Η ΚΝΕ, τα κατηχητικά κι ο Λειβαδίτης

Από τα κατηχητικά και τις χριστιανικές ομάδες έφυγα στα 16 παρά. Όπως τους εξήγησα αναλυτικά, γιατί πάντοτε ήμουνα της ξήγας, αυτό εγινε για τέσσερις λόγους:

  • Δεν άντεχα άλλο την αισθητική τύπου Μορμόνων και Μαρτύρων του Ιεχωβά ή τα αντάρτικα τραγούδια με χριστιανικούς στίχους — σήμερα συμπληρώνω: από κομμουνιστή καταγόμουν, θα μπορούσα να είχα γίνει κνίτης κατευθείαν,
  • Το κλίμα εκεί μέσα ήταν αποπνικτικό, αποστειρωμένο, κοντόφθαλμο: αυτά έχουνε χιλιοειπωθεί,
  • Επρόκειτο για αγρίως κρυπτοδεξιό περιβάλλον — για μένα ήταν αδιανόητη τότε η χριστιανική πίστη διαζευγμένη από την ευθύνη για τον άλλο, πάντοτε ήμουνα της ευθύνης, μέχρι νεύρωσης,
  • Τα πάντα (βιβλία, ταινίες, μουσική, σπορ, δημόσια πρόσωπα) κοσκινίζονταν με βάση το δικό τους χριστιανόμετρο. Αυτό το τελευταίο μού φαινόταν παράλογο και ασφυκτικό: μπορεί να ήμουνα (πολύ) χαζός έφηβος, αλλά μού έκοβε ότι αυτή η πλεχανοφική (όπως έμαθα αργότερα) στάση απέναντι στην τέχνη, στον πολιτισμό και στην ανθρώπινη εμπειρία είναι είτε προϊόν αναπηρίας είτε εγγύηση αναπηρίας.

Βεβαίως, τον παλιό εκείνο τον καιρό, υπήρχε η ΚΝΕ και την παίρναμε στα σοβαρά, Είχε τότε (και έχει) και το Κόμμα τα αριστερόμετρά του, ενώ οι παπανδρεϊκοί πασοκάνθρωποι τους μιμούνταν. Παλιοημερολογιτισμός επικρατούσε και μεταξύ μερικών αναρχικών, που έψαχναν καθαρότητα κι αυτοί, και με τρέλαινε: κόφτε το ρεύμα, μην τρώτε κρέας, μην καταναλώνετε, κάφτε τα σχολεία, κάφτε τις πόλεις, κάφτε τα όλα κάφτε τα. Από την άλλη, τω καιρώ εκείνω, είχα και τον πατέρα μου, έναν αφελώς φροϋδιστή, που πίσω από τα πάντα έβλεπε απωθημένα (μετά γνώρισα κι άλλους τέτοιους, και τα απωθημένα ήταν πάντοτε και μόνο δικά μου, βεβαίως).

Ε, μ’ αυτά και μ’ αυτά αποφάσισα τελικά ότι ο κόσμος είναι πολύ πιο πολύπλοκος από οποιαδήποτε ερμηνεία του, πολλώ δε μάλλον από μια ερμηνεία άτεγκτα αιτιοκρατική στα πάντα της. Ένας κόσμος όπου τα πάντα είναι τακτοποιημένα και όπου τα πάντα σημαίνουν κάτι δεν είναι ο κόσμος, είναι είδωλο, ένα κείμενο που παριστάνει τον κόσμο. Όσο για το πώς θα αλλάξει ο κόσμος, έχω ξαναπεί τι πρέσβευα τότε.

Έκτοτε πέρασαν πολλά, πάρα πολλά, χρόνια.

Τα τελευταία έξι χρόνια, κατάλαβα κι εγώ ο (πολύ) χαζός άντρας ότι ο καπιταλισμός είναι ασυμβίβαστος με την ανθρώπινη ελευθερία, αξιοπρέπεια και (πιθανότατα) επιβίωση. Αλλά, εντάξει, ξύπνησα κι εγώ, ασούμε.

Εντωμεταξύ, στον κόσμο του 2014 η σχηματικότητα δίνει και παίρνει, βρίσκεται παντού. Δεν έφυγε. Δεν πήγε πουθενά. Εδώ είναι. Δε μιλάω για τους δεξιούς, απαξιώ: αυτοί δεν μπορούν αλλιώς, ο συντηρητισμός είναι είτε βαθιά αφελής είτε δόλιος («να διατηρήσουμε τα συμφέροντα των ελίτ»).

