Midsommer στον Νότο

Πίνω μια βότκα τόνικ. Πάλι τέλειωσε το τζιν. Το καλοκαίρι μάς έχει ήδη καβαλήσει εδώ στη Μ.Α. Ζέστη, σκόνη, εκνευρισμός, εξαθλίωση πνευματική. Είμαι πολύ κουρασμένος και κοιμάμαι άσχημα, χωρίς συγκεκριμένο λόγο. Συμβαίνουν αλλόκοτα πράματα που θα ενδιέφεραν οπωσδήποτε πνευματικούς, ψυχαναλυτές και τέτοιους. Εγώ τα κρατάω μέσα μου κλειδωμένα.

Το καλοκαίρι, η εποχή του ψυχαναγκασμού, του υποχρεωτικού κοινοβιακού πνεύματος, η εποχή της αναίτιας και γρήγορης κόπωσης. Αλμύρα, χώμα, χλωρίνη, ντίζελ. Η εποχή που το τελευταίο καταφύγιό μας, ο ύπνος, γίνεται επουσιώδες και επισφαλές, ένα χάρτινο πέτασμα που μουσκεύει στον ιδρώτα. Διάρροια, μανική εφίδρωση, δίψα, θερμοπληξία. Η εποχή των παρεξηγήσεων, της ταλαιπωρίας, η εποχή που δεν τελειώνει και μας κατατρώει άνοιξη και φθινόπωρο, δε μας αφήνει να ησυχάσουμε. Αγοραία εποχή.

Ούτε αποκούμπι, ούτε παρηγοριά. Οσμές και υγρασία. Περιμένω τον χειμώνα που δεν έρχεται ποτέ. Το πανάκριβο χιόνι, τη λίγη βροχή.

Δεν έχει μείνει ποίηση μέσα μου. Μόνο να θέλω θέλω.

Advertisements

Η πολιτική και οι αδύνατοι

Σχετικά σοβαροί άνθρωποι με έχουνε καταγγείλει για απολιτικό (ή «απολίτικο»; δεν ξέρω, ας μας διαφωτίσει ο Σαραντάκος, αν διαβάζει). Άλλοι, εξίσου σχετικά σοβαροι άνθρωποι, με έχουνε δακτυλοδείξει για κυνικό αναρχικό που δεν πιστεύει σε τίποτα. Κάποιοι άλλοι με έχουνε πει ρατσιστή, σεξιστή, κρυπτοδεξιό και νεοφιλελευθέρο.

Ξεκινάω έτσι για να μιλήσω για το πώς αισθάνομαι την πολιτική, θέμα που με απασχολεί περισσότερο (όπως και εκατομμύρια άλλους) τον τελευταίο καιρό. Η αφέλεια των απόψεων μου πρέπει να θεωρείται αναπόφευκτη, αφού δεν είμαι πολιτικός επιστήμονας κι αφού δεν πήρα βερνίκι πολιτικής σκέψης μέσα από την ΚΝΕ — ό,τι και να πει κανείς γι’ αυτό το θλιβερό κοπάδι φανατικών, τουλάχιστον σε εξοικείωνε, από την καλή ή από την ανάποδη, με μιας μορφής πολιτική σκέψη, κάτι που φυσικά θα έπρεπε να κάνει το σχολείο…

Αντίθετα με όσα πίστευε μια ολόκληρη γενιά δεν είναι όλα πολιτική. Είναι όμως πολύ περισσότερα από όσα μας αφήνει να διαβλέψουμε η κρατούσα ιδεολογία.

