Μακάριοι οι πενθούντες, ότι αυτοί παρακληθήσονται

στον Ν.Ξ., απόψε

Όχι νεκρολογία
Έφτασα νωρίς το πρωί για το μνημόσυνο, είχα χρόνο να σκεφτώ και να αντιδράσω. Περνούσα μέσα από την Κυψέλη της αγάπης: οδός Σπετσών, πλατεία Κυψέλης, οδός Κύπρου. Ο εκλιπών ήταν άνθρωπος παλαιού τύπου, προοδευτικός και ανοιχτόμυαλος με έναν τρόπο που δεν μπορούμε πια να κουβεντιάσουμε καν. Παντρεμένος 60 χρόνια, αγαπημένος με τη γυναίκα του με έναν τρόπο που δεν μπορούμε να εντάξουμε πια στα στεγνά και στεγανά μας μέτρα, στον μονολιθισμό του καθωσπρέπει μας. Η κόρη του ήταν ο πρώτος μου έρωτας, όσο μπορεί να πει κανείς έρωτα τον απεριόριστο θαυμασμό και προσκόλληση ενός γητεμένου εντεκάχρονου για μια γυναίκα όμορφη, ευφυή, ψαγμένη και είκοσι χρόνια μεγαλύτερή του. Ο εκλιπών την έχασε με τον πιο σπαρακτικό τρόπο που μπορεί να φοβηθεί κανείς και έζησε άλλα 25 χρόνια δυνατός από πείσμα και αγέρωχος σαν πρωτότοκος, αλλά με μια τεράστια τρυπα να χάσκει μέσα του, μια τρύπα που φρόντιζε να στολίζει με κομψές γραβάτες.

Οι πενθούντες
Στα σαράντα του λοιπόν κοιτούσα τους πενθούντες. Συνήθως οι πενθούντες με κάνουν να δακρύσω. Κοιτούσα λ.χ. τη γυναίκα του εκλιπόντος το πρωί. Τι πράγμα, να χάσεις έναν άνθρωπο με τον οποίο έζησες πρόθυμα 60 χρόνια. Η γυναίκα του με έχει σαν τον γιο που δεν έχει. Αφού πέθανε ο άντρας της, με πήρε στην κουζίνα, καθήσαμε μαζί. Μου έσφιξε το χέρι. Μου μίλησε για τις τελευταίες μέρες του. Κάποια στιγμή σταμάτησε και μου είπε: Πάει ο θείος σου, έγινε παραμύθι. Και μετά συνέχισε να αφηγείται.
Οι Μακαρισμοί είναι τόσο σωματικό κήρυγμα, τόσο γήινο, τόσο ταπεινό, τόσο ανθρώπινο που κομπλάρει ερμηνευτές και θεολόγους επί 20 αιώνες. Θυμάμαι ταρζανικές ερμηνείες του Μακάριοι οι πενθούντες ότι αυτοί παρακληθήσονται. Ότι και καλά οι πενθούντες δεν είναι όλοι μας όσοι χάσαμε και θα χάσουμε τους αγαπημένους μας, αλλά — ξέρω γω — οι μάρτυρες του Χριστού, οι μοναχοί, όσοι πολεμήθηκαν στο όνομά Του κτλ. Ντάξει, δεν ξέρω. Νιώθω πάντως ότι αν οι Μακαρισμοί δεν είναι κουβέντες ενός ραββίνου μιας εποχής τουρλού σαν τη δική μας (όταν η γνώση καθιζάνει, η ελευθερία γίνεται προσχηματική ηρωδιάδα και η ανθρώπινη ζωή και το ανθρώπινο σώμα κόβονται οικόπεδα και κηδεμονεύονται από τους πλειοδότες) αλλά, ξέρω γω, ο λόγος του Θεού, τότε Μακάριοι οι πενθούντες σημαίνει «μακάριοι όσοι πενθούν».

Οι διανοούμενοι και το πένθος
Θεολογώ; Ποτέ και με τίποτα. Αλλού το πάω. Οι διανοούμενοι, και δεν εννοώ οργανικούς διανοούμενος αλλά όσους εξετάζουν τον βίο, όσους παράγουν υπεραξία σκέψης, έχουνε μεθοδικά κι επίπονα καταφέρει να επεκτείνουν εντυπωσιακά τα όρια της φούσκας τους, του υποσύνολου του κόσμου που ερμηνεύουν, πάνω στο οποίο τα εργαλεία τους μπορούνε να βγάλουνε δουλειά. Έχουν ακόμα καταφέρει να αγκαλιάσουν «τον πούστη, την πουτάνα και τον κλέφτη», έστω πατερναλιστικά, έστω προσχηματικά, έστω συμβολικά. Αυτό που δεν μπορούν να κουμαντάρουν είναι η αρρώστια και το πένθος. Εκεί η παρηγοριά είναι στα χέρια Αυτού που επικαλείται ο Ραββουνί. Εκεί, στην καλυτερη περίπτωση, είμαστε ακόμα στους Στωικούς και στον Επίκουρο (τέλος πάντων). Εκεί ο λόγος είναι η αμηχανία. Η μεγάλη αμηχανία.