 Έχω όμως στον νου μου άνθρωπο που εκτιμώ βαθύτατα, και γι’ αυτό δεν ονομάζω, ο οποίος μάς εξηγεί γιατί δεν πρέπει να ακολουθούμε τας ποιητικάς διδαχάς του Τάσου Λειβαδίτη: ο Λειβαδίτης είναι ποιητής της ήττας και αντικινηματικός, δοσμένος και παραδομένος στα μικροαστικά ιδεώδη. Το είπε κι ο Κατσαρός σε ποίημά του, άλλωστε. Τα διάβασα αυτά κι απότομα μού ήρθε η μυρωδιά φρεσκοσφουγγαρισμένης κλεισούρας των οργανώσεων, μου ήρθε και η βοή τηλεβόα από τα «καθαρά λόγια» που ευαγγελιζόταν ο ΣΒ ο κνίτης συμμαθητής.

Και μελαγχόλησα: εγώ το πολιτικό ζώον, που έχω πάει σε μόλις 10-12 πορείες στη ζωή μου και ήμουν από αυτούς που έτρεχαν για να μη φάνε ξύλο από τα ΜΑΤ, εγώ, που έχω διαβάσει τσάτρα-πάτρα και πασαλείμματα και περιλήψεις από τα μεγάλα έργα της Αριστεράς και του Αναρχισμού, έχω μια πιο σαφή εικόνα για την τέχνη μέσα στην κοινωνία από σοβαρούς, αγωνιζόμενους και διαβασμένους ανθρώπους του ελευθεριακού χώρου. Και συγγνώμη κιόλας, γιατί από τον Λειβαδίτη αγάπησα μόνο τον ‘Τυφλό με τον λύχνο’ στην εφηβεία μου, ενώ μου τη σπάνε φρικτά τα σοσιαλμηντιακά τσιτάτα με τους πεθαμένους που τρέχουνε μέσα στη νυχτιά, οι μεταμέλειές του και κάτι χύδην λυρισμοί. Αλλά στο κάτω κάτω, τα ποιήματα είναι ποιήματα, όχι μπροσούρες.

Ελοΐζα

Χτες έφαγα ολόκληρη τη μέρα μου τακτοποιώντας λογαριασμούς και χαρτιά. Είχα χαρτιά χύμα από το 2012, για δύο χρόνια τα πέταγα απλώς μες στο συρτάρι όπως έρχονταν. Γύρω στις δέκα το βράδυ, που τελείωσα, ήταν όλα μαζεμένα πια: ένα ντοσιέ ταυτότητες και πιστοποιητικά, ένα ντοσιέ απολυτήρια και πτυχία, ένα τα φορολογικά και τα ασφαλιστικά, ένα τα ιατρικά, ένα οι λογαριασμοί.

Βρήκα μέσα στα χαρτιά της Αγγλίας (φορολογικά, λογαριασμός τηλεφώνου για να αποδεικνύω διεύθυνση κατοικίας, αποχαιρετιστήριες κάρτες) ένα άλμπουμ. Δε θυμόμουν καλά καλά την ύπαρξή του. Περιέχει φωτογραφίες τραβηγμενες 1992 με 1997. Τις κοίταζα με απορία: δεκαετίες μετά, σχεδόν τα ίδια πράγματα τραβάω, περίπου με τον ίδιο τρόπο: μια συγκριτική ματιά στο άλμπουμ μου ονλάιν με έπεισε. Μόλις πρόσφατα, μετά το 2008, άρχισε να εμπλουτίζεται η θεματολογία μου. Επίσης με προβλημάτισε που κιτρινίζουν σιγά σιγά οι χαρτονένιες σελίδες του άλμπουμ και που μου αρέσουν ακόμη εκείνες οι προς το παρόν άθικτες φωτογραφίες — κάποιες από τις ασπρόμαυρες τις είχα τυπώσει ο ίδιος στον αυτοσχέδιο σκοτεινό θάλαμο του Tόλη, άλλες στην εστία που έμενα στο Λονδίνο.

