Ψωμί, κρασί και όχι

tumblr_l8ks132x2Z1qbwvxbo1_540

Το ψωμί που τρως και το κρασί που πίνεις.

Σκέψου όμως ότι το μεγαλύτερο μέρος της ανθρωπότητας δεν τρώει ψωμί. Εδώ πετάει το ψωμί και δεν το τρώει το μέρος της ανθρωπότητας που τρώει ψωμί. Άσε που το ωραίο ζυμωτό ψωμί της Μεσογείου και της Μεσευρώπης, με το προζύμι ή τη μαγιά του, δυαδικό μεταξύ τραγανής κόρας και πορώδους ψίχας, δεν είναι καν αυτό που λένε «ψωμί» κάτι λαοί κατά τι αρχαιότεροι από αυτούς και επίσης ψωμοφάγοι. Εκείνοι τρώνε άζυμες πίτες. Όπως και οι καλαμποκοφάγοι της Νότιας Αμερικής, για να μην πούμε για τα ψωμιά που βγαίνουν στα δέντρα ή ριζώνουν στη γη της Αφρικής, καρποί που κάνουν την επίσης πανανθρώπινη πατάτα μας να μοιάζει άνοστη και προφανής. Την πατάτα μας, που μας ήρθε από την Αμερική και ρίζωσε μέχρι και την Ινδία. Για το ρύζι δεν μιλάμε καν: για την πλειονότητα των ανθρώπων, το ρύζι είναι ψωμί.

Και το κρασί. Το κρασί των Κινέζων είναι το τσάι. Λες «θέλω τσάι» και σε κοιτάζουν σαν να πας σε σομμελιέ και του ζητήσεις «κρασί»: είσαι κωμικά γενικόλογος. Το κρασί είναι για άλλους ξινισμένοι χυμοί. Για άλλους είναι το αίμα θεών· είναι αρώματα που προορίζονται για πόση. Αλλά αυτό το τελευταίο στην πραγματικότητα είναι το τσάι, θα απαντήσουν οι Κινέζοι.

Κάθε φορά που με ζαλίζουν οι λεπτές διακρίσεις της ινδική θελογίας, των κινέζικων τρόπων ή των λίγων που σώζονται από τις κοινωνικές συμβάσεις των λαών χωρίς γραφή, υπενθυμίζω στον εαυτό μου: το μεγαλύτερο μέρος της γραμματείας του δικού μας πολιτισμού ασχολείται με μύθους και ερμηνείες γύρω από μύθους: άλλοτε παραδέχεται ότι οι μύθοι του είναι απλώς σύμβολα κι αλληγορίες για κάτι άλλο, πολλές φορές εξίσου σκιώδες, άλλοτε καμώνεται ότι εξετάζει γεγονότα. Και δεν έχω μόνο τις θρησκείες κατά νου αλλά τις λεπτές διακρίσεις των φιλοσοφικών κειμένων (που παριστάνουν τον στοχασμό), των ανά τους αιώνες ταξικών ευπρεπειών ή τις εκατοντάδες χιλιάδες ώρες χαμένων προφορικών αφηγήσεων που αποσκοπούν στο να σωφρονίσουν και να τρομοκρατήσουν παιδιά κι ανηλίκους.

Και για τις τελετουργίες και τις διακοσμήσεις, κοσμικές και μη, δεν θα πω τίποτα.

Advertisements

Τρίκλινο στη Μύκονο

summer
Αυτό δεν έγινε στη Μύκονο

Η ανάμνηση αυτή ανασύρθηκε χάρη σε κείμενο της Χρύσας Οικονομοπούλου.

Το 1992 ήμουν πρωτοετής φοιτητής Φιλολογίας. Εντάξει, ντροπή είναι αλλά τι να γίνει. Πρέπει εδώ να προειδοποιήσω ότι εκτός από πρωτοετής Φιλολογίας ήμουν αφενός μαλάκας ξερόλας που πήγαινε ντουγρού να καταντήσει έμμισθο δοκησίσοφο πολυμαθές θρασίμι στη ζωή του, σαν αυτά που μπαίνουν στη Βουλή, αφετέρου περιδεής φλώρος που δεν άντεχε και δεν έστεργε να είναι ο εαυτός του. Το Λονδίνο και ο πατέρας μου με γλύτωσαν από το πρώτο, ενώ τη φλωριά και τη φοβικότητα τις πολέμησα μόνος with a little help from a friend.

Το 1992 η Φιλολογία θα πήγαινε εκδρομή στη Μύκονο τον Μάιο. Όπως εξηγεί και η Χρύσα, η Μύκονος ήταν το προσκύνημα κάθε νέου που διάβαζε Κλικ, δηλαδή της συντριπτικής πλειονότητας των νέων, ό,τι και αν σας λέμε τον 21ο αιώνα. Από την άλλη, δεδομένου ότι ήμουν φοιτητής με πολύ περιορισμένο χαρτζηλίκι που δεν τον εμπιστεύονταν ακόμα για ιδιαίτερα μαθήματα, το οικονομικό ζήτημα ήτανε σοβαρό ― θα επανέρθουμε σε αυτό.

Πριν ξεκινήσουμε για τη Μύκονο, να διευκρινίσω ότι δεν προέκυψε σεξ εκείνες τις πέντε μέρες, οπότε αν περιμένετε τίποτα λεπτομέρειες για το πώς το κάναμε τον περασμένο αιώνα, καλύτερα διαβάστε κάτι άλλο.

Ξεκινάμε λοιπόν να συμμετάσχουμε στη μη κομματική εκδρομή τρεις φίλοι. Τότε δεν διοργάνωνε ακόμα εκδρομές η ΔΑΠ Φιλοσοφικής, αρκούνταν στο να πουλάει σημειώσεις στους φοιτητές και εκδούλευση στους καθηγητές ή να στρατολογεί γαλάζια παιδιά· μεσουρανούσε κι ο Μητσοτάκης τότε.

