My Death

Το τραγούδι το έμαθα κι εγώ, όπως πολλοί, από τον Μπόουι:

Ακούγεται ένα κανονικό τραγούδι του Μπόουι, σαν μια χλωμή εκδοχή του θεσπέσιου Wild is the wind. Από ένα σημείο και μετά λίγο το χάνεις, γίνεται σαν βυζαντινός κανόνας κάπως (η ωδή β’, η πένθιμη, που οι περισσότεροι κανόνες παραλείπουν).

Το τραγούδι είναι απόδοση στα αγγλικά του La Mort από τον Μεγάλο Βαλλώνο:

Αυτή η εκτέλεση είναι πέρα για πέρα αμήχανη, μετεωρίζεται μεταξύ σανσόν, βωντβίλ και εμβατηρίου. Πιθανότατα ο Μπρελ δεν αισθανόταν άνετα με τους στίχους ή δεν ήθελε να πάει προς τη μεριά των μεγάλων δραματικών ερμηνειών και έμεινε σε μια διάθεση που θυμίζει κάτι τραγουδάκια του όπως αυτό.

Μεταξύ Μπόουι και Μπρελ στέκεται ένας άλλος γίγαντας, αν και παραγνωρισμένος: ο Σκοτ Γουώκερ. Αυτός μετέφρασε το τραγούδι στα αγγλικά, όπως και άλλα του Μπρελ, αυτός το ερμήνευσε ως κάτι στωικά θρηνητικό. Το ανέδειξε με τη δυνατή αλλά ελεγειακή ερμηνεία του αλλά και με την κάπως πιο σινατραϊκή ενορχήστρωση. Θα τον μιμηθούν εκατοντάδες στο πώς τραγουδάμε τον θάνατο, θέμα που η αμερικάνικη ποπ κουλτούρα αποφεύγει μέχρι θανάτου.

Θα μπορούσαμε να είχαμε μείνει με την ερμηνεία του Σκοτ Γουώκερ, άλλωστε αυτή του Μπρελ την έχουμε μάλλον ξεχάσει.

Ιός

Photo 21-3-20, 12 54 36Ας σκεφτούμε λίγο τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι Σύμμαχοι ήταν ένας συνασπισμός που απάρτιζαν οι εξής δυνάμεις: μια αποικιοκρατική αστική δημοκρατία που γρήγορα βγήκε εκτός μάχης, η κατεξοχήν αποικιοκρατική αυτοκρατορία και δεινή ιμπεριαλιστική δύναμη, οι Άγιοι Τόποι του καπιταλισμού, μια ολοκληρωτική συγκεντρωτική αυτοκρατορία. Η Γαλλία θα έδειχνε τα νύχια και τα δόντια της στην Αλγερία, στο Βιετνάμ και αλλού· οι Βρετανοί είναι πλέον πασίγνωστοι, εφευρέτες του τεχνητού λιμού, μαέστροι του διχασμού, συνεπείς σφαγείς· οι ΗΠΑ δεν χρειάζονται συστάσεις· η ΕΣΣΔ πήρε μια κομμουνιστική επανάσταση και τη μετέτρεψε στη συμφορά του διεθνούς κομμουνισμού, εμποτίζοντάς τον με αυταρχισμό, προσωπολατρία και τον δικό της ιερό ιμπεριαλισμό.

Λίγοι άνθρωποι που πολέμησαν το Θηρίο στο πλευρό των Συμμάχων είχαν ψευδαισθήσεις, πάρα πολύ λίγοι. Στο κάτω κάτω, τα χαΐρια των Συμμάχων τα είχε δει ο πραγματικά ελεύθερος κόσμος και στην Ισπανία (ατολμία ή κυνισμός;) και στις πολιτικές εφησυχασμού του Χίτλερ («γραφικός αυτός ο ψυχάκιας μα χρήσιμος») και στα «αφήστε ναζί και κομμούνια να αλληλοφαγωθούν» (…) και στην ατιμία του Συμφώνου Ρίμεντροπ-Μολότωφ (προϊόν στρατηγικής δειλίας ή σταλινικού κυνισμού). Τέλος υπενθυμίζω ότι οι Σύμμαχοι διέπραξαν εγκλήματα πολέμου, όπως ο βομβαρδισμός γερμανικών φραγμάτων, της Δρέσδης και του Τόκυο, όπως οι δύο πυρηνικές επιθέσεις (που, όχι, δεν ήταν «αναγκαίες»).