Η Μεγάλη Αμηχανία
Η Μεγάλη Αμηχανία μάς πάει. Είναι η Αμηχανία της εποχής: μια φουρνιά δογματικών και ιδεολόγων αφανίζουν τον πλούτο του κόσμου, συσσωρεύοντάς τον υπό το μόδιον, όπως προηγούμενες φουρνιές σφαγίασαν λαούς ολόκληρους. Όσοι το αντιλαμβάνονται είναι αμήχανοι. Είναι αμήχανοι γιατί ίσως είναι διανοούμενοι. Είναι αμήχανοι επειδή, ως διανοούμενοι, δε γνωρίζουν πώς πραγματικά ζουν όσοι γίνονται πραγματικά φτωχοί. Είμαστε (για να μην το παίζω ότι είμαι απόξω) αμήχανοι επειδή βλέπουμε αριθμούς και συλλογικές τάσεις και στάσεις και μάζες και κινήματα και πολιτικές και τους μηχανισμούς της ιστορίας και τις δυναμικές της κοινωνίας αλλά όχι τις εκατομμύρια ατομικότητες, τη μεγάλη συλλογικότητα, που δεν μπορεί να πάψει να μιλάει για τα λεφτά, όπως δεν μπορεί ο στερημένος να πάψει να μιλάει για έρωτα. Και χειρότερα, πολύ χειρότερα: φτύστε αυτή την ανοησία, τη φενάκη του παραλληλισμού, τη μεθοδολογική φαρμακεία της μεταφοράς: «μπορεί να πάψει να μιλάει για τα λεφτά, όπως δεν μπορεί ο στερημένος να πάψει να μιλάει για έρωτα». Μαλακίες. Αυτό που ζουν οι άνθρωποι τους οποίους δημοσιονομικές πολιτικές, το διεθνές εμπόριο και η βαρβαρότητα του κεφαλαίου (όπως η αγριότητα των ιδεολογιών κατά τον εικοστό αιώνα) αφανίζουν αγεληδόν δεν το καταλαβαίνεις εσύ που με διαβάζεις στην οθόνη σου, ούτε εγώ που το γράφω στη δικιά μου. Καταστρέφονται ζωές, κανονικά. Άνθρωποι πεθαίνουν και θα πεθάνουν. Οι αδύναμοι θα εξαχρειωθούν. Αυτό είναι πένθος. Αυτό είναι πόνος, εξαθλίωση (γιατί ο πόνος εξαθλιώνει), αυτό είναι πένθος. Τα υπόλοιπα είναι φτενές ρητορείες. Όπως και αυτή η μαλακία που γράφω τώρα.

Το πενθος των άλλων
Η Μεγάλη Αμηχανία, η μεγάλη αντάρα, θα σηκωθεί όταν νιώσουμε το πένθος των άλλων. Γιατί οι πενθούντες είναι εξορισμού τσακισμένοι στη μέση και βουβοί.

Advertisements

Οι δούλοι δεν έχουνε λίμπιντο

per un amico, il miglior fabbro

Σε τέσσερα σημειώματα. Όσοι έχουν εξουσία δεν ορίζουν τη γλώσσα (όπως λένε κάτι καμένα γαλλάκια), αλλά κουμαντάρουν ονόματα, τίτλους και όρους. Κι αυτό όμως είναι συχνά (υπερ)αρκετό για να πατήσεις κάτω τον αδύναμο και τον υποτελή.

Γεράματα
Με πιάνει φανάρι μπροστά στην ελληνική πρεσβεία. Μπροστά μου πεζή κυρία ηλικιωμένη (θα επάνερθουμε σε αυτό) κουτσοπερνάει τον δρόμο, πολύ αργά. Αρθριτικά, οστεοπόρωση, ίσως και τα δύο, την κάνουνε να δείχνει αυτό που λέμε σκεβρωμένη. Φοράει πλεχτή ζακέτα μηχανής, ακρυλική φούστα μάλλον κινέζικη, τα μαλλιά της είναι γκρίζα και με το γνωστό κοντό κούρεμα της ηλικίας της. Γνωστά πράγματα, τετριμμένα. Το πρόσωπό της δείχνει πάρα πολύ κουρασμένο. Όχι βαριεστημένο, όχι με το βλέμμα αδειανό, που λένε, ούτε ενοχλημένο, ούτε αγχωμένο. Απλώς κουρασμένο. Σκέφτομαι διάφορα, σχεδόν αστραπιαία, για όση ώρα παίρνει να γίνει το φανάρι πράσινο. Ηλικιωμένη. Ποια είναι η ηλικία της; Πόσο χρονών να ‘ναι; Εξήντα; Εξηνταπέντε; Όσο δηλαδή ευκατάστατες γυναίκες που δεν εξαρτώνται από τη μεγαλοφροσύνη παιδιών, όπου υπάρχουν, τη μεγαλοθυμία νυφάδων και γαμπρών, την επιβίωση και τη σύνταξη του συζύγου: κάτι καθόλου ηλικιωμένες κυρίες των εξηνταφεύγα και των εβδομήντα, που αλλοιώνουν προς τα πάνω το δείγμα των ερευνών διάφορων ινστιτούτων σεξολογίας σχετικά με το πότε εγκαταλείπει οριστικά την πάλη των κορμιών η «μέση» γυναίκα. Επιστρέφω στην πεζή κυρία, που πια έχει φτάσει στο πεζοδρόμιο και σκέφτομαι τους ωκεανούς πλήξης μέσα στην καθημερινότητά τους, πλήξης που διαχειρίζονται όλες αυτές οι «γιαγιούλες» των εξηντακάτι στήνοντας προσεκτικές ρουτίνες που προέκυψαν με δοκιμή και πλάνη. Αισθάνομαι αόριστη ενοχή.

