Afsluitdijk

Ούτε τη θάλασσα αγαπώ, ούτε το καλοκαίρι. Ονειρεύομαι πότε παγωμένες πόλεις, πότε πορείες υπό βροχή σε πόλεις που δεν σε έχω πάει, ενώ κοιτάζεις κάτω στα λιθόστρωτα και χαμογελάς.

Κι όταν έρχεται γαλήνη εντός μου θυμάμαι τις άχαρες παραλίες της Βόρειας Θάλασσας. Αμμουδιές αχανείς που στη Μεσόγειο θα έλαμπαν ολόλαγνες και περιλάλητες, αλλά εκεί απλώς αποτελούν ερημιές και συνεκδοχή χερσότοπων. Μια θάλασσα άγρια κι ανυπότακτη και πολλές φορές πασαλειμμένη λάσπες που της χύνουνε ποτάμια μεγάλα, θάλασσα αφιλόξενη κι ανακατεμένη στο χρώμα βρώμικου νερού από ακουαρέλες την οποία διασχίζουν τιτάνια κύματα που από αέρος μοιάζουνε με στόλος αποβατικός. Από πάνω τους μια θάλασσα από σύννεφα, όλο αδιανόητους κυματισμούς αλλά σχεδόν πάντοτε παπλωματώδης, συνήθως πιο ευπροσήγορη από την αλμυρή έκταση που σκεπάζει. Εδώ η παλέττα θα γίνει γαλάζια μόνο κατά παραχώρηση, σαν χατήρι. Και τότε όλα γίνονται γιορτή για λίγο.

Σκέφτομαι εσένα εκεί. Εσένα. Δεν κοιτάζεις τον ορίζοντα: ο ορίζοντας είναι όριο, ο ορίζοντας είναι ο θάνατος: πέρα από το δικό μας τέλος, η ουτοπία των άλλων που έρχεται μετά τη δική μας ζωή, παρά τον δικό μας πόνο, χάρη και στις δικές μας πράξεις· στον ορίζοντα βρίσκονται όσοι μας θυμούνται μα δεν μας πολυκαταλαβαίνουν. Εγώ λοιπόν σκέφτομαι εσένα, όχι το μέλλον. Στέκεσαι στην άμμο κοντά στη θάλασσα, αυτή τη Βόρεια άχαρη Θάλασσα που σταδιακά αρχίζει εκεί όπου απολήγει η πολύ βρεγμένη άμμος, οι θίνες που δεν επιτρέπουν να πλημμυρίσει ο επίπεδος κόσμος πίσω τους. Στέκεσαι εκεί εσύ, όχι στον ορίζοντα, όχι πάνω στα αποβατικά κύματα αλλά εκεί στην ακροθαλασσιά. Ίσως είσαι ξυπόλητη, δεν έχει πολλη σημασία μια τέτοια νότα λυρισμού όταν εσύ στέκεσαι κάτω από τη θάλασσα των νεφών και απέναντι από τη θάλασσα του Βορρά.

Σκέφτομαι ότι με κοιτάζεις γιατί τόσα χρόνια τι άλλο θέλω και τι άλλο φοβάμαι, παρά ότι με κοιτάζεις. Με απασχολεί να υπάρχω στον ίδιο κόσμο μ’ εσένα. Με απασχολεί να στέκομαι απέναντι από αυτή τη θάλασσα που δεν είναι ούτε ήμερη ούτε καν μεσογειακή μετωνυμία της ελευθερίας ή του έρωτα, παρά απρόβλεπτη κι αφιλόξενη, μια αχανής υδάτινη στέππα για γοργόνες και για μουγκά ψάρια που τη διασχίζουν αδιάφορα αλλά και ήμερα. Σκέφτομαι ότι μπορεί να μην κοιτάζεις εμένα παρά τη θάλασσα, αυτό που στην πραγματικότητα δεσπόζει: κανείς δεν είναι τόσο μεγάλος όσο του λεν ότι είναι, κανείς δεν είναι πιο μεγάλος από τη θάλασσα.

Και καμμιά θάλασσα δεν είναι ανίκητη. Όχι παντού, τουλάχιστον. Κρατάει κλειστές αβύσσους και υποθαλάσσια βουνά, λεκάνες και ρήγματα αλλά να, εδώ πιο πέρα, ένα μεγάλο φράγμα ξέκοψε μια μεγάλη εσωτερική θάλασσα και σιγά σιγά τα ποτάμια την γλύκαναν ώσπου τη μετέτρεψαν σε λίμνη. Ijsselmeer. Αντί για ορίζοντα έχει ένα φράγμα, αυτό είναι το όριό της, αυτό τη χωρίζει από τη θάλασσα· κι όσο υπάρχουν άνθρωποι θα είναι λίμνη.

Σε βλέπω να στέκεσαι κάτω από τα σύννεφα, σε ένα όνειρο που είδα δεκαεννιά χρονών, σε βλέπω εσένα που τότε σε είπα Ντίνα χωρίς να σε ξέρω, χωρίς να ξέρω ότι θα σε γνωρίσω. Ξέρω ότι δεν είσαι εκεί και ξέρω οτι ο ορίζοντας είναι μακριά. Ξέρω πια όμως ότι δεν χρειάζεται να τρέχει κανείς μέχρι τον ορίζοντα. Και ξέρω ότι η θάλασσα μπορεί να γίνει λίμνη, ότι τα σύννεφα του Βορρά μάς σκέπουν αν το θέλουμε. Και ξέρω ότι δεν είσαι μακριά.

Ο πίνακας είναι του Alex Colville.

Advertisements

Η δική μου Δεξιά

12570851_1697513323797329_163562641_nΑν απορρίψουμε την προκατάληψη και γίνουμε πιο διαισθητικοί, πιο ενσυναισθητικοί, πιο ανοιχτοί, τότε θα νιώσουμε τη Δεξιά και την ομορφιά της.

Εδώ και περίπου εφτά χρόνια διαβάζουμε κάθε τόσο κείμενα καλλιτεχνών και ανθρώπων του ευρύτερου πνευματικού χώρου που επαναπροσδιορίζουν τι είναι Αριστερά ή που ορίζουν ποια είναι η δική τους Αριστερά. Αυτές οι δοκιμές στην πολιτική ορολογία είναι καλοδεχούμενες (μόνον οι μολυσματικές ασθένειες και οι φασίστες δεν είναι) αλλά και ενδιαφέρουσες, ιδίως για τους φίλους και θιασώτες του έργου ή της περσόνας που τις διατυπώνει. Αφηνουν όμως ένα χαίνον κενό, ένα χάσμα: δοκιμές επαναπροσδιορισμού της Δεξιάς.