Με το τέλος του πολέμου ούτε όλοι οι ένοχοι τιμωρήθηκαν και ούτε όπως και όσο έπρεπε, ενώ υπερβολικά πολλοί αθώοι δεν γλύτωσαν σφαγές, βιασμούς, προσφυγιές, διαπομπεύσεις, φυλακές, στρατόπεδα εγκλεισμού κι εργασίας. Οι απλοί στρατιώτες και αντάρτες αλλά και όσοι τους υποστήριζαν στα μετόπισθεν, αυτοί που τελικά νίκησαν τον ναζισμό, τον φασισμό και την ύπουλη γενοκτονική μηχανή της ιαπωνικής αποικιοκρατίας (αυτής που υποσχόταν ότι θα απάλλασσε την Ασία από τους δυτικούς αποικιοκράτες),  δεν είχαν πάντοτε υποδοχή και μεταχείριση ηρώων.

Ωστόσο ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος υπήρξε και αναγκαίος και ένδοξος και τιμημένος — όσο ένδοξος και τιμημένος μπορεί να είναι οποιοσδήποτε πόλεμος. Πάνω απ’ όλα όμως υπήρξε μια πανανθρώπινη προσπάθεια: έργο πάρα πολλών, κι ας έφερε δυστυχία κι αδιανόητο πόνο σε περισσότερους.

Εδώ και βδομάδες ζούμε μια ακόμα πανανθρώπινη προσπάθεια, συμμετέχουμε μάλλον σε αυτή. Δεν πρόκειται για πόλεμο, δεν είναι καν χρήσιμο να χρησιμοποιούμε τον πόλεμο ως μεταφορά. Δεν υπάρχει εχθρός που πρέπει να εξοντωθεί και να κατατροπωθεί, υπάρχουν μόνο ζωές που πρέπει να σωθούν.

Κανείς ωστόσο δεν έχει ψευδαισθήσεις ότι όλοι πληττόμαστε από τον εγκλεισμό εξίσου, ότι όλοι μαζί «ενωμένοι» μένουμε σπίτι κτλ. Οι διανομείς, οι ταμίες, οι εργαζόμενοι στην καθαριότητα κ.α., πάνω απ’ όλους οι εργαζόμενοι στις (απαξιωμένες κι υποχρηματοδοτούμενες) δημόσιες δομές υγείας φέρουν στους ώμους τους το συντριπτικό βάρος της προσπάθειας να περιοριστεί και να επιβραδυνθεί η εξάπλωση της πανδημίας. Παράλληλα, όσοι έχουνε μικρά κι αφιλόξενα σπίτια υφίστανται την αβάσταχτη ψυχολογική πίεση του εγκλεισμού ενώ, ελέω παγκόσμιου καπιταλισμού, ο λογαριασμός δεν θα έρθει στους καθ’ υπερβολή έχοντες παρά στους φτωχούς και σε όσους χάνουν και θα χάσουν τις δουλειές τους ή την πελατεία τους.

Ωστόσο δεν παύει η στάση στην οποία έχει περιέλθει ο πλανήτης να αποτελεί προϊόν πανανθρώπινης προσπάθειας με αποκλειστικό σκοπό να σωθούν ζωές. Όταν «τελειώσουν όλα αυτά» θα γίνει απόπειρα να καπηλευθούν κάποιοι τις έκτακτες συνθήκες που δημιουργήθηκαν για να επιβάλουν τους ολοκληρωτισμούς τους; Σίγουρα. Θα πληρώσουν τον λογαριασμό τα συνήθη υποζύγια; Σχεδόν σίγουρα. Θα έχουν όμως σωθεί εκατομμύρια άνθρωποι; Οπωσδήποτε.

Η τρομακτική επιδημία της γρίπης του 1918 δεν θα επαναληφθεί: όχι (μόνο) επειδή θαυματουργεί η επιστήμη αλλά και επειδή σιγά σιγά η ανθρωπότητα δείχνει να μαθαίνει ότι υπάρχουν συλλογικοί αγώνες που δεν έχουν πολεμικό χαρακτήρα αλλά θεμελιώνονται στην αλληλεγγύη. Κι είναι κι αυτό μια καλή αρχή.