Πουστάρες
Πίνω καφέ με τη συμβία (αν και δε θέλει να την αποκαλώ έτσι) και συζητάμε για έναν καλό μας φίλο που έχει πολύ υπεύθυνη και υψηλή θέση σε μεγάλη εταιρεία. Είναι επίσης ανοιχτά γκέι. Η συμβία Ζ αναρωτιέται αν θα μπορούσε να χτυπήσει μια παρόμοια θέση σήμερα, αν θα τον προσλάμβανε η εταιρεία του εν έτει 2011. Στην αρχή δεν καταλαβαίνω: «μα έχει όλα τα προσόντα και με το παραπάνω», λέω. Η Ζ αναφέρεται στο ότι είναι ανοιχτά γκέι. «Μα όταν πήρε τη δουλειά οι εποχές ήταν πιο άγριες, άλλωστε πήρε προαγωγή πρόσφατα». «Η προαγωγή ήτανε το λιγότερο: αν ήταν στρέιτ ή κρυφή τώρα θα τον είχανε συνέταιρο κανονικό», λέει. Η αλήθεια είναι ότι δεν ήξερα τι να απαντήσω, και πραγματικά δεν ξέρω ακόμη. Έμαθα πρόσφατα για φίλο φίλου που του έχουνε κόψει εφτά ευκαιρίες προαγωγής γιατί έκανε το λάθος να πει ανοιχτά στον εργασιακό του χώρο (στον ιδιωτικό τομέα) ότι είναι γκέι. Η αλήθεια είναι ότι σε επίπεδο κοινωνίας διακρίνω αποδοχή των γκέι στα λόγια και ενσωμάτωσή τους με αντίτιμο τη γραφικότητα. Ίσως όμως κάνω λάθος.

Πουτάνες κι αγάμητες
(Βλέπετε ότι επιστρέφω στον εμβληματικό στίχο του πελώριου ΦΠ, παραφράζοντάς τον)
Δε θέλω να επαναλάβω αυτά τα πρόσφατα προφανή. Έκανα ναργιλέ (αυτά πίνουμε εδώ στο Μίτολ Ιστ) με τον φίλο μου τον Α., ο οποίος είναι εικαστικών προσανατολισμών και έχει μια κορούλα. Αφού θάψαμε την κοινωνία όλη, μου λέει απότομα και χωρίς εισαγωγή ότι ανησυχεί σε τι κόσμο θα μεγαλώσει το παιδί του. Νόμισα ότι μιλάει για τη φτωχεια που έρχεται και την απευθείας υποδουλωσή μας στο κεφάλαιο (χωρίς τη μεσολάβηση πολιτικής, κρατών, κυβερνήσεων κτλ). Όχι γι’ αυτό, μου απαντάει, απλώς συνειδητοποιεί ότι η κοινωνία θα είναι πιο πουριτανική, ακόμα πιο πουριτανική: η γυναίκα θα είναι «ή πουτάνα ή αγάμητη, όπως τον καιρό των γονιών μας». Όταν λέμε πουτάνα ξέρετε τι εννοούμε: «καθ’ έξιν» (σύμφωνα με παλιότερο νομικό λεξιλόγιο), όχι «κατ’ επάγγελμα». Εννοούμε τον στιγματισμό της γυναίκας που επιδιώκει και χαίρεται τον έρωτα, και μάλιστα έξω από συμφραζόμενα σχέση-συμβίωση-γάμος. Έχει ξαναγίνει αυτή η κουβέντα και δε θέλω να την ξανανοίξω: το θέμα δεν είναι πόσο σεξ κάνεις, το θέμα είναι αν το φχαριστιέσαι. Το θέμα δεν είναι τι κάνεις, το θέμα είναι πόσο δικαιολογημένοι και δικαιωμένοι αισθάνονται οι γύρω σου να σε αξιολογήσουν και να σε κρίνουν με βάση αυτά που κάνεις. Το θέμα δεν είναι αν οι γυναίκες είναι πιο «απελευθερωμένες» (χάχα! ορολογία ΕΓΕ και δεκαετίας ογδόντα: πφφφφ) από τον καιρό που τις πάντρευαν-παντρευόντουσαν, τις γάμαγαν, τις έδερναν, τις γκάστρωναν ανέμελα και τους έβγαζαν το όνομα αν αντιδρούσαν σε κάποιο από τα παραπάνω, το θέμα είναι αν ακόμα οι άντρες την περνάνε ζάχαρη και οι γυναίκες, συγκριτικά μιλώντας, αμμοχάλικο.

