#free_sakkas

Μόλις έκλεισα 12ώρο δουλειάς, αυτό με το γνωστό διάλειμμα για φαγητό και καφέ, οπότε θα εκφραστώ αποσπασματικά και κάπως ασυνάρτητα, αλλά από ανάγκη.

Η προφυλάκιση ενός κατηγορούμενου για δυόμισυ χρόνια είναι απολύτως απαραδέκτη, ακόμα και αν κατηγορούνταν ότι π.χ. έβαλε βόμβα σε σινεμά γεμάτο κόσμο ή ότι με πράξεις και παραλείψεις του έκλεισαν ή δεν άνοιξαν μονάδες εντατικής θεραπείας με συνέπεια χιλιάδες ασθενείς να πεθάνουν.

Οι πολιτικές διώξεις και η γενικευμένη εκδικητικότητα του ελληνικού κράτους εναντίον αναρχικών δεν είναι κάτι καινούργιο και δε με εκπλήσσει καθόλου. Ούτε με εκπλήσσει η διατύπωση «αδίκημα της αναρχίας». Δε με εκπλήσσει τίποτα. Το ελληνικό κράτος είναι σε πόλεμο με τον αναρχισμό και τους αναρχικούς από το 1974. Και δε θα τον σταματήσει όσο ο πόλεμος αυτός είναι φτηνός και όσο τα θύματά του αντιμετωπίζονται με αδιαφορία, συγκατάβαση ή δαιμονοποίηση. Το ξέρω όχι γιατί διαθέτω πολιτικό έρμα αλλά γιατί μεταξύ 11 και 23 ετών κάθε Π-Σ-Κ ήμουν μεταξύ Ερεσσού, Τοσίτσα και Σπ. Τρικούπη: θειοι, ξαδέρφες, έξοδοι.

Δεν πιστεύω ότι η πολιτική είναι υπόθεση των επαϊόντων και των ειδικών. Από την άλλη, μου λείπουν και η πολιτική ωριμότητα, που προκύπτει από σχετικά διαβάσματα και συζητήσεις, και η πολιτική τριβή, που κερδίζεται μέσα από συμμετοχή σε συλλογικές διαδικασίες με όλη τη λάντζα και τη μπίχλα που αυτό συνεπάγεται. Επίσης, όταν μιλάει κανείς για το πολιτικό, είναι πολύ εύκολο να προκρίνει τις δικές του εμμονές ως τα αίτια του Κακού: τα φρηπρές, έντυπα και ηλεκτρονικά, βρίσκουν υλικό προς δημοσίευση εδώ και τρία χρόνια γραμμένο με ακριβώς αυτή τη μανιέρα. Ωστόσο, νομίζω ότι η κυβέρνηση αυτή κάνει όσα κάνει — και θα κάνει και πολλά περισσότερα — γιατί το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας δεν πρόκειται να πέσει κάτω από το 20% στις επόμενες εκλογές, όποτε και να γίνουν. Όπως το 10 με 15% των συμπατριωτών μας είναι φασίστες, το 20% αυτοπροσδιορίζεται ως αυτό που λέμε νοικοκυραίοι: κανονικότητα άνευ όρων. Ό,τι και να γίνει. Κόμμα τους είναι ιδανικά κι απροσχημάτιστα πλέον αυτή η ΝΔ. Ναι, πρόκειται για τους «μα δουλειά δεν είχε αυτός/αυτή ο/η _____ «. Ένας κόσμος χωρίς ενσυναίσθηση, χωρίς συμπόνοια, χωρίς αίσθηση δημόσιου χώρου και χωρίς αλληλεγγύη για όποιον δε θα τους ανταποδώσει, χωρίς καμμία σκασίλα για το μέλλον: ο περιούσιος λαός του χωριατοκαπιταλισμού μας, ενός χωριατοκαπιταλισμού που χτίστηκε με τις λεηλατημένες εβραϊκές περιουσίες, τον δοσιλογισμό, τη μαύρη αγορά κτλ.

Έχω φίλους και συναδέρφους ισραηλινούς γενναίους. Που πάνε φυλακή γιατί αρνούνται να κάνουν την ετήσια θητεία τους στα κατεχόμενα. Πού ζούνε εξόριστοι γιατί η αντικατοχική τους δράση είναι ανοιχτά ανεπιθύμητη, self-hating Jews τους λένε. Που τις φτύνουνε στον δρόμο γιατί είναι ξέσκεπες. Απόψε θυμήθηκα όσα μου έλεγαν για την ισραηλινή κοινωνία, η οποία αγοράζει (φαντασιακή) ασφάλεια πληρώνοντας με ελευθερία, με δικαιώματα, με δημοκρατία, με ανθρώπινες ζωές. Υπάρχουνε θεσμοί αλλά είτε συμπορεύονται είτε αγνοούνται. Οι ακροδεξιοί είναι και δεν είναι ρυθμιστές. Σκεφτόμουν ότι προς τα εκεί πάει και η άλλη χώρα με γαλανόλευκη σημαία: θα αγοράζουμε (φαντασιακή) ασφάλεια και φασματική ανάπτυξη πληρώνοντας με ελευθερία, με δικαιώματα, με δημοκρατία, με κοινωνικά αγαθά, με ανθρώπινες ζωές.

H εικόνα φτιάχτηκε από τον costinho.

"το βλέπεις, δεν το παίζεις;"

Θάνατος είν’ οι φασίστες που μας σφάζουν
με μαύρα ρούχα και χωρίς αρχίδια,
θάνατος κι οι ΔΑΠίτες, που γαμιούνται
καθώς να καταβρόχθιζαν κοψίδια.

Θάνατος κι οι σκοτεινοί και άδειοι δρόμοι
με τα λαμπρά, μεγάλα ονόματά τους,
ο Ελαιώνας, και τα Μωλ, κι ακόμη
ο ήλιος: καύσωνας για τραγικούς θανάτους.

Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνει
να μπαγλαρώσει μια μισή μερίδα,
θάνατος και οι σημαίες στο μπαλκόνι,
κι αυτός που βγάζει έγκυρη εφημερίδα.