Εδώ αρχίζει το κομπλικέ μέρος. Για οικονομικούς λόγους το τρίκλινο θα το μοιραζόμασταν εγώ, μια συμμαθήτρια από το φροντιστήριο με την οποία περάσαμε μαζί στη Φιλολογία, ας την ονομάσουμε Κλαράκι, και η θεάρα κολλητή της και επίσης συμφοιτήτριά μας, αυτήν ας την πούμε White Musk.

Μπαίνουμε στο πλοίο, φτάνουμε στη Μύκονο. Τον Μάιο είναι ακόμα πιο όμορφη. Πραγματικά κατάλαβα γιατί ο Λε Κορμπυζιέ μπλα μπλα μπλα, και το έλεγα στα κορίτσια, κι εκείνα παραδόξως έδειχναν ενδιαφέρον ή και κατανόηση. Το ξενοδοχείο μας ήταν πάνω σε μια ανηφόρα, δίπλα στο παράρτημα της Καλών Τεχνών κι εγώ σκεφτόμουν, αλλά δεν έλεγα, πόσο καταπληκτικό πρέπει να είναι να σπουδάζεις στη Μύκονο, έστω και μερικές βδομάδες τον χρόνο.

Το δωμάτιό μας το τρίκλινο ήταν μπαγκαλόου, το πιο απομακρυσμένο του συγκροτήματος, και λεγόταν Ίρις. Το ξενοδοχείο δεν θυμάμαι πώς το έλεγαν. Σήμερα όταν σκέφτομαι απομακρυσμένο τρίκλινο μπαγκαλόου με το Κλαράκι και τη White Musk, στο μυαλό μου έρχονται πολλά. Άλλωστε υπήρχε προϊστορία, που προσπαθούσα να μη βάλω ανάμεσά μας με τη γνωστή βοοειδή ψυχραιμία μου.

Έτσι, το μεν Κλαράκι με ήθελε και το ήθελα αλλά δεν το είχα πάρει χαμπάρι, παρότι είχαμε ήδη φιλήθεί μεθυσμένοι και μετά βγήκαμε για καφέ όπου μου είπε ότι είχε σχέση και εγώ, αιωνίως κύριος και μαλάκας, είπα «εντάξει, αφού το λέει εγώ δεν πιέζω», αλλά ήτανε παγίδα, πάντα είναι παγίδα: να με εξωθήσει ήθελε.

Όσο για τη White Musk, την ήθελα πάρα πολύ και το είχα πάρει μια χαρά χαμπάρι αλλά είχαμε βγει τον προηγούμενο χειμώνα ένα αποτυχημένο, μελαγχολικό και cringeworthy ραντεβού.

Οπότε απλώς ήμασταν τρεις φίλοι που θα μοιραζόντουσαν ένα δωμάτιο και μάλιστα είχαμε συμφωνήσει πώς θα γίνει η διευθέτηση αν κάποιο μέλος της παρέας «έκανε φάση» (συγγνώμη για την αρχαϊκή έκφραση).

Η Μύκονος δεν ήταν ακόμα το απόλυτο τρελοκομείο που γινόταν τους καλοκαιρινούς μήνες, δηλαδή όχι μόνο δεν τρώγαμε πόρτα αλλά βρίσκαμε να καθήσουμε στα μπαρ και στα κλαμπ. Φυσικά κάναμε παρέα μόνο μεταξύ μας γιατί απλούστατα κανείς δεν μας έδινε την παραμικρή σημασία: το Κλαράκι ήτανε κλαράκι, εγώ ήμουν ασ’ τα να πάνε με το μαλλί αφάνα, η  White Musk ήτανε γυναίκα που τη συνοδεύαμε εμείς. Επιπλέον πίναμε μπύρες και βότκα πορτοκάλι, ήμασταν δηλαδή ανθυπομπασκλάς και εντελώς uncool.

Για δυο βραδιές πήγε έτσι. Ουρά για το μπάνιο του τρίκλινου, σάντουιτς και μπαρ και ελάχιστος χορός. Για το τρίτο βράδυ εγώ ήθελα να πάμε να χορέψουμε, το Κλαράκι ήθελε να πιούμε και η White Musk είχε κανονίσει να έρθει ένας τύπος από την Αθήνα που της την έπεφτε, μπας και σπονσοράριζε εκείνος την υπόλοιπη παραμονή μας στη Μύκονο ― ναι, είχαμε σχεδόν ξεμείνει από τα ήδη λίγα λεφτά μας. Και πάλι εσείς φαντάζεστε παρτούζες αλλά περισσότερο προς το σουγκαρνταντιλίκι (με benefits για τους friends της) το πήγαινε η White Musk. Αθώα πράματα, του Φιλολογικού των νάιντιζ.

Έρχεται λοιπόν ο τύπος αεροπορικώς από την Αθήνα και πιάνει δωμάτιο σε ξενοδοχείο. Ας τον πούμε Μπάμπη. Ο Μπάμπης ήτανε σαν από τον Δαλιανίδη και φόραγε μπουφάν Top Gun αν και Μάη μήνα στη Μύκονο δεν το χρειάζεσαι. Ο Μπάμπης μας εντυπωσίασε με την οικονομική ευχέρεια με την οποία έκλεισε στο επιτόπου εισιτήριο α-ε-ρο-πο-ρικό και βεβαίως αυτά περί αθώων φιλολογικών πραγμάτων δεν τα γνώριζε, μηχανικός ήταν κι ερχόταν να γαμήσει ο άνθρωπος.

