Το μπλιαξ

Παλιοτερα, π.χ. όταν ήμουν έφηβος, ήμουνα πιο ψύχραιμος. Δεν τρελαινόμουν εύκολα. Τα τελευταία χρόνια, τρελαίνομαι όλο και πιο συχνά. Αν έχει κάποιος όρεξη και κοιτάξει αυτό το μπλογκ, θα μετρήσει πολλά τρελαμένα ποστ — άλλωστε, τείνουμε να κρατάμε ημερολόγια και τέτοια όταν κάτι μας λείπει, κάτι μας τη δίνει, κάτι μας χαλάει. Όταν είμαστε καλά, ζούμε. Ή, άντε, γράφουμε άλλα πράματα.

Τις τελευταίες μέρες είμαι πάλι τρελαμένος. Δε θέλω να εξηγήσω γιατί και πώς, εν μέρει με κάλυψε αυτός κι αυτός (ναι, πάλι: αν δεν ταιριάζαμε, δε θα συμπεθεριάζαμε). Μου φαίνεται ότι κάτι γενικευμένα εκφυλιστικό έχει επίπεσει, ένας ηθικός λοιμός, πανδημία εκζομπισμού της κρίσης μας — δεν ξέρω πώς να το περιγράψω. Για να παρηγορηθώ σκεφτομαι τον καταπληκτικό θείο Βασίλη (για τον οποίο δεν έχω γράψει ποτέ) και λέω: «να, μαλάκα: έτσι είναι ο μέσος άνθρωπος: ψύχραιμος, λογικός, μετρημένος, με κρυμμένες χάρες, με χιούμορ, φιλόξενος, κάνει φίλους εύκολα και συζητήσεις άνετα». Αλλά δε με πιάνει η αυθυποβολή. Τα κανάλια, για να μας κάνουνε να βλέπουμε παντού τέρατα, θα μας κάνουν εμάς τους ίδιους τέρατα στο τέλος — τουλάχιστον να γινόμασταν τέρατα επειδή θα τα πολεμάγαμε, κάτι θα ήταν κι αυτό.

Μετά είναι και το ίντερνετ. Η πολυφωνία του δε σε παρηγορεί. Ίσα-ίσα: όσα παλιότερα ξεστομίζονταν, αντιδρούσαν και ξεθύμαιναν μέσα στις τραπεζαρίες μας και στους καφενέδες, τώρα αποκτούν ασήμαντη αθανασία (αλλά πόσο ασήμαντη μπορεί να είναι η αθανασία; δείτε τους ξεχασμένους βρυκόλακες πόσο το γλεντάν αφού τους ξυπνήσεις) ζώντας μέσα στους κλιματιζόμενους σέρβερ των μπλογκοπάροχων. Τελικά, όοοοολααααα αυτά που αποκαλύπτει μπροστά μας η ύπαρξη του ίντερνετ, του συμμετοχικού-κοινωνικού ίντερνετ, είναι όσα δε θέλαμε με τίποτε να πιστέψουμε.

Θέλαμε να πιστεύουμε ότι η Παράδοση και η Παιδεία μας (μαζί ή καθεμία χωριστά ή μόνο μία από αυτές) μας κάνουν κατά βάθος καλούς, αγαθούς, κοινοτιστές, ανθρώπους της προσφοράς και του γλυκέος πικιωνισμού. Ότι έχουμε καλλιέργεια δική μας, μυστική και βιωμένη. Τι μας πετάει στα μούτρα το πολυφωνικό συμμετοχικό-κοινωνικό ίντερνετ; Ότι η Παιδεία μας και η καλλιέργειά μας είναι ισχνές και επιφανειακές. Ότι το κατάχωλο εκπαιδευτικό σύστημά μας δεν καλλιέργησε ποτέ τίποτα και κανέναν, παρά ρίχνει μια λεπτή στρώση κοπριά περιμένοντας να φυτρώσουν ανθρωπιστές, συζητητές, ορθολογιστές, χριστιανοί, φιλότιμοι, εργατικοί, πατριώτες, φιλότεχνοι, φιλόμουσοι… Αν τα κανάλια προπαγανδίζουν τον λόγο της εξουσίας, τα σόσιαλ μήδια αναμεταδίδουν, αναπαράγουν, πολλαπλασιάζουν και επιβεβαιώνουν την αθλιότητα μιας κουλτούρας που για κάποιον λόγο βρωμάει πολύ. Πάρα πολύ.

