Άλλο σημαία και άλλο θυρεός

Υπάρχει μία θεμελιώδης διαφορά μεταξύ σημαίας και θυρεού.

Ο θυρεός αποσκοπεί παραδοσιακά στο να συμπεριλάβει όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν ένα σύνολο, είτε αυτό το σύνολο είναι μία οικογένεια είτε είναι μία δυναστεία (οπότε πρόκειται για οικόσημο) είτε είναι ένα κράτος (οπότε πρόκειται για εθνόσημο) είτε οτιδήποτε άλλο.

Το τελευταίο βασιλικό οικόσημο

Παραδείγματος χάρη, το άνωθι οικόσημο περιέχει τον θυρεό της τότε βασιλικής οικογένειας, ο οποίος συμπεριλαμβάνει εμβλήματα όλων των κλάδων της οικογένειας των λεγόμενων Γλύξμπουργκ: κάτω αριστερά θα δείτε τον ισλανδικό μπακαλιάρο (ως πρώην κτήσης της Δανίας), πάνω αριστερά θα δείτε το οικόσημο των Δανών βασιλιάδων ― και πάει λέγοντας.

Απεναντίας η σημαία αποσκοπεί στο να συμβολίσει την αφαίρεση, το κοινό: αυτό που ενώνει τους πολλούς. Συνεπώς είναι αφαιρετική συνήθως, ενώ όταν πρέπει να συμπεριλάβει κάτι το ειδικό, το αποτυπώνει πάνω της ως θυρεό. Της ίδιας εποχής με το αποπάνω οικόσημο είναι η σημαία που χρησιμοποιούσε τότε το Βασίλειο της Ελλάδος:

Βασίλειο της Ελλάδος

Συνοψίζοντας, ενώ ο ρόλος του θυρεού (ή του λάβαρού, που απεικονίζει τον θυρεό) είναι να αποτυπώσει όλα τα συστατικά που απαρτίζουν κάτι, απεναντίας ο ρόλος της σημαίας είναι να αναδείξει ως σύμβολο ό,τι είναι κοινό, δηλαδή την αφαίρεση που θεωρούμε ότι μας ενώνει. Για αυτό άλλωστε και ιστορικά οι επιτυχημένες σημαίες είναι πολύ αφαιρετικές, περισσότερο σημεία παρά σύμβολα, και για αυτό ενίοτε αναζητούνται ερμηνείες εκ των υστέρων για τα; στοιχεία τους π.χ. για τα χρώματά τους. Παράδειγμα:

Ινδονησία

Με βάση τα παραπάνω, η ύπαρξη (πραγματική ή εικονική) πάνω από 50 σημαιών για υποομάδες ή κοινότητες εντός του κινήματος ΛΟΑΤΚΙ παραπέμπει μάλλον σε φατρίες, σινάφια, φράξιες και παρατάξεις, πάντως όχι σε κοινότητες ― ούτε βεβαίως σε Κινήματα.

Τα λάβαρα των 17 φατριών (contrade) της Σιένας

Τελετουργικώς ακάθαρτοι

Μιλάω πολλές φορές για αγροτοποιμενική ηθική και αγροτοποιμενικά ήθη, και είμαι βέβαιος ότι πάρα πολλοί αναγνώστες θεωρούν ότι πίσω από αυτούς τους περιγραφικούς χαρακτηρισμούς κρύβεται κάποιου είδους ξινός και λίγο σουσουδίστικος τάχα μπουρζουά ελιτισμός.

Όχι ακριβώς.

Ο ελληνικού τύπου πουριτανισμός και η ελληνικού τύπου μισανθρωπία αρθρώνονται όχι με βάση κάποιο σύστημα άτεγκτων αρχών, ακλόνητων αξιών ή με την απειλή θεοδικίας. Τουλάχιστον όχι στη βάση τους, ασχέτως τι αιτιολογήσεις δίνονται εκ των υστέρων. Ο ελληνικός πουριτανισμός είναι οικογενειοκεντρικός, τοπικιστικός και βασίζεται στην ομερτά. Όμως διακρίνεται και από κάτι άλλο: την έννοια του ακάθαρτου, του μαγαρίσματος.

Ας δούμε ένα κάπως σχηματικό παράδειγμα. Αν χρειαστεί να φιλοξενήσετε έναν πραγματικά βρώμικο και εξαθλιωμένο άστεγο στο σπίτι σας, από αυτούς που έχουν γδάρει οι δρόμοι, είμαι βέβαιος ότι όταν θα μπορέσει να πάει κάπου αλλού (ενδεχομένως κάπου καλύτερα) θα πάρετε τα σεντόνια και τις πετσέτες που χρησιμοποίησε και θα τα πλύνετε στους 90 βαθμούς, ώστε να βεβαιωθείτε ότι καθάρισαν, ενώ μετά θα πατήσετε και ένα καυτό σίδερο. Εάν ωστόσο είστε φορέας της αγροτοποιμενικής ηθικής, θα θεωρήσετε ότι τα κλινοσκεπάσματα και οι πετσέτες έχουν μαγαριστεί ανεπανόρθωτα ότι είναι πλέον μεταφυσικώς ακάθαρτά· συνεπώς η πρώτη σας ροπή θα είναι να τα πετάξετε ή και να τα κάψετε ― δεν λέω ότι θα το κάνετε οπωσδήποτε, ωστόσο αυτή θα είναι η πρώτη σας σκέψη.

