Μπόχα και δυσωδία

Καιρό είχε να με βάλει σε κίνηση ένα κείμενο μπλογκικό. Διάβασα λοιπόν αυτό:

Η βόλτα επίσης ψιλοανάγκαζε τον κόσμο να είναι καθαρός. Η πλειοψηφία του κόσμου έκανε μπάνιο σε σκάφη Σάββατο βράδι. Οικογενειακώς. Αλλά υπήρχαν πολλοί που δεν είχαν τουαλέτα, κι άλλοι τόσοι που δεν είχαν ζεστό νερό, εννοώ γκαζιέρα, και πλένονταν αραιότερα. Ισαμε μιά φορά τον μήνα. Κάτι ταλαίπωροι με λευκά στιβάλια και με μαντίλια στο κεφάλι ήταν Κρητικοί ζωοκλέφτες που τους είχαν επιβάλει εξορία στα μέρη μας, κι αυτοί ζούσαν χωρίς καμία υγιεινή. Μερικές φυλές (έτσι τους λέγαμε τότε τους διαπολιτισμένους) έκαναν μπάνιο τελετουργικώς Πάσχα και Χριστούγεννα. Πληθος παιδιών στην βόλτα ήταν από χωριά που δεν πήγαιναν με τα πόδια στο σπιτικό τους την Κυριακή (ΚΤΕΛ υπήρχε, αλλα η συγκοινωνία ήταν από μία έως τρείς φορές την εβδομάδα, κυρίως Πέμπτη που είχε παζάρι). Αυτά ζούσαν σε δωμάτια ανά τρία ή τέσσερα, πάλι χωρίς τουαλέτα, παρεκτός και έμεναν σε θείους. Ηταν σύνηθες στις αυλες να υπάρχει μία τουαλέτα έξω, αντί πόρτα μιά κουβέρτα και απαγόρευαν στα παιδιά τους να αφοδεύουν εκεί, οπότε οποιαδήποτε ώρα κάθονταν στις αυλές των σπιτιών τους και μετά χάζευαν την πράσινη μύγα, που γράφει και ο ποιητής.

Η βρωμιά δημιουργούσε κινήσεις του σώματος. Καθώς δεν υπήρχαν σλιπάκια, αλλα βρακοζώνια (το σλιπ «Ατθίς» εμφανίστηκε κοντά στο 1958, μαζί με το τσιγάρο φίλτρο, το νεσκαφέ και τα απορρυπάντικά Ρεφλέξ και Κλινέξ) οι εφηβικές παρέες περπατώντας, ενοχλούνταν από τον ιδρώτα τους ανάμεσα στα σκέλια και έκαναν μιά εντυπωσιακή κίνηση απομάκρυνσης των μηρών μεταξύ τους, απλωνοντας σαν τα χασαπόσκυλα το πόδι ολόκληρο στον αέρα λοξώς, γιά να ξεκολλήσει το άνω μέρος του μηρού από τα αιδοία. Κι επειδή ήταν πολύς ο κόσμος, και φοβόντουσαν οι πάντες τον ήχο και την κραυγή «α, ο κλανιάρης», οι πορδές ξαμολιούνταν στα δύο πέρατα της βόλτας, στο Χαζνέ και στη διασταύρωση προς παλιά αγορά, όπου στην άλλη πλευρά δεν υπηρχε κόσμος, άρα και μάρτυρας. Σε αυτά τα δύο μέρη, μύριζε ο αέρας χαρακτηριστικά.

Αυτό λοιπόν το κείμενο μού έκανε πάρα πολλή εντύπωση και το σκεφτόμουν ολόκληρο το σαββατοκύριακο, ακόμα ένα σαββατοκύριακο δουλειάς. Μου θύμισε κάτι που είχα γράψει εδώ:

Όταν έφτασαν οι παππούδες μου στα Φάρσαλα το 1923, όπου τους έστειλε το κράτος γιατί τους θεώρησε γεωργούς κι είχε και γη καβάτζα εκεί, έτρεξαν να πιούνε νερό στην πηγή της πλατείας. «Ούι μάνα μ’, κοίτα, πίνουν νερό οι αούντηδες» έλεγαν οι ντόπιοι. Επίσης ισχυρίζονταν ότι οι γυναίκες των τουρκόσπορων πλένονταν κάθε μέρα για να «βγάλουν τ’ Άγιο-Μύρον από πάνω τους» κι ότι γδυνόντουσαν πριν πέσουν στο κρεβάτι γιατί ήταν «παστρικιές».