Βρήκα επίσης κάτι φωτογραφίες από το Παρίσι το ’98, είχαμε πάει ένα πούλμαν φοιτητές με πακέτο ταξιδιωτικού πρακτορείου: οδικώς από την Αγγλία και διαμονή σε γαμιστρώνα στην Πιγκάλ. Είχα πάει στο Περ Λασαίζ όχι για τον Μόρρισον αλλά γιατί «έπρεπε»: όλη η Γαλλία, λέει, ήτανε θαμμένη εκεί. Βεβαίως χάθηκα αλλά όχι προτού δω έναν να τρώει σάντουιτς καθισμένος στον τάφο του Αβελάρδου, που τον έχουνε δίπλα στην Ελοΐζα. Αναστατώθηκα και συγκινήθηκα, «κοίτα ρε συ», της έλεγα της αλληνής, «δίπλα δίπλα τους έχουν οχτακόσια χρόνια μετά». Ήξερα και το άσμα των Damned και φανταζόμουν έκνομα και καταδικασμένα πάθη μεταξύ μοναχού και μοναχής κατά τον κακό Μεσαίωνα. Αφού χάθηκα κανονικά μέσα στο νεκροταφείο και κατέληξα να βρω μόνον τον οιονεί συλημένο τάφο του Τζιμ του Μόρρισον, φεύγοντας τελικά είδα ένα ζευγάρι να φιλιέται καθισμένο πάνω στον τάφο της Ελοΐζας. Ε, μεταρσιώθηκα. Ήθελα να τους φωτογραφίσω κιόλας αλλά ντράπηκα να βεβηλώσω τη στιγμή, αυτή τη μεταφορά για τον αιώνιο έρωτα.

Πέρσι διάβασα την αλληλογραφία τους. Η εισαγωγή ήτανε σοκαριστική: ο Αβελάρδος, ένας Ζίζεκ του σχολαστικισμού, διανοητής όλο λιλιά και χάντρες, αλλά και αποφασισμένος να γίνει φωστήρας και σχολάρχης λιμπίστηκε την Ελοΐζα. Τη γλέντησε, επίτηδες το λέω έτσι, της έκανε κι έναν γιο, τον Αστρολάβο, και την παντρεύτηκε, αλλά κρυφά για να μη χαλάσει την καριέρα του. Το σόι της Ελοΐζας άρχισε να διαδίδει τα του γάμου, ο Αβελάρδος την έκλεισε σε μοναστήρι, το σόι της τον ευνούχισε. Κάθε άλλο παρά καταδικασμένο και απελπισμένο λαβ στόρυ δυο αστροκαμμένων εραστών, τα πουλιά πεθαίνουν τραγουδώντας κιετς, δηλαδή. Απομυθοποίηση. Αλλά θέλω πολύ να το δω αυτό, που έτσι κι αλλιώς βασισμένο στα γράμματα της Ελοΐζας μοιάζει.

Διαβάζοντας την αλληλογραφία Αβελάρδου κι Ελοΐζας, τις επιστολές μετά τον ευνουχισμό του Αβελάρδου, σοκαρίστηκα. Όχι από το πόσο μαλάκας, αν και κυριολεκτικώς άμπαλος, ήταν ο θεολόγος: οι άνδρες ανέκαθεν υπήρξαμε μαλάκες ή, στην καλύτερη περίπτωση, ζωάδια περιδεή και χαϊδεμένα, πεπεισμένα ότι ο κόσμος μάς ανήκει: όσο πιο μαλάκια, τόσο πιο πεπεισμένα και χταποδοπερήφανα (έχετε δει swag που έχουν τα χταπόδια;).

Απεναντίας, με άγγιξε και με καταεντυπωσίασε η ρώμη του χαρακτήρα και το σθένος της προσωπικότητας της Ελοΐζας. Γυναίκα τρυφερή και απαλή, αλλά ακομπλεξάριστη και με παρρησία, χωρίς μεταμέλειες και παπαριές. Της γράφει ο Αβελάρδος για τον Κύριο που τους έχει κάνει αδέρφια εις τους αιώνας, του τα χώνει δεόντως. Όταν τον ρωτάει περίπου αν την αγάπησε ποτέ, ο χαντούμης λέει ότι τη θεωρεί φίλη, amica. Κι εκείνη του απαντάει I don’t wanna be friends έτσι: Carius mihi et dignius videretur tua dici meretrix quam illius (= Augusti) imperatrix: Προσφιλέστερο και πιο αξιοπρεπές θα μου φαινόταν να με λένε πόρνη δική σου, παρά αυτοκράτειρα με τον Αύγουστο. Κι ο (τέως) παπάρας συνεχίζει τον χαβά του.

