Όχι άλλες καλόγριες

Photo 14-12-17, 10 56 05

Υπάρχουν διάφορες παρανοήσεις που έχει δημιουργήσει η ατροφία του κριτικού λόγου.

Όταν λέω «κριτικός λόγος» εννοώ τον λόγο που πρώτα έχει διαβάσει ανθρωπιστικές, κοινωνικές και πολιτικές επιστήμες.

Πρώτο παράδειγμα παρανόησης, ο κυριολεκτισμός. Είναι η Αντιποίηση Αρχής του Κοτζιά ασφαλίτικο μυθιστόρημα (όπως σχεδόν ισχυριζόταν ο Ριζοσπάστης) επειδή είναι γραμμένο από την οπτική γωνία ενός χαφιέ; Είναι η Λολίτα παιδεραστικό μυθιστόρημα επειδή είναι γραμμένο από την οπτική γωνία ενός τύπου σεξουαλικοποιεί μια πιτσιρίκα;

Όχι.

Αυτά έχουν λυθεί εδώ κι ενάμιση αιώνα. Η λογοτεχνία δεν είναι ούτε εγχειρίδιο χρήσης της ζωής, ούτε βίβλος χρηστομάθειας, ούτε self help. Αφενός η λογοτεχνία καταβυθίζεται όπου κανείς και τίποτε άλλο δεν μπορεί να ποντιστεί γιατί δεν αντέχει την πίεση της αβύσσου (αναλογιστείτε ότι η λογοτεχνία είναι κάτι σαν βαθυσκάφος), αφετέρου στη λογοτεχνία δεν μπορεί να εφαρμόζεται κανένας κυριολεκτισμός. Η λογοτεχνία λειτουργεί λοιπόν περίπου όπως τα όνειρα: εκφράζει όσα δεν μπορούν να ειπωθούν αλλιώς, εξακτινώνοντας ταυτόχρονα όσα λέει και αναγκάζοντάς μας να τα ερμηνεύσουμε σε πολλά επίπεδα.

Πρακτικά τώρα: θέλει κανείς να βάλει αυτά τα σαχλά trigger warnings; Ας το πράξει. Ας ξεκινήσει όμως από τη ζωή την ίδια. Ας προχωρήσει μετά στις ειδήσεις. Ας περάσει μετά από την Ιλιάδα, όπου η σκηνή στην οποία ένα δόρυ μπαίνει από το λαρύγγι κάποιου άπαξ μνημονευμένου Τρώα, του κόβει τη γλώσσα και του καμακώνει το κρανίο με την αιχμή να βγαίνει ματωμένη και λεκιασμένη με μυαλά από τη βάση του σβέρκου ― σκηνή που με ανακατεύει εδώ και τριαντατόσα χρόνια. Τι να κάνουμε, η ζωή και η λογοτεχνία είναι γεμάτες από σκηνές φρίκης και καταπίεσης, από σκηνές που μας ανακαλούν τραύματα ή πολύ βαθιά γαντζωμένους φόβους: δεν θα γεμίσουμε βιβλία και μουσεία με σπόιλερ όμως.

Μια δεύτερη παρανόηση είναι η αντίληψη ότι ο κόσμος των ιδεών απαρτίζεται από συνεχή με δύο άκρα, ανάμεσα στα οποία πρέπει να εξισορροπήσει κανείς, συνήθως κάπου στη χρυσή μεσότητα. Ναι, θα μου πείτε, Αριστοτέλης. Ναι, θα σας πω: ο Αριστοτέλης πέθανε, κι όχι τώρα πρόσφατα.

Για να γίνω πιο συγκεκριμένος, δεν γίνεται να κατασκευάζουμε δίπολα εκ του προχείρου και μετά να καμαρώνουμε επειδή γενναία τάχα διαλέγουμε τη μία ή την άλλη άκρη. Δεν γίνεται να θεωρούμε ότι από εδώ βρίσκεται η κοινωνική δικαιοσύνη και από την άλλη η ερωτική ελευθεριότητα και να λέμε «ναι ρε, θα θυσιάσω την ελευθεριότητα για χάρη της κοινωνικής δικαιοσύνης!». Ξέρετε ποιο κίνημα το διακήρυξε αυτό; Όχι τίποτε πουριτανές φεμινίστριες αλλά ο πρώιμος χριστιανισμός: από τη μια η ερωτική ελευθεριότητα κι ερωτική ελευθερία των εύπορων Ρωμαίων πολιτών (άρα και αντρών) από την άλλη η χειραφέτηση των δούλων και των φτωχών κοριτσιών κι αγοριών που χρησιμοποιούσαν οι Ρωμαίοι πολίτες για τα γούστα τους. Ο πρώιμος χριστιανισμός και στο όνομα της κοινωνικής δικαιοσύνης πολέμησε την ερωτική ελευθεριότητα και την ερωτική ελευθερία. Ο πρώιμος χριστιανισμός, όπως και πολλά σύγχρονα κινήματα, αδυνατούσε να δει τους υπόλοιπους παράγοντες: φύλο, χρήμα, τάξη.