Τάξις, Πατρίς, «το βλέπεις, δεν το παίζεις;»
Στα σώου των ταλέντων θα βγάλουν κι άλλη μπάντα.
Κάπου είχα βιβλιάριο Τραπέζης
μένει κι ένα υπόλοιπο ευρώ τριάντα.

Στέκοντας στην Πάνω την Πλατεία,
«Υπάρχω;» λες, κ’ ύστερα «δεν υπάρχεις!»
Φτάνει το τζετ και υψωμένη η σημαία.
Ισως και να ‘ρχεται ο Γιουρογκρουπάρχης.

Αν τουλάχιστον, μές στους νοικοκυραίους
αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία…
Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με τρόπους ευρωπαίους,
θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία.

Με ταπεινές ευχαριστίες στο ύπατο τρολ του Έλληνος λόγου, τον Μεγάλο Ποιητή Κώστα Καρυωτάκη.

/50

Τέσσερα πράματα που σκεφτόμουν σήμερα οδηγώντας:

Ωραία είναι η Πεντηκοστή: έχεις το κεφάλι σου ήσυχο ότι δε θα ξανακούσεις για θρησκείες, αγίους, αγιωτικά, θεούς κτλ. μέχρι τα Χριστούγεννα. Εκτός και αν έχεις τη γκαντεμιά να πέσεις πάνω σε κανέναν οπαδό του Τ.Κ. Παπατζώνη με τους δεκαπενταυγουστιάτικους ρεμβασμούς του — επίτηδες την έχωσαν εκεί τη γιορτή οι πατέρες-παπάδες: για να μην ξεχνιόμαστε. Όπως καταλαβαίνετε, δε μου αρέσουν οι επέτειοι, πέρα από τις προσωπικές: ναι, καταλαβαίνω γιατί ο Τζόυς θέλησε να απαθανατίσει τη βόλτα του με τη Νόρα. Οι δικές μου προσωπικές επέτειοι είναι πάντως όλες μεταξύ 1ης Μαΐου και 31ης Αυγούστου. Πράγμα αλλόκοτο, αφού μισώ το καλοκαίρι, τελικά. Οι δημόσιες επέτειοι, με παράφωνο συνήθως τρόπο, διαταράσσουν τον ειρμό των συναισθημάτων, τη ροή των διαθέσεων, την εναλλαγή των μεγάλων πόνων, των έντονων επιθυμιών και των αστραπών ευτυχίας. Οι επέτειοι των άλλων διασπούν τη ροή της καθημερινότητάς μου, την οποία επιτρέψτε μου να μην μπορώ να ταυτίσω με τη μιζέρια, όση μιζέρια κι αν κάποτε περιέχει. Θα έφερνα σαν παράδειγμα καυλιάρικες κι ερωτόληπτες μεγαλοβδομάδες αλλά μας διαβάζουν κι ευσεβείς.

*

Μιλώντας για ευσεβείς: πολλή αμηχανία ρε παιδί μου. Η Ανάσταση μια χαρά είναι. Αν πρέπει να κάνει ένας Θεός ένα Θαύμα, αυτό είναι. Αντίθετα με τις αναστάσεις του Όσιρι, του Μίθρα, του Διονύσου κτλ., η ανάσταση του Χριστού είναι και προοίμιο της ανάστασης όλων και ανάσταση ανθρώπου (ναι, οκέι, Θεανθρώπου — θα επανέρθω). Εξού και αμήχανα ερωτήματα του τύπου «έτρωγε ο Χριστός μετά την Ανάσταση;» (ναι, το λένε κι οι Γραφές), «έχεζε μετά την Ανάσταση;» (όχι — μια πρώτη αμηχανία εδώ.) Μια δεύτερη πηγή αμηχανίας: η Ανάληψη. Το ζωντανό σώμα του Χριστού στο οποίο έχει επισυμβεί ατρέπτως η υποστατική ένωση ενός θηριωδώς και ασυλλήπτως άπειρου και απερινόητου Όντος με έναν Εβραίο κλώνο της Μητέρας Του αφήνει τον πλανήτη. Μάιστα. Παραμένει ωστόσο μέσα σε αυτό το σύμπαν (από τα πολλά που οι εκκλησιαστικοί πατέρες σχεδόν παραδέχονται ότι μπορεί να έχει δημιουργήσει ο Θεός), κάπου, ζωντανό. Πού; Τι αναπνέει; Τι τρώει; Τι κάνει; Και ούτω καθεξής: ασύλληπτα ερωτήματα για να κάνουνε Φίλιπ Ντικ κάθε πιστό χριστιανό. Η κλασική απάντηση είναι «καθεζόμενο[ς] εκ δεξιών του Πατρός». Καλά.