Πολύ απλοϊκά, για μένα πολιτική πρέπει να είναι η τέχνη και η πράξη της υπεράσπισης του αδυνάτου. Ο δυνατός, ο προνομιούχος, ο πλούσιος, το μέλος της ελίτ δεν έχει καμμία ανάγκη την πολιτική. Για μένα είναι αδιανόητο να σχεδιάζονται πολιτικές που δεν έχουνε σκοπό την προστασία του αδυνάτου. Ακόμα και οι νόμοι, η εύρυθμη λειτουργία των θεσμών κτλ. δεν νοείται να έχουν άλλο σκοπό από την προστασία του αδυνάτου. Σε αυτή τη λογική οι συμπάθειές μου είναι σαφώς a posteriori αναρχικές, έστω και με την έννοια της ανελέητης κριτικής των θεσμών και της κάθε λογής αυθεντίας, ώστε να ξεκαθαρίσει κατά πόσον η εκχώρηση εξουσίας σε αυτήν ανταποδίδει προστασία του αδυνάτου.

Ακόμα και η προάσπιση της ελευθερίας είναι κυρίως υπόθεση υπεράσπισης του αδυνάτου. Και στα πιο τυραννικά καθεστώτα, οι ελίτ καταφέρνουν να εξασφαλίσουν έναν, ευρύχωρο συνήθως, χώρο ελευθερίας και μάλιστα χωρίς απαραιτήτως να συνεργαστούν απευθείας με το εκάστοτε καθεστώς. Αυτό διαφάνηκε λ.χ. στη Ρουμανία πολύ πριν και πολύ μετά το 1989.

Από αυτή την άποψη στην Ελλάδα ολοκληρώνεται μια αδιανόητη καταστροφή: επί ανδρεοΠΑΣΟΚ μερίδα των αδυνάτων εξαγοράστηκε σε ένα όργιο λαϊκιστικών παροχών. Κατ’ ουσία, οι πραγματικά αδύνατοι παρέμεναν πάνοτε παραμελημένοι, π.χ. οι πράγματι φτωχοί αγρότες (που τους μάδησαν οι συνεταιρισμοί των πασοκανθρώπων), οι ανειδίκευτοι εργάτες (που συνέχισαν να σκοτώνονται σα μύγες), οι τσιγγάνοι (η ελίτ των οποίων εξαγοράστηκε ψηφοθηρικά και μετά άρχισαν να τους σαρώνουν σαν σκύβαλα και σαρίδια), οι γυναίκες του Γυμνασίου (…) και πάει λέγοντας.

Τη δεκαετία του ’90 και μετά οι αδύνατοι, και δη ενισχυμένοι από τους αψήφιστους και άψηφους μετανάστες, λησμονήθηκαν τελείως, καθώς μπήκαμε στην παρτούζα που θα μας («μας»; ποιους «εμάς»; τον ΟΤΕ, την Alpha και τη ΔΕΛΤΑ που αγόραζαν τα Βαλκάνια;) έκαναν «ισχυρή Ελλάδα». Τώρα πια οι (οικονομικά και κοινωνικά) αδύνατοι πολλαπλασιάζονται και παραγκωνίζονται (οριστικά, φοβάμαι), όπως είναι προφανές. Τρία σχεδόν τυχαία μόνο δείγματα του τελευταίου: ο επικείμενος εκβρετανισμός της δημόσιας υγείας, το πάγωμα διαδικασιών νομιμοποίησης των δικαιωμάτων συμβίωσης των ομοφυλόφιλων, η άλωση της εργατικής νομοθεσίας.

Ίσως λοιπόν στην Ελλάδα πράγματι έχουμε ολική αποτυχία της πολιτικής, όχι των κομμάτων κι όχι του συστήματος.

Το κεφάλαιο βρίσκεται υπό διωγμό

Πρώτον,

επισημαίνω σε όλους ότι ο τίτλος είναι παράθεμα. Δηλαδή, δεν τον ενστερνίζομαι αλλά τον παραθέτω για να υποδηλώσω ότι αποστασιοποιούμαι από αυτόν. Έχω βεβαίως επίγνωση ότι όταν ο λαός και η επανάσταση κινδυνεύουν η ειρωνεία, ο σαρκασμός, η σάτιρα, η αποστασιοποίηση (και όλα τα καρναβαλικά όπλα που έχει κατά Μπαχτίν ο καταπιεσμένος απέναντι στη σουρεαλάρα του λόγου της κυρίαρχης ιδεολογίας) αντενδείκνυνται γιατί μαρτυρούν ελιτισμό, υπεροψία (και μέθη;) και γιατί αποπροσανατολίζουν. Ετσι μας έλεγαν στο κατηχητικό των οργανώσεων για το σινεμά: καλό αλλά αποπροσανατολίζει από τον σκοπό της ζωής.