Αυτοβιογραφισμοί

Photo 4-1-20, 01 38 54
Η πλάτη παγονιού που πετάει

στον θείο Πάνο Θεοδωρίδη, προφήτη και με έξι ντουζίνες χρόνια

Οι πεποιθήσεις μου υπήρξαν πάντοτε ελευθέριες και ελευθεριακές ήδη από τα 17 μου, ο βίος μου όχι τόσο. Αρχικά καθόλου, δηλαδή. Οι αιτίες που ήμουν τόσο συντηρητικός στην πράξη παρά την αυτοδίδακτη εξαλλοσύνη λόγων και (κυρίως) ιδεών βρίσκονται ακόμα υπό διερεύνηση. Σίγουρα η γενικευμένη αφραγκία μου έπαιζε σημαντικό ρόλο, όπως και το ότι ως φοιτητής ζούσα στο σπίτι των δικών μου.

Ωστόσο τα παραπάνω ίσως εξηγούν γιατί δεν είχα λεφτά και ευχέρεια για εξόδους κι αλκοόλια κι άλλα πολλά, όμως δεν ερμηνεύουν τη συστολή και την αθυμία και τη δειλία με την οποία ξεκίνησα τη νεότητά μου. Πού ήταν εγκλεισμένες οι επιθυμίες μου; Επιπλέον, θαυμάζω να βλέπω νέους ανθρώπους που ήδη από τα είκοσι και από τα εικοσιτρία τους έχουν κατασταλαγμένα και ξεκαθαρισμένα κάποια πράγματα, πολλά πράγματα: ποιοι είναι, πού πάνε και τι θέλουν· εγώ μέχρι τα 35 μου αισθανόμουν ότι μόλις είχα βγει από την εφηβεία.

Το πρώτο ορόσημο βρίσκεται στο Λονδίνο του 1997, όπως το περιγράφω σε έναν σύνδεσμο που βρίσκεται μέσα σε αυτό το κείμενο. Εκεί αναγκάστηκα να αναμετρηθώ με τον εαυτό μου και, όχι βέβαια να τον νικήσω, αλλά τουλάχιστον να τον αναγκάσω να παλεύει μαζί μου, κλειδωμένο σε μια λαβή σφιχτή και για χρόνια γόρδια κι ανεπίλυτη. Στο μεταξύ έμαθα να σκέφτομαι, ή μάλλον «έγινα άνθρωπος […] γιατί ξεκίνησα εκεί να μαθαίνω να είμαι ο εαυτός μου, όχι αυτό που οι άλλοι νόμιζαν ή περίμεναν από εμένα. Γιατί έμαθα ότι είμαστε αυτοί που είμαστε και τα υπόλοιπα είναι προσχήματα, δικαιολογίες και μεταμέλειες περιττές και μάταιες: με αυτό που είμαστε πρέπει να δουλέψουμε, όχι με την προσδοκία να γίνουμε κάποιος άλλος ή κάτι άλλο».

Το επόμενο ορόσημο είναι στο Μανχάτταν (με είχανε στείλει με τη δουλειά) το 2008. Εκεί έζησα την πρώτη χρονιά χωρίς Πάσχα, κάτι που δέχτηκα με ανακούφιση, περιέργεια και κυρίως α-πορία. Εκεί επίσης ένιωσα βαθιά και μάλλον πικρά ότι η ζωή μου δεν πήγαινε πουθενά, κάτι που κάθε τριαντάρης νιώθει και πρέπει να νιώσει, απ’ ό,τι έμαθα κατόπιν: η απορία, που είπαμε. Φόρεσα ένα δαχτυλίδι· πήρα αόριστη αλλά πείσμονα απόφαση να αλλάξω τη ζωή μου και να γίνω προθυμότερος, πιο ευεπίφορος, πιο θαρραλέος, πιο επιτηδευμένα ανέμελος. Είπα: pecca fortiter, χωρίς απαραιτήτως το άλλο μισό τσιτάτο. Ακόμα δεν μπορούσα να πιεστώ να γίνω πιο ειλικρινής και σίγουρα δεν είχαν ωριμάσει οι συνθήκες για να απελευθερωθώ ακόμα ώστε να  γίνω και πιο αυθόρμητος, άλλωστε ο αυθορμητισμός αποτελεί υψηλή και δύσκολη τέχνη, δεν είναι το θράσος του να τα παίρνεις όλα σβάρνα. Χρειαζόταν λίγος χρόνος ακόμα: πάντα χρειάζεται χρόνος κι αλίμονο σε όσους δεν έχουν.