Ναι, και;
Είχα το προνόμιο να διαβάσω το πρώτο δοκίμιο συνέντευξης της γνωστής ακτιβίστριας Πάολας Ρεβενιώτη (ναι, της τραβεστί), ξέρετε, της αντεξουσιάστριας που κυνηγούσαν οι ζυθοπότες αντεξουσιαστές άντρες (σχεδόν υπήρξα μάρτυρας μιας τέτοιας φάσης, πήγαινα Γυμνάσιο νομίζω, πάνε και κάτι δεκαετίες). Δε θέλω να πω πολλά για τη συνέντευξη πριν βγει. Απλώς λέω ότι η τύπισσα είναι μεγάλη μορφή. Φαίνεται άνθρωπος «παλαιού τύπου», να το πω κι έτσι: από τους ανθρώπους που έκαναν επανάσταση κι ακτιβισμό γιατί πρωτίστως ήτανε βαθιά φχαριστημένοι αλλά και με τσαγανό. Άνθρωποι με μίνιμουμ απαιτήσεις από τον κόσμο γύρω μας (τον κάλπικο ντουνιά κι έτσι) αλλά με μάξιμουμ διάθεση να περάσουνε καλά, να γλεντήσουν, να το φχαριστηθούν. Άνθρωποι που δεν φοβόντουσαν να φάνε ξύλο (καλή ώρα σαν κι εμάς), γιατί ήξεραν ότι λ.χ. ο ρόλος του μπάτσου εν Ελλάδι είναι να ρίχνει ξύλο κι όχι να πιανει κλέφτες, καταχραστές, φονιάδες. Άνθρωποι που δεν πίστευαν ότι η ζωή τούς χρωστάει και άρα δε θεωρούσαν ότι πρέπει να πέσουν να πεθάνουν και να κλαίγονται στερεοφωνικά εάν η ζωή (που μας χρωστάει, και καλά) δεν πληρώνει τακτικά. Η Πάολα Ρεβενιώτη μου φάνηκε μορφή αξιοπρέπειας, όχι σαν τις ντεκάφ κλαψομαρίες (άντρες, γυναίκες, γκέι, στρέιτ, μπάι, φτωχούς, αριστερούς, διανοούμενους, μη-γαύρους — για όλους μιλάω) που είμαστε εμείς σήμερα.  Μου φάνηκε τελικά φχαριστημένος άνθρωπος και γι’ αυτό γενναίος. Όχι από νεύρωση και ακτιβιλίκι.
Και για να το κάνω φραγκοδίφραγκα: η επάνασταση, η εξέγερση, η αντίσταση, η αντίδραση πιάνουνε καλύτερα τόπο έτσι: όχι όταν πας να διεκδικήσεις «αυτό που σου στέρησαν» (κλαψ-σνιφ) αλλά όταν πας να διεκδικήσεις αυτό που σου αξίζει και δικαιούσαι. Και πάλι, δεν εννοώ το ‘δικαιούσαι’ σαν καθεστωτικός συνδικαλιστής αλλά σαν άνθρωπος, πολίτης κι εργαζόμενος. Άνθρωπος, πολίτης κι εργαζόμενος που είναι περήφανος και για τα τρία και τα φχαριστιέται το κατά δύναμιν.

Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία

Όταν ήμουν μαθητής, επί ανδρεοκρατίας, περιφρονούσα την επέτειο του Πολυτεχνείου. Από αντιπασοκικά αντανακλαστικά: μας έπνιγε από παντού ο Ρίτσος, οι γιγάντιες κονσέρβες με πούλπα ροδάκινου, το γελοίο φολκόρ που μας πούλαγαν για ελληνική παράδοση, τα χυδαία διδακτικά βιβλία που απευθύνονταν σε κρετίνους, οι θρασείς πασόκοι γονείς του συλλόγου γονέων που θεωρούσαν ότι είχε έρθει η σειρά τους να μπουφλίσουνε τη Δεξιά, ο ντεκαφεϊνέ κομμουνισμός της Κλαδικής, οι εορτασμοί του Γοργοπόταμου, οι παραγγελιές για ζωγραφιές στους μαντρότοιχους των σχολείων μας που αναπαριστούσαν την ειρήνη και την αδελφοσύνη αναγνωστικών του Τσαουσέσκου, το μίκυ μάους που από 5 δρχ πήγαινε 9 δρχ και μετά 20 δρχ (κι ας έπαιρνες χαρτζηλίκι 20 και 50 δραχμές τη βδομάδα σταθερά, κι αυτό αν ήσουν «ευκατάστατος»). Το Πολυτεχνείο φάνταζε σαν μια ακόμα αφορμή να δοξάσουμε την Αλλαγή και το ΠΑΣΟΚ ή, χειρότερα, να πληρώσουμε τον ετήσιο φόρο πολιτικής υποτέλειας που απαιτούσαν οι αγέλαστοι, αχτένιστοι, ατσούμπαλοι και ελαφρώς άπλυτοι κομμουνιστές — οι οποίοι καμωνόντουσαν ότι αυτοί έκαναν το Πολυτεχνείο κι ότι το Πολυτεχνείο ήτανε δικό τους.