*

Μένοντας στα θρησκευτικά: εντάξει, ο Θεός-Πατέρας αποκαλύπτεται μέσω μυθολογίας στον ταλαίπωρο τον περιούσιο λαό Του ξανά και ξανά: στον Αβραάμ, στον Μωυσή, κάτι ψιλά αργότερα στους προφήτες κτλ. Λένε οι θεολόγοι «ε, πώς να μιλήσεις σε κάτι νομάδες στη Μέση Ανατολή (τζα κι ο οριενταλισμός), με παραμύθια και παραβολές θα τα πεις, γιατί τα ακούς γλυκότερα» — και δε συμμαζεύεται. «Μα καλά, δεν μπορούσε να κάνει έτσι μια κωδικοποίηση κάποιων βασικών αληθειών ο Θεούλης;», αναρωτιέται ο Σέιγκαν. Να δώσει π.χ. κάποιες βασικές αρχές της Φυσικής με απλά λόγια, π.χ. τη μάζα του ηλεκτρονίου («της μικρότερης πετρούλας») σε σχέση με του πρωτονίου. Δεν ξέρω. Εγώ πάλι λέω το άλλο: το ότι ο Θεός ανέχεται τους — και καλά — χαχόλους νομάδες και τους κάνει μια αποκάλυψη στα μέτρα τους (και καλά), με μπόλικο αίμα ζώων και εχθρών, μισαλλοδοξία, δημόσιες εκτελέσεις για του ψύλλου πήδημα, απαγόρευση βρώσης τσίζμπεργκερ, στρόγκανοφ και γαρίδων (ποιος το γαμεί το χοιρινό), κτλ. εξυπακούει ότι ο Θεός έχει μια πολύ συγκεκριμένη και σαφέστατη θεωρία για την κοινωνική πρόοδο: ότι η κοινωνία είναι προϊόν και της ελεύθερης βούλησης των μελών της. Διότι, ως γνωστόν, ο Κύριος σε όλα παρεμβαίνει, άμα θέλει, εκτός από την ελεύθερη βούληση. Με άλλα λόγια, ήδη από την Παλαιά Διαθήκη, ο Θεός λέει ότι η κοινωνία (όποια κι αν είναι αυτή) αποτελείται από όντα με ελεύθερη βούληση και ότι το κοινωνικό προτσές (ωωωπ!) διαμορφώνεται με βάση την ελεύθερη βούληση των μελών μιας κοινωνίας. Ο Κύριος λέει να επανασταστήσουμε, έστω και εάν είναι μόνο και μόνο για να πάψει να μας μιλάει με παραμύθια και παραβολές, για να μην παριστάνει την ανελέητη κι ανικανοποίητη θεότητα της στυγνής θεοδικίας και κολασολαγνίας, που τρομοκρατεί με φωτιά (σοδομιαία ή αιώνια) και θάνατο μιαν εξανδραποδισμένη ανθρωπότητα: επαναστατήστε, εξελιχθείτε, δείτε το διαλεκτικά, αποτινάξτε τα αγροτοποιμενικά σας ήθη και θα σας αποκαλυφθώ κυριλέ, με Πεντηκοστή.

*

Καλοκαίρι, μέσα στην εκτυφλωτική ευκρίνεια των πάντων επανέρχεται το γνωστό ερώτημα: μπορείς να είσαι bon viveur και να αποζητάς, πολύ περισσότερο να γλεντάς, τη χαρά της ζωής; Τα πράγματα είναι άσχημα: το εποχιακό καλοκαίρι το συνοδεύει η επίγνωση ότι υπάρχουν πάμπολλες δημόσιες αμαρτίες που αποσιωπούνται εδώ και χρόνια. Ας πούμε, τυχαία, για πολυετείς προφυλακίσεις. Ξέρουμε πια ότι δε θα μπορούσε να είναι ο Μάκης Ψωμιάδης (τυχαία επίσης) το θύμα μιας τέτοιας συμπεριφοράς. Ας πούμε, τυχαία, για αυτό το φαγητό και αυτές τις κακώσεις. Δε θα μπορούσαν να αφορούν κρατούμενους που καταδικάστηκαν π.χ. για το κλείσιμο νοσοκομείων, απιστία, ξεπούλημα κοψοχρονιά δημόσιου πλούτου, παραβίαση του συντάγματος, απείθεια προς τα δικαστήρια κτλ. Το καλοκαίρι όλα φαίνονται πιο διαυγή, όταν δε σε τυφλώνει το απόκοσμο φως στο κομμάτι του κόσμου που ζούμε. Αλλά δεν είμαστε μόνον όραση. Το καλοκαίρι η σήψη βρωμάει και βρωμίζει και ζέχνει και πολλές φορές η αποφορά της μας πνίγει. Και πριν προλάβουμε να ανοίξουμε το βήμα, να πάμε πιο πέρα, ας σκεφτούμε ότι όπου υπάρχει σήψη, συνήθως κάτι ψόφησε. Πολλές φορές, κάτι πολύτιμο είναι πια πεθαμένο κι αποσυντίθεται. Εδώ κάπου πρέπει να πω κάτι για Χρέος που έχουμε ως ακόμα ελεύθεροι άνθρωποι, ως άνθρωποι που μάθαμε γράμματα, ως άνθρωποι που έχουμε ακόμα συνείδηση και ντροπή. Αλλά δεν ξέρω πώς. Μπορώ όμως να πω αμήχανα ότι η κατήφεια και ο μηδενισμός δεν εξυπηρετούν τίποτε πέρα από ένα sense of drama που έχουνε συνήθως οι πονόψυχοι προνομιούχοι. Όχι εμείς, δηλαδή.

Όσα παιρνει ο διάολος

Η κυβέρνηση Παπανδρέου, κυβέρνηση ερασιτεχνών, όπως νομίζαμε τότε, αντικατέστησε την κυβέρνηση Καραμανλή, κυβέρνηση απλώς ανίκανων, όπως νομίζαμε τότε. Η κυβέρνηση Παπανδρέου, στο όνομα της μεταρρύθμισης, όπως πολλοί νομίσανε τότε, θα επέβαλλε λιτότητα και εξορθολογισμό, στερήσεις και αναστολή κάποιων δικαιωμάτων, ίσως και κάποιων ελευθεριών, στο όνομα της εξυγίανσης του κράτους. Η κυβέρνηση αυτή ξεκίνησε λοιπόν δυναμικά το έργο της ξηλώνοντας την εργατική νομοθεσία, για να καταστεί η Ελλάδα ελκυστικότερη για επενδύσεις — τα γνωστά ψεύδη (ή, αν είμαστε επιεικείς, νεοφιλελεύθερα δόγματα).