Με το που καταφθάνει ο Μπάμπης, καλεί τη White Musk να πάνε για καφέ (πήγαν) και μετά να πάνε στο δωμάτιό του. Δεν πήγαν αλλά ήρθαν και μπλαστρώθηκαν (έτσι λέγαμε «κατσικώθηκαν» τότε) στο δικό μας, το τρίκλινο. Η μεν White Musk τού έλεγε να βγούμε όλοι μαζί, και οι τέσσερις, ενώ εγώ τον κοίταζα με μισό μάτι, που θα μου έτρωγε το γκομενάκι που ήδη με είχε ταΐσει χυλόπιτα. Ο Μπάμπης δεν ήθελε παρά να μείνει μόνος μαζί με τη White Musk.

Καταλήξαμε να μαθαίνει πρέφα σε εμένα και στο Κλαράκι ενώ η άλλη πρέπει να πέρασε γύρω στα 100 λεπτά στο μπάνιο. Τελικά βγήκαν μόνοι τους και βγήκα με το Κλαράκι. Το Κλαράκι κοίταζε εμένα, εγώ κοίταζα κάτι μοναχικά πεντακοσάρικα στην τσέπη μου και σκεφτόμουν πολύ τσαντισμένος ότι ο Μπάμπης πηδιέται με τη White Musk. Επιστρέψαμε νυσταγμένοι στο Ίρις, το τρίκλινο, και πετύχαμε στην είσοδο την τρίτη της παρέας, η οποία μας ενημέρωσε ότι δεν του έκατσε του Μπάμπη κι ότι εκείνος θα επέστρεφε αεροπορικώς στην Αθήνα το πρωί. Κοιμήθηκα ικανοποιημένος, με την κακή και ελλιπή έννοια της λέξης.

Το επόμενο βράδυ, το τέταρτο και τελευταίο, αποφασίσαμε να σκοτώσουμε ό,τι λεφτά είχαμε οι τρεις μας. Βάλαμε κάτω ό,τι μας είχε μείνει και ήπιαμε μέχρι τελικής πτώσεως, βοήθησε και το ότι ήμασταν θεονήστικοι. Κάποια στιγμή μέσα στο κλαμπ αρχίζει να φωνάζει το Κλαράκι ότι θέλει παρτούζα. Εμείς το χειριστήκαμε άψογα και φιλολογικά: «τι εννοείς;», «με ποιους;», «γιατί;» κτλ. Οι απαντήσεις μας σόκαραν (δεν ήμουν μόνον εγώ χαϊβάνι): ήθελε να πάμε στο δωμάτιο να κάνουμε τρίο μέχρι εξόντωσης η ίδια, εγώ (μα εγώ😉 και η White Musk.

Μετά από λίγο το κουβαλήσαμε ημιλιπόθυμο στην ανηφόρα, ενώ το Κλαράκι συνέχιζε να παραμιλάει και να διαμαρτύρεται και να επιφωνεί πόσο μας θέλει εν μέσω βογκητών όπως «ζαλίζομαι» και «θα ξεράσωωω». Φτασαμε στο δωμάτιο, την ξέντυσε η White Musk, διότι εγώ κύριος περίμενα στο μπάνιο για να μη βλέπω, την έβαλε για ύπνο, καληνυχτιστήκαμε σαν καλή οικογένεια Γουώλτον και την επόμενη μέρα σηκωθήκαμε, φτιάξαμε βαλίτσες (άθλος) και κατεβήκαμε στο λιμάνι.

Ακόμη μια δεκαετία στα σοσιαλμήντια

12651037_1731566183741083_6423660787156273463_n

Στην αρχή της δεκαετίας και καθώς έχαναν σε δημοτικότητα τα μπλογκ, η κοινή γνώμη φαινόταν γενικά ενθουσιασμένη με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ιδίως τα τότε δημοφιλή μέσα. Ακόμα και οι πολιτικά συνειδητοποιημένοι, παρά την ξινίλα και την καχυποψία υποβάθρου που τους διακρίνουν, πίστευαν ότι η δυνατότητα να έχεις σοσιαλμήντια στο κινητό σου θα μεταμόρφωνε την πολιτική δράση στον 21ο αιώνα. Πολλοί μίλαγαν με θαυμασμό για το πώς οργανώνονταν πορείες, συγκεντρώσεις και συλλαλητήρια μέσω τουίτερ κατά τη λεγόμενη Αραβική Άνοιξη, αν τη θυμάται κανείς. Άλλοι μίλαγαν ενθουσιασμένοι για τη χαραυγή της δημοσιογραφίας των πολιτών.

Προτού προχωρήσω, να προκαταλάβω τη συζήτηση. Η δυνατότητα βιντεοσκόπησης που προσφέρουν τα κινητά μεταμόρφωσε και θα μεταμορφώσει την ενημέρωση και την καταγραφή μαρτυριών. Όμως το θέμα δεν ήταν η καταγραφή αλλά η διάδοση.

Έτσι λοιπόν πίστεψαν πολλοί ότι το τουίτερ θα χρησιμοποιείται για την οργάνωση και τον συντονισμό κινηματικών δράσεων, όταν δεν θα λειτουργεί σαν βήμα του απλού πολίτη όπου θα διατυπώνει την κριτική του στους φορείς κάθε εξουσίας και αυθεντίας. Επίσης το φέισμπουκ χαιρετίστηκε ως ακριβώς εκείνη η πλατφόρμα στην οποία θα κοινοποιούνται και θα διακινούνται γνώμες αλλά και ντοκουμέντα όπως φωτογραφίες ή βίντεο.

Στο τέλος της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα το μεν τουίτερ είναι ένα χαοτικό φόρουμ ατάκας, κουραδομαγκιάς και αλληλομπινελικώματος· το όποιο πολιτικό του ενδιαφέρον εξαντλείται στο ότι χρησιμοποιείται για λακωνικές εξαγγελίες και διαγγέλματα από αυτές ακριβώς τις φιγούρες που φέρουν εξουσία και αυθεντία, με πολύ θόρυβο από κάτω.