Σκεφτόμουνα λοιπόν την ηπειρωτική Ελλάδα πριν το ’60, έναν κόσμο που κόλλαγε απαίσια, που η λέρα έκανε στρώσεις πάνω σου, όπου οι πολλές και γερές, αλλά μοιραία ματαιόπονες, μπουγάδες ήταν ο μόνος τρόπος να μη βρωμάς σαν ξεχασμένη ψαροκασέλα.

Πρώτα-πρώτα κατάλαβα πώς ένας τέτοιος κόσμος έχει πολύ διαφορετική άποψη για τον έρωτα από εμάς: δεδομένων των εκκρίσεων, της παρατεταμένης απλυσιάς και της τοπικής ή γενικής τριχοφυίας, τα προκαταρκτικά, τα χάδια, τα γλειψίματα, πιασίματα, τριψίματα και γενικά τα πολλά κόλπα και οι λιγωμένες τεχνικές ήταν εκτός μενού και για πολύ πολύ πρακτικούς λόγους. Δε θέλω να επεκταθώ, μεγάλα παιδιά είμαστε, αλλά φανταστείτε προφανέστατα λ.χ. τον στοματικό έρωτα στα παραπάνω συμφραζόμενα: οπωσδήποτε εκτός συζήτησης, εκτός από περιπτώσεις οξείας ιγμορίτιδας ή βαριού συναχιού. Ξαφνικά αντιλήφθηκα γιατί οι παστρικιές που λέγαμε, ιδίως στις πόλεις, πρόσφεραν εμπειρία τόσο ξεχωριστή και ζηλεμένη: όχι μόνο γιατί η πατριαρχία ευνούχιζε τις γυναίκες (που τις ευνούχιζε, αδιαμφισβήτητα) αλλά γιατί αλλιώς ζυγώνεις μια γυναίκα που μυρίζει σαπούνια, αρώματα και άγνωστα χημικά (π.χ. περμαγγανάτο), αλλιώς μια κακομοίρα που πλένεται μια φορά τη βδομάδα και αν. Φυσικά, οι μη εκδιδόμενες γυναίκες της υπαίθρου δεν είχαν, ως συνήθως, καμμιά επιλογή: ή θα έπαιρναν τον άπλυτο ή τίποτα. Δεδομένου ότι ο άπλυτος τις έβαζε σε έναν ατέλειωτο κύκλο εγκυμοσυνών (όχι όλων με ευτυχή κατάληξη), ξαφνικά καταλαβαίνω γιατί το σεξ ήτανε τόσο ελάχιστα θελκτικό για εκείνες.

Μετά πήγα λίγο παρακάτω. Είναι γνωστό ότι οι μουσουλμάνοι στις μεν πόλεις τρέχανε στα λουτρά και στα χαμάμια, όπως και οι χριστιανοί άλλωστε. Στην ύπαιθρο πάλι είχανε τουλάχιστον τους τελετουργικούς καθαρμούς πριν την προσευχή για να βελτιώνουν και την προσωπική τους υγιεινή (εκτός από την τελετουργική τους καθαρότητα) σχεδόν καθημερινά. Οι Καραγκούνηδες, οι γλίτσηδοι, οι μπαγιάτηδες, οι «ντόπιοι» (όλοι περιφρονητικοί όροι που χρησιμοποιούσαν οι πρόγονοί μου οι τουρκόσποροι — τα έχει πει ήδη ο Ηλίας Πετρόπουλος), αυτοί που περιγράφει ο Πετεφρής, άραγε έχασαν την επαφή με το πλύσιμο μέσα στον αντιμουσουλμανικό-αντιτούρκικο πυρετό του 1821-1913, καθώς η Τουρκία και και τα συνήθεια της αποτραβιόντουσαν από τη Βαλκανική; Δεν ξέρω, αφού από την άλλη έχεις π.χ. τις Εβραίες της Σαλονίκης, που (αν δώσω βάση στον παππού) μοσχοβολούσαν, ακόμα κι οι φτωχές. Δεν ξέρω, μακάρι να υπήρχε κανα βιβλίο να διαβάσω σχετικά.