Πολλοί ήτανε βέβαιοι ήδη τότε, μόλις πριν τρία χρόνια, ότι μας ανέμενε καταστροφή ανήκουστη για μη εμπόλεμη χώρα. Ακόμα και αμαθείς περί τα οικονομικά, όπως εγώ, γνώριζαν αν μη τι άλλο ότι τα αρχικά Δέλτα Νι Ταυ είναι το αντίστοιχο στον πραγματικό κόσμο του βιβλικού Χι Ξι Στίγμα: τυραννία, ερήμωση, θάνατος — συνοδεία του Ψευδοπροφήτη που κάνει το άσπρο μαύρο. Κάποιοι σαφώς πιο διαβασμένοι και πιο καταρτισμένοι, όπως λ.χ. ο Ταλως στο Ιστολόγιό του και αλλού, προειδοποιούσαν ότι επίκεινται εξανδραποδισμός των πιο αδύναμων, γενικευμένη εξαθλίωση και ωμότατος αυταρχισμός. Με αριθμούς και γεγονότα και χωρίς καθόλου βιβλικές κορώνες.

Στο έργο της την κυβέρνηση Παπανδρέου διαδέχθηκε η κυβέρνηση Παπαδήμου. Η οποία κληθηκε να «τολμήσει», αφού δεν ήτανε δέσμια της ψήφου και του πολιτικού κόστους, παρά ένα διορισμένο διευθυντήριο (αν και κάπως πολυπληθής για διευθυντήριο). Βεβαίως, όποιος δε δεσμεύεται από την ψήφο και το πολιτικό κόστος, δεν έχει και πολιτικές ευθύνες: εντολές εκτελεί. Η κυβέρνηση του συμπαθούς τραπεζίτη αποδείχτηκε λοιπόν στυγνότερη, ωμότερη από τους προκατόχους της. Αναδείχθηκε αποτελεσματικότατη στην καταστολή και στη βία, στις περικοπές, στο ξήλωμα της δημόσιας υγείας και στον στραγγαλισμό της παιδείας, ενώ εντελώς ανίκανη για μεταρρυθμίσεις, στον πολύ μικρό βαθμό που οι όποιες μεταρρυθμίσεις αποτέλεσαν ποτέ σοβαρό στόχο και όχι πρόσχημα για ξεπουλήματα. Παράλληλα, ξεσφήνωσε το παλούκι από την καρδιά του φασιστικού βρυκόλακα (που είχε και ένα 10 με 15% έτοιμο να τον δεχτεί εις τα ίδια) και του παρέσχε και ένα περιβάλλον κοινωνικής δυσωδίας και ζοφερής οπισθοδρόμησης, ώστε να κάνει τον φονικό βίο του ανάμεσά μας πιο ευχάριστο.

Μετά ήρθε η κυβέρνηση Σαμαρά: ένας εσμός παλιών καλών διεφθαρμένων, θέσει νεοφιλελεύθερων (τόσο όσο χρειάζεται για να εξυπηρετηθούν τα συμφέροντά τους), παλαιοδεξιών και παραφασιστών. Παρατρεχάμενοί τους ένα πασοκικό απολειφάδι που τρέμει τις εκλογές και κάποιοι ανεκδιήγητοι σοσιαλδημοκράτες. Μια κυβέρνηση που επιτάχυνε το έργο των προηγούμενων κυβερνήσεων και που μας απάλλαξε από προσχήματα και εκβιασμούς, αντικαθιστώντας τα με εναργείς δηλώσεις προθέσεων και ομολογίες πίστεως. Μια κυβέρνηση που έβαλε στο σαλονάκι τον φασισμό και τον κερνάει από το αίμα μας.

Στο μεταξύ, συνεχίζουν πολλοί να πέφτουν από τα σύννεφα: τελικά δεν απεμπολήσαμε τη δημοκρατία, τις ελευθερίες, τα δικαιώματά μας, την όποια ανοιχτή κοινωνία και τα δημόσια αγαθά για να μεταρρυθμιστούμε και να εξυγιανθούμε και να αλλάξουμε και να γίνουμε λαός και για να έρθει η ανάπτυξη. Τα απεμπολήσαμε αυτά και πολλά περισσότερα για να ξεπουληθούν τα πάντα σε ημέτερους (όπως παλιά), για να μετατραπεί ο δημόσιος πλούτος σε κρατικά επιχορηγούμενες ιδιωτικές ζημιογόνες επιχειρήσεις, για να σωθούν οι δανειστές μας. Ποιος το περίμενε, λένε.

Τουλάχιστον, όπως προαναφέρθηκε, γλυτώσαμε από προσχήματα, από κοινοβουλευτικά θέατρα και το συνειδησιακό δράμα του κάθε τοπικού γόνου ή υποσελέμπριτυ που εκλέχτηκε βουλευτής με όραμα κτλ. Νομοθετούν με πράξεις νομοθετικού περιεχομένου (όρος που δεν είχα συναντήσει από το 1980 που διαβάζω εφημερίδες, κι έχω καλή μνήμη). Με μία ΠΝΠ (κι άλλα αρχικά) κλείνουν τη δημόσια ραδιοτηλεόραση αυθημερόν: αυτή η κυβέρνηση δε χρειάζεται καν την προπαγάνδα, ή μάλλον κάνει outsourcing και σε αυτήν. Και ό,τι δε χρειάζεται, το ξεπουλάει (αν μπορεί) ή το αφανίζει.

Το έτος λοιπόν είναι 2013. Τρία χρόνια μετά το Καστελόριζο, η κατάσταση στη χώρα συνοψίζεται ως τρόμος και αθλιότητα της Ελληνικής Δημοκρατίας: αστυνομική βία, πογκρόμ, Αμυγδαλέζα, πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, διαπομπεύσεις, φασισμός υπό προστασία, ξεπούλημα κοινωνικών αγαθών, προπαγάνδα, ανεργία, εξαθλίωση, διαφθορά, φίμωση της δημόσιας ραδιοφωνίας και τηλεόρασης. Για να το πούμε πιο βιβλικά: ζούμε το βδέλυγμα της ερημώσεως, ό,τι απομένει δηλαδή αφού τα πάρει όλα ο διάολος.