Στο Λύκειο, στην πρώτη, άλλαξε αυτό το πράγμα. Πήγα στην πορεία, για παρέα, κυνηγήθηκα από τα ΜΑΤ, έφαγα δακρυγόνα (που ήταν απλό μπούκοβο σε σχέση με αυτά που ρίχνουν τώρα), κρύφτηκα τρέχοντας πίσω από την Πινακοθήκη, με την απορία γιατί τα ΜΑΤ να θέλουν να δείρουν τύπους σαν κι εμένα. Σαν φοιτητής, όπου το σπορ μας ήταν να χλευάζουμε δαπίτες και να προσπαθούμε να εντοπίσουμε πασπίτες να τους χλευάσουμε, άρχισα να καταλαβαίνω. Πάντοτε όμως το Πολυτεχνείο ήτανε για μένα μια μουσειακή επέτειος. Βεβαίως πάντα ανατρίχιαζα στη σκέψη του τι έγινε, του τανκ, του αίματος στην Πατησίων, της Βέμπο, της έλλειψης εικόνων από το τι ακριβώς έκαναν στα παιδιά, πάντα σκεφτόμουν ότι εκείνη τη νύχτα είχε πάρει σβάρνα την Αθήνα ο πατέρας μου να βρει διανυκτερεύον που ήμουν άρρωστος, μέναμε στο Μεταξουργείο τότε, και βρέθηκε με τα πόδια στο γνωστό φαρμακείο της Πατησίων, όπου — κατά τον πάντοτε σιβυλλικό Αμπού Σραόσα — «γινότανε χαμός, ρε παιδί μου». Όμως πάντα χλεύαζα συνθήματα τύπου «ένα, δύο τρία — πολλά πολυτεχνεία». Ακόμα και το «Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία» (που μέσα μου όμως ήτανε πάντοτε εκεί ψηλά μαζί με το Liberté, Égalité, Fraternité) μου φαινότανε παρωχημένο, ντεπασέ, ένα σύνθημα για τριχερούς μαλλιάδες, αξύριστα ταγάρια, γραφικούς αγάμητους που διάβαζαν Μαρκούζε μπας και ξεπεράσουν τον διπλό ευνουχισμό τους από τη μικροαστική Ελλάδα και το διεθνιστικό Κόμμα: ψωμί είχαμε (έστω και διατίμησης), η ελευθερία ήταν κατοχυρωμένη, την παιδεία την είχε πάρει και την είχε σηκώσει ο διάολος και γι’ αυτό μας έστελνε μαζικά το ΙΚΥ στην Αγγλία να σπουδάσουμε, όπως η Γαλλική Δημοκρατία έσωσε μετεμφυλιακά τον ανθό της ελληνικής νεολαίας με εκείνο το βαπόρι το πώς-το-λένε.

Φλας φόργουορντ: 2011. Ζούμε πια στο μέλλον. Ζούμε σε ένα μέλλον πολύ μετά και από τα πιο τρελά όνειρα του παρελθόντος, λ.χ. Διάστημα 1999, 2000, 2001, 2002 GR, 2010: the year we make contact, κτλ. Και τα γράφω όλα αυτά για να πω:

ήμαρτον.

Ε, ρε Πολυτεχνείο που μας χρειάζεται…

Οι Γερμανοί ΕΙΝΑΙ φίλοι μας

… όπως και οι Σλοβένοι, και οι Τατζίκοι, και οι Γκανέζοι, και οι Περουβιανοί κτλ. Δεν το λέω σε στιγμές διεθνιστικής έξαρσης: όποιος έχει ζήσει εκτός Ελλάδος νομίζω ότι ξέρει πόσο αναγνωρίσιμη αλλά και προνομιακή τελικά είναι η ετικέτα «Έλληνας» (μου το έλεγε π.χ. μια συνάδερφός μου Τουρκάλα, για να καταλάβετε).

Επί της ουσίας: οι Γερμανοί μάς έκαναν και μας κάνουν ό,τι θα κάναμε και κάνουμε κι εμείς. Πέρσι πήγα στη Σερβία και την είδα αλωμένη από ελληνικές τράπεζες και άλλες γαλανόλευκες επιχειρήσεις: κατεβαίνοντας στο αεροδρόμιο του Βελιγραδίου δε βλέπεις καν το όνομα του αεροδρομίου από τις πολυάριθμες διαφημίσεις των δύο μεγάλων ιδιωτικών τραπεζών της πατρίδος μας. Σιγά σιγά κατάλαβα έκτοτε ότι η θερμή υποστήριξή μας στις εγκληματικές περιπέτειες των Σέρβων τη δεκαετία του ’90 δεν ήτανε μόνο προϊόν ιδεοληψίας: αν μη τι άλλο έκανε τις τράπεζές μας, τον ΟΤΕ και τα παγωτά μας συμπαθή. Παράλληλα, το ότι τους έχουμε δώσει διακριτικά μεν αλλά στεγνά τώρα τελευταία (π.χ. στο θέμα του Κοσσυφοπεδίου), υπενθυμίζοντάς τους παράλληλα πόση ανάγκη την έχουν την ΕΕ άρα και εμάς, προφανώς έχει να κάνει με το ότι δεν έχουμε καμμιά διάθεση να πληγούν οι επενδύσεις μας.