Κάποιοι αναγνώστες ήδη κουμπώνονται (χωρίς να υπονοώ ότι πριν ήταν ακομβίωτοι): μα η Δεξιά; Αυτή που ο λαός δεν ξεχνά τι σημαίνει; Αυτή που μας χάρισε Εμφύλιο, Χούντα, Άδωνι; Αν όχι αδιανόητο σίγουρα ελαφρώς μπανάλ: πώς να μιλήσει κανείς για τη δική του Δεξιά και για το τι σημαίνει γι’ αυτόν η Δεξιά; Κακό πράμα η Δεξιά.

Κι όμως. Αν απορρίψουμε την προκατάληψη και γίνουμε πιο διαισθητικοί, πιο ενσυναισθητικοί, πιο ανοιχτοί, τότε θα νιώσουμε τη Δεξιά και την ομορφιά της. Θα μπορέσουμε να ταυτιστούμε με το τι σημαίνει να είσαι ωραίος Δεξιός και σοβαρός. Όπως δεν πρέπει να θεωρούμε σώνει και καλά τους αριστερούς αιθεροβάμονες και υπεραισιόδοξους ουτοπιστές (άλλωστε υπήρχε και ο Λεωνίδας ο Κύρκος, που έκρυβε την αγάπη του για την Έσεζδ) έτσι δεν είναι ανάγκη να ταυτίζουμε τον δεξιό τον άνθρωπο με σκληρότητα, αναλγησία και κυνισμό. Οι γερμανομαθείς δεν πρέπει να σκεφτόμαστε το δυσφημιστικό Rechts όταν ακούμε «Δεξιά», μπορούμε να το πάμε α λα γαλλικά με το Droite, που φέρει κάτι από χρηστή κομψότητα (και εδώ δυστυχώς η αγγλική γλώσσα είναι για πέταμα, με τη συνθηματολογική της ευθυτητα).

Τολμώ κι εγώ λοιπόν να μιλήσω για τη Δεξιά που θέλω. Μπορεί να μην είμαι καλλιτέχνης αλλά ως εγγράμματος και μπλογκάς ανήκω στον ευρύτερο πνευματικό χώρο: ως εγγράμματος είμαι μέλος ενός πληθυσμού που συρρικνώνεται, ως μπλογκάς σε έναν χώρο που μας έχει δώσει από φω δημοσιογράφους μέχρι στελέχη μουρούτικων, τσουρούτικων και άλλων επικοινωνιακών επιτελείων.

Η Δεξιά που θέλω, λοιπόν.

Θέλω μια Δεξιά που να εμπιστεύεται τους θεσμούς. Θέλω να τους τιμά και να τους σέβεται και να καταφεύγει σε αυτούς και μόνο σε αυτούς ει δυνατόν. Θέλω η Δεξιά να μη λησμονεί ότι οι θεσμοί είναι φτιαγμένοι από την ίδια, με την ίδια και για την ίδια, άρα ότι της επιτρέπουν είτε να κυβερνά είτε να μην υφίσταται συνέπειες όταν σφάλλει ή, ο μη γένοιτο, λαθροχειρεί. Αντίθετα με τους οψιμαθείς πασόκους, η Δεξιά οφείλει να γνωρίζει ότι οι θεσμοί δεν την περιορίζουν και συνεπώς δεν έχει καμμιά ανάγκη να τους καταστρατηγεί: οι θεσμοί αποτελούν έκφραση της βούλησής της — αν και οφείλει πάντοτε να τους παρουσιάζει ως προϊόν εχέφρονος συμβιβασμού ή και συναίνεσης. Μπορεί η Δεξιά αν θέλει να επικαλείται την κρισιμότητα των στιγμών ή την ανάγκη για εθνική ενότητα (αναλόγως), αρκεί να μη λησμονεί ότι εκείνη τίποτε δεν πρέπει να πράττει εξωθεσμικώς γιατί δεν υπάρχει λόγος να κινηθεί εξωθεσμικώς: οι θεσμοί είναι το σπίτι της Δεξιάς, όποιοι κι αν κατά καιρούς τους κατοικούνε με νοίκι.

Θέλω επίσης μια Δεξιά ατρόμητη. Κάθε φορά που η Δεξιά φοβάται ή, χειρότερα, πανικοβάλλεται έχουμε ταγματασφαλίτες, δεκεμβριανά, εμφυλίους, αποστασίες, χούντες, πλευρίτιδες και βόμβες σε σινεμά. Όταν φοβάται η Δεξιά έχουμε ατασθαλίες, με άλλα λόγια. Θα μου πείτε ότι αυτά είναι παλιά, ότι τα σάρωσε ο Εθνάρχης μας ο Σερραίος κι ότι η υπενθύμιση τους όζει νεκρόφιλη παρελθοντολαγνία αριστερών διαθέσεων. Κι όμως δείτε, ας πούμε, τι συνέβη σήμερα: ο αρχηγός της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης και ελπίδα της μεγάλης δεξιάς παράταξης (τόσο μεγάλης ώστε να τους χωράει όλους, αρκεί να μην είναι του Δημοσίου), οριακά αθώωσε τους ναζί ως περίπου γραφικούς φοβούμενος μη χάσει τους ψηφοφόρους της συμμορίας τους. Δεν είναι σωστά πράγματα αυτά: τους ακραίους της η Δεξιά οφείλει να τους χρησιμοποιεί αλλά δεν επιτρέπεται να τους φοβάται. Τα ντόπερμαν δεν τα βάζουμε μέσα στο σπίτι των θεσμών, τα σταυλίζουμε εκτός σπιτιού, αν και κοντά του.