Για τη στήλη ‘Blogs in print’ της Ελευθεροτυπίας της 22.VI.2013

Βινύλιο και βιβλία

Τον καιρό της περεστρόικας ήμουνα παιδί με λίγο χαρτζιλίκι, και αργότερα με πενιχρά ιδιαίτερα κυρίως σε φτωχούς μαθητές. Ήμουν όμως παιδί διψασμένο για μουσική. Μόνο βινύλιο τότε. Και Πετρίδης και Τρίτο Πρόγραμμα. Έλα όμως που το Τρίτο τότε κάτι το είχε πιάσει κι έβαζε Μπουλέζ και Λιγκέτι και Πεντερέτσκι και πάθαιναν τα άμαθα και μισοπαρθένα αυτιά μου βουρδούμπελη.

Εκεί λοιπόν που το παραπέτασμα σκιζόταν από άνωθεν έως κάτω, ανακάλυψα τρία μαγικά ονόματα: Hungaroton, Harmonia Mundi και Naxos. Ιδίως η Hungaroton ήταν αποκάλυψη: έβρισκες ό,τι έργο ποθούσε η ψυχούλα σου σε βινύλιο και, το κυριότερο, σε τιμές κοψοχρονιά. Αυτό σήμαινε χειραφέτηση από την πανάκριβη Deutsche Grammophon, άρα περισσότερα λεφτά για τα ληστρικώς τιμολογημένα εισαγωγής από το Happening: ναι, ήταν η εποχή που άκουγα κλασσική, «Μάντεστερ» και ίντυ, Σαββόπουλο, Beatles και τέκνο (ναι, είμαι αντιφατικός κι ασυνάρτητος, ναι είμαι ασυνεπής: άνθρωπος είμαι).

Εκείνη την εποχή έμαθα και τη Melodija: η (μάλλον) γκόμενα μιας οικογενειακής φίλης είχε πάει εκδρομή στην εξωτική Ρωσία, με Ιντουρίστ κι έτσι, και μου έφερε σονάτες του Μπετόβεν με Γκιλέλς (γιατί άραγε; ζήτημα να με είχε δει τρεις φορές έως τότε — μόλις τώρα το αναρωτήθηκα, ίσως της άρεσαν  οι βαθύφωνοι teen νέρντουλες). Γυαλιστερό, βαρύ βινύλιο: Melodija, firma gramplastinok, το είχα μάθει σαν σλόγκαν.

Εκείνη την εποχή έκανα πολλή παρέα με την καταπληκτική Σακοπαρέα, ανάμεσά τους ένας ελληνοπολωνός, ένας ελληνορουμάνος κι ένας ελληνογαλλοτσέχος. Τους πιάνω λοιπόν και τους ψήνω: αν έχουν εταιρείες σαν τη Hungaroton, αν μπορούνε να μου φέρουνε πράμα το καλοκαίρι που θα πάνε ‘εκεί’ να δούνε θειάδες και σόγια. Άλλωστε το έλεγε πάντοτε ο πατέρας μου: «Είναι γεροί στην κλασσική εκεί στην Κομμούνα.» Ναι, ‘Κομμούνα’ έλεγε την ΚΟΜΕΚΟΝ. Το ΚΚΕ το έλεγε ‘νομενκλατούρα’, εκνευρίζοντας φρικτά τους κομμουνιστές συγγενείς. Η απάντηση ήταν ότι βεβαίως κι έχουνε τέτοιες εταιρείες με φτηνούς κλασσικούς δίσκους στη Ρουμανία και στην (υπό διάσπαση) Τσεχοσλοβακία. Αλλά δε γουστάρουν. Όλοι θέλουνε να ακούνε ποπ και ροκ. Για του λόγου το αληθές, μου εμφανίζουν, εκεί μέσα στις μπύρες, στις κοκακόλες και στις πίτσες (υποκατάστατα μαύρου αυτά) το βουλγάρικο Like a Virgin, που λεγόταν Kako deva, με όλους τους τίτλους τραγουδιών στα βουλγάρικα, πάνω σε χαρτόνι κλάφτα, με βρακάκι χάρτινο, σε βινύλιο σκουπιδοσακούλας. Κόστιζε όσο ένας τριπλός ή τετραπλός με τα πέντε κοντσέρτα για πιάνο του θεού. Δεν καταλάβαινα τίποτα.

Ο Ελληνορουμάνος, που ήταν ο πιο έξυπνος από όλους μας, μου έσκασε την ανάλυση: επειδή το καθεστώς χρησιμοποιούσε την κλασική για υποκατάστατο της ποπ, ο κόσμος έχει λυσσάξει ακριβώς για ποπ. Σημειωτέον ότι ‘στην Κομμούνα’, μόνο το σεξ δεν τους έλειπε (αντίθετα με τη λεβεντο-Ελλάδα τότε): δεν ήθελαν την ποπ για χειραφέτηση, ήθελαν την ποπ για την ποπ, επειδή ήταν αμερικάνικια: Μαντόνα και κάτι κακομοιριές τύπου Μπράιαν Άνταμς. Η κλασική ήταν ανεπανόρθωτα ταυτισμένη με το καθεστώς. Όπως και η κλασική λογοτεχνία.

Το 1998 φιλοξενήθηκα σε ένα απέραντο διαμέρισμα στην Πράγα, αντί 300 μάρκων. Εγώ εκεί μέσα ζούσα το μεσευρωπαϊκό όνειρο: από τα στριφογυριστα κλιμακοστάσια και τον Μολδάβα μέχρι τις άχαρες αρρωστιάρες Τσέχες, από τα τραμ μέχρι αυθόρμητες άριες και ντουέτα στα καπηλειά, από την πλατεία Βεντσεσλάς όπου αντήχησαν τα Dub-ček Svo-bo-da, οι σοβιετικές ερπύστριες και τα μπρελόκ μέχρι το σπίτι του Sudek, του Κάφκα, του Μότσαρτ, του Αϊνστάιν (σχεδόν). To διαμέρισμα το έτρεχε η κυρία Karolina Poupova, η οποία τότε ήταν ογδονταφεύγα και είχε περισσότερη όρεξη για ζωή από πενηντάρα. Ήτανε γεμάτο κλασική λογοτεχνία, βιβλία παντού. Ράφια παντού, συγγραφείς γνωστοί κι απαραίτητοι και δίπλα τσέχικοι τίτλοι. Η κυρία Καρολίνα μίλαγε πέντε γλώσσες (mais je ne vous parlerai pas l’allemand, car ils sont des cons, des gens horribles — je les connais trop bien, vous savez). Μου έλεγε ότι ο Κάφκα ήτανε μαλάκας και μίλαγε μόνο γερμανικά· ότι ο Χάβελ ήταν γκομενάκιας κι ότι θα τον σκότωνε το τσιγάρο· ότι οι κομμουνιστές κατέστρεψαν για πάντα την Πράγα και την ωραία ζωή· ότι ο καπιταλισμός τους ξανάφερε τη θρησκεία και τον πάπα και ότι τους αφάνισε για πάντα τον πολιτισμό: «you see, my granddaughter only wants American music, American food and no books. All these books! My husband was an engineer, we were not intelligentsia. But we read». Η εγγονή της ήθελε να γίνει μοντέλο: ακόμα μια κοκκάλω Τσέχα.