Έτσι λειτουργεί η διεθνής πολιτική (πού να δείτε π.χ. την ελληνική πολιτική στο Μεσανατολικό, μιλήστε με καναν Παλαιστίνιο να δείτε τι δούλεμα αλλά και τι υποτροφίες έχουνε φάει), ακόμα και των μικρών πλην τιμίων κρατών, όπως η Ελλάς. Οι κυβερνήσεις δεν είναι ηθικοί παράγοντες, οι άνθρωποι (μπορούν να) είναι: εναπόκειται στους ανθρώπους να πιέσουν τις κυβερνήσεις τους. Βεβαίως, για να συμβεί αυτό προϋποτίθεται ενημέρωση, αλλά σιγά μην ξεσκεπάσουν τα πουλημένα ελληνικά μέσα (με εξαίρεση λαμπρούς δημοσιογράφους, μάχιμους και γνώμης, που ξέρουμε όλοι, έτσι;) την υπόθεση «ελληνικές αποικιακές μπίζνες στα Βαλκάνια»: είναι απασχολημένα με το να μας πείσουν για την αναγκαιότητα να κολοβώσουμε το πολίτευμά μας για να κάνουν τα συμφέροντα (που έχουν ή δεν έχουν πατρίδα, αδιάφορο) τη δουλειά τους κι αυτά.

Άλλωστε, σιγά, ποτέ δεν ήμασταν πολύ της ηθικής.

Συνεπώς, οι Γερμανοί είναι φίλοι μας, οι Σέρβοι δεν είναι αδέρφια μας. Ίσως να είναι κι αυτοί φίλοι μας.

Της αντοχής τα υλικά

Ξεκινάμε με τη φτώχεια, με αφορμή αυτό.

Για κάτι παραπάνω από δέκα χρόνια έζησα φτωχικά, μέχρι σχετικά πρόσφατα. Φτωχικά σημαίνει ότι τα φράγκα έφταναν ίσα-ίσα για το μήνα, με πολύ περιορισμένα μέσα, πολλή προσοχή και εγκράτεια που μου έχει μείνει σχεδόν κουσούρι. Φτωχικά σημαίνει ότι είχα 20 ευρώ (και τίποτε άλλο) για τις τελευταίες 10 μέρες του Αυγούστου. Φτωχικά ήτανε που είχα για χρόνια δύο πανωφόρια, που δεν είχα χρήματα να αγοράσω δώρο επετείου, που δεν έπινα ποτέ πάνω από δύο ποτά (μπύρες δηλαδή), που δεν είχα λεφτά να πάρω το τρένο να πάω μέχρι την Οξφόρδη (ποτέ δεν έχω πάει) ή να σε κοροϊδεύουν που είσαι τσιγκούνης γιατί δεν τρως έξω κάθε βδομάδα κτλ. κτλ. Δε μιλάμε για πραγματική φτώχεια, δε μιλάμε για τον εξευτελισμό της φτώχειας, δε μιλάμε να κλαις στον καμπινέ γιατί δεν έχεις να πάρεις δώρα στα παιδιά σου, δε μιλάμε για μενού ζυμαρικών 3 φορές τη βδομάδα, δε μιλάμε για αυτά που έρχονται για τους πολλούς και που οι περισσότεροι που διαβάζουν αυτά που λέω θα περάσουν ξώφαλτσα. Στο σπίτι στην Αθήνα δεν πολυάναβαν τα καλοριφέρ πέρυσι, για οικονομία και γιατί παραπονιόντουσαν οι άλλοι ότι δεν έχουν να πληρώνουνε πετρέλαιο. Τα Χριστούγεννα τουρτουρίζαμε. Ούτε που θέλω να σκεφτώ τι θα γίνει φέτος.

The mess we are in

Ενώ το κοινοβουλευτικό πραξικόπημα που μας έδωσε αυτό το φαιό και φαιδρό παράνομο κυβερνητικό συνονθύλευμα ήτανε σε εξέλιξη ήμουν κολλημένος στο τουίτερ. Οι περισσότεροι αντιμετώπιζαν τη συνταγματική εκτροπή όπως οι γονείς και οι παππούδες κι οι γιαγιάδες τους τη Χούντα των συνταγματαρχών: με χιουμοράκι, ενίοτε επιθεωρησιακό — φαρμακερό στις καλύτερες περιπτώσεις. Χρησιμοποιούν δε, όπως τότε, διάφορες σεξουαλικές μεταφορές, λες και το να έχεις φασίστες στο υπουργικό συμβούλιο που προέκυψε άνευ εκλογών είναι το ίδιο λ.χ. με το να το κάνεις a tergo και να ζοριστείς λίγο παραπάνω…

Θα ακουστώ γραφικός στην εποχή του γενικευμένου κυνισμού, της τάχα μου στωικής παραίτησης και της μηντιακής προπαγάνδας επισημαίνοντας δύο πράγματα:

Πρώτον, οι αγορές (το κεφάλαιο, οι πολυεθνικές) είναι εχθρός της δημοκρατίας. Ναι, αυτηνής: της ‘αστικής’ δημοκρατίας. Τα νεοφιλελεύθερα κουτορνίθια, οι σταλινικά τυφλωμένοι ιδεολόγοι του 21ου αιώνα, είναι (εκόντες-άκοντες) εχθροί της ελευθερίας και της δημοκρατίας. Τελεία. Και μόνον ότι έχουνε μια απάντηση για όλα, και μόνον ότι οι θεωρίες τους και οι υποθέσεις τους δεν επιδέχονται διάψευση (όπως ακριβώς της αστρολογίας ή της καφετζούς), και μόνον ο εκνευρισμός τους για την πραγματικότητα που δεν ακολουθεί τις φαντασιώδεις νομοτέλειές τους, τους καθιστά επικινδυνότερους από τους πιο επικίνδυνους σταλινικούς, αφού αυτοί είναι κατ’ επίφαση θιασώτες της ελευθερίας.