Αυτό το υπόλειμμα μαγικής σκέψης, γραφικής ή μη, κάθε άλλο παρά περιορίζεται στον χώρο του φολκλόρ: σκεφτείτε λόγου χάρη πώς θα διαχειριστούν οι περισσότεροι Έλληνες τον ρουχισμό ενός πεθαμένου ή ακόμα καλύτερα πως θα χειριστούν οι περισσότεροι Έλληνες την πληροφορία ότι τους χαρίστηκαν ρούχα που ανήκαν σε πεθαμένο, ίδιος αν πέθανε φορώντας τα. Τα ρούχα αυτά όσο κι αν πλυθούν και σιδερωθούν θα παραμένουν ακάθαρτα και μαγαρισμένα: μολυσμένα από τον θάνατο.

Αντίστοιχα, όπως πολλοί γνωρίζουμε, οι περισσότεροι ορθόδοξοι Έλληνες είναι έτοιμοι να αποδεχτούν ότι δεν θα χειροτονηθούν ποτέ γυναίκες ακριβώς λόγω της έμμηνης ρήσης, ακόμα και τις μέρες που δεν έχουν οι γυναίκες περίοδο: το γεγονός ότι μπορεί να έχουν περίοδο ή ότι είχαν περίοδο τις καθιστά μαγικά ακάθαρτές.

Και βεβαίως η έννοια του μαγαρίσματος πάει πολύ πιο μακριά από αυτές τις μάλλον παραδοσιακές αντιδράσεις απέναντι στην τελετουργική καθαρότητα ή και στον θάνατο. Οι αφρικανοί και οι Ρομά, αλλά και ο αλλόθρησκοι και οι γενικότερα αλλόφυλοι, είναι κατά κάποιον τρόπο ακάθαρτοι. Είναι πολύ διαφωτιστικός η συνέπεια με την οποία θα αποφύγει ο λεγόμενος «μέσος Έλληνας» να αγγίξει ανθρώπους τους οποίους κατατάσσει στις παραπάνω κατηγορίες. Τα ίδια ισχύουν και για όσους είναι άρρωστοι π.χ. από καρκίνους που σίγουρα δεν μεταδίδονται με το άγγιγμα. Υπενθυμίζω τέλος ότι αντίστοιχες συμπεριφορές είχαν επιδείξει οι Βαλκάνιοι Έλληνες απέναντι στους Μικρασιάτες πρόσφυγες πριν από 100 περίπου χρόνια, χωρίς καν να βάλει κάποιος την συζήτηση τους πρόσφυγες του δικού μας αιώνα.

Για να γίνει συζήτηση ακόμα πιο δυσάρεστη, είναι προφανές ότι ο παθητικός ομοφυλόφιλος άνδρας αντιμετωπίζεται ακόμα και σήμερα διαφορετικά από ό,τι τα υπόλοιπα ΛΟΑΤΚΙ άτομα, ακριβώς επειδή είναι τελετουργικά ακάθαρτος με αντίστοιχους τρόπους. Και έτσι, εάν τα τρανς σώματα αντιμετωπίζονται ως κάτι τερατώδες (και όχι μόνο στον ελληνικό χώρο) οι μπότομ άντρες (στρέιτ ή γκέι) αντιμετωπίζονται ως ακάθαρτοι ― κι αυτό το αντανακλαστικό δεν ελλείπει εντελώς ακόμα και μέσα από τους κόλπους της κοινότητας ΛΟΑΤΚΙ.

Νομίζω λοιπόν ότι είναι χρήσιμο να τα έχουμε τα παραπάνω υπόψη όταν προσπαθούμε να σπάσουμε ρατσιστικές και ομοφοβικές συμπεριφορές και παρόμοια αντανακλαστικά. Πρέπει ακριβώς να έχουμε υπόψη ότι στην περίπτωση της δικής μας κοινωνίας οι συμπεριφορές αυτές και τα αντανακλαστικά αυτά δεν πηγάζουν από θρησκευτικές εντολές ή από κοινωνικές επιταγές, παρά από έναν μαγικό και τελετουργικό φόβο του Άλλου και του Ξένου ως σημαδεμένου και μαγαρισμένου.

40 χρόνια Μάνος Λοΐζος

Δεν είναι από τις συναυλίες που θα πήγαινα: δεν με ξετρελαίνουν τα μνημόσυνα. Όμως μόνο μνημόσυνο δεν ήταν, απουσίαζαν και τα μοιρολόγια και τα κλαμένα μπουζούκια.

Ωστόσο τραγουδούσαν η Μαρία Παπαγεωργίου, που μου αρέσει πολύ, και ο Βασίλης (ένας είναι).