Αυτή η συνειδητοποίηση με κάνει να αισθάνομαι παραλυτική κούραση ψυχικά.

Advertisements

Επαναλήψεις

Άντεξα να δω ειδήσεις για ακριβώς ένα λεπτό. Τα μέσα, με την απροκάλυπτα εκφοβιστική προπαγάνδα τους, είναι σταλινικά-γκαιμπελικά-μακαρθικά, πόσο πια να τα αγιάσει πια ο δημοκρατικός (;) σκοπός μας;

Σωστά ο Μπουκάλας παραλληλίζει την Κατάληψη της Νομικής (καημένε Φλεβάρη του ’73) με το τι έγινε στη Γαλλία με τους sans-papiers. Nous les rapatrierons, φώναζε τότε το Front National (ή κάποιο παρακλάδι του;), ενώ είχε γεμίσει το Παρίσι αυτοκόλλητα με ένα ζευγάρι (ο άντρας μουσάτος με κελεμπία, η γυναίκα με μπούρκα κι ένα κουτσούβελο στην αγκαλιά) να εκδιώκονται από έναν κάπως σκίνχεντ με πύρινη ρομφαία και να παίρνουν τον δρόμο για μια έρημο με τζαμιά, με αισθητική που προσπαθούσε να μας πει «Έξωση από την Εδέμ» αλλά κατέληγε ‘Φυγή στην Αίγυπτο’ — ανατριχιαστικά πράματα.

Παράλληλα, τα πράγματα στην περίπτωσή μας έχουνε και μια (όχι αποκλειστικά) ελληνική αγριότητα, χωριατιά θα την έλεγα εγώ αλλά δεν έχει πια πολλή σημασία αυτό. Εντωμεταξύ, όσο κι αν ακκιστώ πως κάτι είχα διακρίνει σχετικά με το πού πάει η πατρίδα πολιτικά, ούτε που διανοούμουν ότι τον ρόλο των δεξιών τραμπούκων θα τον έχουν όχι μπάτσοι με πολιτικά ή θερμόαιμοι της ΝΕ.Ο.Σ., παρά η ίδια η Χρυσή Αυγή· τώρα και με δημοτικό σύμβουλο Αθηναίων.

2-0, τέλος

Το κάζο της παρανόησης του εξώφθαλμα ειρωνικού κειμένου του oldboy είναι κατ’ αρχήν απολαυστικό, ιδίως για έναν χαβαλέ και χαβαλεδιάρη σαν κι εμένα: τόση σοβαροφάνεια, τόσα παραθέματα, τόση αυθεντία να πάνε στον βρόντο. Επί της ουσίας, πρόκειται για κάζο και φιάσκο μιας ολόκληρης γενιάς επιτιμητικά καμαροφρύδηδων, μηχανιστικά εργαλειοφρόνων και — εν τέλει — καρατσούμπαλων διανοουμένων, που ζούνε τεμπέλικα στην εύφορη και περίκλειστη κοσμάρα τους.

Ήθελα να γράψω απόψε για το «παλιό καλό ελληνικό» σινεμά και πόση δυσφορία μου προκαλούν οι κωμωδίες του. Αλλά δεν μπορώ. Ήθελα να γράψω ότι αυτό του Χατζιδάκι είναι κατά πολλές τάξεις μεγέθους σημαντικότερο, τολμηρότερο κι ευρηματικότερο τραγούδι από, λ.χ., τις πολύ πολύ βαρετές Μπαλάντες της Οδού Αθηνάς, και να σοκάρω λίγο. Αλλά δεν μπορώ. Γελάω ακόμα.

