Και πάλι Αθήνα

Δεν μπορώ να πάψω να λέω για την Αθήνα.

Πέρα από το ότι είναι η πατρίδα μου, αυτή, κι όχι κάποια αφαίρεση όπως η «Ελλάδα». Πέρα από το ότι είναι ο τόπος όπου κυρίως έχω υπάρξει ξανά και ξανά ευτυχισμένος, μ’ έναν χάρτη της εντός μου κατάστικτο από ζωή. Πέρα από το ότι στεγάζει και χαρά και θλίψεις και τους περισσότερους ανθρώπους μου ή το παρελθόν τους.

Την Αθήνα την περπατάω από τα 11. Η Αθήνα είναι ο τόπος που θέλω να εξερευνώ και να ανακαλύπτω. Το Παγκράτι και το Κερατσίνι, τη Λένορμαν και το Παλαιό Ψυχικό, τα Πατήσια και τα Πετράλωνα, κάτι δρόμους χαμηλά στην Ακρόπολη προς Κουκάκι, την οδό Λάσπα και την πλατεία ΠΕΑΝ, τη γειτονιά μου (όταν την πρωτοαντίκρυσα το 2008) και είπα: «Εδώ θέλω να μείνω».

Μπορεί οι μικρές πόλεις να χωράνε σε κάποιου είδους αφαίρεση, μπορεί κάποιες μεγάλες πόλεις να συμπορεύονται με λιγάκι πιο πονηρές αφαιρέσεις, αλλά η Αθήνα; Την κοίταγα με στοργή από του Στρέφη, όπως κάνω από 12 χρονών: το κέντρο του κόσμου. Την ατένιζα από τα Αναφιώτικα με τη Βουλή υπό γωνία μόλις να ξεπροβάλλει, την κατόπτευα από το Τσελεπίτσαρι και την Πετρούπολη να μοιάζει με θάλασσα ζωντανή όλο φώτα που καταλήγει στη θάλασσα. Την καμάρωνα από τον Λυκαβηττό (φυσικά) και από τον Υμηττό και από κάτω από την Καστέλλα. Και πάλι, αν και την κοίταζα από ψηλά και μακριά, δεν μπορούσα να τη δω ως αφαίρεση.

Δεν κολλάει κανείς στο ότι στην Αθήνα διαδραματίζονται εκατομμύρια ιστορίες: ιστορίες πολλές, ή μία και καλή, μπορούν να στηθούν οπουδήποτε: σε ψαροχώρια και σε άνοστες πόλεις, σε χωριά και στις ερημιές. Η Αθήνα περιέχει κόσμους αναρίθμητους, που δεν συνυπάρχουν απλώς δίπλα δίπλα, όπως π.χ. στο Λονδίνο ή στη Νέα Υόρκη, αλλά συμπλέκονται και διακλαδίζονται μεταξύ τους. Αυτό εν μέρει οφείλεται στα ταξί: αφού δεν είχε αυτή η πόλη μέχρι πρόσφατα άξονες μετρό να ορίζουν πού πας γρήγορα και πού δεν πας τόσο εύκολα, όλοι με τα ταξιά ήμασταν μαθημένοι, όταν τα βρίσκαμε, και μας πήγαιναν όπου θέλαμε. Εκτός από κάτι δρόμους με λεύκες σε Μελίσσια και Πολύδροσα και τέτοια – αλλά τώρα πια κι αυτά Αθήνα τα λέμε, δε βαριέσαι. Κι έτσι ανακατεύονταν οι κόσμοι μας, να τραβιόμαστε από Κυψέλη Μαρούσι και από Πειραϊκή Πετρούπολη, επίσκεψη στην Αχαρνών και ραντεβού στην Πανεπιστημίου και παγωτό στον Βάρσο και ρεσιτάλ στα Πευκάκια. Κάθε κόσμος που υπάρχει στην Αθήνα απλώνει λεπτές ίνες που συνδέουν την οδό Κριναγόρου με τη Γλυφάδα ή την οδό Πρατίνου με τον Χολαργό. Και πάει λέγοντας.