Μετά θυμάμαι απελπισία το 2009 και αμέσως μετά διάφορα μαγικά και μυστικά πράγματα. Ύστρερα όλα άλλαζαν. Διαρκώς. Όχι εύκολα, όχι ομαλά, όχι ανώδυνα. Άλλαζαν όμως. Άλλαζαν. Ο χρόνος άρχισε να πυκνώνει, ο βίος να παίρνει ύψος αλλά και να υφίσταται κι απότομες πτώσεις· η ορμή προς τα εμπρός αυξανόταν αλλά διακοπτόταν από κάπως βίαιες παλινδρομήσεις. Έπρεπε όμως να λογαριάσω ότι προχωρούσα, κι ας ένιωθα ανεπαρκής και ας ένιωθα να πνίγομαι όπως πάντα, κι ας πίστευα ακόμη πως είμαι ελλιπής, άσχημος κι άπρακτος.

Το 2014 πήρα δυσθεώρητο ύψος πετώντας μέχρι τη μέση του ουρανού και μετά κατακρημνίστηκα· όμως κανείς άλλος δεν το πήρε χαμπάρι πέρα από εμένα. Αυτή η απότομη και φρικτή ανατάραξη με απελευθέρωσε. Έχασα, χάθηκα, κατακρημνίστηκα, καταβυθίστηκα. Πάλεψα κι αναδύθηκα: luctor et emergo. Είχε προηγηθεί τον προηγούμενο χρόνο μια ευοίωνη προφητεία, όχι από τα άστρα και ή τις ρυτίδες των χεριών αλλά από επιτηδείως αναχθείσα εμπειρία. Θα την εκπλήρωνα την προφητεία.

Κι έκτοτε από δυνάμεως εις δύναμιν. Είμαι ελεύθερος και ευτυχισμένος, όσο το επιτρέπει ο σκατένιος κόσμος που ζούμε και που μας επιβάλλεται λες και είναι φυσική τάξη. Τώρα έχω πλήρη επίγνωση της θνητότητας γιατί ξέρω ότι μόνον ο θάνατος θα με σταματήσει ― στο μεταξύ βεβαίως η πρεσβυωπία φρενάρει τα διαβάσματά μου.

Το σώμα και ο τρόπος

furtive

Δεν είμαι κατά των ερωτικών βοηθημάτων και παιχνιδιών· βασικά δεν είμαι κατά κανενός πράγματος που χρησιμοποιούν συναινούντες ενήλικοι για να χαρούν (ας τελειώνουμε λίγο με τη μιζέρια τού «να περάσουν καλά»). Όμως πρέπει να υπενθυμίζουμε στον εαυτό μας κάθε τόσο πόσο εκτενείς είναι οι δυνατότητες για συγκινήσεις, ηδονές και χαρά που μας προσφέρουν τα ίδια τα σώματά μας. Και δεν χρειάζεται να είναι τα φανταιζίστικα ινσταγκραμικά σώματα που μας πλασάρονται ως τα μόνα κατάλληλα για ιμέρους και λαγνείες, αφήνοντας σε εμάς τους υπόλοιπους μόνο τον ρόλο του σχολιαστή-μπανιστιρτζή.

Ίσα ίσα οι μεγάλες κι ωραίες εκπλήξεις στον έρωτα προκύπτουν από σώματα κάθε άλλο παρά ινσταγκραμάμπλ και συμβατικώς γαμάμπλ.

Όχι, μην περιμένετε να σας πλέξω το εγκώμιο της ασχήμιας ή της δυσμορφίας ή του σαγρέ, της μαλθακότητας και των πτυχών που αφήνει πάνω μας ο χρόνος. Όχι βεβαίως γιατί εξαιρούνται από τη χαρά ή γιατί απέχουν από την απόλαυση ή γιατί αποτρέπουν τις ηδονές αλλά γιατί οι ασχήμιες μας και οι ατέλειες και οι όποιες αναπηρίες μας δεν αποτελούν ακόμα ένα φετίχ: κανένα μέλος πάνω στο ανθρώπινο σώμα και καμμιά ιδιαιτερότητά του δεν είναι φετίχ.

Βεβαίως και ο καθένας από εμάς έχει τις προτιμήσεις του· όμως οι ερωτικές προτιμήσεις μας, τι μας αρέσει ή τι μας καυλώνει στην άλλη ή στον άλλο, δεν είναι ούτε μεταφυσικές ενέργειες αλλά ούτε και κάργα σχετικοποιημένες συνέπειες κάποιων ατυχημάτων του βίου μας. Τα γούστα μας και τι μας σαγηνεύει δεν είναι ιερά κι απαραβίαστα, και σίγουρα δεν είναι αμετάβλητα· δεν είναι όμως ούτε ευτελή καθέκαστα, αντανακλάσεις που μπορεί να εντοπίσει και να ευτελίσει είτε η ψυχολογικοποίηση του ποδαριού είτε η τάχα ψυχαναλυτική λαβίδα κάθε μεγαλόσχημου πατερναλιστή. Ό,τι κι αν λένε.