Η αλήθεια είναι ότι ο Λοΐζος περιλαμβανόταν μεν στα σάουντρακ των παιδικών μου χρόνων αλλά είχα ξεχάσει πόσα τραγούδια είχε γράψει, πόσο διαφορετικά μεταξύ τους και πόσο σύνθετα είναι αυτά τα τραγούδια. Σε μια εποχή που οι ας πούμε ποιοτικοί συνθέτες και τραγουδοποιοί σερβίρουν στάνταρ μελωδίες και αρμονίες που αναγνωρίζονται από το τέταρτο μέτρο το πολύ (όταν δεν είναι όλα τους τα τραγούδια παραλλαγές ενός, καλή ώρα ο κατά τα άλλα συμπαθής Θανάσης ― ένας είναι), ο Λοΐζος ήταν συνθέτης. Συνθέτης στην περίπτωση αυτή σημαίνει ότι έγραφε από τσιφτετέλια μέχρι εμβατήρια, από ροκ ύμνους μέχρι θεοδωρακικά, από μπλουζιές και ζεϊμπέκικα μέχρι μπαλάντες κι ελαφρά άσματα. Και όχι, δεν αναγνωρίζεις σχεδόν ποτέ κάποια μελωδική ή μελωδική ή ρυθμική υπογραφή του.

Η συναυλία άνοιξε με το τον Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Πρέπει να έχω ακούσει αυτό το τραγούδι 167 φορές και ποτέ μα ποτέ δεν είχα σκεφτεί το αυτονόητο: είναι μια ωραία περιεκτική σύνοψη της ιστορίας του καπιταλισμού τον 20ο αιώνα ― και τον 21ο αιώνα, απ’ ό,τι φαίνεται. Σύντομα συνειδητοποίησα ότι το πρώτο μέρος της συναυλίας ήταν μια άτυπη αντιπολεμική συναυλία, χωρίς να ανακοινωθεί και να διακηρυχθεί τίποτα: τα τραγούδια μίλαγαν από μόνα τους και έλεγαν πολλά. Σε μια δεύτερη στιγμή επιφοίτησης συνειδητοποίησα ότι μέχρι και το Η μέρα εκείνη δεν θα αργήσει, που πάντα μου προκαλεί ένα σχεδόν αβάσταχτο πλάνταγμα, λέει ταυτόχρονα κάτι πολύ προσωπικό και κάτι πολύ συλλογικό.

Τα τραγούδια συνέχιζαν. Η Παπαγεωργίου έχει φωνή τρυφερή και μελίρρυτη αλλά ταυτόχρονα ρωμαλέα. Ο Βασίλης θα γίνει 72 και βάζει κάτω πολλούς της γενιάς του: όσο κι αν οι κάτω των 40 τον θεωρούν λιγάκι μαϊντανό, ο άνθρωπος μπορεί και τραγουδάει και πάντοτε ξεσηκώνει το κοινό του, άσε που δεν ξεφτιλίστηκε ποτέ σαν κάτι σαββόπουλους του κόσμου τούτου.

Τα τραγούδια εξηγούσαν γιατί γίνονται πόλεμοι και εισβολές πολύ πιο τίμια, τεκμηριωμένα και σοβαρά από τους αναλυτές των ΜΚΔ, που διυλίζουν κώνωπες και καταπίνουν δυο Κάιρα γκαμήλες, αρκεί οι γκαμήλες να φέρουν τα σωστά χρώματα κι εθνόσημα.

Κάποια στιγμή έπεσε βεβαίως και ο Τσε, ακόμα ένα τραγούδι που είναι πιο πολύπλοκο απ’ όσο συνήθως έμπαινα στον κόπο να αντιληφθώ. Τότε δεκάδες γροθιές υψώθηκαν στον αέρα ενώ το συνήθως ημιθανές κυπριακό συναυλιακό κοινό αναφλέχθηκε. Γενικά χαμός έγινε, αφού ήμουν στο τσακ να πιστέψω ότι οσονούπω εκπληρώνεται το ρηθέν υπό της Ρόζας αλλά αμέσως μετά έπεσε αυτό και ξεκαρδίστηκα στα γέλια· σκέφτηκα μάλιστα κάπως πικρόχολα ότι κάθε φορά που πάει να γίνει επανάσταση στον τόπο αυτό θα σκάσει πασοκάρα ή και σύριζας για να μαζέψουν το (όποιο) χαρτί.

Ολόκληρη η συναυλία ήταν υπέροχη, ένα από τα καλύτερα λάιβ που έχω πάει.

Οδηγώντας προς το σπίτι σκεφτόμουν τα προφανή:

Έχουμε συνθέτες σαν τον Λοΐζο σήμερα; δεν ξέρω, δεν ξέρω από μουσική, μόνο να την ακούω ξέρω.

Η εποχή μας είναι μουσικά άνοστη όχι επειδή ξέρω γω επικράτησε το χθαμαλό και το ευτελές και το σκυλοπόπ. Χθαμαλό κι ευτελές και λιγάκι σκουπιδαριό πάντοτε υπήρχε και, όσο κι αν σφίγγονται οι κάθε κνίτες και δανίκες, καλό κάνει κι αυτό αφού επιτελεί μια συγκεκριμένη πολύ χρήσιμη αν όχι απαραίτητη λειτουργία. Πάμε παρακάτω λοιπόν.