Όσοι ψάχνουν αξιοθέατα και γραφικότητες για να ζήσουνε μια πόλη, καλώς: ας παν εκεί όπου τα αξιοθέατα αφθονούν και η γραφικότητα κατασκευάζεται επιμελώς και καταναλώνεται με σύνεση και μέτρο. Όσοι διεγείρονται με ρετρό λιθόστρωτα, ομοιόμορφα σοβατισμένες προσόψεις και προσεκτικά ανακατασκευασμένα μνημεία, ας ζήσουνε κι αυτοί τον έρωτά τους: κανένανε δεν κρίνουμε, αλίμονο – εμείς έχουμε δει και τους πύργους της Ντεφάνς και τους πύργους της Αμφιάλης από το ύψος της Γρηγορίου Λαμπράκη. Δεν κρίνουμε καν εκείνους που ταυτίζουν τα ωραία μεγαλοαστικά προάστεια με την καλαισθησία και που δεν καμαρώνουν τη Λαμπρινή, την Κοπή, τη Λεωφόρο Ιωνίας, τους Αμπελοκήπους, του Ζωγράφου ή την Πειραϊκή: και στο Κένσινγκτον περπατήσαμε και στο Χάκνεϋ. Όσοι ψάχνουμε πόλεις και όχι προσόψεις, όσοι προσέχουμε τους ανθρώπους και τους κόσμους τους και όχι συμμετρικές χαράξεις και κανάβους, εμείς είμαστε για την Αθήνα.

Θα γράψω λοιπόν κείμενα πολλά με συστηματικό κι ανελέητο name dropping. Δεν θα ονομάζω εν είδει επίκλησης και λιτανείας νησιά και γκομενάκια, όπως ο Ελύτης στο Άξιον Εστί. Δεν θα ονομάζω καν μπαρ και φιλαράκια και ρέκτες του λόγου και της εγχώριας διανόησης. Θα κάνω συγκαλυμμένα ρετσιτατίβα με δρόμους και διευθύνσεις και γωνίες και διασταυρώσεις και κάτι σημεία μοναδικά σε πάρκα και παραλίες: στην περίπτωσή μου αυτό θα είναι πράξη αγάπης.

Αγγλία

δώρο γενεθλίων στον Γιώργο

Η Αγγλία, η χώρα και όχι η εποχή της ζωής μου εκεί, επανέρχεται απότομα στον νου μου σαν γκόμενα που πολύ σε παίδεψε παλιά αλλά από την οποία απαλλάχτηκες τελικά κι ησύχασες. Την βλέπω καμμιά φορά στον ύπνο μου, κυρίως το ζαβό και πλάγιο φως που την έλουζε. Σχεδόν βλέπω το Σίτυ όπως φαινόταν μέσα από το παράθυρό μου, συχνότερα βλέπω τον Τάμεση ή τα Cartright Gardens, εκεί όπου ηττήθηκα (άλλωστε αυτά τα έχω φωτογραφία πάνω στο γραφείο μου). Καμμιά φορά θυμάμαι απότομα πώς μύριζε η πίσσα και το λάστιχο στις αποβάθρες που περίμενα το τραίνο ή στις παμπ η μπαγιάτικη μπυρίλα που ποτίζει τα σανίδια. Τακτικότερα επανέρχονται οι γεύσεις, από την ισορροπία των φις εντ τσιψ και το τσάι τους μέχρι το στεγνωμένο σάλιο μου με απόγευση coronation chicken και Caffrey’s ενώ ξυπνάω αλαφιασμένος στο τραίνο γυρνώντας από τη δουλειά, μόλις μία στάση πριν τον προορισμό μου. Το The Box των Orbital, που είναι ο μόνος χρήσιμος χάρτης του Λονδίνου, το OK Computer και η ακατανόητη μουσική των διαλέκτων. Αφές πολλές, το ασάλευτο βάρος της θλίψης κι η χαρά της βροχής, η Ελλάδα που άρχισα να ξαναφτιάχνω μέσα μου εκεί με υλικά τη Νένα Βενετσάνου και τις Τρύπες.

Η Αγγλία όπως την ξέρω εγώ έχει κάτι και από τις δύο Αγγλίες που βλέπουμε στο σινεμά: την Άνω Αγγλία, ανθισμένη, καταπράσινη κι εύτακτη χαρά με σπίτια γραφικά ή τουλάχιστον με σπίτια όλο κήπους και κουρτίνες λουλουδάτες της μεσαίας τάξης και του Τζέημς Άιβορυ, και την Κάτω Αγγλία, που ζέχνει και κολλάει και στριμώχνεται από την ανεργία και από τον αλκοολισμό μέσα στα θλιβερά terraces και στην τουβλοθύελλα της μαζικής στέγασης, νωπή στο αέναο ψιλόβροχο, του Λόουτς και του Λη, του Μπίλλυ Έλιοτ και του Full Monty.