Έχω ερωτευτεί εξαιτίας της ομορφιάς κι έχω αγαπήσει χάρη στην ομορφιά και δεν είμαι από αυτούς που θα μεταπωλήσουν το πελώριο ψέμα της νεοσυντηρητικής εποχής μας ότι τάχα η εμφάνιση δεν μετράει ή ότι δεν θα έπρεπε να μετράει. Ακόμα ακριβέστερα, η ίδια η «εμφάνιση» δεν μετράει ακριβώς γιατί στην ερωτοπραξία αλλά και στον έρωτα, ακόμα και στην αγάπη, η εμφάνιση δεν είναι εμφάνιση, δηλαδή κάτι που ενατενίζεις από μια απόσταση μικρή ή μεγάλη. Η όψη του άλλου ή της άλλης είναι αυτό που λαχταράς και καίγεσαι να αγγίξεις, να γλείψεις, να φας και να σε φάει, να σε περιχωρήσει και να την περιχωρήσεις και να μπλεχτείς μαζί της εντελώς, από τα μπούτια και πάνω. Μόνο που, άπαξ και έγιναν αυτά, δεν είναι πια μόνον όψη. Πλέον δεν βλέπεις μόνο: έχεις χωθεί κι έχεις ανοίξει.

Και τελικά όλα τα οδηγεί ο τρόπος. Όλα όμως. Τα μικρά αλλά χαρακτηριστικά που έχουμε πάνω μας, που συνήθως περνούν απαρατήρητα αλλά κάποτε εντυπώνονται ανεξίτηλα, και παράλληλα πώς χειρίζεται η άλλη κι ο άλλος τα προφανή και τα ολοφάνερα από τα οποία χαρακτηρίζεται: αστεία δόντια και τέλεια στήθη, έλλειψη κόμπλεξ και τάση για πολυλογία, ανοικονόμητους κώλους και θελκτικά ψευδίσματα, αλλόκοτη τριχοφυία και θεοτικά χαμόγελα, μανία για φαστφούντ και εκλεπτυσμένα γούστα στο τζιν, ελαφρύ στραβισμό και κινηματογραφικές πλάτες… Δεν μιλάμε για τα ίδια τα χαρακτηριστικά, παρά για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν και στη λαγνουργία αλλά και έξω από αυτήν: στο πώς στεκόμαστε και πώς φλυαρούμε και πώς γελάμε και πώς πίνουμε και πώς χασμουριόμαστε.

Όσο κίβδηλη είναι η άποψη ότι η εμφάνιση δεν μετράει παρά, ξέρω γω, ο «εσωτερικός κόσμος», άλλο τόσο μικρόψυχη είναι η εμμονή με προδιαγραφές εμφάνισης: ναι, οι προτιμήσεις και τα γούστα μας είναι δεδομένα, ναι κανείς δεν πρέπει να πιέζεται μόνο και μόνο για να πει ότι πρωτοπόρησε. Όμως είναι καλό να αφήνεται κανείς στον τρόπο της άλλης ή του άλλου.

Στη σιγή του εγκλεισμού

Photo 01-01-2019, 22 46 16

Τι επιλέγεις να θυμάσαι: αναμνήσεις διαυγείς και με καθαρά περιγράμματα από τρεις με τέσσερις εποχές της ζωής ― και όλες οι υπόλοιπες αναμνήσεις είναι περιλήψεις απλές και συνοπτικές αφηγήσεις.

Και τι καταλαβαίνει κανείς από τη ζωή τελικά παρά το ότι δεν είναι απλή και ότι δεν χωράει στα πλάνα μας και στις ιδέες μας; Τι καταλαβαίνει παρά ότι ζωή είναι μόνο το τώρα της όπως το νοτίζει η νοσταλγία και όσο το μυρώνει διακριτικά η νοσταλγία; Δεν ρωτάω τι νιώθει, μόνο τι καταλαβαίνει.