Ωστόσο, εξακολουθώ να ειρωνεύομαι, να σαρκάζω και να αποστασιοποιούμαι (διαφορετικά πράματα αυτά μεταξύ τους, έτσι παιδιά μου;) αφού είμαι προϊόν αστικής ιδεολογίας, που βεβαίως κυριαρχεί στην Ελλάδα, και δεν ξέρω πώς αλλιώς να εκφράσω την οργή μου. Όσο κρατήσει κι αυτό, όσο κράτησε κι η ρώσικη πρωτοπορία.

Δυστυχώς δυστυχώς, η αιθεροβασία των νεοΓάλλων νεομαρξιστών, η μπρούσκα λεβεντιά του Ρίζου και η κατινιά-κουλουριά της Αυριανής απλώς πέρασαν από δίπλα και δε με άγγιξαν.

***

Δεύτερον,

κόβω την πλάκα και παραθέτω την είδηση

Το κεφάλαιο βρίσκεται υπό διωγμό δήλωσε ο Γενικός Διευθυντής της ΟΕΒ Μιχάλης Πήλικος. Μιλώντας στον ΑΣΤΡΑ είπε ότι η κυβέρνηση εισηγήθηκε την αύξηση της φορολόγησης του κέρδους κατά 1% χωρίς να διαβουλευθεί με τους εργοδότες. Αν περάσει η φορολογία, πρόσθεσε, θα είναι πλήγμα για τις επιχειρήσεις.

Η κυβέρνηση, ανέφερε ο κ. Πήλικος βρήκε την εύκολη λύση να αρμέξει τις επιχειρήσεις, κατά την έκφρασή του, για να πληρωθούν οι αυξήσεις στη δημόσια υπηρεσία.

Ο Γενικός Διευθυντής της ΟΕΒ ισχυρίστηκε ότι η κυβέρνηση δεν αγγίζει το κρατικό μισθολόγιο και εκτίμησε ότι τα αποτελέσματα της φορολόγησης των επιχειρήσεων είναι αβέβαια.

Ο κ. Πήλικος διερωτήθηκε τι πρόσφεραν οι εργαζόμενοι στην αντιμετώπιση της κρίσης και γιατί να ζητείται να δώσουν οι επιχειρήσεις.

Απαράδεκτη χαρακτήρισε τη στάση των επιχειρηματιών ο Γ.Γ. της ΠΕΟ.
Απαντώντας στον Μιχάλη Πήλικο, ο Πάμπης Κυρίτσης υπογράμμισε ότι οι επιχειρηματίες στέλλουν το μήνυμα ότι τα κέρδη είναι ιερά και δεν μπορεί να τα αγγίξει κανένας. Αυτή η λογική, υπογράμμισε, αποτελεί παράδοξη άδικη και αντικοινωνική στάση.

Ο κ. Κυρίτσης επισήμανε ότι η αύξηση του 1% είναι μικρή και προσωρινή, διάρκειας 2 χρόνων, και στοχεύει τα μεγάλα κέρδη των τραπεζών και των μεγάλων επχειρήσεων.

Απαντώντας στο ερώτημα τι έδωσαν οι εργαζόμενοι, ο Γ.Γ. της ΠΕΟ υπογράμμισε ότι οι εργαζόμενοι δεσμεύτηκαν ότι δεν θα διεκδικήσουν αυξήσεις πέρα από την παραγωγικότητα για τα επόμενα 2 χρόνια, ενώ η μείωση του αριθμού των δημόσιων υπαλλήλων θα μειώσει και το κρατικό μισθολόγιο.