Και τόλμησαν να τη θάψουνε δίπλα του. Γυναίκα ακομπλεξάριστη και ευφυέστατη, που γράφει απροσδόκητα ελευθέρια κι ελευθεριακά και οξύτατα κριτικά, ενώ ο άλλος της αραδιάζει τσιτάτα, παραθέματα και επικλήσεις σε αυθεντίες. Γυναίκα βαθιά πρακτική και ισορροπημένη αλλά και γενναία, που ούτε λίγο ούτε πολύ λέει στον ευνούχο ότι δεν υπάρχει λόγος το μοναστήρι να τους εμποδίσει να είναι εραστές.

Αχ ρε Ελοΐζα!

Στο φως

Πριν πάρα πολλά χρόνια, σχεδόν είκοσι, ο φίλος μου ο Καλιφορνέζος μού έδειξε με συστολή και αρκετό πόνο μια ασπρόμαυρη φωτογραφία δική του. Ήξερε να τραβάει καλές φωτογραφίες, να τις εμφανίζει και να τις εκτυπώνει μόνος του. Ασπρόμαυρο φιλμ, Ilford. Η φωτογραφία έδειχνε την Περσίδα κοπέλα του, αυτή για την οποία είχε κουβαληθεί να σπουδάσει στην Αγγλία, όπου και τον γνώρισα και μεθάγαμε μαζί για να πνίγουμε τον πόνο μας συνεχόμενα. Γιατί η Περσίδα, αφού έμεινε μαζί του τον πρώτο μήνα μετά τον ερχομό του στην Αγγλία, τον άφησε. Είχε βρει κάποιον άλλο και η αποκλειστική διάζευξη ήτανε και τότε, όπως και τώρα, αυτονόητη. Ιδίως στις δικές μας τρυφερές ηλικίες κάτω των 35.

Η φωτογραφία δείχνει την Περσίδα όρθια σε ένα ψηλοτάβανο δωμάτιο ξενοδοχείου, σε κάποιο σαββατοκύριακό τους κάπου στη Βρετανία, δε θυμάμαι πού αν και μου είχε πει ο φίλος μου. Είναι γυρισμένη προς ένα παράθυρο με βαρειές κουρτίνες, το κεφάλι της όμως είναι στραμμένο προς τον φακό και η έκφρασή της άξια νταβιντσικής αμφισημίας: και συγκαταβατική, για τον γκόμενο που τραβάει αβέρτα φωτογραφίες, αλλά και ξαφνιασμένη κάπως. Εκ των υστέρων, διότι εκ των υστέρων ολα βγάζουνε νόημα, διέκρινα και την ψύχραιμη παραίτηση και τον αντανακλαστικό οίκτο εκείνης που ξέρει ή που νομίζει ότι θα σε παρατήσει — αλλά αυτά μάλλον από το μυαλό μου τα έβγαλα. Η φωτογραφία είναι ιδανικά ασπρόμαυρη, με σωστό κοντράστ. Η Περσίδα φοράει ένα κοντό μπέιμπι ντολ και έχει μακριά μαύρα μαλλιά και αυτά τα σχετικά κοντά, χυτά αλλά δυνατά πόδια από αυτά που με γοητεύουν. Δε θυμάμαι πια το όνομά της, άλλωστε ήτανε κορίτσι του Καλιφορνέζου, όχι δικό μου. Εγώ μόνο στη φωτογραφία πρόλαβα να τη γνωρίσω.

Ακόμα πιο ποθεινό από την Περσίδα είναι το ίδιο το φως της φωτογραφίας. Αποτυπωμένο με κόκκο, διάχυτο και λοξό, αναβρύζει ήσυχα από τη φαρδειά ρωγμή ανάμεσα στις βαρειές κουρτίνες. Το φως εκείνο διέρρευσε μέσα σε ένα δωμάτιο που δεν ξέρω πού είναι, φώτισε πλάγια μια κοπέλα που δε γνώρισα ποτέ κι έναν φίλο που στη φωτογραφία υπάρχει μόνον ως μάτι, ως φακός, ως φωτογράφος. Όταν είδα τη φωτογραφία αυτή, το φως το λοξό και διάχυτο έγινε η μετωνυμία της ερωτικής μακαριότητας για μένα. Το ίδιο το φως το ψάχνω σε βουβά μοναχικά δωμάτια ξενοδοχείων που ξανά και ξανά με ρίχνει η δουλειά, σε σοφίτες όπου παρεπιδημώ κάτω από καμπαναριά και μουντούς ουρανούς, σε ευφρόσυνα όνειρα όταν δροσίζει κάπως το καλοκαίρι και καταλήγω να ονειρεύομαι χειμώνες και χαλιά πάνω σε ξύλινα πατώματα και κάτω από κουβέρτες. Ίσως όχι το ίδιο το φως, παρά το άυλο πια ίχνος που αφήνει σε κάποια ψηφιακή φωτογραφία — όπως από μακρινά αστέρια, κοτζάμ αστέρια όλο φωτιά και φως, φτάνουνε στις φωτογραφικές πλάκες μόνο μια χούφτα φωτόνια όπου αποτυπώνουνε θολές κηλίδες.