Ξέρω τους κατοίκους της μεσαίας τάξης στην Άνω Αγγλία με τη θυμόσοφη ψυχραιμία του γούστου, του πλούτου και των προνομίων, που κανονίζει τις διακοπές της δύο και τρία χρόνια πριν στην Τοσκάνη και στη Δορδόνη. Ξέρω και τους άπλυτους φωνακλάδες της Κάτω Αγγλίας, εξωτικούς μέσα στην ίδια τους την πατρίδα, άρρωστους, μπαγάσες κι άνεργους, φρικτά μπανάλ και βάρος στους ώμους των νοικοκυραίων φορολογουμένων, που κανονίζουν τις διακοπές τους δύο και τρία χρόνια πριν στην Κόστα ντελ Σολ και στο Φαληράκι.

Θυμάμαι μια χώρα όπου δεν μπορείς να πας πουθενά αν δεν ξοδέψεις πολλά λεφτά, που δεν μπορείς να φας τίποτε της προκοπής αν δεν ξοδέψεις πολλά λεφτά. Η Άνω και η Κάτω Αγγλία εξυπηρετούνται από ιδιωτικές εταιρείες γκαζιού και ρεύματος και τηλεφωνίας, οι οποίες σε αφήνουν να περιμένεις ες αεί στις χωρίς χρέωση γραμμές εξυπηρέτησης ενώ στο μεταξύ αυξάνουν ανταγωνιστικά τα τιμολόγιά τους. Στη χώρα εκείνη περπάταγες δωρεάν κι ευφρόσυνα στο Χάμστεντ, στα Κιου, στο Ρίτσμοντ, στο Χόλαντ Παρκ, στο Γκράντσεστερ και στο Ντένταμ Βάλλυ – αλλά κανείς δεν σου έφταιγε αν ήθελες να φας ή να πιεις κάτι εκεί γύρω. Στην Άνω και στην Κάτω Αγγλία πρέπει να συζητάς τι είδες στην τηλεόραση το προηγούμενο βράδυ – απλώς άλλα βλέπει η Άνω και άλλα η Κάτω.

Η Αγγλία υπήρξε οριακά φιλόξενη και σχεδόν συναρπαστική, ενώ το Λονδίνο θα το έχω μέσα μου για πάντα σαν δεύτερη πατρίδα. Η Αγγλία μού έμαθε να μη στέργω τις γλυκειές αυταπάτες, ότι κάθε τόπος έχει την καφρίλα του και ότι μια χώρα πάει κατά διαόλου όταν ξεπέφτουν οι σιδηρόδρομοι.

Ωριμότητα

Ωραία είναι η ωριμότητα. Καθόλου δεν μου λείπει η εποχή της ανωριμότητας. Καθόλου δεν μου λείπουν οι μάταιες μεταμέλειες, τα ανεδαφικά άγχη, οι θηριώδεις ανασφάλειες, οι ενοχές της πλάκας. Δεν θα ήθελα να γυρίσω στην εποχή που νόμιζα ότι ήμουν όπως όλοι οι άλλοι, ή μάλλον ότι θα έπρεπε να είμαι όπως όλοι οι άλλοι – όπως νόμιζα ότι είναι όλοι οι άλλοι, αλλά έλα που δεν ήμουν με 100% επιτυχία ακριβώς όπως οι άλλοι, έλα που θεωρούσα τον εαυτό μου άθλιο και καραγκιόζη και μοναδικά χαζό – έναν καημένο που οι άλλοι παραφυλάνε να τον κοροϊδέψουν.

Ούτε νοσταλγώ τον καιρό της θλίψης και της υπερανάλυσης. Νωρίς κατάλαβα ότι πρώτα πρέπει να ζεις και να σφάλλεις και να τρίβεσαι για να μπορείς μετά να σκέφτεσαι, να αναπολείς και να ονειρεύεσαι. Το έλεγε κι εκείνο το περιοδικό, άλλωστε: πρώτα ζούμε, μετά γράφουμε. Όμως αδυνατούσα να πάρω στα σοβαρά τον εαυτό μου. Δηλαδή και τώρα δεν τον παίρνω γενικώς στα σοβαρά, απλώς ξέρω ότι είναι καλός ο εαυτός για τρεις-τέσσερις δουλίτσες. Και δεν τον μέμφομαι πια, ούτε τον περιφρονώ.