Το πρόβλημα της ελληνικής μουσικής το πρώτο τέταρτο του εικοστού πρώτου αιώνα δεν είναι η πλημμυρίδα του εύκολου και του έτοιμου αλλά η πλήρης χρεωκοπία του όποιου υψηλού. Διάδοχοι συνθετών όπως ο Λοΐζος ή και ο Μαρκόπουλος κι ο Ξαρχάκος καμώνονται πως είναι οι θλιβεροί εντεχνάδες, εκπρόσωποι μιας τάχα υψηλής κουλτούρας που έχει λιμνάσει στον επαρχιωτισμό και στην εσωστρέφεια των μουσικών τίποτα και των στιχουργικών μπουρδολογιών, αλλά με οριεντάλ ή αισθαντικές ενορχηστρώσεις. Τα τραγούδια π.χ. του Λοΐζου έπαιζαν με μουσικά είδη, τους έκλειναν το μάτι, ενώ στιχουργικά βρίσκονταν μεταξύ Προύσας και Χάρλεμ, Βιετνάμ και Ανατολικού Μετώπου, της αναπόφευκτης Κόκκινης Πλατείας, της ακόμα πιο αναπόφευκτης δικής μας Αμερικής και της εντελώς αναπόδραστης Κοκκινιάς.

Το έντεχνο έχει κάνει όλη την ελληνικότητα που μπορεί να βγάλει η Καλάματα, λεβάδεια ολόκληρα Ελληνικότητα. Όμως, όπως θα σας βεβαιώσει και ο πιο χαλάλ νεορθόδοξος, η ελληνικότητα δεν είναι ουσία και περιεχόμενο, είναι τρόπος. Με άλλα λόγια, η Ελληνικότητα είναι μπαφάκι: το πίνεις για να πας κάπου παραπέρα. Μπορείς βεβαίως ενίοτε να γράψεις ένα ή και δεκαπέντε τραγούδια για αυτήν, αλλά ο σκοπός είναι να σε πάει αλλού, έξω, πέρα: στο αύριο, στο ανώμαλο, στο ανθρώπινα συλλογικό, στο μακρινό, στο δικό σου, στη χαρά. Αλλιώς είναι μαστούρα ατελέσφορη, εσωστρέφεια όλο καντήφλα.

Οπότε ναι, υπό αυτές τις συνθήκες το τραγούδι που δεν είναι μόνο για ποτό, καημό, χορό, καυλάντα παύει να έχει οποιαδήποτε σχέση με τον κόσμο και με τα όνειρά μας. Δεν είναι απορίας άξιο που το δεξιό θράσος έρχεται λοιπόν να αντιπροσφέρει κάποιο φαντασιακό όραμα με όρους γκλαμ μισανθρωπίας. Και ναι, μιλάω για θράσος αμείωτο, επειδή δεξιά σημαίνει να απαιτείς να σε ακολουθούν πολλοί και να τους μοντάρεις και συλλογικό όραμα για να τους βρίσκεται, ενώ εκπροσωπείς τόσο λίγους.

Η Ιερουσαλήμ της σφαγής

Παγκάκι στη Δυτική Ιερουσαλήμ

Διαβάζω το Jerusalem: the Biography και πραγματικά έχω εντυπωσιαστεί. Ενώ ακόμα είμαι στον 12ο αιώνα, πριν τους Οθωμανούς και πολύ πριν το Παλαιστινιακό, η ιστορία της πόλης αυτής δεν είναι από την αρχή παρά η ιστορία ανελέητων κι αλλεπάλληλων σφαγών.

Αντιλαμβάνομαι ότι μια αναμενόμενη αντίδραση σε μια τέτοια γενίκευση είναι ότι, σιγά, αυτή είναι η φύση του πολέμου και αυτή είναι η ιστορία της ανθρωπότητας. Κι όμως, η Ιερουσαλήμ φαίνεται αφενός να ελκύει σφαγείς, πολλές φορές σε ταχύτατη εναλλαγή μεταξύ τους, όπου οι πολιορκούμενοι και σφάγια γίνονται σφαγείς και πολιορκητές και μετά τανάπαλιν, αφετέρου πολλοί από τους κατακτητές της έχουν την όρεξη και τη μανία να ξεθεμελιώνουν την πόλη ― συνήθως για να την ξαναχτίσουν μετά.

Εντωμεταξύ όλα αυτά ξεκινούν δυνατά πολύ πριν η Ιερουσαλήμ καταστεί ιερή πόλη τριών μονοθεϊστικών θρησκειών κτλ. και δεν συνδέονται απαραιτήτως με μία ή και δύο από τις εθνοτικές και θρησκευτικές ομάδες που την έχουν κατοικήσει: σε αυτή την πόλη σφάζουν όλοι και ισοπεδώνουν με διάφορες αφορμές και με ζήλο που πάει πέρα και από τον στυγνότερο εσχατολογικό φανατισμό.

Όπως είναι αναμενόμενο, δεν υπάρχει πουθενά η παραμικρή τοπογραφική αξιοπιστία, αν εξαιρέσει κανείς την (αρχική) θέση της Σιών, τη θέση του Ναού του Σολομώντα και αυτή του Γολγοθά. Ξεκινώντας από τα τοπωνύμια και τη σύγχυση που φέρνει μαζί της η πολυγλωσσία σε συνθήκες σχεδόν μόνιμης αμοιβαίας καχυποψίας μεταξύ εθνοτήτων, φατριών, φυλών, θρησκειών, και εξουσίας και λαού, τίποτε στην Ιερουσαλήμ που δεν έχει ανασκαφεί τους τελευταίους έναν-δύο αιώνες δεν είναι αξιόπιστο. Ο πύργος του Δαβίδ δεν είναι του Δαβίδ, η Χρυσή Πύλη δεν είναι η Χρυσή Πύλη, το Πραιτώριο δεν είναι στο Πραιτώριο, το Τέμενος του Ομάρ κατεδαφίστηκε και ξαναχτίστηκε κτλ. κτλ. Κάθε τόσο υποχωρεί το οδόστρωμα και πέφτουν πεζοί σε παμπάλαιους υπόγειους ομαδικούς τάφους που ξανακλείνονται άρον άρον.