Το δε φέισμπουκ είναι πλεόν ένα εξόχως λογοκριτικό και διακριτικά ελεγχόμενο φόρουμ αυτοέκθεσης ή αυτοπροβολής μέσα στα όρια στενών κύκλων, όπως τα φόρουμ στα τέλη του περασμένου αιώνα αλλά με εικόνες (χωρίς ρώγες) και βίντεο· το φέισμπουκ δεν διαθέτει τον δημόσιο χαρακτήρα ή την «επιδραστικότητα» που ευαγγελιζόταν. Σε αυτό το δεύτερο είναι απλώς φτωχός συγγενής του ίνστα, ο μπάρμπας που θα ήθελε να κάτσει με τη νεολαία.

Με άλλα λόγια, οι πλατφόρμες κάθε άλλο παρά ουδέτερες είναι. Επιπλέον, επειδή ζουν από τη διαφήμιση και η διαφήμιση στοχεύει πολλάκις σε φοβικές ή σε συντηρητικές πλειοψηφίες, τα μέσα ελέγχουν το περιεχόμενο που διακινείται σε αυτές: δεν είναι τυχαία που η ανοχή σε ακροδεξιές απόψεις είναι ευθέως ανάλογη με το πόσο δημοφιλείς είναι οι απόψεις αυτές μεταξύ των χρηστών.

Φτασαμε λοιπόν στην τζάμπα εκτόνωση, μακριά από την οργάνωση εξεγέρσεων.

Κλιματική αλλαγή και η κανονικότητα του μέλλοντός μας

bladerunner2049_photo17

Κερδίζει έδαφος κι όχι αδικαιολόγητα η ιδέα ότι η τρομακτική κλιματική κρίση θα φέρει το τέλος του κόσμου ή τη συντέλεια της ανθρωπότητας ή έστω του πολιτισμού όπως τον ξέρουμε. Αυτή η σκέψη παρηγορεί κάποιους, φρικάρει κάποιους άλλους, ενώ πολλούς τους κάνει να συντάσσονται με έναν μαξιμαλισμό λίγο κνίτικων προδιαγραφών κατά τον οποίο ο αγώνας κατά της κλιματικής αλλαγής είναι το μόνο «επίδικο», αφού αν καταστραφεί ολοσχερώς ο πλανήτης δεν θα μείνει και τίποτε άλλο για το οποίο να μπορούμε να αγωνιστούμε.

Η κλιματική αλλαγή όμως δεν θα φέρει το τέλος του κόσμου. Ενδεχομένως τελικά να επιφέρει το τέλος του καπιταλισμού όπως τον ξερουμε, αλλά όχι με καλό τρόπο. Γενικά τίποτε δεν τελειώνει με καλό τρόπο: ούτε η απολυταρχία, ούτε η αποικιοκρατία, ούτε η δουλεία, ούτε ο γερμανικός ναζισμός, ούτε καν η φεουδαρχία δεν έληξαν με καλό τρόπο.

Η κλιματική αλλαγή φαντάζει ως η απόλυτη συντέλεια, ως το ιδανικό σενάριο ολικής καταστροφής που θα αφυπνίσει τα πλήθη. Κι όμως όχι. Η κλιματική αλλαγή θα εξοντώσει αδιανόητα πολλούς, θα δημιουργήσει θηριώδεις προσφυγιές, θα πυροδοτήσει πολέμους και θα εξανδραποδίσει δισεκατομμύρια ανθρώπους. Για την καταστροφή του περιβάλλοντος δεν χρειάζεται να πούμε και πολλά: ξεκίνησε πριν δεκαετίες και θα επιταχυνθεί.

Πολλοί όμως θα συνεχίσουν να ζουν ωραιότατα και κανονικά, μέσα σε ελεγχόμενα περιβάλλοντα και πίσω από κυματοθραύστες και φράγματα, προστατευμένοι θεράποντες των ελίτ ή πλήθη «κανονικών» ανθρώπων που θα συνεχίσουν την κανονικότητα του ύστερου 20ου και πρώιμου 21ου αιώνα. Θυμηθείτε το Children of Men και το Blade Runner 2049, αν όχι το Elysium. Η ζωή θα συνεχίζεται μια χαρά, απλώς για πολύ πολύ λιγότερους.

Μικρογραφία του μέλλοντος κάποιων από εμας είναι ήδη το Κατάρ: χλίδη μέσα σε ένα τοπίο μισό βάλτος μισό έρημος, στο οποίο αντιστοιχούν 6 αναλώσιμοι ξένοι εργάτες σε κάθε υπήκοο (δεν θα είμαστε για πολύ ακόμα πολίτες). Η κανονικότητα βασιλεύει για τους 313.000 υπηκόους και για κάποιους ξένους Α’ Κατηγορίας. Τα 2 εκατομμύρια Ασιατών μπορούν κάλλιστα να μένουμε στον τόπο χτίζοντας και σκάβοντας, ας έμεναν στον τόπο τους ― ένας φίλος μού έλεγε ότι φροντίζουν να κηδέψουν σωστά τους Μουσουλμάνους, π.χ. από το Πακιστάν, ενώ τους υπόλοιπους τους ξεφορτώνονται, αφού οι οικογένειές τους στο Νεπάλ δεν έχουνε χρήματα για επαναπατρισμούς σορών. Αναλώσιμοι στη ζωή και στον θάνατο, όπως ό,τι δεν ανήκει στις ελίτ ή δεν τις υπηρετεί με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο: αυτός είναι ο κόσμος των +4 και των +6 βαθμών Κελσίου.