Να το θέσω κι αλλιώς: πολλά κινήματα προτιμούν να καταπνίξουν τις κατακτήσεις λίγων (ας πούμε την ελευθεριότητα), που αποτελεί προνόμιό τους, από το να αγωνιστούν τα κινήματα αυτά ώστε οι κατακτήσεις των λίγων να γίνουν κτήμα των πολλών. Για φανταστείτε να αποφάσιζε το ΚΚΣΕ ότι ο εξηλεκτρισμός πρέπει να κατασταλεί επειδή είναι προνόμιο λίγων· απεναντίας προτίμησε να επιδιώξει να εξηλεκτριστεί ολόκληρη η σοβιετική επικράτεια.

Στην εποχή μας δεν θα έπρεπε π.χ. να πολεμάμε τα προνόμια που δίνει η επιστημονική γνώση στους φορείς της παρά να αγωνιζόμαστε να κατακτηθεί η γνώση αυτή από τους πολλούς (κάτι που βεβαίως δεν θέλει κατά βάθος ο καπιταλισμός, και μιλάω μετά λόγου γνώσεως). Σε κάθε περίπτωση είναι παράλογο να στήνουμε ένα δίπολο στο οποίο βρίσκεται π.χ. η ελευθερία του λόγου ή των πεποιθήσεων από τη μια και η επιστημονική γνώση κι εξειδίκευση από την άλλη, ερήμην παραγόντων όπως φύλο, χρήμα, τάξη κτλ.

Μια τρίτη παρανόηση είναι η σεξουαλικοποίηση του αγγίγματος, όπως αποτυπώνεται στην επιβίωση μιας ιησουίτικης χρηστοήθειας περί το σώμα. Οι Ιησουίτες για σκοπούς διευκόλυνσης των εξομολογουμένων είχαν χωρίσει το σώμα σε ζώνες: ακούσιο ή (χειρότερα) εκούσιο άγγιγμα ισοδυναμούσε με διαφορετικής βαρύτητας αμάρτημα ανάλογα με το μέλος ποιας ζώνης του εξομολογούμενου ερχόταν σε επαφή με το άλλο σώμα, και με ποια ζώνη του. Λόχου χάρη, χέρι (Ζώνη Α) με χέρι (Ζώνη Α), σχεδόν οκέι, καυλί (Ζώνη Δ) εφαπτικώς σε κώλο (Ζώνη Δ), επιτίμια ― με όλες τις ενδιάμεσες διακυμάνσεις και συνδυασμούς.

Το πνεύμα, αν όχι το γράμμα, ενός τέτοιους συστήματος ζει ακόμα. Κάθε άγγιγμα σεξουαλικοποιείται, με υπόβαθρο κι έναν παλαιοφροϋδισμό κατά τον οποίο κάθε άγγιγμα είναι σώνει και καλά σεξουαλικό και δεν πα να λες ό,τι θες.

Βεβαίως έχω πλήρη επίγνωση της κουλτούρας του βιασμού, πλήρη όσο μου επιτρέπει το γεγονός ότι δεν την έχω υποστεί σχεδόν ποτέ· επίσης έχω ακόμα πληρέστερη εποπτεία της πονηριάς και της ευελιξίας και της γενικότερης ωμής μαλαγανιάς της κουλτούρας του βιασμού. Παρόλ’ αυτά τα αγγίγματα, όπως και τα κείμενα που λέγαμε πιο πάνω, ερμηνεύονται εντός πλαισίων και με βάση το περικείμενο: ποιος, πού, πώς, πότε, γιατί, τι προηγήθηκε κτλ. Δεν γίνεται να εξοστρακίσουμε το άγγιγμα από τη ζωή μας ή να το περιχαρακώσουμε μέσα σε ζώνες ασφαλείας, συμβολικές ή πραγματικές.

