι και άλλες και άλλα πολλά άτομα που επιτυχώς καταχωρήθηκαν στα αστυνομικά δελτία ως πρεζόνια κι αυτόχειρες κτλ, μπορεί οπωσδήποτε να νιώσει να υψώνονται γύρω μας τα τείχη μιας ωραίας καινούργιας φυλακής, γιατί ασφαλέστερη και σκυθρωπότερη φυλακή από τη φτώχεια δεν υπάρχει.

Τα πράγματα δεν πάνε πολύ καλά και μάλλον θα πάνε χειρότερα. Ή μόνη παρηγοριά είναι ότι όταν τα πράγματα πάνε τόσο άσχημα, αναγκάζονται να κινηθούν και οι συνήθεις κοιμήσηδες· ίσως.

Αριστεροί πατριωτισμοί

Έχει καταντήσει γραφικό και τελικά θλιβερό κάποιοι αριστεροί να σκούζουν, να ωρύονται και να καταδικάζουν μαζικές κινητοποιήσεις ή εξεγέρσεις που υποτίθεται ότι υποκινούνται από σκοτεινές δυνάμεις ή από τους ιμπεριαλιστές.

Πέρα από το τι γίνεται τώρα στο Ιράν ή και τις πρόσφατες κινητοποιήσεις στην Τσεχία, θυμάται κανείς την καταδίκη της λεγόμενης Αραβικής Άνοιξης και των κατά καιρούς διαδηλώσεων στο Χονγκ Κονγκ ― και άλλα πολλά. Για αυτές και παρόμοιες μαζικές κινητοποιήσεις ανακινείται η γνωστή κουβέντα ότι υποκινούνται από μυστικές υπηρεσίες, πράκτορες, αντιδραστικούς κύκλους ή κόμματα, τις ίδιες τις Ηνωμένες Πολιτείες ― και ούτω καθεξής.

Δεν αμφιβάλλω βεβαίως ότι το παιχνίδι της αποσταθεροποίησης και της υπονόμευσης μπορεί να παιχτεί και με το να ενθαρρύνεις εξεγέρσεις και διαδηλώσεις. Αυτό που διαφεύγει από τους φίλους οι οποίοι στεγανά χωρίζουν τα κινήματα σε καθαρά και ακάθαρτα είναι το εξής: όσο ικανοί κι αν είναι οι πράκτορες οποιασδήποτε δύναμης και όσα χρήματα κι αν ρίξουν στο να στήνουν διαδηλώσεις κι εξεγέρσεις, είναι μάλλον αδύνατο να κατεβάσουν εκατοντάδες χιλιάδες ή και εκατομμύρια ανθρώπους στον δρόμο μόνο και μόνο επειδή συνωμοτούν επιδιώκοντας να κατεβάσουν κόσμο στους δρόμους.

Για να μη μιλάω για το Ιράν, για το οποίο υπάρχουν αυθεντίες όπως ο Κ. Ράπτης, υπενθυμίζω τι έγινε στην Ελλάδα και με τις ταυτότητες επί Χριστοδούλου αλλά και με το Μακεδονικό. Στην περίπτωση αυτή το πρόβλημα δεν ήταν η (μάλλον βέβαιη) ρωσική υποκίνηση ή σκοτεινές δυνάμεις ή δεν ξέρω ποιοι μεταφυσικοί παράγοντες.

Το πρόβλημα, όπως και σε όλες τις άλλες παρόμοιες περιπτώσεις, είναι η αδυναμία της κατά τόπους Αριστεράς να ζυγίσει τους ταξικούς και (ιδίως) τους ιδεολογικούς συσχετισμούς, η αδυναμία της να κατανοήσει τι διάολο συμβαίνει και να κινηθεί αναλόγως. Ενίοτε η Αριστερά πληρώνει παλιές αμαρτίες.

Στη δική μας περίπτωση, για παράδειγμα, η Αριστερά (ΠΑΣΟΚ κι ό,τι υπήρχε στα αριστερά του) ήδη από τη δεκαετία του ’70 φλέρταρε με τον πατριωτισμό ώστε «να μην τον αφήσει στα χέρια των δεξιών». Πολλές φορές διολίσθαινε μάλιστα έως τον εθνικισμό, παραμένοντας ταυτόχρονα σε διάλογο με μάλλον αφελείς αλλά επικίνδυνους ελληνοκεντρισμούς ― όταν φυσικά δεν τους υιοθετούσε.