Όντως unreal city. Και γιοα μένα ακόμα πιο απεχθής απ’ ό,τι πριν.

Boktan

Την προηγούμενη δεκαετία αναρωτιόταν ο Talos / Τάλως πώς η Ουγγαρία και η Πολωνία κατάντησαν τόσο γρήγορα από χώρες δημιουργίας πολιτισμού να γίνουν εστίες βαρβαρότητας και οπισθοδρόμησης.

Η απάντηση δόθηκε από την κατρακύλα της Ελλάδας μετά το ’16.

Προκειμένου να κλείσει οριστικά την αριστερή παρένθεση (που δεν ήταν ακριβώς αριστερή και, ελπίζω, καθόλου παρένθεση) της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, η Δεξιά επιστράτευσε τα Ουρούκ Χάι στις εφεδρείες της: τη γνωστή Οικογένεια.

Η Οικογένεια όντως χάρισε στη Δεξιά αυτό που ήθελε: τον κανιβαλισμό του πολιτικού συστήματος, την υποδούλωση του Τύπου (γατάκι Σαμαρά, πόσο πιο εύκολη θα ήταν η θητεία σου…), την αποκτήνωση των δημόσιων ηθών, την απεμπόληση της εθνικής κυριαρχίας και (πάνω απ’ όλα) την κουτάλα. Γιατί ας μη γελιόμαστε, δεν υπήρχε περίπτωση να χειροκροτάνε και να προσκυνάνε τον Πιθηκαλώπεκα οι νεοδημοκράτες αν δεν είχαν πάθει άγριο στερητικό λόγω έλλειψης κουτάλας, μήνες μόλις αφού ανέλαβε ο Σύριζα.

Η κουτάλα είναι η ζουζού και του λαϊκού και του τάχαμ αστού (…) δεξιού στην Ελλάδα: η ιδεολογία τους είναι ο βαθύς μαυραγοριτισμός.

Στην προσπάθειά της Οικογένειας να υποτάξουν και να απομυζήσουν οι στρατιές τους τα πάντα (με εμπροσθοφυλακή σύνταγμα πολυπληθών μετακλητών) διέθεταν ένα υπέροχο όπλο: την αποπληκτικής έντασης προπαγάνδα. Η προπαγάνδα αυτή βασίζεται στην αποσιώπηση και στην εν συνεχεία διατύπωση κάθε ζητήματος με όρους μνημονιακών διλημμάτων ― άλλωστε τα εκβιαστικά διλήμματα έχουν γενεαλογία που πάει μέχρι το «Καραμανλής ή τανκς».

Ας κάνουμε όμως λίγο ακόμα χαβαλέ με τον Πιθηκαλώπεκα και την απύθμενη αβελτηρία του, καλύτεροι ήταν οι άλλοι; Ειδικά εσείς, συντρόφια της πάρα πολύ πούρας υλικής πραγματικότητας, πείτε μας κι άλλο πόσο μαλακία είναι ο Σύριζας.

Γελοιογραφικές συγγένειες

Ένα από τα κάπως λησμονημένα έργα του Δημήτρη Χαντζόπουλου

Σχετικά με τις γελοιογραφίες του Πετρουλάκη και του Χαντζόπουλου εδώ και περίπου 15 χρόνια έχουν ειπωθεί αρκετά.

Η μεν γραμμή του Πετρουλάκη μάλλον θα ήθελε να ακολουθεί αυτή του μακαρίτη του Ιωάννου, ενώ οι μελανόμορφες συνθέσεις του Χαντζόπουλου επιτυγχάνουν την αποπροσωποποίηση των εχθρών αλλά και των ινδαλμάτων του, αφού οι χωρίς φυσιογνωμία μορφές του μετατρέπονται είτε σε καραγκιοζλίδικα μορμολύκεια (π.χ. Τσίπρας) είτε σε ανέκφραστα αρχέτυπα (π.χ Μητσοτάκης).

Και οι δύο αποτελούν ακόμα μια έκφραση της ελληνικής παλαιοκομμουνιστικής και παλαιοδεξιάς ρητορικής: αν κάποιος είναι κακός είναι κακός σε όλα. Η καταγωγή αυτής της ομογενοποίησης και γενίκευσης του κακού θυμίζει σοβιετικές καρικατούρες, αμερικανική υστερία του ’50 και, βεβαίως, κάτι κακάσχημους Εβραίους ως αρουραίους σε ασπρόμαυρα ζουρνάλ.

Κατά τους πολυτιμημένους σκιτσογράφους μας οι καταληψίες πρέπει να είναι και πουτινικοί, ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να είναι και ελαφρών ηθών, αν όχι το πολιτικό σκέλος της 17Ν και του Ρουβίκωνα, οι φοιτητές πρέπει να είναι και αυταρχικοί αν όχι πραξικοπηματίες. Ο Μητσοτάκης πατέρας δεν είναι παρά μια αρχοντική σκιά της οποίας ίσκιος είναι η Κρήτη (…) ― δείτε το πρώτο σχόλιο.