Θέλω μια Δεξιά που να τιμά την κληρονομιά της. Αν μπορεί η Δεξιά να σφυρηλατεί και να εμπιστεύεται τους θεσμούς, το μπορεί γιατί εδώ και κοντά τρεις γενιές σύσσωμη η μεγάλη παράταξή της εργάζεται νυχθημερόν γι’ αυτό. Αν η Δεξιά δεν θα πέσει εκλογικά ποτέ κάτω από το 20%, ακόμα και υπό την ηγεσία σαμαράδων, το οφείλει στο σιωπηλό αλλά συστηματικό έργο της και στην ιστορία της. Πολλοί θα μιλήσουν για πελατειακές σχέσεις, για δοσιλογισμό και τρομοκρατία, για καπήλευση ιδανικών και για εμποτισμό του σχολείου από εθνικισμούς και αντικομμουνιστικές προκαταλήψεις αλλά ποιοι είναι αυτοί; Αν ο μετριοπαθής φιλόσοφος Παναγιώτης Κανελόπουλος είχε μια και δυο καλές κουβέντες να πει για (όσο να ‘ναι) άκομψες καταστάσεις όπως το Μακρονήσι, ποιοι είναι οι νεήλυδες της ΔΑΠ Νομικής που θα αμφισβητήσουνε και θα επικρίνουν την κληρονομιά της παράταξης;

Θέλω μια Δεξιά σοβαρή, χωρίς τσιρίδες βιβλιοπωλών σε οίστρο και χωρίς βαρυμαγκιές πελεκυφόρων. Δεν χρειάζονται αυτά όταν έχεις τους θεσμούς και μοιράζεσαι το κράτος με τους επιγόνους του ΠΑΣΟΚ. Όπως είπα, δεν χρειάζεται φόβος, άρα κάθε είδους ακρότητες περισσεύουν όταν δεν βλάπτουν. Είστε για παράδειγμα ευσεβής λαϊκός δεξιός, τέκνο γέροντος μητροπολίτη ή οργανώσεων; Δεν χρειάζονται εδαφιαίες μετάνοιες και μεγάλοι σταυροί σαν να ήσασταν συριζαίος νεοκόπος της πίστεως: αρκεί να σεμνύνεσθε διακριτικώς και πνευματοφόρως — οι ψηφοφόροι θα καταλάβουν. Αν είσθε πάλι αστίζων αντικληρικαλιστής δεξιός (της Droite, που λέγαμε) απλώς παραστείτε στις δοξολογίες σας τυπικά και ευθυτενώς, ενώ θα φαντασιώνεσθε τα όποια αστικής εσάνς βίτσια σας· σε καμμία περίπτωση να μην καταφύγετε σε ακρότητες χριστιανομάχου τροτσκιστή ή τρελιάρας αδερφής.

Θέλω, τέλος, μια Δεξιά ψύχραιμη. Όποιος έχει τους θεσμούς δικούς του δεν χρειάζεται να φοβάται αλλά ούτε να πείθει. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να ανοίγετε διάλογο με τους άλλους· αρκεί να διασπείρετε τις σωστές φήμες στις σωστές πηγές — και ας τρέχουνε μετά οι άλλοι να τις μαζεύουν και να τις αναιρούν προτού πλακωθούν στα σκαμπίλια μεταξύ τους για το ποιος τις αναιρεί καλύτερα. Πολλώ μάλλον δεν είναι σωστό να ανοίγει η Δεξιά συζητήσεις με επιχειρήματα: η μόρφωση είναι στα χέρια των άλλων, αφού αποτελεί το καταφύγιο κάθε μειονότητας και μη προνομιούχου που δεν έρχεται στη μεγάλη δεξιά παράταξη — τουλάχιστον μέχρι να επιτευχθεί η πλήρης ιδιωτικοποίησή της. Το πιο σημαντικό: ποτέ δεν πρέπει η Δεξιά να υπενθυμίζει ποιων τα συμφέροντα εξυπηρετεί και ποια μικρή πλην εκλεκτή κοινωνική μερίδα (σαν από πιάτο-ζωγραφιά τριάστερου Μισελέν) εξυπηρετεί και υπηρετεί. Η ψύχραιμη Δεξιά, αν πρέπει σώνει και καλά να απαντήσει, θα το πράξει με τη θυμοσοφία κακότροπου βασιλόφρονος εγκυκλοπαιδικής μορφώσεως ή με τη μοχθηρή ειρωνεία ξινής θείας.