Άντε, καλή βδομάδα. Πάντα τέτοια.

Sister Wendy Beckett

Γενικά δεν μπορώ να παρακολουθήσω βίντεο για πολλή ώρα στο youtube. Το βαριέμαι, για να πω την αλήθεια, με κουράζει κιόλας. Θαυμάζω όσους κάθονται και βλέπουν ολόκληρα ντοκυμαντέρ ή και σειρές στα μικρά μπανιστηροπαράθυρα των flv.

Κι όμως, καθηλώθηκα παρασκευιάτικα με τη συνέντευξη μιας καλόγριας που μιλάει για την τέχνη. Την είδα πριν χρόνια και είχα διαβάσει τότε γι’ αυτήν και την εκπομπή της, αλλά η συνέντευξή της, που βρήκα μέσω του μπλογκ μιας αμερικάνας εταίρας πολυτελείας, πραγματικά με εντυπωσίασε. Την άκουγα και αναρωτιόμουν αν θα γινόταν περισσότεροι διανοούμενοι να μιλούσαν έτσι. Γενικά, η αδελφή Wendy τα σπάει. Άσε που η όψη της μου θυμίζει έναν αγαπημένο μου δάσκαλο (μαχητικό άθεο αλλά παρόμοιας διάθεσης και ιδιοσυγκρασίας…).

Απόλαυσα και τα έξι μέρη, αλλά κυρίως από το τρίτο και μετά, και θέλω να τα μοιραστώ μαζί σας. Αρχίζουν εδω.

Πάλι μας την έπεσε ο Γκυ Ντεμπόρ

Λέει ο Radical σε ένα πολύ ενδιαφέρον ποστάκι του, του οποίου η ματιά είναι, όπως μας έχει συνηθίσει ο Αντώνης, προκλητική:

Από την άλλη, οι πιο μύχιες και κρυφές φαντασιώσεις του μέλους της αστικής κοινωνίας αποκαλύπτουν, όταν αναλυθούν προσεκτικότερα, όχι την παρουσία κάποιου μυθικά απροσπέλαστου υποσυνείδητου αλλά την μαζική και επιφανειακή ψυχολογία της διαφήμισης: το νησί των ονείρων μας συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά πόστερ από γραφείο ταξιδίων· το σεξ που ποθούμε είναι συρραφή σκηνών από πορνογραφικές ταινίες· το είδος παιδιού που θα θέλαμε να είχαμε αντί για αυτό που έχουμε είναι φτιαγμένο από σκηνές σε διαφημίσεις και σήριαλ.

Κι εμείς πού το ξέρουμε, μωρέ Αντώνη; Πώς είναι δυνατόν να έχουμε εικόνα για τις πηγές των μύχιων και κρυφών φαντασιώσεων εκατομμυρίων ανθρώπων; Ποιος αναλύει τις φαντασιώσεις αυτές (προσεκτικά ή όχι);

Αν κρίνουμε από το πώς εκφράζονται σε διάφορα φόρα ή και κατ’ ιδίαν, όχι μόνον είναι αποσπασματική η εικόνα που σχηματίζουμε, αλλά ισχύει και το γνωστό παράδοξο: προσπαθώντας κάποιος να διατυπώσει, να περιγράψει και να αφηγηθεί τις «πιο μύχιες και κρυφές φαντασιώσεις του», αναγκαστικά χρησιμοποιεί τους τρόπους, τις μανιέρες, τους τόπους, τις μεταφορές της εποχής του, τρόπους, μανιέρες, τόπους και μεταφορές που διαμορφώνει ενμέρει η διαφήμιση, το βίντεοκλίπ, το σινεμά, το τραγούδι, η λογοτεχνία κτλ.

Αλλά η περιγραφή ή αφήγηση μιας φαντασίωσης δεν ταυτίζεται με την ίδια τη φαντασίωση, οι δε πηγές της ούτε κατά διάνοια δεν περιορίζονται από τα μέσα με τα οποία θα μπορούσε να την εκφράσει κανείς.