Βεβαίως κάθε φορά που κάποιος θα εγκαλούσε τους αριστερούς πατριώτες και τους μαρξίζοντες νεορθόδοξους η απάντηση συνήθως είχε να κάνει με τη Λατινική Αμερική («ναι, αλλά Ντομ Χέντερ Καμάρα», «ναι, αλλά στο Ελ Σαλβαδόρ») ή με την Αφρική και τα εκεί αριστερά και λαϊκά κινήματα.

Με τη μόνη διαφορά ότι ο αριστερός πατριωτισμός στη μεν Αφρική είχε αντιαποικιακό και αντιτριμπαλιστικό χαρακτήρα, στη δε Λατινική Αμερική αφορούσε τον αγώνα κατά ιμπεριαλιστών και πολυεθνικών μέσα σε λατινόφωνα έθνη κι εντός της λατινόφωνης ηπείρου.

Στην Ελλάδα απεναντίας ο ελληνοκεντρισμός ήταν θεμελιωμένος πάνω σε ύποπτες και σαθρές έννοιες όπως ο ελληνισμός και η ιδιοσυστασία του, το Γένος ως ένας τύπος «υπερέθνους», η ρωμιοσύνη και τα λοιπά.

Καθεμία από αυτές τις έννοιες εμπεριείχε την ιδέα της αυτοθυματοποίησης, που αποτελεί την καλύτερη δικαίωση της επιθετικότητας (θυμηθείτε τη Σερβία τη δεκαετία του ’90). Εντωμεταξύ η αυτοθυματοποίηση αποτελεί αρκετά παράδοξη στάση για έναν λαό που κυριαρχούσε πολιτισμικά αρχικά μέσω του Πατριαρχείου στα Βαλκάνια και αργότερα μέσω της αναγνωρισιμότητας του νεοκλασικού κράτους του στην Ευρώπη.

Παράλληλα η όλη σύλληψη της ιδιοσυστασίας ήταν αρκετά ασαφής ώστε να μπορεί να γίνει υλικό για ιμπεριαλιστικές και αντιδραστικές ιδέες και δραστηριότητες, όπως λ.χ. η Μεγάλη Ιδέα και κατόπιν η στανική ταύτιση του ελληνικού λαού με την Ορθοδοξία. Ήδη τη δεκαετία του ’80 για την Αριστερά λαός ήταν το ποίμνιο των διηγημάτων του Παπαδιαμάντη ― κι αναρωτιέται κανείς πού κολλάει ο μαρξισμός εκεί μέσα.

Όλα αυτά φυσικά η ελληνική Αριστερά δεν μπορούσε να τα αντικρύσει, θεωρώντας ότι μπορεί να παίξει καλύτερα από τη Δεξιά το παιχνίδι του ελληνισμού, άρα και του εθνικισμού και της πατριωτικής Ορθοδοξίας. Χαχά. Με την ανοχή της πατριωτικής Αριστεράς, όταν ήρθε η ώρα η πραγματική Δεξιά (και μάλιστα ούτε καν αυτή που εκπροσωπείται στην Βουλή) κατάφερε με αφορμή τη Συμφωνία των Πρεσπών να μαζέψει τα πλήθη της και να σείσει το Σύνταγμα.

Κάτι αντίστοιχο φαντάζομαι ότι γίνεται κι αλλού: όταν δεν μπορεί η Αριστερά να μαζέψει τον κόσμο ενώ ο κόσμος είναι έτοιμος να κατέβει στους δρόμους, τότε θα τον μαζέψει κάποιος άλλος. Συνήθως κάποιος υστερόβουλος άλλος.