Για σένα κάθε μου τραγούδι

Τώρα πια το ρεπερτόρια του σετ πόνος-θλίψη-χωρισμός και του στεγνού νταλκά και της άκαυλης επιθυμίας έχει εμπλουτιστεί με τα περί κέρατου-απιστίας, με αλκοολικούς ανθεμ-αμανέδες, με αυτοαναφορικά χορευτικά άσματα τύπου «χορεύω-χορεύεις-χορεύουμε-χορεύτε» και με μαϊμουδίσματα γκάνγκστα φαντασιώσεων.
Πρέπει όλοι οι μουσικόφιλοι αναγνώστες να μελετήσουμε τη μικρή ανθολογία που μας χάρισε σήμερα το πρωί ο Γιάννης Βαρβάκης. Έχει κάνει πολύ καλή δουλειά, σε βαθμό που σκέφτομαι ότι θα μπορούσα να συνεργαστώ μαζί του ενδεχομένως.
Η ανθολογία χωρίζεται στα από πάνω (πιο ψαγμένου επιλογές) και στα από κάτω (πιο λαϊκοπόπ). Βεβαίως οι λαϊκοπόπ επιλογές υπερτερούνε ως προς τα βίντεο και γενικά ως προς το εικαστικό-οπτικό σκέλος, συνήθως τουλάχιστον. Επίσης, συνήθως, έχουν πρόβλημα με τον στίχο. Αυτό το πρόβλημα αφορά και ευρύτερα το ελληνικό τραγούδι. Πριν περίπου δέκα χρόνια το διατύπωσα ως εξής:
«[Α]ν απογυμνώσετε από τη μουσική του το σύγχρονο ελληνικό τραγούδι [γενικά] θα βρεθείτε μπροστά σε μια θαυμαστή ομοιογένεια διάθεσης: αυτή του κλαψοκλάματος, του κλαψονταλκά και της κλαψοκλάψας. Πολλή κλάψα. Πολύ κλάμα. Δυστυχία. Χωρισμός. Πόνος. Ανείπωτος.
[…]
Αν το ψάξετε λίγο θα δείτε ότι γενικά υπάρχει ένα ‘συμβολικό’ έλλειμμα χαράς (ή, αν θέλετε, ποπ διάθεσης) στην ελληνική κοινωνία. Αυτό στο τραγούδι εκφράζεται κυρίως με δύο τρόπους: πρώτον, με την αλγολαγνική εμμονή σε θέματα πόνου, θλίψης, χωρισμού. […] Δεύτερον, […] με τα βικτωριανά μας ήθη. Άσκηση: πιάστε ένα οποιοδήποτε τραγούδι, […] μεταφράστε [το] στα αγγλικά. Βάλτε θαυμαστικό στο τέλος κάθε στίχου. Σαν τι μοιάζει; Σαν ελάσσονα βικτωριανά ποιηματάκια. Νοσταλγίες και πόνοι, θλίψεις και χωρισμοί, πάθη σεμνά χωρίς κορμιά, υγρά και τσαχπινιές.»
Τώρα πια, στα 2017, το ρεπερτόριο του σετ πόνος-θλίψη-χωρισμός και του στεγνού νταλκά και της άκαυλης επιθυμίας έχει εμπλουτιστεί με τα περί κέρατου-απιστίας, με αλκοολικούς άνθεμ-αμανέδες, με αυτοαναφορικά χορευτικά άσματα τύπου «χορεύω-χορεύεις-χορεύουμε-χορεύτε ρε» και με μαϊμουδίσματα χιπχόπ φαντασιώσεων.
Σχεδόν δεν βλέπουμε ότι πελώριο τμήμα της ανθρώπινης εμπειρίας που αλλού στιχουργείται εκτενώς και όχι πολύ παλιότερα στιχουργούνταν και στα μέρη μας παραμένει ανομολόγητο στην πιο ποπ τραγουδοποιΐα. Δεν υπάρχουνε πια τραγούδια για το ταξίδι, τη φυγή, τη δουλειά· ελάχιστα τραγουδιέται οτιδήποτε συλλογικό, η φτώχεια, η πολιτική (και δεν μιλάω για ρετρό προσκολλήσεις σε Θεοδωράκη κι αντάρτικα). Ελάχιστα τραγούδια πια μιλάνε για το ίδιο το σεξ χωρίς σεμνοτυφίες, για προσωπικές ιστορίες με τρόπο μπαλαντέ ή μη, για καθημερινές καταστάσεις και slices of life. Μια ευρεία παλέτα διαθέσεων και τρόπων, όπως η σάτιρα, ο τρόμος, η διακειμενικότητα (πέρα από το προφανές), η ανατροπή, το αλλόκοτο και το παράλογο, το κωμικό, η αναδιήγηση ιστοριών κ.ο.κ. βρίσκονται εκτός ποπ-λαϊκών στιχουργικών επιλογών και, αν αγγιχτούν, ακολουθούν την κουρασμένη μανιέρα της λεγόμενης έντεχνης στιχουργίας (η απήχηση του έντεχνου τελικά το καθιστά ένα είδος ποπ).
Όπως φαίνεται στην ανθολογία του Βαρβάκη, ελληνόφωνος στίχος που ξεφεύγει κάπως υπάγεται αυτομάτως σε κάποιο ευδιάκριτα περιγεγραμμένο υποείδος, που δεν προορίζεται συνήθως για ευρεία κατανάλωση.
Σαν χτες κυκλοφόρησε το Space Oddity, που μιλάει για κάποιον που χάθηκε στο διάστημα. Οι Midnight Oil έβαζαν τους εφήβους ανά τον κόσμο να χτυπιούνται μαζί τους για τον ξεριζωμό και την εξολόθρευση των Αβοριγίνων. To 2017 το χιτάκι της Jax Jones ακροβατεί θεματικά μεταξύ του «κακομαθημένου material girl» και του «ρίχνω χι στον βλαμμένο πέφτουλα». Δεν χορεύονται μόνο τα «πονώ-σε θέλω-χορεύω», με άλλα λόγια.

Ντου από παντού

Η μούργα κι η βρωμιά που είναι η Ελλάδα του 2017 δεν χρειάζεται άλλη παρουσίαση και περιγραφή: εξαθλίωση, εγκατάλειψη, ξεπούλημα, ναζί και κρυπτοφασίστες, υποταγή, χρηστοήθειες, φτώχεια παντού, εφησυχασμός, παπαδοκρατία, απελπισία, εθνικισμός, εξαπάτηση, πατριαρχία, συνωμοσιολογίες, εργολαβοκρατία, πουριτανισμός, καταφυγή στο ευτελές…

Το ζήτημα είναι πώς θα σπάσει αυτή η δυσώδης κρούστα που καλύπτει το (θέλουμε να πιστεύουμε) ωραίο σώμα μας.

Χρειάζεται ντου από παντού.

Οκέι, κατ’ αρχήν χρειάζεται ταξικό κοινωνικό κίνημα από κάτω, οριζόντια διαμορφωμένο και αυτοοργανωμένο. Αυτοί που πλήττονται αυτοί πρέπει να δράσουν. Άλλωστε την είδαμε την ανάθεση στον ΣΥΡΙΖΑ: υποκατέστησε την κοινωνική ατζέντα με χάδια στον καβάλο του ανώτερου κλήρου και με συγκυλισμούς με εθνικιστές και στρατόκαυλους — αφου αυτά θέλει ο «λαός» της απόγνωσης και του φαντασιακού τους. Το βλέπουμε το ΚΚΕ εδώ και δεκαετίες, μας βλέπει κι αυτό από τις κορφές της Γκιώνας που αστράφτουν από θύμησες και μεσσιανικές εξαγγελίες. Δεν μιλάω πια για Αριστερά, που παίζει με τον Αλτουσέρ, περιμένει να βγει ο Κούλης για να αντιπολιτεύεται χωρίς ενοχή και πλάθει σύνθετες λέξεις για να περιγράψει αυτά που αφορούνε λίγους και τους ίδιους. Και μιλάω για ταξικό κίνημα γιατί είδαμε πώς οι αταξικές αγανακτήσεις, οι «προς Θεού όχι διχόνοιες», οι πάνω πλατείες και τα φάσκελα, «τα κόμματα διχάζουν» και οι εθνικές ενότητες μάς έριξαν σε σωρραίους, σε λιτανείες με λείψανα, σε κομψές παραιτηθειάδες και σε κυριακάτικα κηρύγματα Ράμφου-Αρίστου-Χωμενίδη και δεν συμμαζεύεται.