Όλα μπερδεύονται πικρά: ό,τι είναι κακό για τον μέσο Έλληνα συμφύρεται σε απρόσωπη μελανόμορφη φιγούρα στην περίπτωση του Χαντζόπουλου ή σε φευγαλέων γραμμών τρεμάμενο ανθρωπάκι στην περίπτωση του Πετρουλάκη.

Ο τόπος μας είναι κλειστός

Ανέκαθεν σε αυτόν τον τόπο η ζωή κάποιου κοστολογείται και ζυγίζεται ανάλογα με το πού ανήκει, με το τι κάνει στη ζωή και βεβαίως με το ποιανού είναι. Δεν ισχύει το «είμαστε όλοι άνθρωποι» όσο θα θέλαμε να ισχύει.

Ο Ζακ Κωστόπουλος και ο Νίκος Σαμπάνης, για εντελώς διαφορετικούς λόγους, δεν είναι ίσα κι όμοια με άλλους αδικοσκοτωμένους συνομηλίκους τους.

Ανέκαθεν σε αυτόν τον τόπο η νεότητα περιφρονείται, οι νέοι μαντρώνονται και τα νιάτα λοιδωρούνται. Έτσι γίνεται στους αδρούς και κακοτράχαλους τόπους.

Ίσως για μια εποχή πιστέψαμε ότι η Ορθοδοξία, οι Νεοέλληνες Διαφωτιστές, η επιλεκτικά κατασκευασμένη Παράδοση, το λείμμα μιας ηρωικής αλλά παραστρατημένης τελικά Αριστεράς ήταν στιγμιαίες λάμψεις μιας άλλης, ανώτερης, σχεδόν ουράνιας Ελλάδας.

Στην πραγματικότητα όμως αυτός ο τόπος έχει ζήσει υπερβολικά πολλούς αιώνες μακριά από μεγάλους δρόμους, μεγάλες πόλεις και μεγάλα πνευματικά κέντρα. Η κληρονομιά μας είναι η σκόνη και η λάσπη μιας τραχειάς επαρχίας η οποία πασχίζει να ντυθεί ομορφιές και ήθη ενός ελληνικού κόσμου που υπάρχει κυρίως ως κείμενα.

Ειδική Ειρηνευτική Επιχείρηση

Korkma, sönmez bu şafaklarda yüzen al sancak.

Ακολουθεί πρόχειρη μετάφραση του διαγγέλματος του προέδρου Ερντογάν.

Συμπατριώτες μου,

απευθύνομαι σε εσάς, το φιλειρηνικό αλλά ατρόμητο τουρκικό έθνος σε τούτη την ιστορική συγκυρία με αίσθημα βαθειάς ευθύνης αλλά και περηφάνειας.

Στις 6:21 μμ ακριβώς απόψε ξεκίνησε η Ειδική Ειρηνευτική Επιχείρηση Ομέρ για την αποκατάσταση της ιστορικής τάξης στη Βαλκανική Χερσόνησο. Σκοπός μας είναι να επαναφέρουμε την ειρήνη έξω από το κατώφλι της Μεγάλης Πατρίδας μας και να συμμαζέψουμε επιτέλους το χάος αιώνων που δημιούργησε μερικά χιλιόμετρα έξω από την Ιστανμπούλ το καθεστώς της Ελλάδας.

Η επέμβασή μας δεν είναι καιροσκοπική παρά προσεκτικά σχεδιασμένη και με αίσθημα ιστορικής ευθύνης. Δεν πρόκειται για κατακτητικό πόλεμο, ούτε για εχθρική ενέργεια κατά του λαού της Ελλάδος. Απεναντίας, προσδοκούμε ότι ο ελληνικός λαός θα μας υποδεχτεί ως ελευθερωτές.

Αποστολή μας είναι να βάλουμε ένα τέλος στη γάγγραινα του εθνικισμού, γάγγραινα που οι Έλληνες εθνικιστές έφεραν στη βαλκανική χερσόνησο, προκαλώντας ανείπωτη δυστυχία και συμφορές στα 200 χρόνια ύπαρξης του προτεκτοράτου τους.

Οι Έλληνες (Yunan) έφεραν το μόλυσμα του εθνικού κράτους μέσα στην πολυεθνική και ειρηνική Οθωμανική αυτοκρατορία πριν δύο αιώνες. Μετάγγισαν από τη Δύση μολυσμένο αίμα, αυτό του ξενόφερτου εθνικισμού, στην καρδιά της Ευρωπαϊκής Τουρκίας. Ξεσήκωσαν και τους υπόλοιπους λαούς της περιοχής, εγκαινιάζοντας έναν ολόκληρο αιώνα πολέμων, συνωμοσιών και βίας, αιώνα που τερμάτισε θριαμβευτικά ο Ατατούρκ μια για πάντα το 1922.

Αντίθετα με τους Ρωμιούς (Rum), που μέχρι να παρασυρθούν από τον τυχοδιωκτισμό του ελληνικού κράτους αποτελούσαν αναπόσπαστο και πολύτιμο μέρος της μεγάλης οθωμανικής οικογένειας, οι Έλληνες και το τεχνητό κράτος τους πάντοτε αποτελούσαν το μακρύ χέρι των ξένων στην περιοχή μας, των Βρετανών αλλά και των Γάλλων και των Ρώσων, με τους οποίους ποτέ δεν έπαψαν να συνεργάζονται μυστικά.