Κάποιους ανθρώπους, ανθρώπους που θαυμάζω, για να είμαι ειλικρινής, τους ανέβασε η παλίρροια της ζωής μέχρι τη γραφή. Εγώ πάλι είμαι από αυτούς που από τις εικόνες και από τον βατήρα της γραφής ορμάω κα βουτάω στη ζωή. Μια ζωή που το πρωί σε ξυπνάει η ελαφριά ψύχρα του δωματίου κι ένα φως λοξό και διάχυτο που αγκαλιάζει και θρέφει το τοπικό χρώμα.

Παλιά νέα: ένα ατύχημα, πολλά δελφίνια και δύο περιστέρια

Τις προάλλες πήγα στον κλειδαρά. Ο κλειδαράς μου είναι Αρμένης κι είναι φοβερός τύπος. Του είπα να μου κόψει ένα αντίγραφο του κλειδιού του αμαξιού, το οποίο όμως δε γύρναγε μέσα στη μηχανή. Για να μπορούμε να δοκιμάσουμε το αντίγραφο στο επιτόπου, μου είπε να παρκάρω στο πεζοδρόμιο μπροστά στο μαγαζί του, που είναι πάνω σε έναν πολυσύχναστο δρόμο, την ώρα που σχολάνε τα σχολεία. Πάρκαρα μισός πάνω στο πεζοδρόμιο, πράγμα που σιχαίνομαι.

Παλέψαμε με το κλειδί κανά τέταρτο και τελικά ο κλειδαράς αποφάνθηκε ότι πρέπει να κόψει καινούργιο κλειδί σε άλλο πρότυπο, που δεν είχε. Στο μεταξύ εγώ είχα στήσει τη Ζ., πείναγα και έπρεπε να επιστρέψω κατόπιν στη δουλειά. Μπήκα στο αυτοκίνητο κι έβαλα μπρος. Περίμενα κανα 4λεπτο να βγω στον δρόμο από το πεζοδρόμιο που είχα καβαλήσει, αφού ήμουνα στο αντίθετο ρεύμα και έπρεπε να κόψω μια κίνηση φίσκα στα σχολικά λεωφορεία και τέτοια. Κατεβαίνω απαλά από το πεζοδρόμιο και ακούω τον γνώριμό μου ήχο: λαμαρίνες να ζουπιούνται.

Τραβάω χειρόφρενο κι αρχίσω να βρίζω τον πούστη που βρίζουμε όλοι τέτοιες στιγμές. Μου ήρθε ταμπλάς: εδώ οδηγώ αναγκαστικά γιατί δεν έχει συγκοινωνίες και την οδήγηση τη σιχαίνομαι γιατί δε με αφήνει να χαζέψω έξω, να διαβάζω κτλ. Άσε που έχω πουληθεί στους φαναρτζήδες: έχω λ.χ. καταφέρει να γδάρω το αμάξι και από τις δυο πλευρές στο γκαράζ του παλιού σπιτιού, ενώ το έχω γδάρει και στην είσοδο του γκαράζ του καινούργιου σπιτιού.

Έτοιμος να ακούσω μπινελίκια σε μια γλωσσική ποικιλία που δεν πολυκαταλαβαίνω, βγαίνω από το αυτοκίνητο: είχα βρει στη γωνία του προφυλακτήρα ενός επαγγελματικού. Κατεβαίνει και ο άλλος οδηγός. Με πλησιάζει. Με χαιρετάει διά χειραψίας. Εξηγούμε ο ένας στον άλλο ότι βιαζόμαστε. Ανταλλάσσουμε ονόματα και κινητά. Φωτογραφίζουμε τις ζημιές μας (η δική μου μεγαλύτερη, έκανα την πόρτα μου ριγέ). Μου λέει μετά ο άλλος οδηγός «Ελπίζω να είσαι συνεσταλμένος και να ξηγηθείς σωστά» (άκουσε ότι είμαι Καλαμαράς και είπε να πετάξει καμμιά καλλιέπεια, συμβαίνει). Απάντησα ότι είμαι σωστός — ή κάτι τέτοιο — και μάρτυς μου ο κλειδαράς, ο οποίος κοίταγε με τον προσήκοντα οίκτο.