Δεύτερον χρειάζεται μαζική επίθεση καμπ, κραγμενότητας και ξετσιπωσιάς: πρέπει να βγούμε όλοι με σαγιονάρες, με φτερά, με σπήντο, με γκλίτερ και μποντυπέιντ, ξεκάλτσωτες, με γυαλιά Έλτον Τζων και Χάρυ Κλυν, ξώβυζες, με νεροπίστολα, με φανελάκια Ατθίς και σορτσάκια λαϊκής και ό,τι άλλο να χορεύουμε και να κουνιόμαστε και να χοροπηδάμε και να τραγουδάμε φάλτσα στους δρόμους: χρειάζεται ένα Καρναβάλι δυο φορές τον μήνα, ένα πράιντ κάθε δυο μήνες, τακτικά πάρτυ στους δρόμους από τρανς άτομα (και «ειλικρινή» και «μέτα») και λεσβίες κομμάντο και απαίσιους θηλυπρεπείς βαμμένους που κάνουνε τον γκέι τον σωστό, τον βαρβάτο να φρίττει και να ντρέπεται (για να μην πω για τον νοικοκύρη, που ωστόσο δεν μασάει να εξηγεί στο παιδί του γιατί υπάρχουνε ζητιάνοι). Πρέπει να σπάσει αυτή η αηδία. Πρέπει επιτέλους να βγουνε στους δρόμους βλάσφημοι ερμοκοπίδες, τα ΑμεΑ, ζαβοί ποιητές, μπουτς κορίτσια που θέλουνε φαμ στοργή και τανάπαλιν, οι τρελοί του χωριού, ο Χριστοπιστίας. Πρέπει να σπάσουμε τη βιτρίνα μιας κοινωνίας που πέρασε από την αγροτοποιμενική βαρβαρότητα που κοίταζε προς Φανάρι μεριά σε μια φω αστική υπερκαθωσπρέπεια κι ευπρέπεια που κοιτάζει προς Σηκουάνα μεριά. Πρέπει να μπούμε στο μάτι όσων κλειδαμπαρώνουν τις ζωές των άλλων και ρυθμίζουν αυθαίρετα τι «θέλουμε να βλέπουμε» στους δρόμους μας, στον δημόσιο βίο και στις ζωές μας. Ναι, και πάλι από κάτω και αυτό το ντου.

Τρίτον, η εποχή απαιτεί σοβαρότητα ακριβώς επειδή οι ελίτ της εποχής είναι θρασείες κι η ίδια η εποχή εντελώς απορρυθμισμένη κι ό,τι να’ ναι, επειδή μας κοροϊδεύουν οι προνομιούχοι μέσα στα μούτρα μας σαν τον πρόεδρο Τραμπ και σαν τον Γκίκα Χαρδούβελη, που δεν ήξερε ότι πρέπει να υποβάλει πόθεν έσχες. Ακριβώς λοιπόν επειδή η εποχή είναι απορρυθμισμένη και οι ελίτ έχουνε ξεμπουρνταλιαστεί, η σοβαρότητα πρέπει να διακρίνει πια τις πράξεις, το έργο μας και τη δριμύτητα του χαβαλέ και της σάτιράς μας: όσο πιο οξύστομος ο αθέρας τους, τόσο πιο σοβαρός ο χαβαλές, τόσο πιο σοβαρή η σάτιρα. Πρέπει να πάρουμε αυτό που κάνουμε και αυτό που θέλουμε στα σοβαρά ώστε να κλωτσήσουμε ανελέητα τη σοβαροφάνεια και κάθε πρόσχημα που υποκαθιστά τη σοβαρότητα ώστε να παραμένει εύτακτη και τακτοποιημένη η βιτρίνα. Αυτό δούλευε τις εποχές της ανοχής και τις εποχές της σχετικής ασφάλειας και της σχετικής αφθονίας, αλλά αυτά τέλος πια: χαβαλέ και υπονόμευση παντού, σε κάθε βεβαιότητα κι ευπρέπεια μιας εκτραχηλισμένης κοινωνίας. Κανένα σεβασμό σε κανέναν που έχει προνόμια και θέλει να τα προασπιστεί και να τα επεκτείνει επικαλούμενος την μπάσταρδη «σοβαρότητα» των σοβαροφανών.

Τέταρτον, πρέπει να κάνουν εμφανή την παρουσία τους οι μειονότητες. Ένας Γιάννης Αντετοκούμπο δεν φέρνει την άνοιξη. Ρομά, Νέοι Κυψελιώτες και Πατησιώτες, Αλβανοί γεννημένοι στην Ελλάδα, όλοι όσοι δεν έχουν ή δεν θα είχαν ιθαγένεια αν της πέρναγε τότε της ΝΔ πρέπει να βγούνε και να ρίξουνε κάμποσα σβέλτα σκαμπιλάκια στην πλαγγόνα του ΕΟΤ εντός μας που λέγεται Ελλάδα-Έλληνες-Ορθοδοξία-Εθνική Ενότητα. Χιπ χοπ, γκράφιτι, ποιητικά τζαμαρίσματα — δεν ξέρω τι: όλα τώρα χρειάζονται. Μπας και βγει από το μυαλό του Έλληνα που μεγάλωσε σε σχολεία όπου ο χάρτης της Ελλάδας έπλεε μεταξύ μπλε θάλασσας και μπεζ νομανσλανδιών ότι είναι μοναδικός, επιούσιος, ξεχωριστός, θεοσκέπαστος. Ένας υπέροχα μπάσταρδος λαός είναι, όπως όλοι οι ας πούμε υπέροχοι λαοί, επιστάτης και τοποτηρητής αρχαιοτήτων. Αν Βαλκάνιοι και Τουρκόσποροι ήτανε κατάλληλοι για αυτόν τον ρόλο, γιατί όχι και όλοι όσοι αγαπούν και μεγαλώνουν σε αυτόν τον τόπο; Χρειαζόμαστε όλοι τη φωνή τους.