Αναρωτιέμαι γενικά πότε σταμάτησαν οι Ελλαδίτες να πλένονται. Οι φτωχοί Ελλαδίτες της υπαίθρου. Η έλλειψη ζεστού νερού δεν είναι ιδιαίτερα πειστικό επιχείρημα: προκειμένου να πλένονται κανονικά, ο τουρκόσπορος παππούς στο χωριο (ο άλλος) έκαιγε πολύτιμα ξύλα θέρμανσης για να ζεσταίνει τον χειμώνα νερό στο «βαρέλι» — κάτι που του το αναγνώριζαν και διάφορες περιπλανώμενες κομπανίες ανταρτών από το 1946 μέχρι το 1949. Για πιο πίσω δεν ξέρω.

Πολυσφαιρικά πολυκλισέ — ασκήσεις ύφους

Γυναικών σύναξη: χτύπησε κόκκινο το… άρωμα γυναίκας.

Η κούραση των ελληνικών μέσων, η χαζαμάρα, η προχειρότητα, η ευκολία.

Η διαχρονική έννοια της παραδοσιακής κοινότητας, όπως εγγράφεται στο DNA της φυλής μας και μετουσιώνεται σε τέχνη, αντιμέτωπη με τον ψυχρό ορθολογισμό, τη χολυγουντιανή ρηχότητα και τον αμερικανικό διδακτισμό.

Η αβελτηρία της ελληνικής «σκέψης», η χαζαμάρα, η προχειρότητα, η ευκολία.

(Ένα τρίτο με αθλητικά ας το συμπληρώσουνε στα σχόλια όσοι τα παρακολουθούν.)

Eine deutsche Kindergeschichte

Χτενισμένα αποσπάσματα από τσατ με φίλο, αφού κατάφερα απόψε να δω τη Λευκή Κορδέλα του Haneke. Ο φίλος μου έχει χαρακτηρίσει την ταινία «Ψυχρή αλλά όμορφη. Όμορφη αλλά ψυχρή.»

Ξέρεις ποιο είναι το θέμα; οι Έλληνες ταυτίζουμε τον πόνο με την κραυγή, το σοκ, τη λαβωματιά. Ο πραγματικός πόνος είναι μετά: το μούδιασμα, η βουβαμάρα, η μοναξιά, η απουσία, το πρωινό ξύπνημα λίγο πριν συνειδητοποιήσεις ότι κάποιος ή κάτι λείπει. Οι μεσογειακοί προτιμούμε να ξεχνάμε, κι όταν πρέπει να μιλήσουμε για πόνο μιλάμε για σκουξιές και κραυγές˙ οι βόρειοι κάθονται και τα σκέφτονται αυτά (λ.χ. το μούδιασμα, η βουβαμάρα, η μοναξιά, η απουσία κτλ.), γι’ αυτούς αυτά είναι ο πόνος.

[…]

Τελικά είναι πολύ δύσκολο να μιλήσεις για τον πόνο. Το σεξ είναι τελικά εύκολο: εισάγεις λίγη αμηχανία, λίγη ενατένιση του ενός από τον άλλο και πάει η «πορνογραφική» ματιά περίπατο — εξού και το σουξέ που έχουνε πια οι ερασιτεχνικές και οι ψευδοερασιτεχνικές τσόντες. Αλλά για τον πόνο πώς μιλάς;

θυμήσου τη σκηνή με το παιδάκι που ρωτάει την αδερφή του τι είναι θάνατος. Η σκηνή αυτή είναι επίδειξη δεξιοτεχνίας και ισορροπίας από τον Χάνεκε γιατί είναι 99,9% σίγουρο ότι θα σου βγει βασιλάκης καΐλας. Ο τύπος πετυχαίνει το 0,1%.

Κ: μωρέ Καϊλας δεν είναι, αλλά είναι και στο άλλο άκρο

[…]

Θέλετε ιταλιάνους με φανελάκια να γκαρίζουνε τρώγοντας μακαρόνια πάνω στη φορμάικα.

Κ: Έτσι: φανελάκια γεμάτα κηλιδες σάλτσας.

Οι Κασσάνδρες θα διαψευστούν

Αμήν Παναγίτσα μου.

Ακολουθεί απόσπασμα ιμέιλ μου σε φίλο με διορθώσεις και μικροπροσθήκες:

Εννοείται ότι η κυβέρνηση (που θα μπορούσε να εξελιχθεί στην καλύτερη μεταπολεμική εάν ο Πάγκαλος ξεκουμπιζότανε για κανα σπα μέχρι το 2020) θα αντιμετωπίσει τρομακτικά προβλήματα. Φοβάμαι πάρα πολύ την πιθανή έξωση από την ευρωζώνη: τότε και θα γίνουμε υπο-Βουλγαρία και θα πανηγυρίζουμε σαν ηλίθιοι που θα ξαναμπορούμε να υποτιμήσουμε ανδρεοπαπανδρεϊκά το νόμισμα (ώστε να μην αλλάξει τίποτα).