Βεβαίως εδώ τα πράγματα περιπλέκονται άσχημα γιατί ήδη βρίσκεται υπό διαμόρφωση ένα καινούργιο απατηλό δίπολο, το οποίο μάλιστα δεν διαθέτει καν ενδιάμεσες διαβαθμίσεις: από τη μια το «δεν αγγίζουμε κανέναν και καμμία» γιατί το άγγιγμα είναι εγγενώς σεξουαλικό και άρα (…) παραβιαστική συμπεριφορά· στο άλλο «άκρο» τα ελεύθερα πιασίματα, τα «παλαμαριαστείτε και χουφτωθείτε παντού κι όπως να ‘ναι», διάχυτος ερωτισμός όλων με όλους ανά πάσα στιγμή, βγαλμένα από τη χαζή Ροζ Ομίχλη του Μπορίς Βιάν.

Και πάλι εδώ δεν υφίσταται κανένα δίπολο μόλις συνυπολογιστούν οι παράγοντες του φύλου, της τάξης, αλλά και το γενικότερο περικείμενο και τα συμφραζόμενα: μάλλον είμαι κατά βάθος ελαφρώς τοξικό cis αρσενικό για να πιστεύω ότι όλες κι όλοι εκτός πλαισίου και ανά πάσα στιγμή θα σπεύσουν να ανταποκριθούν στις (ας πούμε) μόνιμες καύλες μου. Ακόμα πιο απλά, «παραμέρισε τη συναίνεση και όλα θα πάνε κατά διαόλου»: το δικό μου προνόμιο για όχι πρέπει να το έχουν όλες κι όλοι.

Συνοψίζοντας, αυτά που κινδυνεύει να χάσει η εποχή μας, και μιλάω για την προοδευτική και κινηματική και δυναμική εκδοχή της εποχής μας, είναι δύο:

Αυτό που λέμε nuance στα αγγλικά (και δυσκολεύομαι να μεταφράσω, όπως τη μπέσα, το φιλότιμο και το κέφι): δεν ερμηνεύονται τα πάντα με βάση απλούς τυφλοσούρτες, δεν κόβονται όλα τα υφάσματα πάνω στο ίδιο πατρόν, δεν μπορείς να σχεδιάσεις τα πάντα με κανόνα και γνώμονα ― μάλλον θα σου ξεφύγουν τα περισσότερο ενδιαφέροντα σχήματα αν το αποπειραθείς.

Το δεύτερο είναι η ανάγκη μας για όνειρο. Το βίτσιο, η λογοτεχνία, ο χαβαλές και άλλα πολλά είναι όνειρα· δεν είναι απαραιτήτως ευχάριστα ή τρυφηλά όνειρα, μπορεί να είναι ο εφιάλτης της κακοποίησης ή το καθαρτικό όνειρο της εκδίκησης ― βρίσκονται όμως στη βάση της ελευθερίας και πολλάκις της χαράς μας.

Δεν χρειαζόμαστε άλλες καλόγριες. Ίσως στο μέλλον να μη χρειαζόμαστε ούτε το «αντίθετό τους». Απλοϊκά μιλώντας, χρειαζόμαστε περισσότερη εμπιστοσύνη στο όνειρο, περισσότερη ελευθερία, καθώς και περισσότερη βάσανο και περισσότερο κόπο για να υφάνουμε αυτό το έρμο το nuance.

Σατάν

satan

Γενικά οι θρησκείες είναι για τα μπάζα· όλες οι θρησκείες: παλιές δοκιμασμένες λύσεις σε λάθος προβλήματα. Από την άλλη, οι θρησκείες είναι αρκετές ευρείες για να επιτρέπουν στους πιστούς τους να κάνουνε του κεφαλιού τους μέχρι ενός σημείου χωρίς καν να γίνουν αιρετικοί κι αφορισμένοι: από τους μειλίχιους ασκητές του Γάγγη μέχρι τα εθνικιστικά σκυλιά του BJP, από τους χαμογελαστούς βουδιστές χωρικούς μέχρι τους ζαμπόνηρους Ταϋλανδούς μοναχούς κ.ο.κ.

Οι μεγάλες θρησκείες είναι όντως αυτό που οι Άγγλοι λένε broad churches, αρκεί να είσαι έτοιμος να ερμηνεύσεις την κωμική μυθολογία τους ως απείκασμα πνευματικού βάθους και μεταρσιωτικού ύψους.