Το κεφάλαιο έχει τη δύναμη να συνεισφέρει. Αυτή η στάση που τηρούν οι εργοδότες εκφράζει αρνητική, ιδιοτελεί και στενά συμφεροντολογική στάση.

Κληθείς να σχολιάσει το ενδεχόμενο καταψήφισης από τη Βουλή των σχετικών νομοσχεδίων, ο κ. Κυρίτης τόνισε ότι όσοι θα τοποθετηθούν αρνητικά θα πρέπει να δώσουν εξηγήσεις στους εργαζόμενους και στους απλούς πολίτες.

Άκουσα την κυνικά κουτοπόνηρη δήλωση στο αμάξι και κόντεψα να τρακάρω.

Εν κατακλείδι, θα ήθελα να ρίξω στον κύριο Πηλίκο και όσους εκπροσωπεί πέντε φάσκελα: η Κύπρος είναι η παιδική χαρά του Κεφαλαίου και το θράσος έχει όρια. Αυτό χωρίς ειρωνεία, για να το πιάνουν και οι ταπεινοί και καταφρονεμένοι.

Η εθνική υπερηφάνεια ως έρμα

Η Ελλάδα πολύ δύσκολα θα μπορούσε να αυτοπαρουσιαστεί παιχνιδιάρικα και με αίσθηση Zeitgeist, όπως λ.χ. η Ισλανδία. Βεβαίως η Ελλάδα αδιαμφισβήτητα και χωρίς σαρκασμό αυτή τη φορά είναι το παιδικό δωμάτιο της Ευρώπης (όπου και το λίκνο της· το πλέιρουμ είναι η Ιταλία). Η Ισλανδία αντίθετα είναι ένα χέρσο παγόνησο ενδογαμικών ψαράδων που το τσούζουνε, πίσω απ’ του διαόλου το κέρατο και μέσα στη χωρίστρα του, με έναν εστεμμένο παστό μπακαλιάρο να την αντιπροσωπεύει πάνω στον θυρεό της μάνας Δανίας. Άσε που έχει βρωμόκαιρο και έλλειψη αξιοθεάτων. Αδιαμφισβήτητα, έστω σαν γεωγραφία και μόνο, μία Ελλάδα υπάρχει. Το ξέρουνε κι οι Κινέζοι.

Η έλλειψη παιχνιδιάρικης διάθεσης και γενικότερου joie de vivre χαρακτηρίζει και ο συλλογικό μας υποκείμενο και πολλούς από εμάς. Είμαστε οι σοφοί, οι πανάρχαιοι, οι πρώτοι, οι επίγονοι των προγόνων κτλ. Πασίγνωστά πράματα. Οι περήφανοι σπάνια είναι παιχνιδιάρηδες. Οι πανάρχαιοι δεν ξέρουν από αυτοσαρκασμό. Οι σοφοί οφείλουν να επιδεικνύουνε στωικότητα ή τουλάχιστον θυμοσοφία. Καμμιά φορά μέχρι και θανατερή σοβαροφάνεια.

Επίσης ομφαλοσκοπούν. Θυμάμαι σχετικά μια επιστολή του Richard Feynman από την Αθήνα. Σε αυτήν ο Φέυνμαν αγανακτεί και ψέγει με τρόπο χαριτωμένο αλλά αναπόφευκτα υπεροπτικό τη γενικευμένη απαξίωση εκ μέρους των Ελλήνων οικοδεσποτών του απέναντι στην πρόοδο της Φιλοσοφίας και των επιστημών κι απέναντι στα επιτεύγματα της ανθρωπότητας μετά τον Ήρωνα τον Αλεξανδρέα και τους συγχρόνους του. Φαντάζομαι ότι το αντίστοιχο είναι να σου λεν Ιταλοί πόσο χάλια μαύρα είναι η ζωγραφική μετά τον Βερονέζε, ότι η τέχνη τελείωσε στη Βενετία του 16ου: γραφικό αλλά αναμενόμενο ίσως.