Τέλος, και το πιο δύσκολο, χρειαζόμαστε πια κριτικούς που δεν πίστεψαν ποτέ ότι μαθαίνεις να σκέφτεσαι γράφοντας εκθέσεις και μαθαίνοντας Αρχαία. Χρειαζόμαστε κριτικούς και γραφιάδες που δεν χρωστάνε χατήρια σε κανέναν κερατά και σε κανέναν πονηρό μαικηνίσκο, που ξέρουνε και πέντε γράμματα. Αυτούς τους χρειαζόμαστε πολύ, επίσης. Αλλά επειδή πια πέρασα στο σχεδόν ανέφικτο, σταματάω.

Τι θα μείνει από όλα αυτά κι αν έρθουν; Ίσως λίγα. Ίσως μια ανάμνηση ότι δεν είναι τα πάντα κανονικότητα κι αποκλεισμός και ΤΙΝΑ. Ίσως και η γνώση, που μια άλλη γενιά θα αξιοποιήσει, ότι μπορεί νὰ φωνάξει δυνατὰ γιὰ νὰ δείξει πῶς δὲν ἀπέθανε.

Η εικόνα είναι του Μπρύγκελ.

Εναντιοδρομία στη μνήμη

Όσοι χρησιμοποιούσαν τα μπλογκ για ημερολόγια σύντομα βρέθηκαν αντιμέτωποι με ένα παράδοξο.

Ας πούμε ότι κρατάτε ημερολόγιο γράφοντας σε ένα τετράδιο λιγότερο ή περισσότερο φανταιζί: από μπλε Διεθνές και Σούπερ μέχρι Moleskin. Ας πούμε ότι μετά από έξι μήνες ή έξι χρόνια το γεμίζετε. Τέλος, ας πούμε ότι μετά από καιρό το ξεφυλλίζετε: η διάταξη των εγγραφών ακολουθεί τη ροή του χρόνου κατά την περίοδο που κρατάγατε ημερολόγιο από το απώτερο παρελθόν προς το πιο πρόσφατο. Αν λ.χ. ξεκινήσατε το ημερολόγιό σας την άνοιξη του 2010 και το συμπληρώσατε τα Χριστούγεννα του 2016, η αλληλουχία των εγγραφών θα ακολουθεί το πέρασμα του χρόνου.

Αυτή είναι και η διεύθυνση της μνήμης συνήθως, όταν δεν χοροπηδάει μπρος-πίσω σε προλήψεις (flash forward) κι αναλήψεις (flashback): πάει όπως φυσάει ο χρόνος, ακολουθεί το πέρασμα του χρόνου. Διαβάζεις στην αρχή για την πρόσληψή σου και πολλές σελίδες μετά για την απόλυσή σου. Συνεπώς, διαβάζοντας το ημερολόγιό σου έχεις τη (μάλλον απατηλή) αίσθηση ότι ξαναζείς ένα τμήμα της ζωής σου.

Ας πούμε όμως τώρα ότι κρατάγατε ημερολόγιο σε μπλογκ, δίνοντας τοιουτοτρόπως την ευκαιρία και σε άλλους να σας λένε για τη ζωή σας ή, συχνότερα, να εκτιμήσουν τα αφηγηματικά σας χαρίσματα και την καλολογία σας. Τότε θα βρισκόσασταν αντιμέτωποι με το εξής: έχοντας ξεκινήσει το μπλογκ σας το 2004 και έχοντάς το κλείσει πανηγυρικά την άνοιξη του 2010 θα είχατε τις εγγραφές σας σε αντίστροφη χρονολογική σειρά. Πάνω πάνω θα διαβάζατε τα πιο πρόσφατα συμβάντα, συναισθήματα, ιδεοκοπήματα, βάσανα και μικρά θαύματα και σκρολάροντας προς τα κάτω ή γυρνώντας ηλεκτρονικές σελίδες θα προχωρούσατε προς τα πίσω, εναντιοδρομώντας, πηγαίνοντας progressively backwards.

Η μνήμη ωστόσο σπανίως καταφέρνει να ρέει αντίστροφα, δυσκολεύεται να πάει κόντρα στο ρεύμα του χρόνου. Εκεί όπου αρχίζει το μπλογκ διαβάζεις για την απόλυσή σου, πολλές σελίδες, πολλά ποστάκια-εγγραφές πιο κάτω βρίσκεται η είδηση της πρόσληψής σου. Συνεπώς, διαβάζοντας το βιωματικό μπλογκ σου έχεις την (εντελώς απατηλή) αίσθηση ότι ατενίζεις το αβέβαιο και ίσως αφελές παρελθόν σου με τη στερνή γνώση, το hindsight ενός σχετικού μέλλοντος.

Οδύσσεια

Όταν ήμουν έξι-εφτά χρονών το μόνο που ήθελα να κάνω ήτανε να διαβάζω, να βλέπω τηλεόραση (γι’ αυτό κι αποβλακώθηκα) και να πηγαίνω κάθε απόγευμα στο Κέντρο Νεότητας για να παίζω Οδύσσεια. Η Οδύσσεια ήταν ένα επιτραπέζιο παιχνίδι, καταπληκτικό ήταν, που παρακολουθούσε το ταξίδι του Οδυσσέα στη Μεσόγειο: οι Κίκονες στη Μαρώνεια, οι Λωτοφάγοι στη Λιβύη, η Κίρκη στην Έλβα, οι Λαιστρυγόνες μεταξύ Κορσικής και Γένουας. Η Καλυψώ στην άλλη άκρη, στο Γιβραλτάρ — εκεί από όπου κατάγεται η Μόλλυ Μπλουμ, η Πηνελόπη του Τζόυς.

*

Σκεφτόμουν την Οδύσσεια: θα ταξιδέψουμε, θα περιπλανηθούμε, θα έχουμε και Κίρκες και Καλυψώ, θα εναλλασσόμαστε στους ρόλους του Οδυσσέα και της Πηνελόπης, ή μάλλον θα είμαστε και οι δύο Οδυσσείς. Δεν θα είναι το ταξίδι του Νόστου ούτε νεκρός ούτε χαμένος χρόνος — πώς θα μπορούσε άλλωστε, αφού καταφέραμε να συναντηθούμε πριν χωριστούμε. Και λέω πως θα ανταμώσουμε και θα αναγνωριστούμε και το έπος θα τελειώσει εκεί όπου λένε κάποιοι φιλόλογοι ότι θα έπρεπε να τελειώνει η Οδύσσεια: στη ραψωδία ψ, πάνω στο χτιστό κρεβάτι.