Πήγα σπίτι, η Ζ. άκουσε τα νέα στωικά, με τάισε δύο τάκο, που είχα φτιάξει από την προηγούμενη μέρα, και ένα σουβλάκι με πίτα, που είχε παραγγείλει πριν λίγο. Τηλεφώνησα στην ασφάλεια και στον οδηγό, ο οποίος ευχήθηκε να έχει πάντα ατυχήματα με ανθρώπους σαν κι εμένα. Πήγα στη δουλειά.

Όταν επέστρεψα σπίτι ήπια τσάι γιατί είχα πάρει μαζι μου ένα θερμός καφέ συνεχώς στη δουλειά και έπινα λίγο λίγο, για να κρατιέμαι σε εγρήγορση. Εκεί με το τσάι, ανοίγουμε τηλεόραση και είχε ντοκυμαντέρ για τη σεξουαλική ζωή των ζώων. Φυσικά ήταν από τα φτηνά στο National Geographic, οπότε υπήρχε ηθικοπλαστικό μήνυμα για αμερικανάκια.

 Είδαμε λοιπόν τα δελφίνια, που κάνουνε σεξ χωρίς να έχουνε σκοπό την αναπαραγωγή. Γνωστό αυτό, είχαμε και βιβλία με τον Θαυμαστό Κόσμο των Ζώων μικροί. Μαθαίνουμε επίσης ότι τα θηλυκά δελφίνια είναι λεβεντιές και εντελώς πολυγαμικά, ενώ τα αρσενικά δελφίνια ζηλεύουνε καμμιά φορά — αυτό μάλλον το έλεγε ο αφηγητής επειδή τα αρσενικά τσακώνονται μεταξύ τους, δε νομίζω να τα ρώτησαν. Βλέπαμε ταυτόχρονα δελφίνια να το κάνουν, που βασικά είναι ότι ο δελφίνος μπαίνει στη δελφίνα, δεν κουνιούνται ποσώς αλλά κολυμπάνε μαζί. Είδαμε και δελφινόπουτσες, που δεν τις ήξερα από τον Θαυμαστό Κόσμο των Ζώων: μεγάλες αλλά κομματάκι μελάτες — θα έφταιγε το κρύο το νερό.

Πάνω λοιπόν που πας να πεις «κοίτα ρε παιδί μου! υπόδειγμα τα δελφίνια: πολυγαμικά, ψαγμένα, περπατησιάρικα», έρχεται ο παιδονόμος και σου λέει ότι

  1. ενήλικα αρσενικά ενίοτε ξεμοναχιάζουν ανήλικα, θηλυκά και αρσενικά, και τα πηδάνε
  2. πολλές φορές δύο μαζί (μέχρι και δώδεκα μαζί) αρσενικά στριμώχνουν θηλυκά και τα παίρνουν νουμεράδα.

Παγώνεις κι εσύ ο ηθικός ο άνθρωπος, που προβάλλεις τις αξίες των ανθρώπων πάνω στη ζωή των ζώων. Μετά όμως βλέπεις πού το πάει: ελευθεριότητα = σεξουαλική βία. Δηλαδή: μην ξεθαρρεύετε κιόλας, και γίνουμε δελφίνια, γιατί όπου τα θηλυκά είναι πολυγαμικά έχουμε βιασμούς και παιδεραστίες. Τις διαλυμένες οικογένειες δεν κατάφερε να τις εντάξει, μάλλον γιατί τα δελφίνια είναι χίππικα και της κοινοκτημοσύνης.

Από όλα όσα αφηγιόταν ο τύπος, με την απαραίτητη δόση κολλεγιακού χάχανου, είδαμε δύο αρσενικά με ένα θηλυκό (ή αρσενικό σε χάλαση) να τρίβονται στα ρηχά και κάτι αρσενικά (δώδεκα; εφτά νάνους στο SS Keryneia; δεν ξέρω) να γυροφέρνουν ένα θηλυκό.

Θα μου πείτε τώρα ότι έγώ είμαι προκατειλημμένος, αλλά δε μου διέφυγε πάντως ότι μετά μας έδειξαν πώς το κάνουνε τα περιστέρια, που είναι εντελώς μονογαμικά και χηρεύουνε σεμνά κι ενάρετα. Τότε έμαθα και τι είναι του πουλιού το γάλα. Διότι τα περιστέρια είναι καλοί γονείς. Όχι σαν τα δελφίνια.