Ποιος θα ήθελε να ανταλλάξει τη χαρά της κάθε μέρας με την υπερανάλυση του ελαχίστου; Όταν υπεραναλύεις το λίγο, χάνεις τη δυνατότητα να ξεχωρίσεις τη μία εκείνη λεπτομέρεια που μετράει, την οριακή περίπτωση, το κατιτίς (που λέγανε παλιά).

Η ανωριμότητα έχει ένα αβαντάζ: τη χαρά τη ανακάλυψης, την έκπληξη του καινούργιου, αυτό που μερικοί αποκαλούνε «μάθηση». Και λίγες χαρές είναι σαν κι αυτή. Γι’ αυτό και τόσο κόσμος νοσταλγεί τα παιδικά χρόνια και το χάος της εφηβείας. Όμως η έκπληξη και η ανακάλυψη μπορούν να παραμείνουν, η χαρά τους μπορεί να ανθίσει οποτεδήποτε: καλλιέργεια χρειάζεται, καλλιέργεια της αμφιβολίας και της απορίας. Να είσαι σε εγρήγορση και να μη θεωρείς τίποτε δεδομένο: νάφε και μέμνασο απιστείν.

Σπίτι εβδομηντάρηδων

Όταν άρχισα να καταλαβαίνω τον εαυτό μου, εκεί στη δεκαετία του ’80, τα σπίτια των εβδομηντάρηδων ήταν όλο τάξη και νοικοκυροσύνη, πράγμα πολύ εύκολο όταν είναι άδεια και μικρά τα σπίτια, φυσικά. Και στα σπίτια τα αγροτικά και στα εργατικά δεν υπήρχαν βιβλία, αργότερα θα μάθαινα καλά ότι τα βιβλία προκαλούν αταξία και ταραχή. Ελάχιστα κάδρα, ντιβάνια, καθαρές επιφάνειες. Προσωπικά αντικείμενα έβλεπες ελάχιστα, νομίζω ότι το θεωρούσαν ντροπή να τα έχουν σε κοινή θέα οι τότε εβδομηντάρηδες και νυν ασπρόμαυρες φωτογραφίες ρετουσαρισμένες στο χέρι. Τα σπίτια μύριζαν φαγητό και, κατά τον Νοέμβριο, ναφθαλίνη. Η μεγάλη υπόθεση ήταν οι γλάστρες και τα δέντρα και το φαγητό σε μικρές και μάλλον υποφωτισμένες κουζίνες.

Δεν εξιδανικεύω. Σε τουλάχιστον ένα από αυτά τα σπίτια, που ανήκε σε οριακά αποθησαυριστή, υπήρχε ένα γιαπί γεμάτο από τη λεγόμενη Σαβούρα: ό,τι βάλει ο νους του ανθρώπου αποθηκευμένο σε αναρίθμητες πλαστικές σακούλες από τον Μαρινόπουλο. Τα σεντόνια είχανε μπαλώματα κι οι τοίχοι φούσκωναν από την υγρασία. Τα φάρμακα ήτανε τακτοποιημένα σε μια γωνιά του τραπεζιού. Και τα λοιπά.

Στη δεκαετία του ’10 τα σπίτια των εβδομηντάρηδων είναι γεμάτα με απομεινάρια της κιτς ευμάρειας ακριβώς εκείνης της εποχής, της δεκαετίας του ’80 και του ’90: κορνιζαρισμένα κεντήματα που συμπυκνώνουν ατέλειωτες γυναικείες ανθρωποώρες, έπιπλα πολυτελείας που δεν πρόλαβαν να αλλαχτούν, φωτιστικά και πατάκια, μπιμπελό σε βιβλιοθήκες που φιλοξενούν εγκυκλοπαίδειες, παιδικές σειρές και λίγους τίτλους που έπρεπε να διαβάσεις τον καιρό που οι νυν εβδομηντάρηδες ήτανε στα σαραντακάτι τους. Υπάρχουν ακόμα σεμεδάκια και ροτόντες με κυρίως συναισθηματική αξία, η διακοσμητική τους απαξιώθηκε πριν πολλά χρόνια. Τα φάρμακα είναι τώρα σε κάποιο συρτάρι της κουζίνας. Κανείς πια δεν είναι αγρότης άλλωστε, ακόμα και οι αγρότες πρόλαβαν να φτιάξουν ιταλικές κουζίνες με αθόρυβα ντουλάπια, συρόμενα ή μη, και πρακτικές πιατοθήκες.

Η Σαβούρα, όταν δεν κρύβεται σε έπιπλα, μπαούλα και πατάρια, περιμένει και πάλι κρεμασμένη μέσα σε πλαστικές σακούλες του Μαρινόπουλου (ελληνικής επιχείρησης) και του Σκλαβενίτη.