*

Η Οδύσσεια είναι ένας κόσμος διαφορετικός από της Ιλιάδας. Όλη η Οδύσσεια προχωρεί με γυναίκες και από γυναίκες: η Ελένη στην Τηλεμάχεια, η Αθηνά (με τις μεταμορφώσεις της) παντού, και βέβαια: Κίρκη, Καλυψώ, Λευκοθέα, Ναυσικάα, Πηνελόπη.

*

Αναρωτιόμουν γιατί ο Οδυσσέας κάθησε εφτά ολόκληρα χρόνια στην Ωγυγία. Μας έλεγαν λοιπόν ότι δεν τον άφηνε να φύγει η Καλυψώ. Αυτό προκύπτει και ενδοκειμενικά: πάει ο Ερμής και της λέει «έλα, άσε τον άνθρωπο να φύγει». Κι αυτή πείθεται αμέσως, αφού το θέλουν οι Ολύμπιοι πού να μπλέξει, αφού όμως πρώτα τους τα χώσει ως εξής:

σχέτλιοί ἐστε, θεοί, ζηλήμονες ἔξοχον ἄλλων,
οἵ τε θεαῖς ἀγάασθε παρ᾽ ἀνδράσιν εὐνάζεσθαι
ἀμφαδίην, ἤν τίς τε φίλον ποιήσετ᾽ ἀκοίτην.

Και μετά βεβαίως ως θεά τον βοηθάει πολιτισμένα να φτιάξει τη σχεδία του και να αποπλεύσει, αφού της πει ο Οδυσσέας ότι είναι θεά και δεν συγκρίνεται με την Πηνελόπη και αφού

ἐλθόντες δ᾽ ἄρα τώ γε μυχῷ σπείους γλαφυροῖο
τερπέσθην φιλότητι, παρ᾽ ἀλλήλοισι μένοντες.

Όμως, αν το σκεφτεί κανείς, εφτά χρόνια. Και πότε, σε ποια φάση ακριβώς, άρχισε να κλαίει και να οδύρεται και να αποζητά νόστομον ήμαρ; Λίγο πριν ενδιαφερθούν οι θεοί; Μήνες πριν; Χρόνια πριν;

*

Άραγε, ακόμα μια άνοιξη μετά, εσύ έκανες όσα έκανες σ’ εμένα και με ξαναέκανες χωρίς να χρειαστεί να με ξεκάνεις πρώτα, ή εγώ τα πρόσφερα στον εαυτό μου με αφορμή εσένα; Η απάντηση έχει δοθεί αμετάκλητα. Εσύ με έπλασες και με απελευθέρωσες.

*

Είμαι σημαντική γιατι με έκανες και εσύ σημαντική
και αυτό που είμαι·
είσαι σημαντικός γιατί σε έκανα και εγώ σημαντικό.

*

Δεν την ξέρω την απάντηση. Πρέπει όμως να φανταστούμε τον Οδυσσέα ευτυχισμένο στην Ωγυγία. Και πόσο ανθρώπινος ο αποχωρισμός με τη θεά. Κάτι θέλει να πει ο ποιητής, κάτι που ο πολιτισμός μας δεν έχει μελετήσει αρκούντως την ανθρώπινη φύση για να το καταλάβει. Εφτά χρόνια.

*

Όταν είμαι κοντά σου και σε κοιτάζω γύρω πέφτει βαθειά ησυχία, νηνεμία.

*

Λέω καμμιά φορά ότι είμαι το ξενιτεμένο αγόρι σου, σαν κάτι ζευγάρια παλιακά που ζούσαν χωριστά για χρόνια, ο ένας στην Αστραλία κι η άλλη πέρα στ’ άστρα.

*

Το έπος της Οδύσσειας, έπος χωρίς μάχες, μεταφυσικό Αρτζούνα κι υπερφυσικούς τοξότες ή πεισματάρηδες πολεμιστές, ξεκινάει με την Καλυψώ. Αλλά στην υπόθεση, λόγω του in medias res, προηγείται η Κίρκη. Η Κίρκη είναι το προηγούμενο, κι ας έπεται στην αφήγηση.

Παρεξηγημένη η Κίρκη. Το ξέρω γιατί έχω γνωρισει πολλές Κίρκες, μένουνε σε ρετιρέ για να είναι κοντά στον πατέρα τους τον Ήλιο, στην Αιαία, που ο Όμηρος πρόφερε αϊαΐα.

Και η Κίρκη θεά, δεινὴ θεὸς αὐδήεσσα. Όλες οι ελεύθερες γυναίκες στον Όμηρο είναι θεές. Οι γυναίκες που μιλάνε, κι αυτές θεές με εξαίρεση τη Ναυσικάα και την Αρήτη στους Φαίακες, αλλά εκεί στη Σχερία είναι ελευθεριακοί κάπως. Οι υπόλοιπες αργαλειό κι εργόχειρο, σκλαβιά και μαλλιοτράβηγμα. Όπως και σήμερα, δηλαδή.

*

Όταν σηκώνομαι από πλάι σου
και μυρίζω όπως εσύ
και μυρίζω σαν εσένα
σκέφτομαι πως η ζωή δεν είναι μόνο
αβελτηρία
φόροι
ιατρικές εξετάσεις
τζάμπα θάνατοι παιδιών σε ξένες χώρες,
σκέφτομαι πως η ζωή καλή είναι.

*

Μαζί με την Κίρκη έμεινε ο Οδυσσέας έναν χρόνο. Μετά τις αρχικές παρεξηγήσεις, τα βρήκανε λαγνικώς: πήγε να τον κάνει γουρούνι (τα γουρούνια είναι μετωνυμία της τρυφυλής μακαριότητας, όχι ιουδαϊκό μίασμα), αυτός τής τσαμπουκαλεύτηκε αφού είχει πιει μώλυ (…)· να μην τα πολυλογούμε, σημασία έχει ότι τελικά τα βρήκανε. Γιατί εδώ ο Όμηρος μάς μιλάει για την αρχική αδεξιότητα που ταλαιπωρεί όσους σμίγουνε για πρώτη (και δεύτερη και τρίτη) φορά. Τα έχουνε πει αυτά οι σοφοί: μετά τους 3-4 μήνες καταλαβαίνεις πώς και τι στις ερωτοπραξίες κι ό,τι τις συνοδεύει. Αν είσαι τυχερός. Γι’ αυτό λοιπόν κι ο Οδυσσέας το τραινάρισε λίγο, άλλωστε ο επόμενος προορισμός ήταν ο Άδης, που πάντ’ άγρυπνος μάς στέκεται τριγύρου κτλ.