Η απελευθέρωση

Κάποτε ήταν αυτό:

ήμουν ηττημένος και μόνος, […] είχα μια ακατανόητη λύπη να μου πλακώνει το στήθος, τότε […] υπήρχαν πόρτες τις οποίες ήμουν αποφασισμένος να μην ανοίξω.

Τη μελαγχολία τη σπούδασα χρόνια: να ξυπνάς το πρωί και να αισθάνεσαι μια γρανιτόπλακα να σου πλακώνει το στήθος, να κοιτάζεις μια οθόνη άπρακτος για 20 λεπτά, να νιώθεις τη ζωή σου σπαταλημένη. Κι αν καταφέρεις να αποφοιτήσεις από εκεί, δε θες με τίποτα να ξαναγυρίσεις πίσω στα θρανία της. Πάνε χρόνια που αποφοίτησα, όχι πολλά, αλλά φαίνονται τόσο γεμάτα όσο εκείνο το καλοκαίρι μετά την Γ’ Λυκείου. Και περισσότερο.

Και τι έμεινε όταν σηκώθηκε η πλάκα, όταν αποφοίτησα από τη μελαγχολία; Σφαίρες εμπύρειες, κόσμοι κι ουρανοί κλεισμένοι μέσα στο καρυδότσουφλο της ψυχής. Κλεισμένοι μέσα σε ένα κέλυφος σκληρό, συμπαγές, αδιαπέραστο, στιλπνό. Κάπως όπως στα έργα επιστημονικής φαντασίας έχεις κάτι ασπίδες που αποκρούουν ή απορροφούν τα εχθρικά πυρά.

Βέβαια το δικό μου ψυχρό κέλυφος δεν ήταν αόρατο, δεν ήταν αχλύ ενέργειας που λαμπυρίζει. Το δικό μου κέλυφος ήτανε φτιαγμένο από ένα σπάνιο κράμα: από τις ανασφάλειες, τις ματαιώσεις και τους φόβους των άλλων, των κοντινών, των δικών μου, από τα άγχη που τους δημιουργούσα: ερχόντουσαν όλα αυτά σε επαφή με τις σφαίρες τις εμπύρειες και, μέσω κάποιας αντίδρασης ψυχοαλχημικής, έφτιαχναν κρυστάλλους. Κι αυτοί σχημάτιζαν ένα συμπαγές σκληρό κέλυφος που κράταγε εμένα παγιδευμένο μέσα, ακινητοποιημένο σαν σε νάρθηκα, και όλη τη ζωή απ’ έξω.

Αλλά ήρθε η ώρα της απελευθέρωσης: θρυμματίστηκε το κέλυφος και έπεσαν σα λέπια ψιλά τα κομμάτια του. Εκσφενδονίστηκαν όπως σκάνε και εκρήγνυνται σταγόνες πάνω στα μάρμαρα των πάγκων. Σχεδόν σαν από θαύμα. Ή έτσι λέμε, τέλος πάντων.

Σωπαίνοντας

Αναρωτιέμαι πώς να πω αυτό που θα πω, από το πρωί το βασανίζω. Εδώ και χρόνια θέλω να το πω.

Έστω λοιπόν ότι ο Α λέει στον Β κουβέντες βαρειές ή τον προσβάλλει ή παραφέρεται γιατί δεν μπορεί να μαζέψει τα κουβάρια του: όταν τρέχουν πολλά κουβάρια μαζί, το αποτέλεσμα είναι, όπως αναμένεται, μαλλιά κουβάρια.

Ο Β δε λέει τίποτε στον Α. Αυτό μπορεί να οφείλεται στο ότι ο Β δεν έχει τι να πει. Μπορεί και να οφείλεται, όπως θα έλπιζε και ο Α, στο ότι αποδέχεται τις βαρειές κουβέντες, ότι αναγνωρίζει την εγκυρότητα των προσβολών ή ότι παραδέχεται ότι η πηγή του παραλογισμού του Α είναι ο ίδιος, ο Β δηλαδή.

Αν όμως ο Β είναι από αυτούς που αποδεδειγμένα έχουνε το θάρρος και τον τρόπο να λένε «έχεις δίκιο», «υπήρξα μαλάκας», «με συγχωρείς», «οι φίλοι είναι για να μας τραβάν από το μανίκι», και τα παρόμοια, τότε γιατί ο Β σωπαίνει;

Ενδεχομένως γιατί δε θέλει ο Β να πει κι αυτός στον Α κουβέντες βαρειές, έστω και αν δεν είναι προϊόν παραλογισμού, έστω και αν δεν είναι προσβολές. Ίσως γιατί, σωπαίνοντας, ο Β θα ωφελήσει τον Α περισσότερο από το αν του πει τη γνώμη του. Τουλάχιστον, έτσι νομίζει ο Β.