Το κράτος τους, ένα προτεκτοράτο των Βρετανών που πέρασε στη δικαιοδοσία των Αμερικανών το 1946 στην οποία και παρέμεινε έκτοτε, αποτέλεσε σταθερά εστία ανωμαλίας, συνωμοσίας και έντασης. Οπλισμένοι μέχρι τα αυτιά και θρασείς μόνον πόλεμο, αναταραχή και επιβουλές κατά των γειτόνων τους έχουν να επιδείξουν: 1852, 1897, 1908, 1912, 1913, 1919. Η ιστορία του είναι ιστορία επιβουλών, κατακτήσεων, προσαρτήσεων, εξαπάτησης μέχρι και το 1947.

Στο μεταξύ το τεχνητό αυτό κράτος και η απάνθρωπη ιδεολογία του ενέπνευσαν τους εθνικισμούς των Βούλγαρων και των Σέρβων, με τις γνωστές συνέπειες· τις πιο πρόσφατες από αυτές οι παλιότεροι τις θυμόμαστε ακόμα, από τη δεκαετία του 1990.

Ούτε καν η Ήττα τους στον Πόλεμο της Ανεξαρτησίας δεν στάθηκε ικανή να τους συνετίσει: οι επιβουλές τους συνεχίστηκαν, πάντοτε υπό την προστασία των ξένων και των Ευρωπαίων αφεντάδων τους, μέχρι και το 1974.

Μέχρι σήμερα παραμένουν οπλισμένοι μέχρι τα δόντια. Ενώ ο λαός τους πεινάει δαπανούν δισεκατομμύρια σε οπλισμό στραμμένο προς τις πόλεις μας στο Αιγαίο, το οποίο κρατούν πεισματικά δικό τους με το ναυτικό τους σαν φίμωτρο πάνω στις ακτές μας.

Συμπατριώτες μου,

δεν προσδοκούμε να κατακτήσουμε ολόκληρη την Ελλάδα. Σκοπός μας δεν είναι να κατακτήσουμε αλλά να ειρηνεύσουμε, όπως στην Κύπρο τον περασμένο αιώνα και στη Συρία πιο πρόσφατα.

Ήρθε η ώρα να ακρωτηριάσουμε το μολυσμένο από τον εθνικισμό και ξενοδουλία άκρο της Βαλκανικής, να επαναφέρουμε τη γειτονιά μας στην πολυεθνική κατάσταση που βρισκόταν πριν την μολύνει η ξενόφερτη ιδεολογία που βρίσκεται στη σάπια καρδιά του ελληνικού κράτους από τον καιρό της ίδρυσής του.

Θα χτίσουμε μαζί με τα υγιή στοιχεία του ελληνικού λαού μια Ελλάδα αποστρατικοποιημένη, καθαρή από τον εθνικισμό, που δεν θα είναι πράκτορας των ξένων στην περιοχή

Ζήτω ο Ατατούρκ. Ζήτω ο Τουρκικός Στρατός. Ειρήνη στην πατρίδα, ειρήνη στον κόσμο.

We don’t talk about Putin, no no no

Και καλά να μη θέλουν οι αδερφοί Κύπριοι να σεκλετίσουν τον Πούτιν, το καταλαβαίνω: προγεφύρωμα του ρωσικού κεφαλαίου στην ΕΕ είναι η χώρα τους, χαβιάρι ταΐζει ο Μεγαλορώσος τις ελίτ τους (έτσι μαθαίνω). Στην Ελλάδα γιατί τόση μέριμνα μη θίξουμε τον εισβολέα;

Γενικά, βλέπω κάτι υποχείρια της Πρεσβείας να κορυβαντιούν τώρα που επιτέλους ο εισβολέας δεν είναι το αφεντικό τους· βλέπω και κάτι ντεμέκ αντιμπεριαλιστές που έχουν πάθει άνοια και νομίζουν ότι βγήκε ο Ζούκοφ παγανιά και σαρώνει τα ναζίδια.

Άσε δε κάτι φασαίοι, που τον έπαιζαν με Κούρδισσες μαχήτριες και YPG / YPJ, που μας λένε τώρα ότι η ειρήνη είναι η απάντηση όποια κι αν είναι η ερώτηση.

Θα αυτοκτονήσω με μακαρονάδες πριν μπει το αλεύρι στο δελτίο.

Όχι Amadeus, ούτε Σαλιέρι, αλλά Franz Xaver Süssmayr

στον Κωνσταντίνο Πουλή, γι’ αυτό εδώ

Το θεατρικό του Πίτερ Σέφερ Αμαντέους, που έγινε ταινία από τον Μίλος Φόρμαν, διέσυρε για πάντα τον καλό άνθρωπο και άξιο συνθέτη Σαλιέρι: ένας φίλος του Μότσαρτ μεταμορφώθηκε μυθοπλαστικά στον δήμιό του και μάλλον έτσι θα παραμείνει για τους πολλούς.