Νομίζω ότι δεν ήτανε τόσο επιφανειακή η σχέση τους όσο θέλει να μας πείσει ο μονοθεϊσμός μας στις σχέσεις. Επίσης μού φαίνεται πως χώρισαν σαν φίλοι. Και από εκεί έφυγε γιατί πεθύμησε το σπίτι του ο Οδυσσέας. Στην Κίρκη κουβέντα για την Πηνελόπη.

*

Για την Πηνελόπη δεν θα πούμε τίποτα. Τα είπε ο Τζόυς, ο μισότυφλος Ιρλανδός. Σε ποιαν απευθύνεται όμως ο ποιητής, στη θεά Καλυψώ, στη μάγισσα Κίρκη ή στη σύντροφο Πηνελόπη, όταν της λέει 

Αγάπη σαν την δική σου δεν θα ξαναϋπάρξει και δεν υπάρχει απολύτως κανένας λόγος να ξαναϋπάρξει, ούτε και η δυνατότητα να ξαναϋπάρξει.

Στο διάκενο της αμφιβολίας

Τώρα που τα μπλογκ μοιάζουνε περιττά κι αξεχώριστα από την έντυπη δημοσιογραφία, αφού σιγά σιγά η έντυπη δημοσιογραφία μεταναστεύει στο διαδίκτυο, υπάρχει άραγε κάτι που να δικαιολογεί την ενασχόλησή μας με μπλογκοκείμενα και συναφείς κειμενικές απόπειρες; Ενδεχομένως, αλλά ο λόγος να συνεχίσουμε να ασχολούμαστε μαζί τους δεν είναι η όποια λογοτεχνικότητά τους, αφού όσοι παίρνουνε στα σοβαρά τη λογοτεχνικότητα των γραπτών τους καταφεύγουν αργά ή γρήγορα πίσω στο χαρτί. Πράγματι, μπορεί οι εφημερίδες και τα περιοδικά να πεθαίνουν αλλά το βιβλίο δεν φαίνεται να εκθρονίζεται ακόμα, δείτε πόσο περιορισμένη είναι η απήχηση πρακτικότατων κατά τα άλλα μέσων όπως το κιντλ. Γιατί τα κιντλ είναι βιβλία από τα λιντλ αφού η υλικότητα του βιβλίου είναι μέρος της γοητείας του, αντίθετα με την υλικότητα περιοδικών κι εφημερίδων, που πάντοτε έμοιαζε με καθέκαστο, αν όχι πρόσκομμα, άλλωστε γι’ αυτόν τον λόγο προσχώρησαν η μία μετά την άλλη οι εφημερίδες στο ταμπλόιντ, πολύ πριν εμφανιστεί ο ηλεκτρονικός αντίδικός τους.

Αυτό λοιπόν που μας κάνει να ασχολούμαστε ακόμα, στον βαθμό που ασχολούμαστε μαζί τους, με τα μπλογκ είναι ότι βρίσκονται στο διάκενο της αμφιβολίας, το οποίο ποικιλοτρόπως διαπλέουν διστακτικά ελπίζοντας να το χαρτογραφήσουν. Από τη μια πλευρά υπάρχει η ηπειρωτική γη της άγνοιας: όσα ξέρουμε ότι δεν γνωρίζουμε κι όσα δεν έχουμε ιδέα ότι δεν γνωρίζουμε. Για να αποφανθούμε γι’ αυτα υπάρχουνε πάντοτε μέσα όπως το τουίτερ, το φέισμπουκ, κτλ.: όλα αυτά τα καταιγιστικά μπουρμπούτσαλα όπου «αφήνεις απαλά» κάτι για να μαζέψει λάικ και μετά να λησμονηθεί, μη αρχειοθετήσιμο στο διηνηκές. Από την άλλη πλευρά βρίσκονται νησίδες βεβαιότητας: λ.χ. ο μηχανικός αυτοκινήτων ξέρει τι είναι το διαφορικό και θα σου το εξηγήσει με ό,τι μέσον μπορεί και πρέπει: άρθρο, βίντεο, διαφάνειες κτλ. Στο ενδιάμεσο διάκενο, της αμφιβολίας, βρίσκονται τα κείμενα που ανεβάζουμε στα μπλογκ.

Έτσι λοιπόν τα μπλογκ έχουνε γίνει πολύ λιγότερα, λιγότερο ημερολογιακά και λιγότερο βιωματικά και (ευτυχώς θε μου) λιγότερο αυτοαναφορικά. Ασχολούνται περισσότερο με αυτό που δεν χωράει πουθενά αλλού: καταγράφουν αυτό που η αμφιβολία δεν μας επιτρέπει να διατυπώσουμε ρητά και με σαφήνεια και αυτό που η σεμνότητα και η εχεφροσύνη μας υπενθυμίζουν ότι δεν κατέχουμε ακριβώς.

Από εδώ και μπρος υπάρχουνε δύο πιθανές εξελίξεις: μπορεί το μπλογκ ως κάτι που δεν είναι αρθρογραφία, δοκίμιο ή είδηση να σβήσει όπως μάλλον έσβησαν το χρονογράφημα παλιότερα και η επιφυλλίδα· ωστόσο, όπως κι άλλα είδη μεικτά αλλά (μάλλον) νόμιμα, μπορεί να εξελιχθεί σε αυτό ακριβώς το κειμενικό είδος που θα διαπραγματεύεται όσα βρίσκονται μέσα στο διάκενο της αμφιβολίας, ένα διάκενο φαρδύτερο από όσο θέλουμε να παραδεχόμαστε γαντζωμένοι σε φρούδες βεβαιότητες αλλά όχι τόσο χαοτικό και ασυνάρτητο όσο (και πάλι οι δογματισμοί και οι βεβαιότητες μας κάνουνε να) πιστεύουμε.

Η εικόνα από τον Codex Serafinianus.