Ο Παπανδρέου είναι διστακτικός γιατί από τον καιρό του αλιτήριου πατέρα του (και με εξαίρεση τον γνήσια και εντελώς γκάου, με την καλή αλλά και με την πολύ κακή έννοια, Σημίτη) όλοι κυβερνάνε με γνώμονα μόνο το πολιτικό κόστος. Το οποίο θα είναι και αναπόφευκτο και καταιγιστικό, αφού ο κόσμος θα στενάξει.

Τα πράγματα χειροτερεύουν και για την κυβέρνηση αλλά, κυρίως, για τη χώρα και επειδή ο κόσμος (να πω «ο λαός»;) αντιδράει με τρεις τρόπους που δείχνουνε ότι από τη δεκαετία του ’70 έχουμε πισωγυρίσει σε πολιτικό πρωτογονισμό (και πάλι «ως λαός»):

α. Είμαστε πεπεισμένοι ότι φταίει κάποιος άλλος: λ.χ. οι Γερμανοί ή οι πλούσιοι. Οι Γερμανοί δε θέλουνε να χαρτζιλικώσουν ένα κράτος που λέει ψέματα για τους δείκτες της οικονομίας του από (τουλάχιστον) τα τέλη της δεκαετίας του ’90. Κι εμείς αυτό θα κάναμε εάν, λ.χ. μας ζητούσε η Αλβανία να τη στηρίξουμε. Επίσης, δε φταίνε μόνο οι πλούσιοι: είπαμε, η διαφθορά και η κακοδιαχείριση είναι πια πλήρως μαζικοποιημένες και εκλαϊκευμένες, όπως και η παραοικονομία. Συνυφασμένη με αυτή την πεποίθησή μας (ότι φταίει άλλος) ειναι κι ότι τελικά κάποιος (άλλος) θα μας ξελασπώσει.

β. Κανείς, βεβαίως, δε θέλει να αλλάξει τίποτα στη σπάταλη και υψηλού κόστους ζωή του. Η λογική της θυσίας για το κοινό καλό (που προϋποθέτει συλλογικότητα και αλληλεγγύη μπλα-μπλα-μπλα) απλώς δεν υπάρχει. Άλλωστε όλοι μας είμαστε πολύ έξυπνοι και γι’ αυτό κανείς δε θέλει να πιαστεί κορόιδο

γ. Εδώ και μια δεκαετία ήδη πραγματικά υποφέρει πολύς κόσμος. Όταν όσοι υποφέρουν εξαθλιωθούν, θα εξεγερθούν (ελπίζω), αλλά οι υπόλοιποι απλώς θα τους φερθούν όπως φέρθηκαν επί Χούντας, όπως γενικά ξέρουν: παγερά, με εχθρότητα και αποστροφή, κοιτώντας τη δουλειά τους. Κάτι είχε πει κάπου ο Ξυδάκης για εμφύλιο (αλλά το απέκλεισε απευχόμενός το).

Όπως βλέπεις, έχω στ’ αλήθεια φρικάρει. Πολύ.

Χοντρά δάχτυλα και μεμονωμένα περιστατικά

Οι Αμερικάνοι έχουνε τον Θείο Σαμ, οι Βρετανοί την Μπριτάνια, οι Γάλλοι το ξέκωλο τη Μαριάν. Εμείς δεν ξέρω τι έχουμε. Πάντως πρέπει να είναι άντρας (οπωσδήποτε), λίγδας, με πονηρό βλέμμα και με πολύ χοντρά δάχτυλα. Ας τον πούμε Νικηφόρο-Αλέξανδρο (κατά το πάλαι κολωνακιώτικο και νυν πανελλήνιο χούι να δίνουμε στα παιδιά δύο ονόματα, αμφότερα στομφώδη κι ανυπόφορα, κατά προτίμηση).