Δεύτερον, έχουμε πάλι κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ. Μια κυβέρνηση που όμως δεν προέκυψε από εκλογές, με πρωθυπουργό έναν εξωκοινοβουλευτικό «τεχνοκράτη» (όπως απαιτούσαν σοφοί και βαθιά ψημένοι δημοσιογράφοι), μια κυβέρνηση ενισχυμένη με υπουργούς από ένα υπερδεξιό-καιροσκοπικό κόμμα, το οποίο δεν υπήρχε ανάγκη να συμμετέχει αλλά το προσεταιρίστηκαν για να μαζέψουν την «παλαβή Αριστερά» (κατά τον γνωστό μεταπράτη ημιμάθειας, κοινής λογικής και  αυταρχισμού). Από αυτό το κόμμα συμμετέχουν ένας τραμπούκος για υπουργός και ένας πανθομολογουμένως καραγκιόζης (πώς να περιγράψει κανείς κλινικά κι ακαδημαϊκότερα την περίπτωσή του;) για υφυπουργός αρμόδιος του μεγαλύτερου πλουτοπαραγωγικού τομέα της χώρας. Επίσης υπάρχουνε και κάτι ανύπαρκτοι αναλώσιμοι από τη ΝΔ. Αυτό το καθόλου ευέλικτο και πολυπληθές κυβερνητικό τάγμα  έχει αναλάβει να μας οδηγήσει σε εκλογές (χάχα) ενώ ο κόσμος καίγεται κανονικά. Επόμενος σταθμός: κατάσταση έκτακτης ανάγκης και αναστολή άρθρων του Συντάγματος. Όπως ορίζει και το Σύνταγμα, η απάντηση στο τερατουργηματάκι του οποίου ηγείται ο κύριος Παπαδήμος είναι μία: ο πατριωτισμός των Ελλήνων.

Αγώνες τώρα. Τα υπόλοιπα είναι σαχλίτσες.

Το κάζο της Αριστεράς

Εδώ πια τι να πει κανείς. Ό,τι και να πεις λίγο είναι. Και, Μιχάλη, πες του Αλέξη ότι αυτές οι μαλακίες με τους Μόντυ Πάιθον και οι λοιπές εξυπνάδες που λέει είναι για το μπλογκ του Πιτσιρίκου κτλ., όχι πολιτικός λόγος σε ώρες ανωμαλίας. Επίσης, Θανάση, πες στην Αλέκα ότι μπορούν στον Περισσό κάλλιστα να ξανακηδεμονεύσουν το λαϊκό κίνημα και να μας πατρονάρουν καταπώς ξέρουν καλά αφού ρίξουν αυτή την κυβέρνηση βγάζοντας τον κόσμο στους δρόμους και αφού προκηρυχθούν εκλογές. Μέχρι τότε να κρατήσουν τις παραισθήσεις μεγαλείου κι επανάστασης για πάρτη τους. Τέλος, ανώνυμε αναρχικέ φίλε (που είσαι ανώνυμος γιατί μας διαβάζει και η Ασφάλεια), εξήγησε στους συντρόφους της υπογκρούπας μέσα στην οποία μιλιέστε ακόμα ότι οι κάλπες είναι σκουπιδοντενεκέδες αλλά ότι είναι μάλλον καλύτερες οι εκλογές από την έλλειψή τους και από την ανοχή σε φασίστες υπουργούς και σε μη εκλεγμένες κυβερνήσεις.

Ομορφιά, έρωτας

Όχι, δεν είναι τρόποι να ξεφύγουμε. Τώρα που και η γενιά μας απέκτησε το πολιτικό-εθνικό τραύμα της, το 1922, το 1944, το 1974 της, ξέρουμε ότι κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει από τον αυταρχισμό και τη φτώχεια: το ξέρουν όσοι έχασαν τα νιάτα τους μέσα στην Κατοχή και τον Εμφύλιο, μέσα στην Επταετία, το μαθαίνουμε κι εμείς. Κανείς δε θα γλυτώσει. Όμως η ομορφιά και ο έρωτας θα γίνουν μέρος της αντίστασης και της (πιθανής) ανατροπής: αυτά που θα μας κρατήσουν ανθρώπους. Κι ίσως και να μάθουμε ότι η ομορφιά δεν αγοράζεται, ότι ο έρωτας κάνει ό,τι θέλει και μας ξεπερνάει, ότι η αγάπη δεν έπεται κανενός όρου. Ίσως.