Όλα αυτά μου τα θύμισε η άλωση της ΕΡΤ από τον Σαμαρλάνο και τον Κεδίκογλου Μπέη.

Ragnarök

Την επιθυμία και τη φαντασίωση της συντέλειας δεν την επινόησαν οι χριστιανοί. Συντέλειες είχανε και οι μαζδαϊστές / ζωροαστριστές (το frashokereti), οι Βίκινγκ (το λυκόφως των θεών) και άλλοι πολλοί λαοί που τους είχε καθήσει ιερατείο στο σβέρκο και που ζούσανε το vivere pericolosamente, όπως εμείς ζούμε το αταξικό αμερικάνικο όνειρο από το ’50 και μετά, και δεν το ξέρουμε, κι είναι κάτι σαν το Μάτριξ από το οποίο δε μας ξυπνάει κανείς άλλος παρά τα ίδια τα παιδιά του ονείρου αυτού, οι βοργίες κι οι ασσασσίνοι, ψευδώνυμα μα γνήσια τέκνα του Μίλτον Φρίντμαν και της Άυν Ραντ.

Βεβαίως οι χριστιανοί της έδωσαν της συντέλειας και κατάλαβε, στα χέρια τους από μια κάποια λύσις, μια κατάληξη για έναν κόσμο, έγινε τέλος και συντέλεια, αυτό που περιμένουν οι χριστιανοί: η μοιραία λύση που θα ξανάφερνε τον Μεσσία τους, αυτή τη φορά όχι να περπατάει στη σκόνη της Ιουδαίας και της Γαλιλαίας, παρά απαστράπτοντα, ένα όραμα φωτιάς και φωτός, δίκαιης οργής. Dies irae. Η χριστιανική συντέλεια δεν είναι μόνον το απόλυτο και τελικό ξεχαρβάλωμα, δεν είναι μόνο μια σειρά από κατακλυσμιαίες θεομηνίες και αλληλοεξοντώσεις, «ἡ ἡμέρα Κυρίου ὡς κλέπτης ἐν νυκτί, ἐν ᾖ οὐρανοὶ ῥοιζηδὸν παρελεύσονται, στοιχεῖα δὲ καυσούμενα λυθήσονται, καὶ γῆ καὶ τὰ ἐν αὐτῇ ἔργα κατακαήσεται». Η χριστιανική συντέλεια θέλει να αντικαταστήσει έναν κόσμο πόνου, αρρώστιας και αδικίας, έναν κόσμο παιδικής θνησιμότητας και φορομπηχτικών πολιτικών, με μία πόλη: τὴν ἁγίαν Ἰερουσαλὴμ καταβαίνουσαν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἀπὸ τοῦ Θεοῦ ἔχουσαν τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ· […] ἔχουσα τεῖχος μέγα καὶ ὑψηλόν, ἔχουσα πυλῶνας δώδεκα, καὶ ἐπὶ τοῖς πυλῶσιν ἀγγέλους δώδεκα, καὶ ὀνόματα ἐπιγεγραμμένα, ἅ ἐστιν ὀνόματα τῶν δώδεκα φυλῶν τῶν υἱῶν Ἰσραήλ. […] καὶ ἡ πόλις τετράγωνος κεῖται, καὶ τὸ μῆκος αὐτῆς ἴσον καὶ τὸ πλάτος. καὶ ἐμέτρησε τὴν πόλιν τῷ καλάμῳ ἐπὶ σταδίους δώδεκα χιλιάδων· τὸ μῆκος καὶ τὸ πλάτος καὶ τὸ ὕψος αὐτῆς ἴσα ἐστί. […] Καὶ ναὸν οὐκ εἶδον ἐν αὐτῇ· ὁ γὰρ Κύριος ὁ Θεὸς ὁ παντοκράτωρ ναὸς αὐτῆς ἐστι, καὶ τὸ ἀρνίον. καὶ ἡ πόλις οὐ χρείαν ἔχει τοῦ ἡλίου οὐδὲ τῆς σελήνης ἵνα φαίνωσιν αὐτῇ· ἡ γὰρ δόξα τοῦ Θεοῦ ἐφώτισεν αὐτήν, καὶ ὁ λύχνος αὐτῆς τὸ ἀρνίον. καὶ περιπατήσουσι τὰ ἔθνη διὰ τοῦ φωτὸς αὐτῆς, καὶ οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς φέρουσι τὴν δόξαν καὶ τὴν τιμὴν αὐτῶν εἰς αὐτήν, καὶ οἱ πυλῶνες αὐτῆς οὐ μὴ κλεισθῶσιν ἡμέρας· νὺξ γὰρ οὐκ ἔσται ἐκεῖ.