Τα χοντρά δάχτυλα είναι πρακτικά. Δε βοηθούν όταν παίζεις πιάνο, αλλά αυτά είναι για πούστηδες, ξενέρωτους και γεροντοκόρες. Τα χοντρά δάχτυλα όμως είναι χρήσιμα όταν θες να κρύβεσαι από πίσω τους. Όταν λόγου χάρη θες να πείσεις όλον τον κόσμο ότι δεν είσαι κοπρόσκυλο που δεν παράγει τίποτα και που τρώει και πίνει και αγοράζει σαλοτραπεζαρίες με δανεικά. Όταν θες να πείσεις τον πλανήτη για το αθληταράδικο DNA σου φτιάχνοντας πρωταθλητές με αναβολικά ενώ οι λοιποί παχυσαρκούν και αθλούνται μόνο κρατώντας το κινητό πλάι στο αυτί τους. Όταν περνιέσαι για λαός εραστών αντρών κι ερασμίων γυναικών παρά… Όταν θες να επιμένεις ότι ο αντισημιτισμός και ο ρατσισμός σου — οι βασικοί τρόποι με τους οποίους το σχολείο σου επί 170 χρόνια σου φτιάχνει εθνική συνείδηση, μαγαρίζοντας τη χαρά του να μπορείς να αυτοαποκαλείσαι Έλληνας ίσως αμετάκλητα — είναι μεμονωμένα περιστατικά.

Έτσι, κρυβόμαστε πίσω απ’ τα χοντρά μας δάχτυλα. Ο Τούρκος και ο Εβραίος είναι οι εχθροί μας, ο Γύφτος κλέφτης και μίασμα που περπατάει, ο Βούλγαρος ζώο πίσω από το Παραπέτασμα, οι υπόλοιποι όλο και καποιο κουσούρι έχουν. Έτσι μεγάλωσα εγώ στην Αθήνα, ανάμεσα στους τριχωτούς αριστερούς και τις τριχωτές αριστερές, κατά τη διάρκεια της Μεταπολίτευσης και του παπανδρεϊκού ΠΑΣΟΚ και της σύντομης νεορθόδοξης παλινόρθωσης. Μάλλον όμως μόνον εγώ τα θυμάμαι. Μεμονωμένο περιστατικό είμαι κι εγώ. Τουλάχιστον δεν έχω χοντρά δάχτυλα. Κοντά τα έχω.

Αυτοβιογραφισμός

Προσπαθώ να μη γράψω αυτό το ποστ εδώ και τρεις βδομάδες. Έγραψα άλλα. Έβαλα τη Σάσα Μπάστα. Αλλά αυτό το ποστ μου έχει σβερκωθεί και με χρησιμοποιεί ως μέντιουμ για να το απαγγέλλω σε κόσμο που συναντώ. Πράγμα που είναι ντροπή: δεν μπορεί να είμαι το φερέφωνο ενός ποστ. Οπότε το ξεφορτώνω εδώ, όπως η μπετονιέρα το τσιμέντο, να ξεμπερδεύω και μ’ αυτό.

Όταν έφτασα στην Κύπρο το 2002, δεν ήθελα με τίποτα να φύγω από την Αγγλία. Τελικά τυχερός στάθηκα, αφού η Αγγλία συνεχώς ανευρίσκει κι εφαρμόζει ευρηματικές μεθόδους αυτοκαταστροφής και αυτοξεχαρβάλωσης.

Όταν έφτασα στην Κύπρο το 2002 μου ήρθε να πεθάνω. Κάποιους λόγους τους υπαινίχθηκα πριν δύο χρόνια αλλά το πώς και το γιατί δεν έχει σημασία, δεν είναι το θέμα μας η Κύπρος. Ήρθα στην Κύπρο και λιγουρευόμουνα την Ελλάδα.

Λιγουρευόμουνα μια χώρα που ανέβαινε. Εντάξει, πάντα με τον ακανόνιστο ελληνικό λόξυγγα που σε ρίχνει από το ποδήλατο αλλά σε γενικές γραμμές ανέβαινε. Η μεγάλη γκρίζα-μπεζ μάζα στον χάρτη (οι πρώην χώρες του Παραπετάσματος, ντε) και η πυκνή γκρίζα-μπεζ θολούρα του παπανδρεϊκού πατριωτισμού-ομφαλοσκοπισμού που μας χώριζαν από την υπόλοιπη ΕΕ φαίνονταν να συρρικώνονται. Οι Αθηναίοι θα έχαναν για λίγο τη διαρκή τους κακομουτσουνοσύνη, αφού η Ελλάδα ετοιμαζόταν για τους Ολυμπιακούς (που, για όσους γκρινιάζουν και κλαίνε τη χαμένη παρθενιά των ατάραχων νάιντιζ, ήτανε μια απέραντη τρελή αλλά όμορφη γιορτή) και έμπαινε στο ευρώ. Καινούργια πράγματα ανέβαιναν, γειτονιές, κινήσεις, εθελοντισμοί, κινήματα, κουνήματα, υδροπλάνα για Γιάννενα, Πάτρα και Κέρκυρα, καινούργιες ιδέες, καινούργια έντυπα. Οι μετανάστες κυκλοφορούσαν πια χορτάτοι και καλοντυμένοι στους δρόμους — τουλάχιστον η πρώτη γενιά, οι Πόντιοι και οι Αλβανοί που είχαν αφιχθεί δέκα χρόνια πρωτύτερα. Ήτανε καταδίκη να είσαι μακριά από την Ελλάδα, στην περίπτωσή μου, μακριά από την Αθήνα. Εξορία. Κόμης Μοντεχρίστος.