Θυμηθείτε πότε άλλοτε το μέγεθος της επερχόμενης καταστροφής μάς έκανε να πιστέψουμε πως είτε θα αλλάξουμε ριζικά (πολλοί νομίζαμε ότι θα το πράξουμε μέσα από κινήματα και εξεγέρσεις) είτε θα αφανιστούμε. Ναι, στην Ελλάδα των αρχών της Μνημονιοκρατίας. Η αδιανόητη καταστροφή σίγουρα δεν θα πέρναγε έτσι, δεν ήταν δυνατόν. Και όντως η καταστροφή ήταν αδιανόητη και όσον αφορά τους αριθμούς και όσον αφορά τους θεσμούς και όσον αφορά τους ανθρώπους χωρίς φωνή, το 25% κάτω από το όριο της φτώχειας, δηλαδή τα ανδράποδα που έχασαν σπίτια, ευκαιρίες, την υγεία ή και τη ζωή τους και για τα οποία πειστήκαμε ότι υπήρξαν μόνο στην «εργαλειοποίησή» τους από τον Σύριζα ― λες και μέχρι το 2012 ήξερε τι του γινόταν ο Σύριζα. Οι ζημιές στην υγεία και στο κοινωνικό κράτος είναι ανυπολόγιστες, μέχρι και το ΔΝΤ το παραδέχεται, and we haven’t seen the last of it yet.

Όμως στο τέλος η κανονικότητα βασίλεψε και βασιλεύει. Και φυσικά φταίγαμε εμείς που ήμασταν λαμόγια πασοκάριοι ή κομματικοί αργόμισθοι πράσινοι και γαλάζιοι, ακόμα και όσοι δεν ήμασταν κι εργαζόμασταν σκληρά. Βεβαίως επίσης φταίγαμε εμείς που δεν αγκαλιάσαμε αναγκαίες μεταρρυθμίσεις, που δεν ήμασταν Ευρώπη και που είχαμε μεγάλο κράτος. Όπως και μετά την κλιματική καταστροφή θα φταίμε όλοι που πίναμε καφέ με καλαμάκι, που δεν σβήναμε τον υπολογιστή τη νύχτα, που αφήναμε τη βρύση ανοιχτή και που τρώγαμε χοιρινό αντί για μονο φακές.

Οι άπληστες ελίτ δεν φταίνε ποτέ, ούτε τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα· άλλωστε ο τρόπος ζωής μας είναι ― τάχα ― αδιανόητος χωρίς την αδηφαγία τους. Λες και μέχρι το 1980 δεν προόδευε ο κόσμος. Κι όμως αρκεί να πείσεις το κοινό σου ότι αυτό ευθύνεται για τον κλονισμό της κανονικότητάς του ― ή κάποιοι ξένοι, π.χ.

Αυτό λοιπόν το Ordnung herrscht in Berlin! αποδείχτηκε διαχρονικότερο από όσο νομίζαμε: η ανάγκη για κανονικότητα εις βάρος των πολλών, όσοι και να ‘ναι. Ελπίζω και η σχετική κατακλείδα να αποδειχτεί σύντομα καίρια, επίσης. Ελπίζω, δεν νομίζω.

Stand up (and…?)

Joker seriously

Ξέρω ότι μάλλον αδικώ ένα ολόκληρο genre, πράγμα εξαρχής κατακριτέο, αλλά ποτέ δεν ένιωσα το  stand-up comedy.  Η ιδέα ότι στέκεται κανείς μπροστά σε ένα κοινό και λέει ανέκδοτα μού φαίνεται επιεικώς γελοία, αν και όπως μάς θυμίζει ο Μπόρχες στην Αναζήτηση του Αβερρόη, ενδεχομένως για μεγάλο μέρος της ανθρωπότητας η ιδέα ότι υποδύεσαι κάποιον αντί να απαγγέλλεις (αυτό το δρώντων και ου δι’ απαγγελίας) να είναι εξίσου γελοία.

Προς υπεράσπισή μου, να πω ότι για μένα το ανέκδοτο είναι κάτι που σκάει μέσα στην κοινωνική συναναστροφή την κατάλληλη στιγμή στις κατάλληλες συνθήκες και με τρόπο επιτηδευμένα απροσποίητο και αυτοσχεδιαστικό. Δεν μπορώ να χωνέψω ότι θα πληρώσω εισιτήριο, θα καθήσω με ένα τζιν (ή τέσσερα) και θα παρακολουθώ τύπους (συνήθως βαθύτατα unfunny και σχεδόν πάντα άντρες) να λένε ανέκδοτα επί σκηνής. Θα καθήσω δηλαδή να παρακολουθώ κάποιον όχι να κάνει τέχνη ή να μεταδίδει γνώση παρά να προσπαθεί θα μας κάνει να γελάσουμε από τις 10:00 μμ μέχρι τις 11:30 μμ, με διάλειμμα. Και να μας κάνει να γελάσουμε μιλώντας ή με τίποτα γκριμάτσες ― όχι παριστάνοντας κάτι ή κάποιον. Αλλά ρε πούστη, υπάρχει τίποτα πιο προσωπικό και ιδιοσυγκρασιακό και απροσχημάτιστο από το γέλιο;

Ενδεχομένως λόγω της στημένης και μη αυθόρμητης συνθήκης που προϋποθέτει το genre του stand-up comedy (ή σόλο κωμωδίας όπως αποδίδεται ελληνιστί) η θεματική του είναι αυτή που είναι: πάρα πολύ στοχευμένη μεν, αλλά που καμώνεται πως είναι πανανθρώπινη. Ακριβώς λόγω θεματικής, η αντίδρασή μου σε θεάματα κωμωδίας συνήθως συνοψίζεται στο ότι τα βρίσκω underwhelming when not obvious: είτε παγερή πλήξη (π.χ. ατέλειωτα rant για ταξιτζήδες, ταμίες, τη ζωή στην πόλη και γκομενικά) είτε προμελετημένο και πλεοναστικό σοκ λόγω θεματικής, σαν π.χ. αμερικάνικο πορνό όπου πέντε λευκοί ελαφρώς αμφί σκίνχεντ βατεύουν πανταχόθεν με σωλήνες pringles μια μαύρη γυναίκα βρίζοντας ρατσιστικά κι ενίοτε φτύνοντας και χουφτώνοντας ο ένας τον άλλο: όλο και κάτι θα βρει να σοκαριστεί κανείς.