Οι γραφές λένε λοιπόν ότι θα καεί ο κόσμος και τα ελαφάκια του για να αντικατασταθεί από μια αυτόφωτη κυβική πόλη χτισμένη από πετράδια. Και ποιος σκοτίστηκε, για την πόλη του Θεού. Μα αυτό το πολεοδομικό τέρας συνοδεύεται από την υπόσχεση ότι «ἐξαλείψει ἀπ’ αὐτῶν ὁ Θεὸς πᾶν δάκρυον ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν, καὶ ὁ θάνατος οὐκ ἔσται ἔτι, οὔτε πένθος οὔτε κραυγὴ οὔτε πόνος οὐκ ἔσται ἔτι». Η συντέλεια των χριστιανών, είναι τελικά η ιστορία της ανθρωπότητας από τη Γεωργική Επανάσταση και μετά: καίγεται η ύπαιθρος και καταφεύγουμε στις πόλεις, που δεν έχουν ήλιο και φεγγάρι — κάτι άλλο τις φωτίζει. Κι εκεί, λέει, θα είμαστε ευτυχισμένοι.

Από τον καιρό της Τσατάλ Χαγιούκ μέχρι το ένα εκατομμύριο Κούρδους στην Πόλη του 2013, από το υπερκούλ Μοχέντζο Ντάρο και το κατάκομψο Ακρωτήρι μέχρι την Κοσμόπολη της Νέας Υόρκης, ψάχνουμε στις πόλεις τη δική μας προσωπική συντέλεια: το σπάσιμο του κύκλου των εποχών, των ξηρασιών και των παγετών που μας λιμοκτονούν· αποζητούμε τα τείχη που θα κρατήσουν άγρια ζώα κι επιδρομείς απ’ έξω. Κατά βάθος θέλουμε να νιώθουμε ότι μόνον αφανίζοντας τον κόσμο θα υπάρξουν και θα ζήσουν οι πόλεις. Άλλοτε πάλι ποθούμε να αφανίσουμε τις πόλεις που μας διέψευσαν, που μας φυλάκισαν και δεν εξάλειψαν το δάκρυ μας — θυμηθείτε όλες τις ταινίες καταστροφής από το 1995 και μετά.

Η εποχή μας πάντως μας έδωσε πραγματικές προοπτικές για συντέλεια: τον πυρηνικό πόλεμο και τη μη αναστρέψιμη κλιματική καταστροφή. Μας έδωσε όμως, πάνω από όλα, τη βραδύκαυστη άλωση μέσω θεσμών και οικονομικών πολιτικών, πρώτα στον Τρίτο Κόσμο και τώρα και στο σπίτι σας, ένα Ragnarök με τα όλα του, αν και όχι ιδιαιτέρως θεαματικό και κατακλυσμιαίο: οι εικόνες της εισβολής των Τατάρων στο Αντρέι Ρουμπλιόφ με τη δημόσια φρίκη τους αντικαθίστανται από ιδιωτική φρίκη, από τη δική σου, μικρή συντέλεια: όχι πια σφαγές, αλλά αυτοκτονίες και ήμεροι θάνατοι στο σπίτι σας και σε διαλυμένα νοσοκομεία, όχι σφαγμένα βρέφη και λιωμένα κάτω από οπλές αλόγων, αλλά βρεφική θνησιμότητα, όχι σεισμοί και κατακλυσμοί παρά θερμοπληξίες και θάνατοι από το κρύο νέων μέσα σε χαρτόκουτα και παιδιών και γερόντων μέσα σε παγωμένα διαμερίσματα, όχι μαζικές σφαγές αλλά μαχαιρώματα στα σκοτεινά από ξυρισμένα κεφάλια, όχι βιασμοί στις πλατείες αλλά εκπόρνευση σε ‘στούντιο’ και με γάμους ανάγκης, όχι λιμοί με δρόμους στρωμένους πτώματα αλλά πείνα ιδιωτική και φωτισμένη από ιδιωτική τηλεόραση: μικρές συντέλειες μικρής κλιμακας, χωρίς πανικό και κραυγές. Ήσυχα. Οι Τάταροι και οι Ούνοι λέγονται πια ΜΑΤ και οι δαιμονικές ακρίδες της Αποκαλύψεως ελικόπτερα, τα άρματα των Κιμμερίων αύρες. Δε χρειάζονται προφητείες και αντίχριστοι, ψευδοπροφήτες, χαράγματα και τέρατα πολυκέφαλα κι εστεμμένα: όλα γίνονται εδώ και σαλπίζουν τη δική σου προσωπική συντέλεια.

Μόνον που απέναντι σε αυτή μπορούμε να αμυνθούμε. Ακόμα.

Γκρίζα

Photo 9-8-16, 00 26 01

Πριν μερικά χρόνια ξιφουλκούσα στο μπλογκ μου, ξέρετε τώρα, ενώπιον του πολυπληθούς αναγνωστικού κοινού μου (500 με 1000 άτομα, βαριά βαριά) για τον ρόλο του κλήρου στην Ελλάδα. Ένας φίλος με συμβούλεψε διακριτικά να σταματήσω: ο αντικληρικαλισμός όζει 19ο αιώνα, είναι γραφικός και — εν πάση περιπτώσει — άκομψος. Κανονικά θα έπρεπε να πει «άγαρμπος» αλλά αυτή η λέξη δε χρησιμοποιείται εδώ και χρόνια γιατί είναι άκομψη.

Απεχθάνομαι τις ελληνικές αγριοφωνάρες, τα κοκορέματα, τις τσιρίδες, τον τσαμπουκά, τις γελοίες σοφιστικές κορώνες (που εσχάτως πλασάρονται ως ορθολογισμός, αλλά ας μην επαναλαμβάνομαι), την απροθυμία να αφήσεις τον άλλο να πει αυτό που θέλει πριν του απαντήσεις. Παράλληλα, θυμάμαι ότι όταν πήγα στην Αγγλία είχα μείνει κατάπληκτος με την παρρησία του Mark Thomas και του George Monbiot (συμφωνεί δε συμφωνεί κανείς μαζί του), με την ελευθεροστομία της Julie Burchill (κι ας διαφωνεί συνήθως κανείς μαζί της), που έκανε την Κάραλη να ακούγεται αρσακειάδα, με την ευθύτητα με την οποία γινόταν ο δημόσιος διάλογος: «ψεύδεσθε, αγαπητέ συνάδελφε», «θα έκανα θέμα αυτό που είπε η συνάδελφος εάν δεν είχε υπάρξει γραφική στο παρελθόν» — και ούτω καθεξής. Ευγενείς αλλά ευθύτατοι, οι Εγγλέζοι.