Κάτι τελευταίο: διεθνισμός είναι να γνωρίζεις ότι το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα, συνεπώς ούτε οι λεγόμενοι προλετάριοι, ενώ κοσμοπολιτισμός είναι να νομίζεις ότι δεν έχεις εσύ πατρίδα επειδή έχεις στην τσέπη πέντε φράγκα…

Οι επόμενες εκλογές

Κάποιοι ανυπομονούν να ξαναρχίσουν αντιπολίτευση με όρους σχολαρχείου

Ίσως, και λέω ίσως, εκεί στον ΣΥΡΙΖΑ δεν έχουνε καταλάβει ακριβώς τι γίνεται γύρω τους. Το έχουνε ξαναπάθει, τη χαμένη άνοιξη του ’19

Η χυδαία πρόταση Τσίπρα να χώνουμε τους μετανάστες στα χωράφια βεβαίως και έχει προηγούμενο: στην Κύπρο λόγου χάρη απαγορεύεται οι αιτούντες άσυλο να εργαστούν σε οτιδήποτε εκτός από την καθαριότητα και τη γεωργία-κτηνοτροφία. Το θέμα δεν είναι όμως από πού την ξεσήκωσαν μια τέτοια πρόταση οι λογογράφοι του Αλέξη, το θέμα είναι αν ο ίδιος θεωρεί ότι αντιπροσωπεύουν τον ΣΥΡΙΖΑ τέτοιες αθλιότητες.

Η απάντηση είναι βεβαίως πολύ απλή: πασχίζουν εκεί στον ΣΥΡΙΖΑ να ψαρέψουν δεξιούς ψηφοφόρους. Οι οποίοι βεβαίως ηδονίζονται μουλωχτά στην ιδέα ότι ένα δεύτερο κύμα «Αλβανών» και «Μπαγκλαντεσιανών» (γιούχου Μανωλάδα) θα μας έρθει για να δουλεύει στα χωράφια και στα περβόλια για μισό ξεροκόμματο. Αυτό που δεν φαίνεται να καταλαβαίνουν στην Κουμουνδούρου είναι το εξής:

Η κεντροδεξιοί και λοιποί κεντρώοι που επιτέλους σιχάθηκαν το κυνικό και διεφθαρμένο τσίρκο που μας κυβερνάει (τους πήρε μόλις μια άλωση της χώρας και ενάμισυ εξευτελισμό της Δημοκρατίας) θα πάνε να το ρίξουν ΠΑΣΟΚ: χαριτωμένη, «κανονική» και μη-αριστερή (βασικό!) επιλογή, που αφενός όλους τους βολεύει και αφετέρου κρατάει τις συνειδήσεις τους σχετικά ήσυχες ― ιδίως αν το ΠΑΣΟΚ ξεφορτωθεί τον αρχιβρυκόλακα Λοβέρδο.

Η δεξιοί είναι οι δεξιοί και γι’ αυτό ποτέ η ΝΔ ή όπως αλλιώς θα τη λένε στο μέλλον δεν πρόκειται να πάρει κάτω από 20% με τίποτα. Ιδίως αν παίξουν κανα μοναρχοφασιστικό χαρτί (όπως έπαιξαν το ’19 το Μακεδονικό τους), μια χαρά τους βλέπω.

Η ανένταχτοι αριστεροί, από τους αναρχοκομμουνιστές μέχρι τα κλαμένα απόπαιδα του Κόμματος, δεν πρόκειται ποτέ να ψηφίσουν το κόμμα του οποίου δεν ηγείται ο Άρης Βελουχιώτης και το οποίο δεν θα κάνει περιφορά του σκηνώματος του Λένιν στη «Σκομπία» αμέσως πριν ανακηρύξει τη ΛΔΕ. Ίσα-ίσα θα επιλέξουν όοοολα αυτά τα ταξικώς αλαφροΐσκιωτα νεοΝΑΡίτικα ζαβά και τα συν αυτοίς να απέχουν, ακουσίως πριμοδοτώντας το πρώτο κόμμα, όπως κάνουν εδώ και πάρα πολλά χρόνια.

Το ΚΚΕ είναι το ΚΚΕ, τα είπα τις προάλλες και σεκλέτισα τους 5 κνίτες φίλους μου· και μόνον ότι ο Πιθηκαλώπηξ είπε ότι θα μπορούσε το ΚΚΕ να συμμετέχει σε ευρεία κυβέρνηση με το Μέρα25 και τον ΣΥΡΙΖΑ δείχνει και πόσο άμπαλος είναι ― πέρα από όλα τ’ άλλα.