Αν πρέπει να σοβαρευτώ, ας πω ότι αντιλαμβάνομαι ότι η σόλο κωμωδία αποτελεί μετεξέλιξη της παράστασης του βασιλικού γελωτοποιού ή τζουτζέ: ενδεχομένως όρος της πρέπει να είναι η ασέβεια. Και βεβαίως είμαι φίλος της ασέβειας και της αμφισβήτησης μέχρι και της αποστασίας. Κι εδώ βρίσκεται το κρίσιμο ζήτημα: η θεματική της σόλο κωμωδίας.

Ίσως πλανώμαι νομίζοντας ότι στο stand-up με ενοχλεί που η θεματική είναι στοχευμένη και που ο στόχος του είναι να σοκάρει, και μάλιστα να σοκάρει έναν κόσμο που ζορίζεται να σοκαριστεί περισσότερο από όσο ζορίζεται να καυλώσει (με το μπαρδόν). Αν η σόλο κωμωδία όντως αποτελεί μετεξέλιξη της παρλάτας ενός τζουτζέ, τότε το ζήτημα βρίσκεται στο ότι δεν χλευάζει τον βασιλιά αλλά τους κολλίγους και τους ακτήμονες.

Με άλλα λόγια, αυτό που πολλές φορές εισπράττεται ως μοχθηρία του σταντάπ προέρχεται από τη στόχευσή του: προς τους φτωχούς, προς τους αγράμματους (φασίστες ή και όχι), προς τις γυναίκες (που έχουνε περίοδο, είναι τρελές και δεν μιλάνε ― όταν δεν είναι καλτάκες) κτλ. Είμαστε πρόθυμοι να ανεχτούμε τον στημένο και τεχνητό χαρακτήρα του σταντάπ («καλησπέρα, θα σας πω αστεία για να γελάσετε») αν τα αστεία μάς πούνε κάτι που δεν ξέρουμε ή κάτι που δεν θέλουμε να ξέρουμε. Αυτό δεν μας προκύπτει συνήθως, και γι’ αυτό καταντώ κι εγώ ο καημένος να μου φαίνεται underwhelming when not obvious.

Δεν είναι τυχαίο ότι το πιο ανελέητο και πιο τελέσφορο (δηλαδή λυτρωτικά γελαστικό) σταντάπ προέρχεται συνήθως από κωμικούς των κατώτερων τάξεων που ανήκουν σε μειονότητες και υποκουλτούρες και επιλέγουν να σατιρίσουν ακριβώς τις μειονότητες και τις υποκουλτούρες στις οποίες ανήκουν. Άλλοι, όπως ο  Volker Pispers ή ο Mark Thomas τη λένε κατευθείαν στον ίδιο τον βασιλιά, δηλαδή στην πολιτική εξουσία. Δεν γελάς πάντοτε, αλλά τουλάχιστον όντως ακούς κάτι που δεν ξέρεις ή κάτι που δεν θέλεις να ξέρεις.

Από το μέλλον

mavrolivadi
Από το αριστουργηματικό Μαύρο Λιβάδι του Βαρδή Μαρινάκη.

Καλό απόγευμα, άνθρωποι του 21ου.

Ξέρουμε ότι δεν σας θέλγει ιδιαιτέρως να σας αποκαλούμε απλά και μόνον ανθρώπους, γνωρίζουμε καλά την εποχή σας και έχουμε κατανοήσει σε ικανοποιητικό βαθμό τον πολιτισμό σας, πολιτισμό που επιβιώνει ακόμα ως ασυνάρτητα και συγκεχυμένα ψηφιακά ίχνη, ή μάλλον ένα χαοτικό κουβάρι ψηφιακών ιχνών αστρικών διαστάσεων, και ως μνημεία υλικού πολιτισμού. Το μήνυμα αυτό ταξίδεψε αντίστροφα στον χρόνο για να σας βρει, ή μάλλον θα ταξιδέψει βλέποντάς το από τη δική σας τοποθεσία στον χρόνο, όμως ο τρόπος που αυτό έγινε και θα γίνει σάς είναι οριακά κατανοητός και μόνο: τι θα καταλάβαινε ο Γαλιλαίος από τους υπολογιστές σας;

Όπως είχαν επισημάνει κάποιοι στις μέρες σας, όχι πολλοί, η εποχή σας βρίσκεται κοινωνικά στον προηγούμενο αιώνα, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις χιλιετίες πίσω· πολιτικά και κοινωνικά η εποχή σας βρίσκεται σε μια κατάσταση που ακόμα προσπαθούμε να ερμηνεύσουμε, αφού φαντάζει δυσανάλογα πρωτόγονη και βαρβαρική (ναι, λέμε τα πράγματα με το όνομά τους) σε σχέση με την τεχνική σας πρόοδο.