Στην καρδιά της νεοελληνικής ταυτότητας, όπως είναι πασίγνωστο πια, κοινοτοπία κουραστική και κουρασμένη, υπάρχει ένα κόμπλεξ: η σχέση μας με τη δυτική Ευρώπη (δηλαδή: Γαλλία-Γερμανία-Βρετανία και, ίσως, Ιταλία). Η μία αντίδραση είναι ενός είδους κομπλεξικός ευρωπαϊσμός και επιδερμικός κοσμοπολιτισμός, που βλέπει τις μεγαλοαστικές γειτονιές και τα φροντισμένα ιστορικά κέντρα και μιλάει για τας Ευρώπας και «το εξωτερικό», τον «πολιτισμό» και την ευταξία τους. Η αντιδιαμετρική αντίδραση είναι λεβεντομάγκικος ελληνοκεντρισμός και επαρχιώτικος τοπικισμός, που βλέπει κάθε πτυχή της ζωής μας ως μέρος της ιδιοπροσωπίας μας ως λαού της «καθ’ ημάς Ανατολής», ως περήφανο στοιχείο παράδοσης και του συνανήκειν στα Μπαλκάνια (που δεν είναι παίξε-γέλασε).

Κάθε μία από αυτές τις αντιδράσεις μάς έχει αφήσει από ένα, ας το πούμε, κουσούρι. Διευκρινίζω: τα κουσούρια για τα οποία θα μιλήσω δεν είναι στοιχεία της Ευρώπης και της Ανατολής αντίστοιχα. Απεναντίας, πρόκειται για στοιχεία της δικής μας πολιτισμικής ταυτότητας και του νεοελληνικού χαρακτήρα μας, που επιλέγουμε να αποδώσουμε, χονδροειδώς και μονοσήμαντα, στους δύο πόλους ανάμεσα στους οποίους αντιλαμβανόμαστε τους εαυτούς μας. Η σχηματικότητα του πράγματος είναι έκδηλη, η αφόρμησή του από την πραγματικότητα επιλεκτικότατη και λειψή: πόσο βαλκάνιος να αισθάνεται κάποιος κρητικός, πόσο ανατολίτης κάποιος κερκυραίος; Τι επηρέασε τις γενιές που μεγάλωσαν μετά το 1950 περισσότερο, το αμερικανικό σινεμά ή η Φιλοκαλία; Το τετράχορδο ηλεκτρικό μπουζούκι του Χιώτη ή τα σάζια και τα ούτια; Η θρησκεία της ψησταριάς και τα όσπρια της Παρασκευής ή η «μεσογειακή κουζίνα»; Το Μέτσοβο, η Μύκονος και η Μακρυνίτσα ή τα παρατημένα χωριά που εγκαταλείψαμε για το (μέχρι πρότινος) ζεστό διαμέρισμα στις πόλεις;

Τα κουσούρια λοιπόν: από τη μια η αστική ευπρέπεια, η σουσουδίστικη απέχθεια απέναντι στην ελευθεροστομία και την ευθύτητα, στα συνθήματα στους τοίχους, στο μπανάλ της φτώχειας, στις δημόσιες διαχύσεις, στα γούστα της πλέμπας και σε κάθε τι άκομψο. Αυτό το κουσούρι δικαιώνεται ως ευρωπαϊσμός και πολιτισμός, από ανθρώπους που μάλλον είχανε περιορισμένη επαφή με την Ευρώπη πέρα από το τουριστικό φολκλόρ της ή από τις κυριλέ γειτονιές λ.χ. της Στουτγάρδης. Από την άλλη η αγένεια, η χυδαιότητα, το ανελέητο κουτσομπολιό, το μίσος του δημόσιου χώρου, το τσαμπουκαλίκι, η αγροτοποιμενική σκληρότητα προς κάθε τι που δε συμμορφώνεται. Αυτό το κουσούρι δικαιώνεται με την επίκληση της Ανατολής και του κοινοτικού ιδεώδους, και πάλι από ανθρώπους που έμαθαν την Ανατολή και τα Βαλκάνια μέσα από εξιδανικεύσεις δυτικών ιστορικών, φορώντας τα γυαλιά κάποιου οριενταλισμού, ακούγοντας ηλεκτροπόπ τσιφτετέλι φερμένο από την Αίγυπτο το ’50 και νομίζοντας ότι είναι καρσιλαμάς της Προύσας.

Κι έτσι βρισκόμαστε εδώ: χωρίς παρρησία κι ελευθεροστομία, αφού είναι άκομψες, χαμένοι σε ευφημισμούς και μισόλογα και ρητορικά σχήματα, ψευδόμαστε και νομίζουμε ότι είμαστε παριζιάνοι αστοί. Χωρίς πραγματική ευγένεια, αφού οι ορμές μας να συντρίψουμε τον άλλο είναι νομιμοποιημένες από κάποια παρεφθαρμένη νεορθοδοξία, στοιχείο λεβεντιάς και ιδιοσυστασίας. Κι έτσι μας παίρνει ο διάολος και μας σηκώνει, παγιδευμένους μεταξύ κομψής ευπρέπειας και καθωσπρεσπισμού από τη μια και σολιψισμού και χυδαίας συμφεροντολογίας και τσαμπουκά από την άλλη. Έτσι μας βρίσκει η εποχή και τα βίαια ερωτήματά της: καθηλωμένους στην γκρίζα ζώνη μεταξύ άσπρου και μαύρου, σε ένα κέντρο που θέλουμε να θεωρούμε μετριοπαθές, ενώ είναι το σημείο όπου δύο αντίρροπα ψεύδη λιμνάζουν συνυπάρχοντας, χωρίς ποτέ να αλληλοεξουδετερώνονται.