Ο εκμυστηρευτής, ο εκμυστηρευόμενος

Από δεκαπέντε χρονών ακούω εκμυστηρεύσεις των άλλων. Όχι πάντοτε αγνώστων. Τα έχω ξαναπεί αυτά. Έχω υπάρξει εκμυστηρευτής, μερικές φορές μυστικών που δεν μπορούσα να σηκώσω με τίποτα, που δε θα έπρεπε να φανερώνονται σ’ εμένα αλλά σε κάποιον επαγγελματία. Σχεδόν ποτέ δεν κάνω ερωτήσεις, αλλά περιμένω να έρθουνε τα μυστικά σ’ εμένα, όποια μυστικά προαιρείται ο εκμυστηρευόμενος, όπως επιθυμεί. Αδιάκριτος δε γίνομαι: ό,τι δεν επιλέγει να μας πει άλλος, δε μας αφορά.

Η ψευδωνυμία των κοινωνικών μέσων είναι μεγάλο καλό: κοινωνικοποίησε τη γραφή και απελευθέρωσε τη θεματολογία της γραφής. Επίσης μετέτρεψε τη γραφή σε προνομιακή έκφραση της προσωπικότητας, περισσότερο και από την όψη μας (αν και πάντα παίζει καμμιά φωτό) ή από τη συμπεριφορά μας (αν και η γαϊδουριά, η θρασυδειλία, νεύρωση ή η πηγαία καλοσύνη εξακολουθούν να μην κρύβονται).

Επίσης, η ψευδωνυμία διευκόλυνε την ανταλλαγή εκμυστηρεύσεων, και οι εκμυστηρεύσεις μάς φέρνουν πιο κοντά στους άλλους, αφού απαιτούν και επιβάλλουν δημιουργία σχέσεων εμπιστοσύνης ή συνενοχής, ενώ στη συνέχεια συνήθως μας κάνουν υπό το βάρος τους να αποξενωνόμαστε από τους άλλους. Αλλά έτσι είναι η ζωή: δε θέλουν όλοι να γνωρίζουν ότι, στις κατάλληλες συνθήκες, όλοι γινόμαστε ημιδιαφανείς.

Εγώ πάλι, όσο περνούν τα χρόνια, όλο και λιγότερα θέλω να εκμυστηρεύομαι και σε όλο και λιγότερους — μια χούφτα άνθρωποι έχουνε μείνει πια να τους λέω τα σώψυχά μου, με σπάνιες προσθήκες στο ρόστερ αυτό των έμπιστων . Επίσης, όσο περνούν τα χρόνια, προτιμώ να κρατάω τα μείζονα για τον εαυτό μου και να μοιράζομαι τα πιο μικρά, ιδίως με τους κάπως παραέξω.

Γενικά, η ανάγκη μου για εκμυστήρευση όλο και μειώνεται: την αγάπη, τις ηδονές, τη χαρά και την ομορφιά τις αφήνω πια να με ποτίσουν στάγδην και ήσυχα και να με δυναμώνουν για να ανθίζω: δε χρειάζεται να μετατρέπονται σε ρεπορτάζ ακατανόητα και αφηγήσεις όλο περιστατικά κι εντυπώσεις. Παράλληλα, τα δύσκολα κάθομαι και τα ξεκοκκαλίζω μόνος μου και τα καταγράφω πριν τα ξεχάσω, γιατί είμαι δεξιοτέχνης της λήθης και σεφ της απώθησης, ώστε αν αναδυθούν σαν φόβοι πρωινοί (για μένα το πρωί είναι η ώρα του φόβου) ή τρόμοι νυχτερινοί, να ξέρω από πού εκπορεύονται. Για τα υπόλοιπα, υπάρχει και το μπλογκ, όπου θα περάσουν εν ετέρα μορφή και σε χρόνο ανύποπτο, σαν υπαινιγμοί συνήθως. Ή δε χρειάζεται να είναι μυστικά.

Δε θα έλεγα ακριβώς ότι κλείνομαι στον εαυτό μου, παρά ότι έχω μάθει πια να αντέχω τον εαυτό μου και, χάρη σε τύχες αγαθές και μεγαλόψυχες, να αρχίσει να μου αρέσει κιόλας.