Από αυτή την άποψη είναι τερατώδες να αξιολογούμε ένα δισεκατομμύριο μουσουλμάνους με βάση τη συμπεριφορά μιας μερίδας φανατικών ή αυτής των γνήσια καταχθόνιων ουαχαμπιστών. Φανταστείτε να αξιολογούνταν η Χριστιανοσύνη με βάση τους αμερικανούς Βαπτιστές ή τους μοναχούς της ερήμου της Ιουδαίας.

Αυτά για τις μεγάλες θρησκείες, γιατί οι μικρές και οι σύγχρονες θρησκείες, κάτι μάρτυρες του Ιεχωβά, μορμονισμοί και σαηεντολογίες, τείνουν να είναι κανονικά τρελοκομεία και όσον αφορά το κοινό τους και όσον αφορά την οργάνωσή τους (επιτήρηση και τιμωρία κτλ.).

Μια μικρή θρησκεία που καθόλου δεν μου κάθεται είναι ο σατανισμός. Μη με παρεξηγείτε, πάντοτε ήμουν με τους κακούς όταν έβλεπα κινούμενα σχέδια και παρόμοια: με τον Ζόλταρ, με τη Βάντα, με τον Νταρθ Βέιντερ, με όλους τους τύπους και τις τύπες που έκαναν μουάχαχα ρίχνοντας πίσω το κεφάλι τους με οίηση και μέθη.

Αλλά εδώ μιλάμε για θρησκεία, ρε μαν. Μου είναι δύσκολο να χωνέψω ότι παίρνεις τον κομπλεξικό πεπτωκότα άγγελο μιας μονοθεϊστικής θρησκείας, έναν κοσμικό Ιζνογκούντ, και χτίζεις μια θρησκεία πάνω του: «Άσε με να βασιλέψω δίπλα σου, Θεέ», «Όχι Εωσφόρε!», «Ντου αλάνια μου, πάρτε τον!», «Μιχαήλ, όρμα τους.», «Αααααααααα» ― εδώ στο «Αααααααααα» φανταστείτε τον στυλιζαρισμένο άγγελο των Led Zeppelin να πέφτει στην Άβυσσο.

Μια παρένθεση για τους δύο αρχαγγέλους Μιχαήλ και Γαβριήλ στα θυρόφυλλα του ιερού των εκκλησιών μας: δεν αντιπροσωπεύουν τις δύο κυρίαρχες εκδοχές του κουήρ άντρα; Ο ένας με στολή, ξίφος και μπρατσόνια, ο άλλος με μακιγιάζ, λέλουδο και κελεμπία. Εδώ τα υπόλοιπα για τους αγγέλους.

Λένε λοιπόν οι σατανιστές ότι ναι, ο Εωσφόρος που λατρεύουν, ο πεπτωκώς άγγελος, είναι ακριβώς αυτό: ο αντάρτης κατά της μονοθεϊστικής απολυταρχίας, αυτός που κρυγάζει non serviam απέναντι στην εξουσία και στους τσάτσους της που ανταποκρίνονται στα «στώμεν καλώς», η χαρά της Φύσης απέναντι στη σκυθρωπή αποστείρωση των αποπνευματωμένων, η ανταρσία του Ανθρώπου απέναντι στον υπερβατικό Τύραννο (με ολίγη από σφαγιασμένα κοτόπουλα και οργιάκια που τα κάνεις και χωρίς πεντάλφες ― αλλά ας μην πλατειάζω). Πολύ ωραία όλα αυτά. Με μία μικρή διαφορά: στην καλύτερη περίπτωση δεν υπάρχει ένας σατανάς αλλά δύο· στη χειρότερη ο σατανάς είναι ο τσάτσος του Θεού.

Ο ένας σατανάς είναι ο Εωσφόρος και η παρέα του, οι οποίοι στασίασαν και κατέληξαν στην Άβυσσο, κατέληξαν πιο συγκεκριμένα «εἲς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον τὸ ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καὶ ἀγγέλοις αὐτοῦ», αυτό το ίδιο για το οποίο σύμφωνα με τη γνωστή περικοπή ο Χριστούλης προορίζει κάθε λογής πλούσιους και μισάνθρωπους, παρεμπιπτόντως. Και εκεί βρίσκεται, λέει η μυθολογία, ο στασιαστής τσαμπουκάς: στην Κόλαση, στου πηγαδιού τον πάτο κατά τον Δάντη. Δεν έχει καν την ευχέρεια, σαν τον Μαμ-Ρα, να ξυπνάει κάθε τόσο από τον αιώνιο ύπνο του. Ο Διάβολος δεν είναι ο αφέντης της Κόλασης, είναι ο κατάδικος για τον οποίο φτιάχτηκε η Κόλαση. Σιγά μην του έφτιαχνε ο Άλλος βασίλειο του αντάρτη: Πανάγαθος είναι, όχι κομματάρχης.