Τι θέλω να πω με όλα αυτά: αντί ο ΣΥΡΙΖΑ να βάζει διαρκώς νερό στο κρασί του υποχωρώντας προς τη δεξιά φαυλότητα (όπως κάνει από τον Σεπτέμβριο του ’15 διαπράττοντας αηδίες ή κάνοντας μισές καλές δουλειές), ίσως να προσπαθήσει να πείσει τον λαό ότι παραμένει σταθερός στις όποιες αρχές του και ότι σε μια (αναπόφευκτη) κυβέρνηση συνεργασίας θα προσπαθήσει να ξεκάνει ένα μικρό μέρος της κολοσσιαίας ζημιάς που έκανε η κυβέρνηση που υφιστάμεθα αυτή τη στιγμή.

Με άλλα λόγια δεν υπάρχει πια καμία προοπτική αυτοδυναμίας ή και ποσοστών πάνω από το 25%. Όσο κι αν ονειρεύονται ένα νέο 2015, οι Συριζαίοι καλά θα κάνουν να προσαρμοστούν στην ιδέα ότι στην καλύτερη περίπτωση θα κυβερνήσουν μαζί με το Μερα25 και με το ΠΑΣΟΚ.

Είπα και ελάλησα και αμαρτίαν ουκ έχω.

Τέρμα πια στις αυταπάτες κτλ.

Υπάρχει σοβαρό πρόβλημα στην πρακτική να αποδομούμε με βάση τον μαρξισμό ή τον αναρχισμό τις σχέσεις παραγωγής, την πατριαρχία, την αστική ιδεολογία ― ακόμα και την τέχνη ― αλλά να τραβάμε τη γραμμή όταν θα πρέπει να προχωρήσουμε προς τη μεριά του να αποδομήσουμε λ.χ. το άβατο του Αγίου Όρους, παραδοσιακούς θεσμούς και ήθη, την έννοια του λεγόμενου Γένους ή και του έθνους. Και ούτω καθεξής.

Η αταβιστική θαλπωρή που αισθάνονται ότι νιώθουν όσοι αφήνουν στο απυρόβλητο μέρος του παλιού (και σαρακοφαγωμένου) κόσμου, ίσως επειδή απηχεί κάτι από γιαγιά ή παιδικότητα ή τη μαγεία και τον τρόμο ενός κόσμου μέσα από παιδικές ματιές, δεν δικαιολογεί τη σίγαση της κριτικής μας απέναντί του: κάθε ιεραρχικός θεσμός που καταχράται την εκχώρηση εξουσιών εκ μέρους μας πρέπει να αποσυναρμολογηθεί (και βλέπουμε μετά τι θα κάνουμε με πάρτη του).

Συνεπώς, η απορία πολλών προοδευτικών κεφαλών για τη λατρεία που τρέφουν οι μέσοι ριζοσπάστες Εγγλέζοι για τη θανούσα βασίλισσα τους είναι το λιγότερο υποκριτική. Δεδομένου του σοσιαλχριστιανικού και παραδοσιόπληκτου ενστερνισμού κάθε λογής «παράδοσης» εκ μέρους των εν πολλοίς ασώματων αυτών κεφαλών, θα έπρεπε να φωνασκούν λιγότερο: τις ίδιες οιμωγές θα έμπηγαν αν είχαμε έναν τάχα διάδοχο των Παλαιολόγων στον θρόνο. Άλλωστε ο σεβασμός των κεφαλών αυτών απέναντι σε ό,τι είναι Παράδοση με π κεφαλαίο είναι δεδομένος.

Κατά τα άλλα η εξιδανίκευση της «Παράδοσης» και η μετατροπή ανορθολογικών στοιχείων του παρελθόντος σε αξία μόνο και μόνο επειδή ανήκουν σε προνεωτερικές και προκαπιταλιστικές εποχές, άρα a priori άνευ καπιταλιστικής επιμόλυνσης και ιμπεριαλιστικής μανίας τάχα μου, έχει δυστυχώς καταστεί ξανά και ξανά προθάλαμος ιδεολογιών που όζουν (όνομα και μη χωριό). Αλλά τι μας διδάσκει η Ιστορία; ότι δεν μας διδάσκει τίποτα.

Για να το θέσω σχηματικά: μεταξύ του δεσποτικού νεοφιλελεύθερου μπλαζέ αθεϊσμού κάθε καθεστωτικού μεγαλοκαθηγητή και των παραληρημάτων ημιάγραμματων κομποσχοινοφόρων ρατσιστών γερόντων δεν θα διαλέξω ούτε το ένα ούτε το άλλο.