Σας προειδοποιούμε ότι οκτώ αιώνες μετά την εποχή σας δεν ασχολούμαστε πλέον με την ανθρώπινη φύση ως σημεία ντετερμινιστικής πάκτωσης αλλά ως πεδία δυνατοτήτων. Συνεπώς προσπαθούμε να χτίζουμε τις κοινωνίες και τους εαυτούς μας με ρυθμούς όχι πολύ βραδύτερους από αυτούς που φτιάχνουμε τεχνολογία ― αντίθετα με την απογοητευτική δική σας επίδοση σε αυτόν τον τομέα που λίγο έλειψε να πληρώσουμε με την επιβίωσή μας. Με άλλα λόγια, δεν μαλώνουμε πια για το κατά πόσον οι τροφοσυλλέκτες ή, ο μη γένοιτο, εσείς του 21ου αποτελείτε την τάχα γνήσια πραγμάτωση της ανθρώπινης φύσης, όπως εσείς πια δεν αλληλοσφάζεστε για το αν κάποιο μυθικό Ον είναι ομοούσιο ή ομοιούσιο με τον μυθικό Γεννήτορά Του ως τρόπο να ορίσετε τη θεωρία σας περί ανθρώπου.

Έχουμε πάψει και να αντικειμενικοποιούμε και να σνομπάρουμε την ανθρώπινη φύση εδώ και αιώνες και προσπαθούμε για ό,τι καλύτερο με βάση αυτήν ακριβώς τη φύση. Δεν τα έχουμε πάει καθόλου άσχημα, για να χρησιμοποιήσουμε ένα σχήμα ρητορικό της δικής σας εποχής.

Η κοινωνική και πολιτική και πνευματική ανεπάρκειά σας σε σχέση με την τεχνολογία σας έπλασε στις αρχές του αιώνα σας τον δικό της μύθο. Μιλώντας με όρους που καταλαβαίνετε, οι αρχαίοι Έλληνες είχαν τους ήρωες, οι αρχαίοι Ινδοί τους γιόγκι, η μεσαιωνική Χριστιανοσύνη τους ιππότες κι ο ρομαντικός καπιταλισμός τον μοναχικό εξερευνητή, πολεμιστή, επιχειρηματία. Ο δικός σας μύθος δεν είναι ανθρωπότυπος, είναι η συντέλεια ― και το ξέρετε.

Η κοινωνικοπολιτική και πνευματική καθυστέρησή σας σε σχέση με τον προηγμένο για τα μέτρα σας τεχνικό πολιτισμό πρώτα εκφράστηκε είτε ως ένα γλυκό ατομικιστικό όνειρο ή είτε ως μια αγελαία σύλληψη της κοινωνίας. Η δεύτερη απέτυχε παταγωδώς και ταχύτατα ενώ η άλλη ξεψυχούσε αργά και βασανιστικά δηλητηριάζοντας με το χνώτο της τα πάντα (σας προειδοποιούμε ότι τον 29ο αιώνα το ύφος μας κυμαίνεται από την αττική λιτότητα και την κλασική κινεζική υπαινικτικότητα μέχρι τη τζοϋσιανή σύγχυση, και από τη φλυαρία του Προυστ και της Μαχαμπαράτα και μέχρι κάθε λογής ασιανές και γαλλικανικές φλυαρίες).

Τότε βγάλατε τον άνθρωπο μπροστά από τα μάτια σας και καταπιαστήκατε με οράματα για το τέλος του κόσμου, καρτερώντας κατακλυσμούς, μετεωρίτες, πυρηνικούς πολέμους και μαζικούς εξαγελασμούς. Αναρωτιόσασταν τι είναι ο άνθρωπος μπροστά στο πυρηνικό όπλο, στις εκρήξεις ακτίνων γάμμα ή στον θερμικό θάνατο του σύμπαντος. Φαντασιωνόσασταν την ερήμωση του πλανήτη ωε σχεδόν λυτρωτικό γεγονός αλλά συνήθως με όρους μικροσεισμού, φαντασιωνόσασταν αφελείς και ανέφικτους διαπλανητικούς αποικισμούς ή προσδοκούσατε ορδές πεθαμένων να τρώνε τους ζωντανούς (ενώ μέσω της γεωργίας γίνεται το αντίθετο).

Η απουσία του τιμωρού Θεού (ο οποίος γνωρίζουμε πια με σχετική βεβαιότητα ότι πέθανε οριστικά το 1945 αν και παραμένει ακόμα και στις μέρες μας, στα 2810, ως συμβολική παρηγοριά και πεισιθάνατη ενασχόληση) σας τρέλαινε, έτσι ακαλλιέργητοι, αψήφιστοι και βάρβαροι που ήσασταν, ή μάλλον: που είστε. Μισήσατε τις πόλεις, το μεγάλο επίτευγμα των κοινών μας προγόνων, τις μισήσατε και σε επίπεδο ιδεολογίας και σε επίπεδο πραγματικό, καταστρέφοντάς τις παντοιοτρόπως και μετατρέποντάς τες σε δυστοπικούς ερειπιώνες και στις ταινίες σας και στην πράξη. Γνωρίζουμε ότι μόνον με όρους δυστοπίας μπορούσατε να μιλήσετε για το μέλλον σας, το παρελθόν μας, ανίδεοι και αδαείς και κριτικά αβασάνιστοι.

Παγώσατε μπροστά στο χάσμα μεταξύ πνευματικού και τεχνικού. Πάθατε ό,τι έπαθαν οι Αβορίγινες, που αποτάχθηκαν κάθε τεχνολογία μετά τη μαζική εξόντωση που επέφεραν στην Αυστραλία και ό,τι έπαθαν οι Κινέζοι όταν είχαν να διαλέξουν μεταξύ του τι τους προσέφερε η ναυτική τεχνολογία τους και της σταθερότητας του μονολιθικού κράτους τους.