Η μανία με τον Μότσαρτ δεν ξεκινάει βεβαίως με το Αμαντέους. Η εκστατική λατρεία της μεγαλύτερης μουσικής ιδιοφυίας που δεν είχε την ατυχία να γεννηθεί μέσα στην πείνα ή να τη θερίσει ο πόλεμος ή να την αφανίσει κάποιο μεγάλο συλλογικό γενοκτόνικο όραμα χρονολογείται από τον καιρό που βρισκόταν εν ζωή.

Ωστόσο το Αμαντέους ως έργο είναι τέκνο της εποχής μας, μιας εποχής που εκστασιάζεται με τις «νησίδες αριστείας» και με τη λάμψη της επιτυχίας. Ο Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ αναδεικνύεται από τον Σέφερ σε έμβλημα της φυσικής ανισότητας μεταξύ των ανθρώπων, και δη της μόνης αδιαμφισβήτητης: αυτής του ταλέντου. Το έμβλημα αυτό εμβαπτίζεται στον κοινό τόπο του 19ου αιώνα ότι η μεγαλοφυία συνοδεύεται από τρέλα, μισανθρωπία ή, όπως στην περίπτωση του ήρωα του Σέφερ, από επιπολαιότητα και από χυδαιότητα χαρακτήρα.

Ο Σαλιέρι δεν είναι λοιπόν παρά ο φθονερός μέτριος ο οποίος καίγεται από τη λάμψη της μεγαλοφυίας που προσεγγίζει, όπως πέφτουν τα κουνούπια στη φλόγα.

Το δίπολο Μότσαρτ-(πλαστός) Σαλιέρι είναι πια κοινός τόπος το ίδιο. Ένας Σαλιέρι θα πρέπει να ελπίζει να μην είναι τόσο άτυχος όσο το να βρεθεί σύγχρονος ενός Μότσαρτ. Αν όμως είναι τόσο άτυχος μπορεί να διαλέξει τον φθόνο για τον Αμαντέους ή (όπως είναι η χαρακτηριστική σκηνή στο έργο) να γίνει γραμματέας του καταγράφοντας το Confutatis.

Αυτά όσον αφορά την ιδεολογία της αριστείας που, λέει, είτε θα υπηρετούμε είτε θα φθονούμε ματαίως.

Μιλώντας όμως για το Requiem, που το υπεραγαπώ, ας μιλήσουμε για τον Franz Xaver Süssmayr. Μαθητής του Μότσαρτ, είναι ο συν-συνθέτης του έργου. Όπως και για τόσα άλλα πράγματα που έχουν να κάνουν με τον Μότσαρτ, έτσι κι εδώ υπάρχει πολλή φιλολογία, ιδίως στο σε ποιον βαθμό ακολούθησε οδηγίες του δασκάλου του και σε σε ποιον βαθμό αυτοσχεδίασε κι αυτενέργησε. Παλιότερα έλεγαν ότι μέχρι και η Lacrimosa είναι του Μότσαρτ ενώ τα υπόλοιπα σύνθεση του Συσμάγιερ, άλλοι έλεγαν ότι και για τα υπόλοιπα είχε αφήσει σημειώσεις ο Μότσαρτ κτλ.

Αν λοιπόν έγραφα κάτι μυθοπλαστικό για τον Μότσαρτ δεν θα τον έβαζα να φθονείται από κάποιον Σαλιέρι. Απεναντίας θα τον έβαζα να καθοδηγεί από το κρεβάτι του πόνου τον Συσμάγιερ για να γράψουν μαζί κάτι σαν κι αυτό το υπέροχο Domine Jesu Christe.

Εκεί όπου η εποχή θέλει να πακτώσει τον βράχο της μοναχικής αριστείας που τη χτυπάνε μάταια τα σαλιέρικα κύματα, εγώ θα έλεγα την ιστορία ενός πάρα πολύ τυχερού μαθητή που είχε το προνόμιο να συνθέσει κάτι μαζί με τον ανεπανάληπτο δάσκαλό του, να συνθέσει κάτι που πάει και λίγο παραπέρα από τις τυχόν ευκολίες τις οποίες παρείχαν στον Μότσαρτ το ταλέντο και η πείρα του.

Θα διάλεγα να μιλήσω για τη μοναδική ευτυχία και για το αδιανόητο προνόμιο να έχεις συνθέσει κάτι μαζί με μια μεγάλη μορφή, να έχεις υπάρξει συνεργάτης και μαθητής.

Θα υπαινισσόμουν το πώς η αλληλουχία μαθητών και δασκάλων οικοδομεί τη μεγάλη τέχνη και τη μεγάλη επιστήμη: σκεφτείτε τη διαλεκτική αλληλουχία Χάυντν, Μότσαρτ, Μπετόβεν, Σούμπερτ· σκεφτείτε τη μεγάλη κοινότητα που ξαναθεμελίωσε εκ βάθρων τη Φυσική τις πρώτες τέσσερις δεκαετίες του εικοστού αιώνα· αναλογιστείτε πού θα βρισκόμασταν χωρίς τις κάθε λογής Σχολές, αν κάθε Αμαντέους του κόσμου τούτου στεκόταν μοναχικός κι ανυπέρβλητος μα τελικά στείρος κι ατελέσφορος πάνω στη νησίδα της ατομικής αριστείας του.

Θα ονόμαζα το έργο Franz Xaver Süssmayr ή ο Μαθητής.