2010. Οχτώ χρόνια μετά, πέντε από τα οποία υπό τη διακυβέρνηση του Αρχιμπουνταλά. Η γνώμη μου για την Ελλάδα σήμερα είναι γνωστή, έχετε σιχαθεί να τη διαβάζετε. Στο μεταξύ η Κύπρος (που δεν είναι το θέμα μας) μπήκε στην ΕΕ (το 2004). Μέσα σε έξι χρόνια εκμεταλλεύθηκε πλήρως τις ευκαιρίες που της έδωσε η ένταξη και μεταμορφώνεται από ένας καφρότοπος στις παρυφές της Μέσης Ανατολής στην Εσθονία της Μεσογείου: νέες υποδομές, ανέλπιστα ανοίγματα, σοβαροί πειραματισμοί, έμφαση στις τέχνες, ακόμα και κοινωνική αλλαγή — ακόμα και αλλαγή στη νοοτροπία (που υποτίθεται ότι συνοψίζει την ελληνική κακοδαιμονία). Mutatis mutandis, η Κύπρος μεταλλάσσεται σε κάτι αντίστοιχο της Ελλάδας του 2010, όπως τη φανταζόμασταν το 2004. Δε θα επεκταθώ.

Ένα θα πω: σε μια χώρα που δεν έχει συγκοινωνίες (λόγω δεκαετιών καφρίλας και νεοπλουτισμού), αποφάσισαν ότι ήρθε η ώρα οι πόλεις να αποκτήσουν τζάμπα ποδήλατα (ναι, α λα Άμστερνταμ, Παρίσι, Βαρκελώνη), θυμήθηκαν ότι μέχρι πριν 30-40 χρόνια όλοι με ποδήλατα κυκλοφορούσαν. Κι έφεραν τον Ολλανδό που είναι επικεφαλής στο Άμστερνταμ του συστήματος για να τους πει πώς γίνεται. Ξέροντας τους Ελληνοκύπριους (πια), είμαι σίγουρος ότι λάου-λάου θα το εφαρμόσουν και θα το στηρίξουν το τζάμπα ποδήλατο. Όπως εφάρμοσαν και στηρίζουν την ανακύκλωση (ενώ στην Αθήνα οι κάδοι της ανακύκλωσης είναι συμπληρωματικοί για σκουπίδια). Όπως εφάρμοσαν και στηρίζουν τις ανεξάρτητες αρχές.

Όπως εφάρμοσαν και στηρίζουν την ηλεκτρονική διακυβέρνηση: έκανα χτες τη φορολογική μου δήλωση ονλάιν. Η συμβία, που ξέχασε τον κωδικό της, τον ζήτησε με ιμέιλ χτες το βράδυ, τον πήρε σήμερα στις 11. Την Εφορία της επαρχίας Λευκωσίας (250.000 πληθυσμός) τη στελεχώνουν συνολικά το πολύ καμμιά πενηνταριά άτομα. Όσα τη ΔΟΥ στην Αθήνα στην οποία ανήκω.

Λοιπόν, το έβγαλα το ποστ από πάνω μου. Πάω να πιω κανα κρασί.

Το βέλος του χρόνου

ακάθεκτο.

Εικόνα Πρώτη: Το παρελθόν. «Η Ελλάδα πάντα ψεύδεται, η Ελλάδα επιμένει / κι όποιος δεν καταλαβαίνει, δεν ξέρει πού πατά και πού πηγαίνει»

Εικόνα Δεύτερη: Το παρόν. Η γερμανίδα μας κατουράει, η γαλλίδα μας μπινελικώνει.

Εικόνα Τρίτη: Το μέλλον. Η Τριανδρία.