Με δυο λόγια, μετά τους Αιγύπτιους, που ποτέ δεν αναρωτιέστε πώς ζούσαν ευτυχισμένοι και πολιτικά σταθεροί τόσους αιώνες, μέσα στη φοβική αλαζονεία σας, τα τεχνικά επιτεύγματα έφυγαν μπροστά και οι επιστήμες έμειναν πίσω, μαζί και κάθε τι πνευματικό, μαζί και οι θεωρίες σας για τον άνθρωπο, την κοινωνία, την πολιτική οργάνωση. Μιλώντας για πολιτική οργάνωση, σκεφτήκαμε να σας εξηγήσουμε τη δική μας αλλά τι θα καταλάβαιναν οι Βίκινγκς από την Ελβετική Συνομοσπονδία; Πολλά αλλά όχι τα ουσιώδη.

Πολλοί ανάμεσά μας πάντως ισχυρίζονται ότι μέχρι και την πρώτη δεκαετία του 21ου συζητούσατε ακόμα τη χρησιμότητα της δουλείας ή διάφορους διαχωρισμούς βάσει φύλου, άλλοι θεωρούν κάτι τέτοιο τερατώδες και φρονούν ότι οι πηγές που μαρτυρούν τέτοιες στάσεις είναι μάλλον λογοτεχνικού ή βαθιά σαρκαστικού χαρακτήρα. Αν μπορείτε να μας διαφωτίσετε σε μια σειρά σχετικών θεμάτων, αφήστε παρακαλώ απαντήσεις (αν και γνωρίζουμε ποιος ελέγχει τη γνώση και ποια είναι η στάση σας απέναντί της στα 2019) ακολουθώντας τις κάτωθι οδηγίες.

Βαθιά μεσα από το μέλλον σας,

οι απόγονοί σας

Απόσπασμα από ένα βιβλίο με όνειρα

Bosch4

Μετά από τρεις πάρα πολύ δύσκολους μήνες άρχισα να ξαναβλέπω όνειρα, ίσως φταίει που άλλαξα κρεβάτι και τώρα κοιμάμαι σε πιο εύκρατα κλίματα. Αυτούς τους τρεις μήνες έβλεπα πού και πού αλλά ήτανε θολά και κακοσχηματισμένα, ασαφή κι αγχωτικά. Ενώ τώρα τελευταία επέστρεψαν κάτι διαυγή και κρουστά τοπία, όπου εκτυλίσσονται διάφορα απροσδόκητα με ήρωες όχι ακριβώς γνώριμους χαρακτήρες.

Μέσα σε τέτοια όνειρα ακούω φράσεις ή σκέφτομαι λέξεις που δεν υπάρχουν και που πάντοτε ξεχνάω αν δεν σημειώσω. Υπάρχει ανάμεσά τους μια διεύθυνση που δεν υπάρχει, η  Τηλεφώντος 12 (που ονειρεύτηκα στις 29 Απριλίου 2015) και το επίθετο λεοντόφωνος (12 Νοεμβρίου 2017), ή παραδείγματα από αλλόκοτες γραμματικές, όπως τα αλλογενή και τρικατάληκτα  ― αυτό το τελευταίο από τις 13 Σεπτεμβρίου 2015, τριάντα ακριβώς χρόνια μετά την πρώτη καταγεγραμμένη ονείρωξή μου. Υπάρχει ανάμεσά τους και ο μυστηριώδης όρος ολιγοχρονία, που με ξύπνησε περασμένες τρεις το πρωί τη 18η Αυγούστου 2018.

Κάποτε έρχονται ενυπνίως βρισιές όπως ψωλοκάντηλο (2 Δεκεμβρίου 2015) και Σατανοπλαγιά του κάθε Γαμιολιστάν (23 Μαΐου 2016), αλλά και κωμιλφάρες και φιλενάρες της 9ης Ιουνίου του ’17 ή φιλολογίστρες την 1η Σεπτεμβρίου του 2017. Καμμιά φορά ακούω και νεολογισμούς στα αγγλικά όπως magnanimal της 11ης Δεκεμβρίου ― που δεν ξέρω τι σημαίνει. Ξέρω πάντως ότι το Μουσταρδιώτισσα είναι ή τοπωνύμιο ή δυσνόητη προσφώνηση της Παναγίας που μου αποκαλύφθηκε σε όνειρο στις 27 Σεπτεμβρίου του 2018.

Ο τίτλος της αυτοβιογραφίας μου, που δεν θα γράψω ποτέ, μου ήρθε απότομα σε ένα σύντομο όνειρο αμέσως αφού αποκοιμήθηκα στις 13 Αυγούστου 2016, εικοσιπέντε χρόνια μετά το βράδυ όπου παραλίγο να φιλήσω τη Σούζι.

Καμμιά φορά, όπως όταν μικροί προσπαθούσαμε να αποδώσουμε με αλαμπουρνέζικα  δικά μας τα λόγια ξένων τραγουδιών, μου έρχονται επωδές και ξόρκια σαν γλωσσολαλιά, όπως στις 11 Μαρτίου του 2017 το ταμπέρα κέντορα θοφέρα ή αλλόκοτες προφητείες στη μέση της νύχτας, όπως το λακωνικό sky lobsters στις 13 Απριλίου 2017. Στις 5 Μαΐου 2017 ξύπνησα στις 3 παρά και σημείωσα «Ποιος έχει τη σχέση με τον Γιάννη που έχω εγώ με την τύχη μου», αλλά δεν έχω ιδέα ούτε ποιος είναι ο Γιάννης, ούτε ποια είναι η δική μου σχέση με την τύχη μου ― υποψιάζομαι όμως ότι κάπου εκεί μέσα είναι κρυμμένο ένα «γαμώ την τύχη μου».

Δεν ξέρω αν είναι δικά μου όλα αυτά. Πάντως τα ονειρεύτηκα. Κάπου μέσα στην άβυσσο του ασυνείδητου καρτερούν ακόμα κρυμμένα.