Υπάρχουν πάρα πολλοί τρόποι να μιλήσει κανείς για κάτι ή για κάποια εποχή. Ο τρόπος μπορεί να είναι οποιοσδήποτε: τα γραπτά είναι όπως οι συναντήσεις με τους ανθρώπους, μπορούν να γίνουν με πολλούς τρόπους και ποτέ δεν ξέρεις εκ των προτέρων ποιος είναι ο ενδεδειγμένος, μόνον εκ των υστέρων. Όμως για τα κείμενα ισχύει το εξής: γράψε για κάτι από πάρα πολύ κοντά και λίγοι θα καταλάβουν τι λες και ακόμα λιγότεροι θα το καταλαβαίνουν σε 2, 3, 5, 10 χρόνια· γράψε για κάτι από υπερβολικά μεγάλη απόσταση και κανείς δεν θα ενδιαφέρεται για αυτό που θα εκλαμβάνει ως γενικολογίες. Ένα κακογραμμένο κείμενο μπορεί να σωθεί εάν βρίσκεται στην ιδανική απόσταση από το θέμα του.

Αντιλαμβάνομαι ότι πολλοί χτίζουν τη σχέση τους πάνω σε εντάσεις και καβγάδες και ζήλειες και ότι κατανοούν τον έρωτα ως ακριβώς αυτόν τον ιό που μας δίνει τα παραπάνω συμπτώματα. Στο πλευρό τους έχουν όλα τα ελληνικά σκυλάδικα, τον Πλάτωνα και μερικούς ακόμα. Όμως ξέρουμε πια τι παπάρας ήταν ο Πλάτωνας.

Σε πολλά τραγούδια ή μουσικά κομμάτια αγαπούμε το ότι λειτουργούν σαν σελιδοδείκτες: στο άκουσμά τους πάμε πίσω, και πίσω μόνο, στις στιγμές ή τις εποχές που επένδυσαν, στις εποχές των οποίων ήταν το σάουντρακ. Λειτουργούν βεβαίως ως κάτι παραπάνω από σελιδοδείκτες, αφού δεν παραπέμπουν απλώς, παρά επίσης αναπλάθουν τα καθέκαστα στα οποία καλούνται να παραπέμψουν ή αναζωπυρώνουν τη διάθεση μιας στιγμής ή και μιας εποχής.

Αυτό που αγάπησα στο σεξ, γιατί είμαι από αυτούς που αγαπούν το σεξ, που δεν τους αρέσει απλώς, είναι ότι αποτελεί κατά κάποιον τρόπο τα αιθέρια έλαια της ζωής μας: συμπυκνώνει ό,τι έχει να μας δώσει ο βίος, και ο βίος δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση. Ταυτόχρονα, υπάρχει και η πληρότητα και η μάλλον άφατη γαλήνη μετά το σεξ: ευδία που τη συνοδεύουν ησυχία και βαθειά ευδαιμονία, όπου όλα τα ταπεινά βιολογικά καθέκαστα αποκτούν χαρακτήρα μυστικό και ταυτόχρονα εντελώς πραγματικό.

Τίποτα όμορφο και τίποτα σημαντικό δεν είναι εύκολο, ενώ η ευτυχία βρίσκεται πάντοτε στο μεταίχμιο και σχεδόν ποτέ στις μεγάλες πεδινές βεβαιότητες.

Ο εθνικός μας ατομικισμός

Photo 14-3-20, 15 05 25

Από το 2005 που γράφω εδώ δυο-τρεις φορές έχω ακούσει την κριτική ότι είμαι μισέλληνας και ρατσιστής κατά των Ελλήνων. Προσπερνώντας τον παραλογισμό τέτοιων ισχυρισμών απλώς επισημαίνω ότι με απασχολούν τα τυφλά σημεία των κοινωνιών, και μάλιστα της ελληνικής κοινωνίας ― αφού τυγχάνω Έλληνας.

Απεχθάνομαι τους ανιστορικούς και αταξικούς λήρους περί λαού (που δεν είμαστε), περί Ευρώπης (που επίσης δεν είμαστε), περί Βαλκανίων (που όταν τσαντιζόμαστε νομίζουμε ότι είμαστε αλλά δεν είμαστε και πολύ). Επίσης περιφρονώ διάφορα κηρύγματα και χρηστομάθειες περί ατομικής ευθύνης όταν δεν θέλουν να αγγίξουν σοβαρούς παράγοντες (την εξουσία, την πατριαρχία, τον ιμπεριαλισμό, τον καπιταλισμό…) με το υποκριτικό πρόσχημα ότι «αυτά» είναι περίπου φυσικοί νόμοι…

Πιστεύω ωστόσο ότι βαραίνουν πάνω μας «η αγροτοποιμενική βαρβατίλα και βαρβαρότητα, που βεβαίως έχει επιμολύνει και την δυσκοίλια κομμουνιστική Αριστερά μας […]. Φαντασία δεν υπάρχει χωρίς ελευθερία και ελευθερία στην Ελλάδα υπήρχε και υπάρχει μόνο στις μεγαλύτερες ή στις παλιότερες πόλεις, γι’ αυτό και λοιδωρούνται τόσο πολύ. Με δυο λόγια: μας απασχολεί υπερβολικά μη μας κακολογήσουν. Αυτό είναι πρόβλημα σε μια κλειστή κοινωνία, όπου το ταλέντο γίνεται ορατό επειδή χλευάζεται».