Μέρος των προβλημάτων μας, και δεν εννοώ μόνον όσα επικαιρικά αντιμετωπίζονται ως προβλήματα, είναι όχι μόνον η συλλογική αυτοεικόνα μας (πώς βλέπουμε τους εαυτούς μας ως λαό / έθνος — το ίδιο πράμα στην εποχή μας των συμφυρμών) αλλά και πώς αυτή εσωτερικεύεται από πολλούς από εμάς σε προσωπική κλίμακα. Μίλαγα μ’ έναν φίλο Έλληνα που έχει ζήσει χρόνια στη Γερμανία και μου έλεγε κι αυτός για τη σοβαροφάνεια (συνήθως εις βάρος της σοβαρότητας), το ευριπίδειο-τεατράλε μελό ή τη σεκλετισμένη κατήφεια και γκρίνια (συνήθως εις βάρος του πάθους και του βάθους), τα ομηρικά πείσματα (συνήθως εις βάρος της ακεραιότητας) και τις βαρειές κουβέντες (συνήθως εις βάρος της απλότητας και ειλικρίνειας) που κουβαλάμε οι Έλληνες στις διαπροσωπικές μας σχέσεις. Μ’ αυτά και μ’ αυτά το έριξε στους ξένους.

Σκέφτομαι πώς θα γινόταν να χάσουμε λίγη περηφάνεια και να κερδίσουμε λίγη χαρά. Να γινόμασταν λιγάκι λιγότερο ξερόλες κι αυθεντίες της φακής και να απολαμβάναμε λίγο παραπάνω. Τουλάχιστον να μιλάγαμε λιγότερο και να ακούγαμε περισσότερο, αν τελικά τα παραπάνω είναι όντως δύσκολα κι οθνεία, ρε αδερφέ. Αλλά αυτά τα ξανάπαμε.

Νταξ

Λέει ο Μαυρουδής:

Οι σύγχρονοι ζηλωτές του ελληνοκεντρισμού, παλαιοί και όψιμοι, ποικίλων βαθμίδων σοβαρότητας, κάπως έτσι, μηδενίζοντας και αποθεώνοντας, ξεκαθαρίζουν το τοπίο των ιδεών. «Μπαχ; Εμείς (η Ανατολή) είχαμε τον Κουκουζέλη». «Πιάνο; Τι μπορεί να πει σε σχέση με το δικό μας τουμπελέκι;».

Note (to self, too):

Μην
το κλωτσάτε άλλο το ψοφίμι. Ψόφιο είναι. Εντελώς ψόφιο και σαπίζει γκροτέσκα. Σύγχρονοι ζηλωτές; Εντάξει, βγήκανε και κάποιοι στην επαρχιακή Ελλάδα του 1980-2000 κι είπανε και δέκα, είκοσι απύθμενες μαλακίες. Εντάξει. Καλώς. Ξέρετε άλλωστε τι είπε ο Χριστούλης για τον αναμάρτητο και τον λίθο: άλλοι έχουνε neocons και την Ayn Rand, έχουν ουνιβερσαλιστές, έχουνε τη Julie Burchill κι «ευρωσκεπτικισμό», οι φίλοι μας οι Γάλλοι τους μεταμοντέρνους ομπφουσκάτορες και μεταφορολάγνους.

Κι εμείς είχαμε αυτούς: με τα τεριρέμια, με τον ησυχασμό, με τις οικουμένες, με τις καθ’ ημάς, με όλα αυτά. Οκέι. Δείτε το κι αλλιώς: με λιγότερα από αυτά οι Σέρβοι έκαναν γενοκτονίες, εμείς πάλι όχι. Κάτι σημαίνει κι αυτό.

Ονόματα

Νατζιμπουλά
Μεναχέμ Μπέγκιν
Γιαρουζέλσκι
Αμίν Τζεμαγέλ
Λίντερ-Μάγερ
Μπερλίνγκουερ

Ονόματα της παιδικής ηλικίας. Ονόματα ξένων ανθρώπων μέσα από τις εφημερίδες, το ράδιο, τις συζητήσεις των γονέων και των παππούδων.