Taco Time

Πριν είκοσι χρόνια έπιασα την πρώτη μου πραγματική δουλειά. Πραγματική εννοώ τη δουλειά που έχει ωράριο και χειρωναξία – μέχρι τότε μόνον ιδιαίτερα είχα κάνει. Δούλεψα στο Taco Time, μιας αλυσίδας μεξικάνικων φαστφούντ με μητρόπολη το Γιουτζήν του Όρεγκον, που ακόμα δεν έχω ιδέα πού πέφτει μέσα στη μεγάλη πολιτεία του Ειρηνικού.

Δούλεψα παρασκευαστής. Βέβαια, τα πρωινά βοηθούσα στην εκφόρτωση, ιδίως αν ήμουν ο μόνος άντρας στη βάρδια, και έμαθα και πέντε πράγματα από αποθήκες και ψυγεία και το σύστημα το FIFO, που είναι πολύ βολικό και το ανάποδο του LIFO. Όσα έμαθα τους μήνες εκεί μέσα δεν έμαθα σε 17 χρόνια εκπαίδευσης μέχρι τότε. Η πιο έντονή μου ανάμνηση είναι να ζέχνω παλμέλαιο στο τέλος της βάρδιας πάνω από τη φριτέζα και να λαχταράω να κάνω ένα μπάνιο για να βγω μετά.

Ζούσα καθημερινά έκπληκτος 17χρονες παρασκευάστριες, αποφοίτους γυμνασίου, να ανταγωνίζονται η μία την άλλη για το ποια θα κάνει καλύτερη εντύπωση στο αφεντικό ώστε μια μέρα να γίνουν «προϊσταμένες». Είδα τον ανταγωνισμό τους με τα κορίτσια μπροστά στο ταμείο, που ήταν όλες βεβαίως πουτάνες. Έμαθα τι θα πει εργοδοτική τρομοκρατία, bullying θα το λέγαμε σήμερα, με απειλές για συνεχείς βάρδιες κλείσιμο-πρωί, για Σάββατα βράδυ (οπότε κλείναμε στις 4 το πρωί) και σεξουαλική παρενόχληση αλλά και σεξουαλικά προνόμια. Βεβαίως είχαμε Επιθεώρηση Εργασίας τον προηγούμενο αιώνα. Επίσης, εγώ ήμουνα μπλαζέ και σε φάση «εγώ είμαι γι’ αλλού»: έπιασα τη δουλειά γιατί ήθελα να μαζέψω λεφτά για το μάστερ και γιατί ήθελα να πληρώνω κάθε μήνα μια σιντιέρα που είχα αγοράσει με εννέα έντοκες δόσεις.

Είκοσι χρόνια μετά συνειδητοποιώ ότι κακώς είχα τόση αυτοπεποίθηση και τόση σιγουριά ότι δεν θα έμενα για πολύ να δουλεύω σε φαστφούντ: η οικογενειακή σκέπη και η ιδεοληπτική ευφορία των νάιντιζ θόλωνε εντός μου την ταξική μου ταυτότητα. Τώρα πια ξέρω ότι χωρίς την υποτροφία του ΙΚΥ (μέσω της οποίας το ελληνικό κράτος μετέτρεψε χρήματα φορολογουμένων σε πνευματικό κεφάλαιο), μάλλον θα είχα παραμείνει σε φαστφούντ μέχρι την αμφίβολη και μεσοβέζικη λύτρωση της δουλειάς σε φροντιστήρια. Άλλωστε, μετά από οχτώ μήνες δουλειάς, είχα καταφέρει να μαζέψω μόλις 500.000 δρχ., περίπου 900 στερλίνες, που ίσα ίσα για δυο μήνες στο Λονδίνο θα μου έφταναν.

1, 2, 3, πολλοί Χριστοί

Ας πούμε ότι υπάρχουν εξωγήινοι. Πρέπει να υπάρχουν. Ας πούμε ότι δεν μπορούμε να έχουμε καμμία επικοινωνία μαζί τους, ο Θεός σίγουρα θα το ξέρει αυτό: συνέπεια αυτής της απομόνωσης είναι ότι για κάθε έμψυχο είδος που ο Θεός δημιούργησε στο αχανέστατο σύμπαν (ή πόσα είναι τέλος πάντων) θα πρέπει να αντιστοιχεί κι ένας Χριστός: ο Λόγος θα γίνει ή έχει γίνει σαρξ πολλές φορές. Εκτός και αν κάποια από τα άλλα είδη δεν έχουν υποπέσει στο προπατορικό τους αμάρτημα, οπότε εμείς (και όσοι υποπέσαμε) είμαστε οι μαλάκες: θα μπορούσαμε να ζούμε σε κατάσταση χάριτος εξαρχής, σαν κάτι εξωγήινους. Αλλά δεν θα το μάθουμε ποτέ.