Παράλληλα, μας κατατρύχει και η «γενικευμένη απαξίωση του δημόσιου χώρου στην Ελλάδα […]: ο δημόσιος χώρος στην Ελλάδα είναι νομανσλάνδη. Αυτό φαίνεται από τις πρακτικές της θείτσας Μαριγώς, που έχει αυλή λαμπίκο και σπίτι να ντρέπεσαι να πατήσεις αλλά πετάει τα σκουπίδια στο άδειο οικόπεδο, στον δημόσιο δρόμο, στον γιαλό κτλ., μέχρι τον φοιτητή που σπάει εποπτικό εξοπλισμό ξεφτιλίζοντας την κατάληψη, από τη χαρούμενη οικογένεια που μαζεύει τα σκουπίδια της από το κωλομώλ, τα βάζει σε ροζ πλαστική σακούλα περιπτέρου, και τα σουτάρει στην άκρη του δρόμου, μέχρι το γκρούβαλο που παριστάνει τον φυσιολάτρη αλλά είναι απλώς γκρούβαλο».

Τα παραπάνω βεβαίως είναι γνωστά και σχεδόν προφανή. Αυτό που δεν θέλουμε να συζητάμε είναι ο βαθύς ατομικισμός μας:

«Για τον Έλληνα υπάρχει η πάρτη μου, το σόι μου, άντε το χωριό μου το πολύ πολύ και όλοι οι υπόλοιποι να πάτε στον διάολο· θα ζήσω με γνώμονα τη γνώμη του κόσμου, αλλά ο «κόσμος» είναι το σόι και οι συγχωριανοί μου. Εξού και η πολύτιμη λειτουργία της ομερτάς και της υποκρισίας, τα «κάνε ό,τι θες αλλά μη μας το λες», «μακριά από πάνω μας κι όπου θέλει ας πάει» κ.ο.κ.»

Νομίζω ότι μας δυσκολεύει πάρα πολύ κάθε δραστηριότητα ή πρωτοβουλία που αποσκοπεί στο να δείξουμε αλληλεγγύη σε αγνώστους. Η έννοια της κοινότητας είναι επίσης πάρα πολύ προβληματική στην Ελλάδα: υφίσταται μόνον ως ιδέα και σπάνια σαν κάτι που μπορεί να κινητοποιήσει ανθρώπους για να δράσουν και να συμπεριφερθούν με έναν συγκεκριμένο τρόπο.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμα και η χριστιανική φιλανθρωπία στην Ελλάδα αποτελεί μια σχεδόν ιδιωτική υπόθεση· παράλληλα, κατά την έξαρση της Μνημονιοκρατίας οι δομές αλληλεγγύης κυριαρχούνταν από αναρχίζοντες κι από αριστερούς, από ανθρώπους δηλαδή των οποίων η αλληλεγγύη είναι ζήτημα αρχής κι όχι κάποια αντανακλαστικό «παραδοσιακού» χαρακτήρα. Αν κάποιος θεωρεί ότι όλα αυτά είναι λοιδωρίες θεωρητικής αφόρμησης, ας δει τι έγινε μετά την αθώωση βιαστών στην Ισπανία και μετά τις γυναικοκτονίες στην Ελλάδα ― κι εδώ μιλάμε για δύο εξίσου σεξιστικές κοινωνίες με συντηρητικά αντανακλαστικά αγροτοποιμενικής προέλευσης.

Οι περισσότεροι από εμάς δεν αισθανόμαστε καθόλου ότι ανήκουμε σε κάποια κοινότητα πέρα από την οικογένειά μας και το σόι μας ή (άντε) την ποδοσφαιρική ομάδα μας. Όλη η ρητορική γύρω από των Ελλήνων τις κοινότητες και τους κυκλωτικούς χορούς τους εξαντλείται ακριβώς εκεί: στο επίπεδο μιας ρητορικής, ως ένα στοιχείο μιας εν πολλοίς επινοημένης παράδοσης. Η βροντερή απουσία κάθε είδους «κοινοτικού πνεύματος» γίνεται αισθητλη στα χωριά μας όσο πουθενά αλλού, όπου βεβαίως ο καθένας είναι για την πάρτη του και τέλος.