Αυτός είναι ο ένας σατανάς λοιπόν, η εν πάση περιπτώσει ο σατανάς που εμπνέει τους σατανιστές να είναι φιλάνθρωποι και αντίθεοι και να βγάζουν κωλοδάχτυλα, κερατάκια και non serviam απέναντι στις εξουσίες: ο πεπτωκώς Εωσφόρος.

Πάντως πρέπει πριν την πτώση του να ήταν μεγάλη μούρη ο Εωσφόρος, όχι μόνο γιατί το λέει ο Μίλτον αλλά και λόγω του εξής μυστηριώδους ψαλμικού χωρίου (Ψαλμός 109, ή 110 αν είσθε αλλόδοξος): « Εἶπεν ὁ Κύριος τῷ Κυρίῳ μου· κάθου ἐκ δεξιῶν μου, ἕως ἂν θῶ τοὺς ἐχθρούς σου ὑποπόδιον τῶν ποδῶν σου. […] ἐκ γαστρὸς πρὸ ἑωσφόρου ἐγέννησά σε.» Η χριστιανική ερμηνεία είναι ότι ο Θεός Πατέρας μιλάει στον Θεό Υιό και τον συγκρίνει με τον Εωσφόρο, η ιουδαϊκή είναι είτε wtf, bro?, είτε φιλολογική.

Ο άλλος σατανάς, ο ἄγγελος σατᾶν, είναι αυτός που ξέρουμε από τη δράση του στην ιουδαϊκή και στη χριστιανική μυθολογία: αυτός που απάτησε την Εύα (εκτός κι αν ήταν εκείνη η γκομενάρα η Λίλιθ, αλλά ας μην μπούμε στα αποκρυφιστικά), αυτός που καυλώνει μοναχούς και λαϊκούς, αυτός που έκανε ντηλ με τον Θεό για να καταστρέψει τον Ιώβ, έτσι για να δούν οι δυο τους μια Τρίτη απόγευμα αν θα βλαστημήσει και αν θα σιχτιρίσει τον Θεό του, αυτός που έπιασε τον Χριστό στην έρημο (σε μια από τις αγαπημένες μου βιβλικές σκηνές) και τον πέρασε κρας τεστ, άγρια και ζόρικα κρας τεστ ομολογουμένως.

Αυτός ο σατανάς δεν είναι παρά ένας μπράβος που «του επιτρέπει» ο Θεός να πηγαίνει να τσεκάρει αν οι δούλοι Του (αλλά και ο Υιός Του) Τού είναι πιστοί ή αν Του κάνουν νερά. Είναι ένας παρακρατικός του Θεού, οπότε οι λειτουργοί Του τον ταράζουν στη νομιμότητα και στους εξορκισμούς όπου τον πετύχουν αλλά ας μην κοροϊδευόμαστε: για τον Κύριο Σαβαώθ δουλεύει κι αυτός αλλά μαφιόζικα, στη σκιά.

Επιπλέον, αυτός ο διάολος είναι άλλοθι: εκείνος που, λέει, ευθύνεται για νεκρά παιδάκια (από καρκίνους, λιμούς, λιτότητες ή βόμβες ― αδιάφορο), που βάζει λευίτες να βιάζουν άλλα παιδάκια, που ξεκινάει πολέμους, που βάζει τους φονιάδες να γίνουν φονιάδες κτλ. Κάνει όλες τις βρωμοδουλειές με τις οποίες δεν θέλει να σπιλώσει τα άχραντα και άπλαστα χέρια Του το Μεγάλο Αφεντικό του (και δικό μας).

Εννοείται ότι αιώνες χριστιανικής και ισλαμικής θεολογίας προσπαθούν να μας πείσουν ότι αυτοί οι δύο σατανάδες είναι ο ένας και ο αυτός, ο πεπτωκώς άγγελος (η ιουδαϊκή θεολογία τον έχει σε γενικές γραμμές κλασμένο τον διάολο). Κι όμως αν δεν είναι δύο οι σατανάδες, ο ένας αντάρτης δεσμώτης και ο άλλος σκιώδης μπράβος, τότε ο Σατανάς είναι και τα δύο: αντάρτης που έγινε λίγο χαφιές, ένας κανονικός ασφαλίτης.

Ε, αυτόν θέλετε να λατρέψετε ρε παιδιά;