Αν πάλι μπορούμε να επικοινωνήσουμε με εξωγήινους, θα πρέπει να τους κηρύξουμε το Ευαγγέλιο, το λέει και η Mary Doria Russell στο εντυπωσιακό μυθιστόρημά της ‘The Sparrow’, όπου το Βατικανό στέλνει έναν Ιησουίτη σε έναν πλανήτη που κατοικούν νοήμονα ερπετοειδή με αυτόν τον απώτερο σκοπό. Άντε να δούμε μετά πώς θα τους εξηγήσουμε ότι η περίοδος σε κάνει ακάθαρτη, την αποστολική διαδοχή, ότι η ιεροσύνη περιορίζεται στους άντρες, την ακατανόητα βάρβαρη ιστορία του περιούσιου λαού, ότι αποκαλούμε τον Δημιουργό Πατέρα και όχι Μάνα – και άλλες πιο επαρχιώτικα σύνθετες και αποτρόπαια σουρεάλ αλήθειες της Πίστεως. Έχει να πέσει πολλή δουλειά πάντως.

Σολωμός

στη Γλυκερία Μπασδέκη

Όταν ήμουν φοιτητής έδωσα ένα μάθημα του Λιαντίνη, «Διδακτική των Νέων Ελληνικών» λεγόταν, αλλά η ύλη είχε τόση σχέση με τη διδακτική της γλώσσας όση τα κουνούπια με την εθελοντική αιμοδοσία. Πήρα τα βιβλία και δεν ξαναπάτησα σε παράδοση. Ξεφυλλίζοντας τα βιβλία συνειδητοποίησα ότι αποτελούσαν συναγωγή γνωμών ανδρός θυμοσόφου, χωρίς ειρμό, και ότι θα μπορούσα να περάσω το μάθημα γράφοντας γνώμες δικές μου. Συνεπώς αποφάσισα να μην τα διαβάσω τα βιβλία του κυρίου Λιαντίνη. Στις εξετάσεις έπεσε μια ερώτηση για τον Σολωμό, τον Κόντε. Πέρασα με δέκα.

Το πιο ενδιαφέρον είναι ότι δύο δεκαετίες μετά εξακολουθώ να πρεσβεύω όσα έγραψα τότε.

Έλεγα ότι ο Σολωμός είναι ο Μεσσίας της ελληνικής ποίησης και όχι ο γενάρχης της, όπως ο Δάντης θεωρείται της ιταλικής. Η παρουσία του Σολωμού τέμνει την ελληνική ποίηση και την ξαναορίζει και τη νοηματοδοτεί με τον ποιητικό λόγο του. Όπως συμβαίνει με κάθε λογής μεσσίες, εκ των υστέρων το έργο του Κόντε φαίνεται προοικονομημένο και σχεδόν αναπόφευκτο. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι περισσότεροι από εμάς αδυνατούμε να νιώσουμε την ομορφιά ή να ανταποκριθούμε στο παράδοξο κι ανεπανάληπτο ποιητικό όραμα του Πόρφυρα, του Κρητικού ή και των Ελεύθερων Πολιορκημένων.

Ο Σολωμός πλάθει όλη την ποίηση που τον ακολουθεί και βρίσκεται μέσα της: ολόκληρη η νεοελληνική ποίηση είναι της σολωμικής σχολής με τον τρόπο που οι χριστιανικές Εκκλησίες είναι σέχτες του Ναζωραίου. Γι’ αυτό και η ίδια η ποίηση του Κόντε μάς φαίνεται στοιχειώδης σαν έργο, σχεδόν προφανής κι αυτονόητη: επειδή βρισκόμαστε μέσα της ή μάλλον επειδή βρισκόμαστε μέσα στην ανάμνηση, μέσα στον σχολιασμό της και μέσα στην αναίρεσή της.

Από αυτήν την άποψη, κάθε επιστροφή στη ίδια στην ποίηση του Σολωμού, στα ίδια τα ποιήματα και στα αποσπάσματα, είναι αποκαλυπτική εμπειρία.