Δεν είναι ακατανόητο το γεγονός ότι σε μια χώρα της οποίας τις κοινότητες άλεσε ο Εμφύλιος κάθε επίκληση σε κοινοτικές ή συλλογικές προσπάθειες συλλογικού χαρακτήρα αντιμετωπίζεται σχεδόν αυτομάτως με χλευασμό ή ψόγο, ως κάποια απάτη με σκοπό την κερδοσκοπία ή ως δυτικοφερμένη απολιτίκ αφέλεια. Αυτά τα αντανακλαστικά είναι διακιολογημένα εν πολλοίς, αν αναλογιστεί κανείς τα κίνητρα στην Ελλάδα όσων ζητούν την εθελοντική εργασία μας στο όνομα κάποιου συλλογικού σκοπού. Για την κοινότητα και κάτι τέτοια νοιάζονται κάτι κουτόφραγκοι, άλλωστε.

Ακόμα πιο επώδυνα, δεν μας μεγαλώνουν σε αυτόν τον τόπο ως μέλη κάποιας κοινότητας, για να ανήκουμε κάπου και για να προσφέρουμε σε κάποιους ― πέρα από ένα «να γίνεις χρήσιμος άνθρωπος στην κοινωνία», συνώνυμο συνήθως του να ενταχθείς στην αγέλη των νοικοκυραίων. Οι γονείς μας μας μεγαλώνουν για να μας δουν όπως οι ίδιοι επιθυμούν και για να πάμε εμείς ως ατομικότητες μπροστά, γαμώντας στην ανάγκη τους άλλους.

Είμαστε στερεά και με πείσμα ατομικιστές.

Θεούσες

κούκλα σαταν

«Αναμενόμενα είναι αυτά, είναι θεούσες.»

«Ε και;»

«Η θεούσα, άντρας ή γυναίκα, είναι ανθρωπότυπος.»

«Δηλαδή;»

«Είναι αυστηροί με τους άλλους γιατί είναι αυστηροί με τον εαυτό τους· επίσης επιδιώκουν να είναι αυστηροί με τα παιδιά τους ακόμα και αν δεν υπάρχει λόγος. Όπως για τους καριερίστες μπαμπάδες τα χατίρια υποκαθιστούν τον χρόνο που δεν περνούν με το παιδί τους, για τις θεούσες η αυστηρότητα υποκαθιστά την παιδαγωγία και τη μέριμνα.

Περιφρονούν την εξωτερική εμφάνιση αλλά μεριμνούν για αυτή όπως ο φαντάρος για τη στολή του πριν την παρέλαση: τόσο σχολαστικά όσο χρειάζεται ώστε να περνιούνται για κανονικοί άνθρωποι και νοικοκυραίοι.

Παράλληλα έχουν αποστροφή προς την καθαριότητα και την υγιεινή, που ίσως αντιλαμβάνονται σαν πολυτέλειες ή σαν λαγνικά προστάδια. Ωστόσο αυτή η αποστροφή θα εκδηλώνεται είτε ως προς την προσωπική τους καθαριότητα είτε προς την καθαριότητα των χώρων όπου ζουν ― συνήθως όχι και στις δύο.

Είναι πάντως λάγνοι, πιο λάγνοι από μένα κι από σένα, όμως αρνούνται στις επιθυμίες τους κάθε φαντασία και κάθε παιχνίδι και ― κυρίως ― κάθε χαρά.

Είναι πολύ επιμελείς σε ό,τι θεωρούν πως είναι σημαντικό, ιδίως αν αφορά κάποιου είδους άσκηση, την οποία πολλάκις ταυτίζουν παραδόξως με την οικονομία. Τους διακρίνει καρμιριά και φροντίδα για εξοικονόμηση και ανακύκλωση ― που δεν είναι όμως παρά πεπαιδευμένη φιλαργυρία.

Ωστόσο υπάρχουν τομείς στους οποίους σπαταλούν σχεδόν με αφροσύνη, ιδίως αν αφορά αυτό που θεωρούν ανώτερες επιδιώξεις, εγωιστικού χαρακτήρα συνήθως.

Βεβαίως θεωρούν τους εαυτούς του ανώτερους από όλους τους άλλους, όπως ακριβώς τα είπε ο Χριστούλης στην παραβολή με τον Φαρισαίο. Σε αυτό μοιάζουν με τους ημιμαθείς δεξιούς και με τους μορφωμένους αριστερούς.»