100.000

Σήμερα, λέει, συμπληρώθηκαν 100.000 χιτ σε αυτές τις σελίδες από τότε που μετράει ο μπλόγκερ (τον Μάιο του 2009).

Ξέρω ότι είναι αμαρτία το μεταμπλόγκιν αλλά θέλω να ευχαριστήσω από καρδιάς όσους διαβάζετε κι όσους ασχολείστε. Ποτέ δε θεωρούσα σπουδαία (άντε, με καμμιά εικοσαριά εξαιρέσεις) αυτά τα στριφνά κι αυστηρά και σολιψίστικα που γράφω εδώ μέσα αλλά — και πάλι — σας ευχαριστώ που, ενδεχομένως, διαφωνείτε εν μέρει.

Ελπίζω να αντιλαμβάνεστε ότι το γράφω με κάθε ευθύτητα κι ειλικρίνεια.

Ευχαριστώ. Χιλιάδες φορές ευχαριστώ.

ΥΓ. Κι αυτό είναι, μόλις είδα, το 700στό ποστάκι! Χάχα!

Μικρό σημείωμα από τις μέρες της ήπιας ανωμαλίας

στον γιο που δεν έχω

Ο χρόνος θα δείξει αν η πρόταση δημοψηφίσματος — που, ας το πούμε άλλη μια φορά, έπρεπε να είχε γίνει πριν το Μνημόνιο, το πρώτο — ήτανε ντρίμπλα του Παπανδρέου του Εσχάτου. Πάντως έβαλε απότομα στην κουβέντα την πιθανή έξοδό μας από το ευρώ, οπότε τα θερμά μου συγχαρητήρια (έτσι, για αλλαγή το λέω μέσα στα τόσα σιχτιρίσματα που ακούει ο ανθρωπάκος).

Αυτό που ξέρουμε καλά πια είναι ότι το τεχνητό βρυκολάκιασμα της παρούσας Βουλής και η προσπάθεια επιβολής ενός κάποιου όποιου να ‘ναι πρωθυπουργού είναι ξεκάθαρα κι ολοφάνερα κοινοβουλευτικό πραξικόπημα. Μου κάνει εντύπωση ότι κάτι κεντρώες ψυχές, που λοιδωρούν τις λεγόμενες αποστασίες, επιδοκιμάζουν τη δημιουργία μιας κυβέρνησης ab ovo (ναι, του φιδιού) μεσούσης της θητείας μιας βουλής. Αλλόκοτο. Στο κάτω-κάτω, η κάθε «αποστασία» είναι δικαίωμα του βουλευτή και κανονικά έτσι πέφτουν κυβερνήσεις και γίνονται εκλογές. Εδώ τώρα, τι;

Κι επειδή είμαστε στην Ελλάδα, κάθε συνταγματική εκτροπή κι εκτροπούλα είναι οπερέτα. Ας την πούμε «εκτροπούλα» την παρούσα γιατί τα προσχήματα τηρούνται και, ως γνωστόν, τα προσχήματα στην Ελλάδα είναι ιερά. Πάντα. Θυμηθείτε λοιπόν κάτι δικτατορίες της δεκαετίας του ’30. Θυμηθείτε το ελεεινό μπαλέτο που κρατούσε ναρκωμένη τη χώρα από το ’67 μέχρι το ’73. Δείτε τώρα τον Παπανδρέου τον Γ’ και το Παιδί της Μεσσηνίας να μην μπορούνε να βρούνε έναν άνθρωπο να παραστήσει τον πρωθυπουργό για 3 μήνες ή 6 μήνες ή δεν ξέρω πόσο θα διαρκεί η κατάσταση εξαίρεσης: τα μέσα θα μας πούνε για πόσο θα υπάρχει κρίση, ανάγκη και ιδιάζουσες περιστάσεις, τα μέσα που είναι πια βρωμερότερα, βλακωδέστερα και χυδαιότερα κι από την Αυριανή στα πάνω της, ναι, τότε. Κι αν χρειαστεί, ρε αδερφέ, κηρύσσεται και μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης, αναστέλλουμε και μερικά άρθρα αν πάμε για στάση πληρωμών τον Γενάρη. Έχουμε τη δεδηλωμένη και καθόλου τσίπα. Το σκαϊμέγκα θα εξηγήσει στον κόσμο ότι κινδυνεύει η πατρίς, σόρυ, η πατρίδα.

Παρακολουθήστε στωικά την οπερέτα της μερικής κατάλυσης του πολιτεύματος, τον καθορισμό της ζωής μιας Βουλής και μιας κυβέρνησης κατά τα καπρίτσια του Πορφυρογέννητου και κατά το ένστικτο πολιτικής αυτοσυντήρησης γραφικών, συμφεροντολόγων, επικίνδυνων και ανόητων βουλευτών (εδώ κι εδώ). Και προπάντων, Έλληνες πολίτες, παρακολουθήστε μουδιασμένοι, όπως λέτε ότι είστε. Ετοιμαστείτε μοιρολατρικά για εικόνες και παραγματικότητες ανέχειας και φτώχειας. Θα βρεθεί πρωθυπουργός. Προπάντων, ΜΗ βγείτε στους δρόμους. Με τίποτα.